ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΕΚΔΟΣΗ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΩΝ
Δικαίωμα καταχώρησης αίτησης

3.-(1) Οποιοσδήποτε νομιμοποιούμενος φορέας δύναται, με αίτησή του προς το Δικαστήριο, να ζητήσει την έκδοση απαγορευτικού ή προστακτικού διατάγματος, περιλαμβανομένου και προσωρινού διατάγματος, εναντίον οποιουδήποτε προσώπου, το οποίο, κατά την κρίση του, ενέχεται ή/και ευθύνεται για οποιαδήποτε παράβαση, θίγοντας τα συλλογικά συμφέροντα των καταναλωτών τα οποία ο νομιμοποιούμενος φορέας προστατεύει.

(2) Ο νομιμοποιούμενος φορέας, πριν αποταθεί στο Δικαστήριο για την έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος που αναφέρεται στο εδάφιο (1), πρέπει να διαβουλευθεί με το πρόσωπο που διενεργεί την παράβαση, ζητώντας από το εν λόγω πρόσωπο:

(α) Την άμεση παύση της γενόμενης παράβασης, και/ή

(β) τη μη επανάληψη της γενόμενης παράβασης:

Νοείται ότι η πιο πάνω υποχρέωση προηγούμενης διαβούλευσης δύναται να παρακαμφθεί στις περιπτώσεις όπου ο νομιμοποιούμενος φορέας, κατά την κρίση του, θεωρεί ότι οι περιστάσεις είναι τέτοιες όπου η δικαστική διαδικασία πρέπει να προχωρήσει χωρίς οποιαδήποτε καθυστέρηση.

(3) Σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί η παύση της παράβασης εντός δέκα τεσσάρων (14) ημερών από την υποβολή του αιτήματος προς διαβούλευση, ο νομιμοποιούμενος φορέας δύναται άνευ ετέρου να ζητήσει από το Δικαστήριο την έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

Απόδειξη νομικής ικανότητας κοινοτικού νομιμοποιούμενου φορέα για την καταχώριση αίτησης

4. Στις περιπτώσεις υποβολής αίτησης από κοινοτικό νομιμοποιούμενο φορέα, κατάθεση της Επίσημης Εφημερίδας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στο Δικαστήριο η οποία περιέχει τον κατάλογο νομιμοποιούμενων φορέων στον οποίο περιλαμβάνεται ο εν λόγω φορέας, αποτελεί απόδειξη της νομικής ικανότητας αυτού για καταχώριση αίτησης, επιφυλασσόμενων των εξουσιών του Δικαστηρίου να εξετάζει κατά πόσο οι σκοποί του φορέα δικαιολογούν την καταχώριση αίτησης για διάταγμα στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Έκδοση διαταγμάτων

5.-(1) Το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου υποβάλλεται οποιαδήποτε αίτηση σύμφωνα με το άρθρο 3, έχει εξουσία, τηρουμένων των διατάξεων του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, του περί Δικαστηρίων Νόμου, των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, καθώς και οποιωνδήποτε άλλων νόμων ή κανονισμών που τροποποιούν ή αντικαθιστούν αυτούς, να εκδώσει απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, περιλαμβανομένου και προσωρινού διατάγματος, με το οποίο να διατάσσει -

(α) την άμεση παύση και/ή τη μη επανάληψη της γενόμενης παράβασης, και/ή

(β) την εντός ορισμένης προθεσμίας λήψη τέτοιων διορθωτικών κατά την κρίση του Δικαστηρίου μέτρων προς άρση της παράνομης κατάστασης που δημιουργούσε η σχετική παράβαση, και/ή

(γ) τη δημοσίευση του συνόλου ή μέρους της σχετικής απόφασης του Δικαστηρίου ή τη δημοσίευση επανορθωτικής ανακοίνωσης με σκοπό την απάλειψη των τυχόν συνεχιζόμενων επιπτώσεων της παράβασης, και/ή

(δ) οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ή μέτρο ήθελε κριθεί αναγκαίο ή εύλογο υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης.

(2) Το διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του εδαφίου (1) δύναται –

(α) να αφορά όχι μόνο τη διενεργηθείσα παράβαση έναντι συγκεκριμένων καταναλωτών, αλλά και παρόμοιες μελλοντικές παραβάσεις έναντι των καταναλωτών γενικά, και/ή

(β) να αφορά ή απευθύνεται σε οποιοδήποτε συνεργό ή συμμετέχοντα στη συγκεκριμένη παράβαση και, σε περίπτωση παραβάτη που είναι νομικό πρόσωπο, δύναται να αφορά ή απευθύνεται και σε οποιοδήποτε διευθυντή ή/και διευθύνοντα σύμβουλο ή/και συνεργάτη ή/και σύμβουλο, ή/και γραμματέα, ο οποίος αποδεικνύεται ότι έλαβε μέρος, συμμετείχε, συνέδραμε, ή είχε με οποιοδήποτε τρόπο σχέση με τη γενόμενη παράβαση.

(3) Οι διατάξεις του περί Δικαστηρίων Νόμου, του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου και των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών που εφαρμόζονται σχετικά με αιτήσεις έκδοσης διαταγμάτων σε πολιτικές υποθέσεις, εφαρμόζονται κατ΄ αναλογίαν αναφορικά με τον τύπο, τη σύνταξη, την καταχώριση και την εκδίκαση της προβλεπόμενης στο άρθρο 3 αίτησης.

Παράβαση δικαστικού διατάγματος

6. Μη συμμόρφωση με οποιοδήποτε διάταγμα του Δικαστηρίου που εκδόθηκε δυνάμει του παρόντος Νόμου συνιστά καταφρόνηση Δικαστηρίου και διέπεται από τις διατάξεις του περί Δικαστηρίων Νόμου.