Προοίμιο

Για σκοπούς εναρμόνισης με την πράξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο -

«Οδηγία 2002/47/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 6ης Ιουνίου 2002 για τις συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας» (EE L 168 της 27.06.2002, σ. 0043),

Για σκοπούς εναρμόνισης με το Άρθρο 118 της πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014 για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012»,

Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:

Συνοπτικός τίτλος

1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί των Συμφωνιών Παροχής Χρηματοοικονομικής Εξασφάλισης Νόμος του 2004.

Ερμηνεία

2.-(1) Στον παρόντα Νόμο, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια -

«ασφαλειοδόχος» σημαίνει τον αποδέκτη της εξασφάλισηςֹ

«ασφαλειοπάροχος» σημαίνει τον παρέχωντα την εξασφάλισηֹ

«γεγονός αθέτησης υποχρέωσης» σημαίνει οποιοδήποτε γεγονός αθέτησης υποχρέωσης ή παρεμφερές γεγονός συμφωνημένο μεταξύ των συμβαλλομένων, με την επέλευση του οποίου, βάσει των όρων της συμφωνίας παροχής χρηματοοικονομικής εξασφάλισης ή κατ’ εφαρμογή νομοθετικής διάταξης, ο ασφαλειοδόχος δικαιούται να ρευστοποιήσει την εξασφάλιση ή να αποκτήσει την κυριότητα της εξασφάλισης, ή τίθεται σε ισχύ η ρήτρα συμψηφισμούֹ

«δανειακές απαιτήσεις» σημαίνει τις χρηματικές απαιτήσεις που πηγάζουν από συμφωνία βάσει της οποίας ένα πιστωτικό ίδρυμα χορηγεί πίστωση υπό μορφή δανείου·

«διαδικασία εκκαθάρισης» σημαίνει τη διαδικασία εκκαθάρισης κατά τα οριζόμενα στον περί Εταιρειών Νόμο, και, περιλαμβάνει την εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων και τη διανομή των εσόδων μεταξύ των δανειστών, μετόχων ή μελών ως ενδείκνυται, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων, στις οποίες οι συλλογικές διαδικασίες τερματίζονται με συμβιβασμό ή άλλο ανάλογο μέτρο, είτε βασίζονται σε εκκαθάριση είτε όχι, και ανεξάρτητα από τον υποχρεωτικό ή προαιρετικό χαρακτήρα τους:

Noείται ότι, σ΄ ό,τι αφορά συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα, διαδικασία εκκαθάρισης σημαίνει τη διαδικασία εκκαθάρισης κατά τα οριζόμενα στο Μέρος ΙΧ των περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμων του 1985 έως (Αρ. 3) του 2003·

«δικαίωμα χρήσης» σημαίνει το δικαίωμα του ασφαλειοδόχου να χρησιμοποιεί και διαθέτει την παρεχόμενη βάσει σχετικής συμφωνίας χρηματοοικονομικής εξασφάλισης ως κάτοχος της, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας εγγυοδοσίας με παροχή χρηματοοικονομικής εξασφάλισης·

«εξασφάλιση με τίτλους καταχωρημένους σε μητρώο» σημαίνει τη χρηματοοικονομική εξασφάλιση που παρέχεται στα πλαίσια συμφωνίας παροχής χρηματοοικονομικής εξασφάλισης και που συνίσταται σε χρηματοπιστωτικά μέσα, το δικαίωμα επί των οποίων αποδεικνύεται με εγγραφές σε μητρώο ή λογαριασμό που τηρείται από μεσάζοντα ή εκ μέρους του·

«ισοδύναμη εξασφάλιση» σημαίνει -

(α) Στην περίπτωση μετρητών, την πληρωμή του ίδιου ποσού και στο ίδιο νόμισμα·

(β) στην περίπτωση χρηματοπιστωτικών μέσων, τα χρηματοπιστωτικά μέσα του ίδιου εκδότη ή χρεώστη που αποτελούν τμήμα της ίδιας έκδοσης ή κατηγορίας και του ίδιου ονομαστικού ποσού, νομίσματος και περιγραφής· ή σε περίπτωση συμφωνίας παροχής χρηματοοικονομικής εξασφάλισης που προβλέπει τη μεταβίβαση άλλων περιουσιακών στοιχείων ως αποτέλεσμα της επέλευσης οποιουδήποτε γεγονότος που συνδέεται με ή επηρεάζει κάποιο από τα χρηματοπιστωτικά μέσα που έχουν δοθεί ως εξασφάλιση, τα εν λόγω άλλα περιουσιακά στοιχεία·

«κράτος μέλος» σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσηςֹ

«μέσα χρηματαγοράς» (money market instruments) σημαίνει τα είδη εκείνα των αξιογράφων που συνήθως χρησιμοποιούνται ως μέσα διαπραγμάτευσης στη χρηματαγοράֹ

«μέτρα εξυγίανσης» σημαίνει μέτρα που συνεπάγονται παρέμβαση διοικητικών ή δικαστικών αρχών με σκοπό τη διατήρηση ή αποκατάσταση της χρηματοοικονομικής κατάστασης και που επηρεάζουν τα προϋπάρχοντα δικαιώματα τρίτων, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, των μέτρων που συνεπάγονται αναστολή πληρωμών, αναστολή μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης ή περιορισμό αξιώσεωνֹ

«μετρητά» σημαίνει -

(α) Τα χρήματα που έχουν πιστωθεί σε λογαριασμό, σε οποιοδήποτε νόμισμαֹ ή

(β) παρεμφερείς αξιώσεις για την επιστροφή χρημάτων, συμπεριλαμβανομένων των καταθέσε-ων χρηματαγοράςֹ

«Οδηγία 2001/24/ΕΚ» [Διαγράφηκε].

