1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί της Δημοσιονομικής Ευθύνης και του Δημοσιονομικού Πλαισίου Νόμος του 2014.
2.-(1) Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου -
«αρμόδιος υπουργός» σε σχέση με οντότητα Γενικής Κυβέρνησης, κρατικό οργανισμό ή κρατική επιχείρηση σημαίνει –
(α) τον υπουργό, ο οποίος είναι υπεύθυνος με βάση νόμο για την επίβλεψη των δραστηριοτήτων οντότητας Γενικής Κυβέρνησης ή κρατικού οργανισμού· ή
(β) τον Υπουργό, αν δεν υπάρχει άλλος υπουργός που είναι υπεύθυνος σύμφωνα με νόμο για επίβλεψη των δραστηριοτήτων οντότητας Γενικής Κυβέρνησης ή κρατικού οργανισμού· ή
(γ) τον υπουργό, στο όνομα του οποίου είναι εγγεγραμμένες οι μετοχές κρατικής επιχείρησης·
«δαπάνες» σημαίνει όλα τα χρηματικά ποσά που πληρώνονται από τη Δημοκρατία ή στο όνομα της Δημοκρατίας κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους ή οποιοδήποτε άλλο ποσό καθοριστεί από το Γενικό Λογιστή·
«δημοσιονομικοί κανόνες» σημαίνει τους δημοσιονομικούς κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 40∙
«Δωδεκατημόριο» σημαίνει την εξουσιοδότηση ενέργειας οποιασδήποτε απαιτούμενης δαπάνης, σε περίπτωση μη έγκαιρης ψήφισης του περί Προϋπολογισμού Νόμου, δυνάμει της παραγράφου 3 του άρθρου 168 του Συντάγματος·
«εγκύκλιος προϋπολογισμού» σημαίνει την εγκύκλιο του Προϋπολογισμού σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 52∙
«Ενδιάμεση Έκθεση» σημαίνει την έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 35·
«εθνικό μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό-διαρθρωτικό σχέδιο» σημαίνει το έγγραφο που περιέχει τις δημοσιονομικές, μεταρρυθμιστικές και επενδυτικές δεσμεύσεις ενός κράτους μέλους και καλύπτει χρονικό διάστημα τεσσάρων ή πέντε ετών ανάλογα με την κανονική διάρκεια της κοινοβουλευτικής περιόδου στο εν λόγω κράτος μέλος, όπως προβλέπεται από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/1263·
«Ειδικές Περιστάσεις» σημαίνει-
(α) την περίπτωση ασυνήθιστου γεγονότος, το οποίο –
(i) εκφεύγει του ελέγχου της Δημοκρατίας και
(ii) έχει σημαντικές επιπτώσεις στη δημοσιονομική κατάσταση της Γενικής Κυβέρνησης ή
(β) περιόδους σοβαρής οικονομικής ύφεσης, όπως οι περίοδοι αυτοί ερμηνεύονται στο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης·
«Ειδικό Ένταλμα Πληρωμής» σημαίνει τη μεταφορά πιστώσεων μεταξύ άρθρων δαπανών του Προϋπολογισμού με την εξουσιοδότηση του Υπουργού·
«Ειδικό Ταμείο» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτόν από τον περί της Λογιστικής και Δημοσιονομικής Διαχείρισης και Χρηματοοικονομικού Ελέγχου Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται η αντικαθίσταται·
«ελεγχόμενη οντότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας» σημαίνει κάθε οντότητα που καθορίζεται ως τέτοια σύμφωνα με τις λογιστικές αρχές και τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, που υιοθετεί ο Γενικός Λογιστής·
«Ελέγχων Λειτουργός» σημαίνει τον Ελέγχοντα Λειτουργό, οι αρμοδιότητες του οποίου καθορίζονται στο άρθρο 13·
«Εμπιστευτικές Πληροφορίες» σημαίνει τις πληροφορίες που το Συμβούλιο λαμβάνει και χειρίζεται από άλλα αρμόδια όργανα ή υπηρεσίες στα πλαίσια της άσκησης των αρμοδιοτήτων του·
«Έσοδα» σημαίνει όλα τα χρηματικά ποσά που εισπράττονται από τη Δημοκρατία ή στο όνομα της Δημοκρατίας κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους ή οποιοδήποτε άλλο ποσό καθοριστεί από το Γενικό Λογιστή στη βάση της εκάστοτε Λογιστικής Πολιτικής, όπως αυτή καθορίζεται στον περί της Λογιστικής και Δημοσιονομικής Διαχείρισης και Χρηματοοικονομικού Ελέγχου της Δημοκρατίας Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.