«Οδηγία 2014/59/ΕΕ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012».

«πιστωτικό ίδρυμα» σημαίνει-

(α) πιστωτικό ίδρυμα όπως αυτό ορίζεται στους περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμους του 1997 έως 2011, ή/και

(β) τα ιδρύματα που απαριθμούνται στο Άρθρο 2 της πράξης της Ευρωπαϊκής Κοινότητα με τίτλο «Οδηγία 2006/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων (αναδιατύπωση), όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία 2010/78/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 και όπως περαιτέρω εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙

«πολυμερής τράπεζα αναπτύξεως» [Διαγράφηκε]

«ρήτρα συμψηφισμού» σημαίνει τον όρο της συμφωνίας παροχής χρηματοοικονομικής εξασφάλισης ή της συμφωνίας, της οποίας αποτελεί μέρος η συμφωνία παροχής εξασφάλισης, ή, εάν δεν υπάρχει τέτοιος όρος, οποιαδήποτε διάταξη νόμου, βάσει της οποίας, με την επέλευση ενός γεγονότος που συνεπάγεται αναγκαστική εκτέλεση, είτε μέσω συμψηφισμού ή αντιστάθμισης, είτε με άλλο τρόπο -

(α) Οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων επιταχύνονται, ώστε να καθίστανται αμέσως απαιτητές και να εκφράζονται ως υποχρέωση καταβολής ποσού που αντιπροσωπεύει την, κατ’ εκτίμηση, τρέχουσα αξία τους ή λήγουν και αντικαθίστανται από υποχρέωση καταβολής ενός τέτοιου ποσούֹ ή

(β) υπολογίζονται οι οφειλές του κάθε συμβαλλομένου προς τον άλλο σε σχέση με τις υποχρεώσεις αυτές και ο συμβαλλόμενος, ο οποίος οφείλει το μεγαλύτερο ποσό καταβάλλει καθαρό ποσό, ίσο προς τη διαφορά των οφειλώνֹ

«συμφωνία παροχής χρηματοοικονομικής εξασφάλισης» σημαίνει τη συμφωνία παροχής εξασφάλισης με μεταβίβαση τίτλου ή τη συμφωνία εγγυοδοσίας με παροχή χρηματοοικονομικής εξασφάλισης, ανεξαρτήτως του εάν αυτή καλύπτεται από γενική συμφωνία ή γενικούς όρουςֹ

«συμφωνία παροχής χρηματοοικονομικής εξασφάλισης με μεταβίβαση τίτλου» σημαίνει τη συμφωνία, συμπεριλαμβανομένης της συμφωνίας επαναγοράς, βάσει της οποίας ο ασφαλειοπάροχος μεταβιβάζει την πλήρη κυριότητα ή το πλήρες δικαίωμα της χρηματοοικονομικής εξασφάλισης στον ασφαλειοδόχο, με σκοπό την εξασφάλιση ή την κατ’ άλλο τρόπο κάλυψη της εκτέλεσης των σχετικών οικονομικών υποχρεώσεων·

«συμφωνία εγγυοδοσίας με παροχή χρηματοοικονομικής εξασφάλισης» σημαίνει τη συμφωνία βάσει της οποίας ο ασφαλειοπάροχος παρέχει χρηματοοικονομική εξασφάλιση ως εγγύηση στον ή υπέρ του ασφαλειοδόχου, ενώ η πλήρης ή περιορισμένη κυριότητα ή το πλήρες δικαίωμα επί της χρηματοοικονομικής εξασφάλισης παραμένει στον ασφαλειοπάροχο κατά τη σύσταση του δικαιώματος εξασφάλισης·

«σχετικός λογαριασμός» σημαίνει, σε σχέση με εξασφάλιση με τίτλους καταχωρημένους σε μητρώο που υπόκειται σε συμφωνία παροχής χρηματοοικομικής εξασφάλισης, το μητρώο ή το λογαριασμό που είναι δυνατόν να τηρείται από τον ασφαλειοδόχο, στο οποίο γίνονται οι εγγραφές, μέσω των οποίων παρέχεται στον ασφαλειοδόχο η εξασφάλιση με τίτλους καταχωρημένους σε μητρώοֹ

«σχετικές χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις» σημαίνει τις υποχρεώσεις που εξασφαλίζονται με συμφωνία παροχής χρηματοοικονομικής εξασφάλισης, και οι οποίες παρέχουν δικαίωμα διακανονισμού τοις μετρητοίς ή παράδοσης χρηματοπιστωτικών μέσων, και περιλαμβάνουν -

(α) Παρούσες ή μελλοντικές, υπάρχουσες ή ενδεχόμενες ή αναμενόμενες υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που απορρέουν από μια γενική συμφωνία ή παρόμοιο διακανονισμόֹ

(β) υποχρεώσεις προς τον ασφαλειοδόχο από άλλο πρόσωπο εκτός του ασφαλειοπάροχουֹ ή

(γ) υποχρεώσεις συγκεκριμένης κατηγορίας ή είδους, οι οποίες προκύπτουν σε διάφορες χρονικές στιγμέςֹ

«χρηματοπιστωτικά μέσα» (financial instruments), σημαίνει τις μετοχές σε εταιρείες και άλλους τίτλους που ισοδυναμούν με μετοχές σε εταιρείες, ομόλογα και άλλα είδη χρεωστικών μέσων, εφόσον αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά, και οποιουσδήποτε άλλους τίτλους συνήθως διαπραγματεύσιμους, οι οποίοι παρέχουν το δικαίωμα απόκτησης μετοχών, ομολογιών ή άλλου είδους κινητών αξιών με εγγραφή, αγορά ή ανταλλαγή ή, οι οποίοι συνεπάγονται διακανονισμό τοις μετρητοίς εξαιρουμένων των μέσων πληρωμής, περιλαμβανομένων των μεριδίων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, όπως αυτά ορίζονται στους περί των Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων Νόμους του 2002 και 2003, των μέσων χρηματαγοράς, και των αξιώσεων ή των άμεσων ή έμμεσων δικαιωμάτων επί των ανωτέρω στοιχείωνֹ

«χρηματοοικονομικό ίδρυμα» σημαίνει το ίδρυμα που ασκεί μια τουλάχιστον από τις εργασίες που καθορίζονται στο Παράρτημα.

(2) Όπου στον παρόντα Νόμο αναφέρεται ότι «παρέχεται» χρηματοοικονομική εξασφάλιση ή όπου γίνεται αναφορά στην «παροχή» χρηματοοικονομικής εξασφάλισης, σημαίνει ότι η χρηματοοικονομική εξασφάλιση παραδίδεται, μεταβιβάζεται, κατακρατείται, καταχωρείται ή άλλως καθορίζεται, ούτως ώστε να βρίσκεται στην κατοχή ή υπό τον έλεγχο του ασφαλειοδόχου ή προσώπου που ενεργεί για λογαριασμό του ασφαλειοδόχου:

Νοείται ότι, τυχόν δικαίωμα -

(α) υποκατάστασης ή απόσυρσης πλεονάζουσας χρηματοοικονομικής εξασφάλισης υπέρ του ασφαλειοπάροχου,  ή

(β)στην περίπτωση δανειακών απαιτήσεων, για την είσπραξη του προϊόντος των εν λόγω δανειακών απαιτήσεων μέχρι νεωτέρας εντολής,

δεν θίγει την παρασχεθείσα στον ασφαλειοδόχο χρηματοοικονομική εξασφάλιση όπως αναφέρεται στον παρόντα Νόμο.

(3) Στον παρόντα Νόμο, οποιαδήποτε αναφορά σε πράξη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ή/και της Ευρωπαϊκής Ένωσης σημαίνει την εν λόγω πράξη, όπως αυτή εκάστοτε διορθώνεται, τροποποιείται ή αντικαθίσταται, εκτός αν προκύπτει διαφορετική έννοια από το κείμενο.

(4) Όπου στον παρόντα Νόμο αναφέρεται ο όρος «εγγράφως», αυτός περιλαμβάνει και την καταχώρηση σε ηλεκτρονικό μέσο ή σε οποιοδήποτε άλλο σταθερό υπόθεμα.

Πεδίο εφαρμογής

3. (1) Ο παρών Νόμος καθορίζει το καθεστώς που εφαρμόζεται στις συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής εξασφάλισης, οι οποίες ικανοποιούν τις απαιτήσεις του εδαφίου (1) του άρθρου 4, καθώς και στη χρηματοοικονομική εξασφάλιση που παρέχεται σύμφωνα με τους όρους του εδαφίου (2) του άρθρου 4, και αυτός εφαρμόζεται -

(α) Σε χρηματοοικονομική εξασφάλιση που έχει ήδη παρασχεθεί και εφόσον αυτή πιστοποιείται εγγράφωςֹ

(β) σε συμφωνία παροχής χρηματοοικονομικής εξασφάλισης εφόσον η συμφωνία αυτή πιστοποιείται εγγράφως ή με νομικά ισοδύναμο τρόπο.

(2) Τα άρθρα 6 έως 9 δεν εφαρμόζονται σε οποιοδήποτε περιορισμό της εκτέλεσης των συμφωνιών παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας ή σε οποιοδήποτε περιορισμό στα αποτελέσματα των συμφωνιών εγγυοδοσίας με παροχή χρηματοοικονομικής ασφάλειας, ρυθμίσεων εκκαθαριστικού συμψηφισμού (close out netting) ή αμοιβαίου συμψηφισμού (set-off) που επιβάλλονται δυνάμει διατάξεων του κυπριακού δικαίου που μεταφέρουν τον τίτλο IV, κεφάλαιο V ή VI, της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ ή σε οποιοδήποτε παρόμοιο περιορισμό που επιβάλλεται δυνάμει παρεμφερών εξουσιών στο κυπριακό δίκαιο με σκοπό τη διευκόλυνση της ομαλής εξυγίανσης οποιασδήποτε οντότητας η οποία αναφέρεται στην υποπαράγραφο (iv) της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 4 ή στην παράγραφο (δ) του εδαφίου (1) του ιδίου άρθρου του παρόντος Νόμου και η οποία υπόκειται σε διασφαλίσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές του τίτλου IV, κεφάλαιο VII, της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ.