«ΕΣΛ» σημαίνει το Ευρωπαϊκό Σύστημα Εθνικών και Περιφερειακών Λογαριασμών, όπως αυτό εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·
«εσωτερικός έλεγχος» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό, από τον περί Εσωτερικού Ελέγχου Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·
«ετήσια έκθεση προόδου» σημαίνει την ετήσια έκθεση κράτους μέλους σχετικά με την εφαρμογή του εθνικού μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού-διαρθρωτικού σχεδίου, συμπεριλαμβανομένων της πορείας των καθαρών δαπανών, όπως καθορίζεται από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων, όπως προβλέπεται από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/1263·
«ετήσιο διαρθρωτικό ισοζύγιο της Γενικής Κυβέρνησης» σε σχέση με ένα έτος σημαίνει το έλλειμμα ή το πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης για το έτος, κυκλικά προσαρμοσμένο εξαιρουμένων οποιωνδήποτε προσωρινών παραγόντων, εκπεφρασμένο ως ποσοστό του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος σε τιμές αγοράς∙
«καθαρές δαπάνες» σημαίνει τις κρατικές δαπάνες μετά την αφαίρεση των δαπανών για τόκους, των μέτρων διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων, των δαπανών για προγράμματα της Ένωσης που καλύπτονται στο σύνολό τους από ενωσιακά κονδύλια, των εθνικών δαπανών για τη συγχρηματοδότηση προγραμμάτων που χρηματοδοτούνται από την Ένωση, των κυκλικών στοιχείων των δαπανών για επιδόματα ανεργίας και των έκτακτων και άλλων προσωρινών μέτρων, όπως προβλέπεται από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/1263·
«Κανονισμός (ΕΚ) 479/2009» σημαίνει τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 479/2009 του Συμβουλίου της 25ης Μαΐου 2009 για την εφαρμογή του πρωτοκόλλου σχετικά με τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος το οποίο προσαρτάται στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·
«Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1263» σημαίνει τον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/1263 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2024 σχετικά με τον αποτελεσματικό συντονισμό των οικονομικών πολιτικών και την πολυμερή δημοσιονομική εποπτεία και την κατάργηση του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ.1466/97 του Συμβουλίου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·
«Κανονισμός (ΕΚ) 1467/97» σημαίνει τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1467/97 του Συμβουλίου της 7ης Ιουλίου 1997 για την επιτάχυνση και τη διασαφήνιση της εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος, όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1177/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Νοεμβρίου 2011 και όπως αυτός περαιτέρω εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται
«Κανονισμός (ΕΚ) 2223/96» σημαίνει τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2223/96 του Συμβουλίου της 25ης Ιουνίου 1996 περί του ευρωπαϊκού συστήματος εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών της Κοινότητας, όπως αυτός τροποποιήθηκε τελευταία με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 715/2010 της Επιτροπής της 10ης Αυγούστου 2010 και όπως περαιτέρω εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙
«Κεντρική Τράπεζα» σημαίνει την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, που έχει ιδρυθεί δυνάμει του άρθρου 3 του περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, κατ’ επιταγή των άρθρων 118 έως 121 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας∙