Κατηγορίες ασφαλειοδόχου και ασφαλειοπάροχου

4.-(1) Τόσο ο ασφαλειοδόχος, όσο και ο ασφαλειοπάροχος πρέπει να ανήκουν σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες κατηγορίες:

(α) Σε δημόσια αρχή στη Δημοκρατία ή αλλού, εξαιρουμένων των επιχειρήσεων με εγγύηση του Δημοσίου, εκτός εάν αυτές εμπίπτουν στις παραγράφους (β) έως (ε), όπως μεταξύ άλλων-

(i) Δημόσιο φορέα που έχει αναλάβει τη διαχείριση του δημοσίου χρέους ή παρεμβαίνει σε αυτήֹ

(ii) δημόσιο φορέα που έχει εξουσιοδοτηθεί να τηρεί λογαριασμούς πελατώνֹ

(β) στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, κατά τα οριζόμενα στους περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμους του 2002 έως 2007, σε κεντρική τράπεζα άλλου κράτους, στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, στην Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών, σε πολυμερή τράπεζα αναπτύξεως κατά τα οριζόμενα στις Οδηγίες προς τις τράπεζες για τον Υπολογισμό των Κεφαλαιακών Απαιτήσεων και των Μεγάλων Χρηματοδοτικών Ανοιγμάτων του 2006 έως 2010, στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων

(γ) σε χρηματοοικονομικό ίδρυμα που υπόκειται σε εποπτεία, συμπεριλαμβανομένου-

(i) πιστωτικού ιδρύματος·

(ii) επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, όπως ορίζεται στους περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμων του 2007 και 2009·

(iii) χρηματοδοτικού ιδρύματος, όπως ορίζεται στους περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμους του 1997 έως 2011·

(iv) ασφαλιστικής επιχείρησης, όπως ορίζεται στους περί της Άσκησης Ασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμων του 2002 έως 2011·

(v) οργανισμού συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες, όπως ορίζεται στους περί των Ανοικτού Τύπου Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (ΟΣΕΚΑ) Νόμους του 2004 και 2008·

(vi) Εταιρείας Διαχείρισης, όπως ορίζεται στους περί των Ανοικτού Τύπου Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων (ΟΣΕΚΑ) σε Κινητές Αξίες Νόμους του 2004 και 2008.

(δ) σε σχέση με τα συστήματα πληρωμών και διακανονισμού αξιογράφων, σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, διακανονιστή και συμψηφιστικό γραφείο κατά τα οριζόμενα στον περί του Αμετάκλητου στα Συστήματα Πληρωμών και στα Συστήματα Διακανονισμού Αξιογράφων Νόμο του 2003ֹ

(ε) σε άλλα ομοειδή ιδρύματα που υπόκεινται σε εποπτεία και, τα οποία ασκούν δραστηριότητες στις αγορές συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης, προαιρέσεων και παράγωγων μέσων σε βαθμό μη καλυπτόμενο από τον περί του Αμετάκλητου στα

Συστήματα Πληρωμών και στα Συστήματα Διακανονισμού Αξιογράφων Νόμο του 2003, και νομικό πρόσωπο, το οποίο ενεργεί ως καταπιστευματοδόχος ή υπό την ιδιότητα αντιπροσώπου εξ ονόματος ενός ή περισσοτέρων προσώπων, στα οποία περιλαμβάνονται τυχόν ομολογιούχοι ή κάτοχοι άλλων μορφών εξασφαλισμένων δανείων ή οποιαδήποτε κατηγορία που καθορίζεται στις παραγράφους (α) έως (δ)ֹ

(στ) σε νομικό πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων των μη μετοχικών επιχειρήσεων και των συνεταιρισμών υπό τον όρο ότι ο αντισυμβαλλόμενος εμπίπτει σε μια από τις κατηγορίες που καθορίζονται στις παραγράφους (α) έως (ε).

(2)(α) Η παρεχόμενη χρηματοοικονομική εξασφάλιση πρέπει να συνίσταται σε μετρητά ή χρηματοπιστωτικά μέσα ή δανειακές απαιτήσεις (ή σε συνδυασμό αυτών).

(β) Αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος Νόμου οι δανειακές απαιτήσεις των οποίων ο οφειλέτης είναι καταναλωτής, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 2 του περί των Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμου του 2010 ή μικρή ή πολύ μικρή επιχείρηση, όπως αυτές ορίζονται στο Άρθρο 1 και στο Άρθρο 2, παράγραφοι 2 και 3, του παραρτήματος της πράξης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο «Σύσταση Επιτροπής της 6ης Μαΐου 2003 σχετικά με τον ορισμό των πολύ μικρών, των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων (2003/361/ΕΚ)», εκτός από τις περιπτώσεις όπου ο ασφαλειοδόχος ή ο ασφαλειοπάροχος επί των εν λόγω δανειακών απαιτήσεων είναι ένα από τα ιδρύματα που αναφέρονται στο εδάφιο (1)(β).

(3)(α) Η απόδειξη της παροχής χρηματοοικονομικής εξασφάλισης πρέπει να επιτρέπει τον προσδιορισμό της χρηματοοικονομικής εξασφάλισης, στην οποία αναφέρεται. Για το σκοπό αυτό, αρκεί να αποδεικνύεται ότι η εξασφάλιση επί τίτλων σε λογιστική μορφή έχει μεταφερθεί σε πίστωση του σχετικού λογαριασμού ή αποτελεί πίστωση του λογαριασμού αυτού και ότι η εξασφάλιση  σε μετρητά έχει μεταφερθεί σε πίστωση του καθορισμένου λογαριασμού ή αποτελεί πίστωση του λογαριασμού αυτού.