«κρατική επιχείρηση» σημαίνει-
(α) οποιοδήποτε φορέα που περιλαμβάνεται στη Γενική Κυβέρνηση, εκτός από οικονομικό φορέα, κρατικό οργανισμό, Ταμείο Γενικής Κυβέρνησης και Αρχές Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ή,
(β) εταιρεία, σωματείο ή ίδρυμα, στο οποίο η Δημοκρατία δύναται να ασκεί αποφασιστική επιρροή, με εξαίρεση της εισηγμένες εταιρείες σε οργανωμένη αγορά, η οποία αποφασιστική επιρροή εκ μέρους της Δημοκρατίας τεκμαίρεται, όταν η Δημοκρατία άμεσα ή έμμεσα-
(i) κατέχει το μεγαλύτερο μέρος του εκδομένου κεφαλαίου της επιχείρησης· ή
(ii) διαθέτει την πλειονότητα των ψήφων, οι οποίες αντιστοιχούν στους τίτλους που έχει εκδώσει η επιχείρηση· ή
(iii) δύναται να διορίζει περισσότερα από τα μισά μέλη του διοικητικού, διευθυντικού ή εποπτικού οργάνου της επιχείρησης·
«κρατικός οργανισμός» σημαίνει Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των Ρυθμιστικών Εποπτικών Αρχών, εκτός από την Κεντρική Τράπεζα και εκτός από τις Αρχές Τοπικής Αυτοδιοίκησης·
«μηχανισμός διόρθωσης» σημαίνει τον μηχανισμό που καθορίζεται στο άρθρο 44∙
«Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου» σημαίνει Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου ή άλλο οργανισμό δημοσίου δικαίου, που ιδρύθηκε προς το δημόσιο συμφέρον, δυνάμει νόμου και στο οποίο η Δημοκρατία ασκεί άμεσα ή έμμεσα καθοριστική επιρροή, διορίζοντας περισσότερα από τα μισά μέλη του διοικητικού, διευθυντικού ή εποπτικού οργάνου του·
«νομοθεσία δημοσίων συμβάσεων» περιλαμβάνει –
(α) τον περί της Ρύθμισης των Διαδικασιών Σύναψης Συμβάσεων Φορέων που Δραστηριοποιούνται στους Τομείς του Ύδατος, της Ενέργειας, των Μεταφορών και των Ταχυδρομικών Υπηρεσιών και για Συναφή Θέματα Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·
(β) τον περί της Ρύθμισης των Διαδικασιών Σύναψης Δημοσίων Συμβάσεων και για Συναφή Θέματα Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται· και
(γ) οποιοδήποτε άλλο σχετικό με τις δημόσιες συμβάσεις νόμο της Ευρωπαϊκής Ένωσης·
«Οδηγία 2011/85/ΕΕ» σημαίνει την Οδηγία 2011/85/ΕΕ του Συμβουλίου της 8ης Νοεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για τα δημοσιονομικά πλαίσια των κρατών μελών, όπως αυτή εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·
«Οδηγία (ΕΕ) 2024/1265» σημαίνει την Οδηγία (ΕΕ) 2024/1265 του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2024 για την τροποποίηση της οδηγίας 2011/85/ΕΕ σχετικά με τις απαιτήσεις για τα δημοσιονομικά πλαίσια των κρατών μελών, όπως αυτή εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·
«οικονομικός φορέας» σημαίνει τα υπουργεία, τα τμήματα, τους φορείς συνταγματικών εξουσιών και υπηρεσιών και τα ανεξάρτητα γραφεία, που περιλαμβάνονται στον Προϋπολογισμό της Δημοκρατίας·
«οντότητα Γενικής Κυβέρνησης» σημαίνει κάθε θεσμική μονάδα που, ανεξαρτήτως νομικής μορφής, ονομασίας ή καθεστώτος ιδιοκτησίας, κατατάσσεται στη Γενική Κυβέρνηση, σύμφωνα με το εκάστοτε ισχύον Ευρωπαϊκό Σύστημα Λογαριασμών (ΕΣΛ), όπως αυτό εφαρμόζεται από τη Στατιστική Υπηρεσία και όπως οι σχετικές οντότητες αποτυπώνονται στον εκάστοτε ισχύοντα Κατάλογο οντοτήτων της Γενικής Κυβέρνησης της Στατιστικής Υπηρεσίας και η Γενική Κυβέρνηση περιλαμβάνει θεσμικές μονάδες, ανεξαρτήτως νομικής μορφής, που κατατάσσονται στον τομέα s. 13, σύμφωνα με το εκάστοτε ισχύον ευρωπαϊκό σύστημα Λογαριασμών ΕΣΛ, όπως αυτό εφαρμόζεται από την Στατιστική Υπηρεσία·