(β) Η εγγραφή των δανειακών απαιτήσεων σε έναν κατάλογο που υποβάλλεται εγγράφως ή με νομικά ισοδύναμο τρόπο στον ασφαλειοδόχο επαρκεί για τον προσδιορισμό της δανειακής απαίτησης και την απόδειξη της παροχής της δανειακής απαίτησης ως χρηματοοικονομικής εξασφάλισης μεταξύ των μερών και έναντι του οφειλέτη ή τρίτων.

Τυπικές απαιτήσεις

5.-(1) Η σύναψη, το κύρος, η πλήρωση τυπικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, η εκτελεστότητα ή το αποδεκτό ως αποδεικτικό στοιχείο μιας συμφωνίας παροχής χρηματοοικονομικής εξασφάλισης, ή η δυνάμει συμφωνίας παροχή χρηματοοικονομικής εξασφάλισης, δεν εξαρτώνται από την εκπλήρωση οποιασδήποτε τυπικής πράξης.

(2) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 4(3), στις περιπτώσεις που παρέχονται δανειακές απαιτήσεις ως χρηματοοικονομική εξασφάλιση, η σύσταση, η εγκυρότητα, η ολοκλήρωση, η προτεραιότητα, η εκτελεστότητα της χρηματοοικονομικής εξασφάλισης ή το αποδεκτό της ως αποδεικτικό στοιχείο, δεν εξαρτώνται από την εκπλήρωση οποιασδήποτε τυπικής πράξης όπως είναι η καταχώριση ή η ενημέρωση του οφειλέτη της δανειακής απαίτησης που παρέχεται ως χρηματοοικονομική εξασφάλιση, εκτός όπου αυτό απαιτείται για λόγους προτεραιότητας, εκτελεστότητας ή αποδεκτού της χρηματοοικονομικής εξασφάλισης ως αποδεικτικό στοιχείο, έναντι του οφειλέτη ή τρίτων.

(3) Τηρουμένων των διατάξεων των περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμων του 1996 έως 2007, οι οφειλέτες δανειακών απαιτήσεων δύνανται να παραιτούνται εγγράφως ή με νομικά ισοδύναμο τρόπο:

(α) των δικαιωμάτων συμψηφισμού έναντι των δανειστών της δανειακής απαίτησης και έναντι των προσώπων προς τα οποία ο πιστωτής εκχώρησε, ενεχυρίασε ή διέθεσε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο τη δανειακή απαίτηση ως χρηματοοικονομική εξασφάλιση, και

(β) των δικαιωμάτων τους που προκύπτουν από τους κανόνες τραπεζικού απορρήτου οι οποίοι θα μπορούσαν σε διαφορετική περίπτωση να παρεμποδίσουν ή να περιορίσουν τη δυνατότητα του δανειστή της δανειακής απαίτησης να παράσχει πληροφορίες σχετικά με τη δανειακή απαίτηση ή με τον οφειλέτη προς τον σκοπό της χρησιμοποίησης της δανειακής απαίτησης ως χρηματοοικονομικής εξασφάλισης.

Εκτέλεση των συμφωνιών παροχής χρηματοοικο-νομικής εξασφάλισης

6.-(1) Με την επέλευση γεγονότος αθέτησης υποχρέωσης, ο ασφαλειοδόχος πρέπει να είναι σε θέση να ρευστοποιήσει με τους ακόλουθους τρόπους τα χρηματοπιστωτικά μέσα ή τα μετρητά, που παρέχονται δυνάμει συμφωνίας εγγυοδοσίας με παροχή χρηματοοικονομικής εξασφάλισης και σύμφωνα με τους όρους της -

(α) Τα χρηματοπιστωτικά μέσα, με πώληση ή κτήση κυριότητας, συμψηφίζοντάς τα ή χρησιμοποιώντας τα για την απαλλαγή από τις σχετικές χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις∙

(β) τα μετρητά, συμψηφίζοντάς τα ή χρησιμοποιώντας τα για την απαλλαγή από τις σχετικές χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις∙

(γ) τις δανειακές απαιτήσεις με πώληση ή απόκτησή τους και στη συνέχεια με συμψηφισμό της αξίας τους ή με εφαρμογή της αξίας τους, προς εξόφληση των σχετικών οικονομικών υποχρεώσεων.

(2) Η κτήση κυριότητας, που προνοείται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1), είναι δυνατή μόνον εφόσον -

(α) Αυτό έχει συμφωνηθεί από τους συμβαλλόμενους στη συμφωνία εγγυοδοσίας με παροχή χρηματοοικονομικής εξασφάλισης∙ και

(β) οι συμβαλλόμενοι έχουν συμφωνήσει στη συμφωνία εγγυοδοσίας με παροχή χρηματοοικονομικής εξασφάλισης σχετικά με τον τρόπο αποτίμησης των χρηματοπιστωτικών μέσων και των δανειακών απαιτήσεων.

(3) Με την επιφύλαξη των όρων που έχουν συμφωνηθεί στη συμφωνία εγγυοδοσίας με παροχή χρηματοοικονομικής εξασφάλισης, οι τρόποι ρευστοποίησης της χρηματοοικονομικής εξασφάλισης που αναφέρονται στο εδάφιο (1) δεν συνοδεύονται από οποιαδήποτε απαίτηση -

(α) Να κοινοποιείται εκ των προτέρων η πρόθεση ρευστοποίησης∙

(β) οι όροι της ρευστοποίησης να έχουν εγκριθεί από δικαστήριο, δημόσιο λειτουργό ή άλλο πρόσωπο∙

(γ) η ρευστοποίηση να διεξαχθεί με δημόσιο πλειστηριασμό ή οποιοδήποτε άλλο τρόπο έχει υποδειχθεί∙ ή

(δ) να έχει παρέλθει οποιαδήποτε συμπληρωματική χρονική περίοδος.

(4) Η εκτέλεση της συμφωνίας παροχής χρηματοοικονομικής εξασφάλισης σύμφωνα με τους σχετικούς όρους είναι δυνατή, παρά την τυχόν έναρξη ή συνέχιση των διαδικασιών εκκαθάρισης ή των μέτρων εξυγίανσης σε σχέση με τον ασφαλειοπάροχο ή τον ασφαλειοδόχο:

Νοείται ότι, παρά τις διατάξεις του Μέρους IVA του περί Εταιρειών Νόμου το παρόν άρθρο δεν θίγει την οποιαδήποτε απαίτηση βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας για τη διενέργεια της ρευστοποίησης ή της αποτίμησης της χρηματοοικονομικής εξασφάλισης και του υπολογισμού των σχετικών χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων με εμπορικά εύλογο τρόπο.

Δικαίωμα χρήσης της εξασφάλισης βάσει συμφωνίας εγγυοδοσίας με παροχή χρηματοοικονομικής εξασφάλισης

7.-(1) Στην περίπτωση και στο βαθμό που αυτό προβλέπεται από τους όρους της συμφωνίας εγγυοδοσίας με παροχή χρηματοοικονομικής εξασφάλισης, ο ασφαλειοδόχος δύναται να ασκήσει το δικαίωμα χρήσης της χρηματοοικονομικής εξασφάλισης που έχει παρασχεθεί βάσει της συμφωνίας εγγυοδοσίας με παροχή χρηματοοικονομικής εξασφάλισης.

(2) Ο ασφαλειοδόχος στην περίπτωση που ασκεί δικαίωμα χρήσης της εξασφάλισης -

(α) Υπέχει υποχρέωση να αντικαταστήσει την αρχική χρηματοοικονομική εξασφάλιση με ισοδύναμη εξασφάλιση, το αργότερο την ημερομηνία, κατά την οποία παράγουν αποτελέσματα οι σχετικές χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις που καλύπτονται από τη συμφωνία εγγυοδοσίας με παροχή χρηματοοικονομικής εξασφάλισηςֹ ή

(β) δύναται, την ημερομηνία κατά την οποία παράγουν αποτελέσματα οι σχετικές χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις, εφόσον και στο βαθμό που προβλέπεται από τους όρους της συμφωνίας εγγυοδοσίας με παροχή χρηματοοικονομικής εξασφάλισης, να συμψηφίσει την αξία της ισοδύναμης εξασφάλισης ή να τη χρησιμοποιήσει για την απαλλαγή από τις σχετικές χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις.

(3) Η ισοδύναμη εξασφάλιση, που παρέχεται για την απαλλαγή από την υποχρέωση που περιγράφεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2), υπόκειται στην ίδια συμφωνία εγγυοδοσίας με παροχή χρηματοοικονομικής εξασφάλισης, στην οποία υπόκειται και η αρχική εξασφάλιση και θεωρείται ως παρασχεθείσα στα πλαίσια της συμφωνίας εγγυοδοσίας με παροχή χρηματοοικονομικής εξασφάλισης ταυτόχρονα με την αρχική χρηματοοικονομική εξασφάλιση.

(4) Η χρήση της χρηματοοικονομικής εξασφάλισης από τον ασφαλειοδόχο, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, δεν καθιστά άκυρα ή ανεφάρμοστα τα δικαιώματα του ασφαλειοδόχου, βάσει της συμφωνίας εγγυοδοσίας με παροχή χρηματοοικονομικής εξασφάλισης, σ’ ό,τι αφορά τη χρηματοοικονομική εξασφάλιση που παρέχεται για την απαλλαγή από την υποχρέωση που περιγράφεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2).

(5) Εφόσον λάβει χώρα γεγονός αθέτησης υποχρέωσης, ενώ εκκρεμεί υποχρέωση βάσει της παραγράφου (α) του εδαφίου (2), η υποχρέωση δύναται να αποτελέσει αντικείμενο εφαρμογής ρήτρας συμψηφισμού:

Νοείται ότι, το παρόν άρθρο δεν θίγει την οποιαδήποτε απαίτηση βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας για τη διενέργεια της ρευστοποίησης ή της αποτίμησης της χρηματοοικονομικής εξασφάλισης και του υπολογισμού των σχετικών χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων με εμπορικά εύλογο τρόπο.

(6) Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται σε δανειακές απαιτήσεις.

Αναγνώριση των συμφωνιών παροχής χρημα-τοοικονομικής εξασφάλισης με μεταβίβαση τίτλου

8.-(1) Οι συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής εξασφάλισης με μεταβίβαση τίτλου δύνανται να παράγουν αποτελέσματα σύμφωνα με τους όρους που περιέχουν.