«πιστώσεις» σημαίνει τις πρόνοιες του προϋπολογισμού για την διενέργεια δαπανών·
«προϊστάμενος οικονομικού φορέα» σημαίνει τον υπουργό, στις περιπτώσεις υπουργείων και τμημάτων τους, τον επικεφαλής υπηρεσίας στις περιπτώσεις συνταγματικών υπηρεσιών και ανεξάρτητων υπηρεσιών και τους γενικούς διευθυντές ή τον Αρχιπρωτοκολλητή ή πρόσωπο σε παρόμοια θέση στις περιπτώσεις συνταγματικών εξουσιών·
«Πρωτόκολλο (Αρ. 12)» σημαίνει το Πρωτόκολλο (Αρ. 12) για τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος προσαρτημένο στη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης∙
«Στρατηγικό Πλαίσιο Δημοσιονομικής Πολιτικής» σημαίνει το Στρατηγικό Πλαίσιο Δημοσιονομικής Πολιτικής, το οποίο εγκρίνεται σύμφωνα με το άρθρο 48∙
«Συμβούλιο» σημαίνει το Δημοσιονομικό Συμβούλιο, το οποίο ιδρύεται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 18∙
«Συμπληρωματικός Προϋπολογισμός» σημαίνει, τηρουμένων των διατάξεων του Άρθρου 167 του Συντάγματος, το νόμο που τροποποιεί τον περί Προϋπολογισμού Νόμο του τρέχοντος έτους με την τροποποίηση των ολικών ψηφισμένων δαπανών ή και τη δημιουργία νέων θέσεων·
«Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης» σημαίνει το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης όπως ορίζεται από το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 17ης Ιουνίου 1997 στο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης και τους Κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλες νομικές πράξεις που απορρέουν από το Πρωτόκολλο (Αρ. 12) καθώς και τα Άρθρα 121, 126 και 136 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα των δημόσιων οικονομικών∙
«σύστημα εσωτερικού ελέγχου» σημαίνει όλες τις διαδικασίες, πρακτικές και πολιτικές, που εφαρμόζει οντότητα Γενικής Κυβέρνησης και κρατικός οργανισμός, με ευθύνη του Προϊστάμενου του, έτσι ώστε να επιτύχει τους στόχους του·
«Σχετική Συγκατάθεση» σημαίνει τη γραπτή συγκατάθεση του Συμβουλίου για τη δημοσίευση πληροφοριών που χαρακτηρίζονται ως εμπιστευτικές από αυτό και, στην περίπτωση πληροφοριών που χαρακτηρίζονται ως εμπιστευτικές από άλλο όργανο, εκτός από το Συμβούλιο, τη γραπτή συναίνεση του αρμόδιου αυτού οργάνου·
«Ταμείο Γενικής Κυβέρνησης» σημαίνει το Ειδικό Ταμείο που περιλαμβάνεται στον όρο Γενική Κυβέρνηση, σύμφωνα με το ΕΣΛ·
«τμήμα» σημαίνει τμήμα, υπηρεσία, ή γραφείο που υπάγεται σε υπουργείο∙
«τροποποιητικός Προϋπολογισμός» σημαίνει αφενός, τον νόμο που τροποποιεί τον περί Προϋπολογισμού Νόμο του τρέχοντος έτους, χωρίς να τροποποιεί τις ολικές ψηφισμένες δαπάνες ή χωρίς να δημιουργεί νέες θέσεις πέραν των εγκεκριμένων του Νόμου, και αφετέρου, τον προϋπολογισμό προηγούμενων ετών ανεξαρτήτως αν τροποποιούνται οι ολικές ψηφισμένες δαπάνες ή τροποποιείται ο συνολικός αριθμός των θέσεων·
«Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Οικονομικών∙
«Τελική Έκθεση» σημαίνει την έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 37·
(2) Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, οι ορισμοί «χρέος Γενικής Κυβέρνησης», «έλλειμμα Γενικής Κυβέρνησης», «πλεόνασμα Γενικής Κυβέρνησης» έχουν την έννοια που αποδίδεται σε αυτούς από τον Κανονισμό (ΕΚ) 479/2009·
(3) Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, «Γενική Κυβέρνηση», «Κεντρική Κυβέρνηση», «Αρχές Τοπικής Αυτοδιοίκησης», «Ταμεία Κοινωνικών Ασφαλίσεων», «Υποτομείς» και «Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν» ερμηνεύονται σύμφωνα με το ΕΣΛ.