(2) Εφόσον λάβει χώρα γεγονός αθέτησης υποχρέωσης, ενώ εκκρεμεί υποχρέωση του ασφαλειοδόχου να μεταβιβάσει ισοδύναμη εξασφάλιση δυνάμει συμφωνίας παροχής χρηματοοικονομικής εξασφάλισης με μεταβίβαση τίτλου, η υποχρέωση αυτή δύναται να αποτελέσει αντικείμενο εφαρμογής ρήτρας συμψηφισμού:

Νοείται ότι, το παρόν άρθρο δεν θίγει την οποιαδήποτε απαίτηση βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας για τη διενέργεια της ρευστοποίησης ή της αποτίμησης της χρηματοοικονομικής εξασφάλισης και του υπολογισμού των σχετικών χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων με εμπορικά εύλογο τρόπο.

Αναγνώριση της ρήτρας συμψηφισμού

9.-(1) Η ρήτρα συμψηφισμού δύναται να παράγει αποτελέσματα σύμφωνα με τους όρους που περιέχει, παρά -

(α) Την έναρξη ή συνέχιση διαδικασιών εκκαθάρισης ή μέτρων εξυγίανσης σε σχέση με τον ασφαλειοπάροχο ή τον ασφαλειοδόχου ή και τους δύο και παρά τις διατάξεις του Μέρους IVA του περί Εταιρειών Νόμου. ή

(β) οποιαδήποτε έννομη εκχώρηση, δικαστική ή άλλη κατάσχεση ή άλλου είδους διάθεση των δικαιωμάτων ή σε σχέση με τα δικαιώματα αυτά.

(2) Η εφαρμογή της ρήτρας συμψηφισμού δύναται να μην υπόκειται σε οποιαδήποτε από τις απαιτήσεις του εδαφίου (3) του άρθρου 6, εκτός εάν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά από τους συμβαλλόμενους:

Νοείται ότι, το παρόν άρθρο δεν θίγει την οποιαδήποτε απαίτηση βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας για τη διενέργεια της ρευστοποίησης ή της αποτίμησης της χρηματοοικονομικής εξασφάλισης και του υπολογισμού των σχετικών χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων με εμπορικά εύλογο τρόπο.

Μη εφαρμογή ορισμένων διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου

10.-(1) Συμφωνία παροχής χρηματοοικονομικής εξασφάλισης, καθώς και παροχή χρηματοοικονομικής εξασφάλισης δυνάμει τέτοιας συμφωνίας, δεν δύναται να κηρυχθεί άκυρη ή μη εκτελεστή ή να ανατραπεί, με μοναδική αιτιολογία ότι η συμφωνία παροχής χρηματοοικονομικής εξασφάλισης άρχισε να ισχύει ή ότι η εξασφάλιση παρασχέθηκε -

(α) Την ημέρα έναρξης των διαδικασιών εκκαθάρισης ή των μέτρων εξυγίανσηςֹ ή

(β) εντός ορισμένης περιόδου που προηγείται από, και καθορίζεται σε συνάρτηση με, την έναρξη τέτοιων διαδικασιών ή μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) ή σε συνάρτηση με την έκδοση εντολής ή απόφασης ή την ανάληψη οποιασδήποτε άλλης ενέργειας ή την επέλευση οποιουδήποτε άλλου γεγονότος κατά τη διάρκεια αυτών των διαδικασιών ή μέτρων.

(2) Σε περίπτωση που έχει αρχίσει να ισχύει η συμφωνία χρηματοοικονομικής εξασφάλισης ή η σχετική χρηματοοικονομική υποχρέωση ή έχει παρασχεθεί χρηματοοικονομική εξασφάλιση κατά την ημερομηνία, αλλά μετά τη στιγμή της έναρξης των διαδικασιών εκκαθάρισης ή των μέτρων εξυγίανσης, η συμφωνία είναι νομίμως εκτελεστή και δεσμευτική για τους τρίτους, εάν ο ασφαλειοδόχος δύναται να αποδείξει ότι δεν ήταν ενήμερος, ούτε όφειλε να είναι ενήμερος, για την έναρξη των διαδικασιών ή των μέτρων αυτών.

(3) Σε περίπτωση που η συμφωνία παροχής χρηματοοικονομικής εξασφάλισης περιέχει -

(α) Υποχρέωση παροχής εξασφάλισης ή πρόσθετης εξασφάλισης, ώστε να ληφθούν υπόψη μεταβολές στην αξία της εξασφάλισης ή στο ποσό των καλυπτόμενων υποχρεώσεωνֹ ή

(β) δικαίωμα απόσυρσης της εξασφάλισης παρέχοντας, με υποκατάσταση ή ανταλλαγή, εξασφάλιση ουσιαστικά της ίδιας αξίας, η παροχή εξασφάλισης ή πρόσθετης εξασφάλισης ή η υποκατάσταση ή αντικατάσταση της εξασφάλισης, δυνάμει της εν λόγω υποχρέωσης ή του εν λόγω δικαιώματος, δεν θεωρείται άκυρη ή αντιστρέψιμη ή ακυρώσιμη, με μοναδική αιτιολογία ότι -

(i) Η παροχή αυτή πραγματοποιήθηκε την ημερομηνία έναρξης των διαδικασιών εκκαθάρισης ή των μέτρων εξυγίανσης ή εντός ορισμένης περιόδου που προηγείται από, και καθορίζεται σε συνάρτηση με, την έναρξη των διαδικασιών εκκαθάρισης ή των μέτρων εξυγίανσης ή σε συνάρτηση με την έκδοση εντολής ή απόφασης ή την ανάληψη οποιασδήποτε άλλης ενέργειας ή την επέλευση οιουδήποτε άλλου γεγονότος κατά τη διάρκεια αυτών των διαδικασιών ή μέτρωνֹ ή

(ii) οι σχετικές χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις επήλθαν πριν από την ημερομηνία της παροχής εξασφάλισης ή πρόσθετης εξασφάλισης, ή της υποκατάστασης ή αντικατάστασης της εξασφάλισης.

(4) Με την επιφύλαξη των εδαφίων (1), (2) και (3), ο παρών Νόμος δεν θίγει τους γενικούς κανόνες του Κεφαλαίου V του περί Εταιρειών Νόμου που αφορούν την εκκαθάριση, όσον αφορά την ακυρότητα πράξεων που διενεργήθηκαν κατά την ορισμένη περίοδο που αναφέρεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1) και στην υποπαράγραφο (i) των παραγράφων (α) και (β) του εδαφίου (3).

Εφαρμοστέο δίκαιο

11.-(1) Οποιοδήποτε ζήτημα σε σχέση με τα στοιχεία που αναφέρονται στο εδάφιο (2), το οποίο προκύπτει σε σχέση με εξασφάλιση με τίτλους καταχωρημένους σε μητρώο, διέπεται από το δίκαιο της χώρας όπου τηρείται ο σχετικός λογαριασμός:

Νοείται ότι, η παραπομπή στη νομοθεσία ενός κράτους αποτελεί παραπομπή στο εσωτερικό του δίκαιο, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη οποιοσδήποτε κανόνας, βάσει του οποίου, στην απόφαση επί του σχετικού ζητήματος, θα γινόταν παραπομπή στο δίκαιο άλλου κράτους.

(2) Τα στοιχεία, στα οποία αναφέρεται το εδάφιο (1) είναι-

(α) Η νομική φύση και τα περιουσιακά αποτελέσματα της εξασφάλισης με τίτλους καταχωρημένους σε μητρώοֹ

(β) η πλήρωση των τυπικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων μιας συμφωνίας παροχής χρηματοοικονομικής εξασφάλισης που αφορά εξασφάλιση με τίτλους καταχωρημένους σε μητρώο και η παροχή εξασφάλισης με τέτοιους τίτλους, στα πλαίσια μιας τέτοιας συμφωνίας και, γενικότερα, η ολοκλήρωση των αναγκαίων διατυπώσεων ώστε η εν λόγω συμφωνία και η εν λόγω παροχή να ισχύουν έναντι τρίτωνֹ

(γ) το κατά πόσον το δικαίωμα ιδιοκτησίας ή άλλο δικαίωμα ενός προσώπου αναφορικά με εξασφάλιση με τίτλους καταχωρημένους σε μητρώο προηγείται ή έπεται ανταγωνιστικού δικαιώματος ιδιοκτησίας ή άλλου δικαιώματος ή έχει επέλθει απόκτηση καλή τη πίστηֹ και

(δ) οι διατυπώσεις που απαιτούνται για τη ρευστοποίηση της εξασφάλισης με τίτλους καταχωρημένους σε μητρώο ως αποτέλεσμα επέλευσης γεγονότος αθέτησης υποχρέωσης.

Επιφύλαξη εφαρμογής άλλης νομοθεσίας

11Α. Ο παρών Νόμος δε θίγει τα προβλεπόμενα στον περί των Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμο του 2010, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και στην εναρμονιστική με την Οδηγία 2014/59/ΕΕ νομοθεσία.

11Β. Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου ισχύουν παρά τις διατάξεις του Μέρους IVA του περί Εταιρειών Νόμου.

Έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου

12. Ο παρών Νόμος τίθεται σε ισχύ κατά την ημερομηνία προσχώρησης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

(Άρθρο 2)

1. Χορήγηση Πίστης (Lending).

2. Χρηματοδοτική μίσθωση, περιλαμβανομένης και χρηματοδότησης με ενοικιαγορά.

3. Υπηρεσίες διακίνησης χρημάτων.

4. Έκδοση και διαχείριση μέσων πληρωμής, περιλαμβανομένων πιστωτικών καρτών, ταξιδιωτικών επιταγών και επιταγών τραπεζίτη.

5. Εγγυήσεις και αναλήψεις υποχρεώσεων.

6. Διεξαγωγή συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό του ιδρύματος ή των πελατών του που έχουν σχέση με -

(α) αξίες ή τίτλους της χρηματαγοράς περιλαμβανομένων επιταγών, συναλλαγματικών, γραμματίων και ομολόγων καταθέσεων,

(β) ξένο συνάλλαγμα,

(γ) προθεσμιακούς χρηματοδοτικούς τίτλους ή τίτλους με δικαίωμα επιλογής (options),

(δ) τίτλους που αφορούν συνάλλαγμα και επιτόκια,

(ε) αξιόγραφα (κινητές αξίες).

7. Συμμετοχή σε εκδόσεις αξιόγραφων και παροχή συναφών υπηρεσιών.

8. Παροχή συμβουλών σε επιχειρήσεις σχετικά με τη διάρθρωση του κεφαλαίου, τη βιομηχανική στρατηγική και συναφή θέματα και παροχή συμβουλών καθώς και υπηρεσιών στον τομέα της συγχώνευσης και της αγοράς επιχειρήσεων.

9. Διαμεσολάβηση στις χρηματαγορές.

10. Διαχείριση χαρτοφυλακίου επενδύσεων ή παροχή συμβουλών για τη διαχείριση χαρτοφυλακίου.

11. Φύλαξη και διαχείριση αξιογράφων.

12. Υπηρεσίες μηχανογράφησης και επεξεργασίας δεδομένων.