(4) Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, οποιαδήποτε αναφορά σε «επαρχιακό οργανισμό αυτοδιοίκησης», «δήμο», «κοινότητα», «σύμπλεγμα υπηρεσιών κοινοτήτων», «συμβούλιο» και «Έπαρχο» έχει την έννοια που αποδίδεται σε αυτούς στον περί Επαρχιακών Οργανισμών Αυτοδιοίκησης Νόμο, στον περί Δήμων Νόμο και στον περί Κοινοτήτων Νόμο, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται.
(5) Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, οποιαδήποτε αναφορά σε «Προϋπολογισμό» ή «περί Προϋπολογισμού Νόμο» λογίζεται ότι αναφέρεται στον εκάστοτε Προϋπολογισμό της Δημοκρατίας ή στον περί Προϋπολογισμού της Δημοκρατίας Νόμο και σε Τροποποιητικό ή Συμπληρωματικό αυτού.
3. Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται σε όλη τη δημόσια υπηρεσία, οποιαδήποτε άλλα τμήματα, γραφεία υπηρεσίες, Ταμεία Γενικής Κυβέρνησης και οντότητες Γενικής Κυβέρνησης και άλλες οντότητες, περιλαμβανομένων των κρατικών οργανισμών και των κρατικών επιχειρήσεων, καθώς και Αρχές Τοπικής Αυτοδιοίκησης όπως καθορίζονται στον παρόντα Νόμο και σε όλους τους δημόσιους υπαλλήλους και άλλους λειτουργούς και υπαλλήλους σε αυτές τις οντότητες με την ευθύνη είσπραξης, χρησιμοποίησης ή διαχείρισης δημόσιων πόρων, εσόδων ή χρημάτων και οποιωνδήποτε άλλων προσώπων, όπως καθορίζονται στον παρόντα Νόμο∙
4.-(1) Η διαχείριση των δημόσιων οικονομικών περιλαμβάνει -
(α) τη διαμόρφωση, έγκριση, παρουσίαση και υλοποίηση του Στρατηγικού Πλαισίου Δημοσιονομικής Πολιτικής, του περί Προϋπολογισμού Νόμου και του Μεσοπρόθεσμου Δημοσιονομικού Πλαισίου στη βάση των αρχών της βιωσιμότητας, σύνεσης, σταθερότητας, συνέπειας και διαφάνειας:
Νοείται ότι –
(i) «αρχή βιωσιμότητας» σημαίνει τη διασφάλιση ότι οι δαπάνες, ο δανεισμός και το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης είναι διαχειρίσιμα, βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα και δεν επιβάλλεται άδικο βάρος στις μελλοντικές γενιές·
(ii) «αρχή σύνεσης» σημαίνει την επίτευξη της κατάλληλης ισορροπίας μεταξύ εσόδων και δαπανών·
(iii) «αρχή σταθερότητας» σημαίνει τη διαμόρφωση και παρουσίαση της δημοσιονομικής πολιτικής με τρόπο που να αποφεύγονται οι απότομες διακυμάνσεις των μακροοικονομικών και δημοσιονομικών προοπτικών·
(iv) «αρχή συνέπειας» σημαίνει την αποφυγή οποιωνδήποτε απρόβλεπτων και ανεπιθύμητων διακυμάνσεων και αποκλίσεων από τις προβλέψεις των εσόδων και δαπανών, όπως καθορίζονται στο Στρατηγικό Πλαίσιο Δημοσιονομικής Πολιτικής, στον Προϋπολογισμό και στο Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό Πλαίσιο·
(v) «αρχή διαφάνειας» σημαίνει τον καθορισμό μετρήσιμων, συγκεκριμένων και σαφώς προσδιορισμένων στόχων που επιτρέπουν και διευκολύνουν τη δημόσια εκτίμηση των δημοσιονομικών συνθηκών·
(β) τον έλεγχο των εσόδων και δαπανών∙
(γ) τη διαχείριση του δημόσιου χρέους και των ρευστών διαθεσίμων∙
(δ) το λογιστικό σύστημα και τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου∙ και
(ε) την ετοιμασία και τον έλεγχο των τελικών λογαριασμών και χρηματοοικονομικών καταστάσεων.
(2) Η διαχείριση του δημόσιου χρέους και των ρευστών διαθεσίμων που αναφέρονται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (1), διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις του περί της Διαχείρισης του Δημόσιου Χρέους Νόμου και του περί της Διαχείρισης των Εσόδων και Δαπανών και του Λογιστικού της Δημοκρατίας Νόμου, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται.
(3) Τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου που αναφέρονται στην παράγραφο (δ) του εδαφίου (1) έχουν το σκοπό που καθορίζεται στον περί της Διαχείρισης των Εσόδων και Δαπανών και του Λογιστικού της Δημοκρατίας Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.
5. Η Κυβέρνηση διασφαλίζει ότι η διαμόρφωση, η εκτέλεση και η παρουσίαση της δημοσιονομικής πολιτικής, περιλαμβανομένου και του Προϋπολογισμού, της πολιτικής των μισθών και των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων συνάδει με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις νομοθεσίες και τους κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδιαίτερα του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, όπου εφαρμόζεται ή/και άλλων διεθνών συμφωνιών.
6. Το οικονομικό έτος, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 102 του Συντάγματος, αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους.
7. Οι προϋπολογισμοί των οικονομικών φορέων, των κρατικών οργανισμών, των Ταμείων Γενικής Κυβέρνησης και των Αρχών Τοπικής Αυτοδιοίκησης καταρτίζονται πάνω σε ετήσια βάση, αλλά δεν αποκλείεται-
(α) η ετοιμασία του Προϋπολογισμού στο πλαίσιο του Στρατηγικού Πλαισίου Δημοσιονομικής Πολιτικής, όπως καθορίζεται στον παρόντα Νόμο·
(β) η υλοποίηση Συμπληρωματικού ή Τροποποιητικού Προϋπολογισμού, σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο·
(γ) η μεταφορά πιστώσεων, σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο ή οποιοδήποτε άλλο νόμο· ή
(δ) η παρουσίαση στον Προϋπολογισμό των πιστώσεων δαπανών σε πολυετή βάση.
8.-(1) Βασική αρχή παρουσίασης του Προϋπολογισμού είναι ότι τα συνολικά έσοδα και οι συνολικές δαπάνες καταχωρούνται στο σύνολό τους στον Προϋπολογισμό, στη βάση ταμειακών ροών, χωρίς οποιαδήποτε αφαίρεση.
(2) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (1), το σύνολο των εσόδων από φόρους που καταχωρούνται είναι ίσο με το συνολικό ποσό που αναμένεται να εισπραχθεί, μετά την αφαίρεση τυχόν φορολογικών δαπανών, όπως προκύπτουν από τις φορολογικές εκπτώσεις.