Προοίμιο

Για σκοπούς εφαρμογής των πράξεων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο -

«Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3330/91 του Συμβουλίου, της 7ης Νοεμβρίου 1991, για τις στατιστικές των συναλλαγών αγαθών μεταξύ κρατών μελών όπως τροποποιήθηκε μέχρι και τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1624/2000 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 10ης Ιουλίου 2000» (ΕΕ αριθ. L 316 της 16/11/1991, σελ. 1),

«Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3590/92 της Επιτροπής, της 11ης Δεκεμβρίου 1992, περί των μέσων διαβίβασης των στατιστικών πληροφοριών για τις στατιστικές του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών» (ΕΕ αριθ. L 364 της 12/12/1992, σελ. 32),

«Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1901/2000 της Επιτροπής, της 7ης Σεπτεμβρίου 2000, για καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3330/91 του Συμβουλίου για τις στατιστικές των συναλλαγών αγαθών μεταξύ κρατών μελών όπως τροποποιήθηκε μέχρι και τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1835/2002 της Επιτροπής της 15ης Οκτωβρίου 2002» (ΕΕ αριθ. L 228 της 8/9/2000, σελ. 28),

Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:

ΜΕΡΟΣ Ι ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Συνοπτικός τίτλος

1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί Στατιστικών των Συναλλαγών Αγαθών μεταξύ Κρατών Μελών Νόμος του 2004.

Ερμηνεία

2.-(1) Στον παρόντα Νόμο, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια -

«αποστολή αγαθών» σημαίνει την έξοδο εμπορευμάτων από τη Δημοκρατία με προορισμό άλλο κράτος μέλος·

«αρμόδια αρχή» σημαίνει την αρχή που ορίζεται δυνάμει του άρθρου 3 του παρόντος Νόμου·

«άφιξη αγαθών» σημαίνει την είσοδο στη Δημοκρατία εμπορευμάτων από άλλο κράτος μέλος·

«βασικός κανονισμός» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3330/91 του Συμβουλίου της 7ης Νοεμβρίου 1991 για τις στατιστικές των συναλλαγών αγαθών μεταξύ κρατών μελών (EE L 316 της 16.11.1991, σ. 1), όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται (EE L 187 της 26.7.2000, σ. 1)·

«δήλωση Intrastat» σημαίνει τη δήλωση που αναφέρεται στο άρθρο 13 του βασικού κανονισμού, την οποία πρόσωπο εγγεγραμμένο στο Μητρώο ενδοκοινοτικών φορέων υποχρεούται να υποβάλει στον Έφορο δυνάμει του άρθρου 7(1) και (2)·

«Διευθυντής» σημαίνει το Διευθυντή της Στατιστικής Υπηρεσίας·

«έγγραφο» σημαίνει οποιοδήποτε έγγραφο ή άλλο γραπτό ή τυπωμένο υλικό σε οποιαδήποτε μορφή, καθώς επίσης και οποιαδήποτε πληροφορία, περιλαμβανομένης στατιστικής πληροφορίας, που φυλάττεται, διατηρείται ή συντηρείται με μηχανικά ή ηλεκτρονικά μέσα, ανεξάρτητα αν φυλάττεται, διατηρείται ή συντηρείται σε ευανάγνωστη μορφή ή μη·

«εμπορεύματα» σημαίνει όλα τα κινητά πράγματα, που αναφέρονται στο άρθρο 2(γ) του βασικού κανονισμού συμπεριλαμβανομένου του ηλεκτρικού ρεύματος·

«ενδοκοινοτική συναλλαγή αγαθών» σημαίνει κάθε διακίνηση εμπορευμάτων από ένα κράτος μέλος σε άλλο σύμφωνα με το άρθρο 2(α) του βασικού κανονισμού·

«ενδοκοινοτικός φορέας» σημαίνει το πρόσωπο που καθορίζεται στο άρθρο 20(5) του βασικού κανονισμού ή στο άρθρο 4 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1901/2000·

«εξουσιοδοτημένο πρόσωπο», τηρουμένων των διατάξεων του του άρθρου 13(1), σημαίνει το πρόσωπο που διορίζεται ή εξουσιοδοτείται από το Διευθυντή με βάση τον περί Στατιστικής Νόμο του 2000 να ασκεί τις εξουσίες όπως αναφέρονται στον παρόντα Νόμο·

«Επιτροπή» σημαίνει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων·

«Έφορος» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 4(1) των περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμων του 2000 μέχρι (Αρ.2) του 2003·

«Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1901/2000» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1901/2000 της Επιτροπής της 7ης Σεπτεμβρίου 2000 για καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3330/91 του Συμβουλίου για τις στατιστικές των συναλλαγών αγαθών μεταξύ κρατών μελών (EE L 228 της 8.4.2000, σ. 28), όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται (EE L 278 της 16.10.2002, σ. 9)·

«κοινοτικοί κανονισμοί» σημαίνει το βασικό κανονισμό, τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1901/2000 και τον Κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 3590/92 της Επιτροπής της 11ης Δεκεμβρίου 1992 περί των μέσων διαβίβασης των στατιστικών πληροφοριών για τις στατιστικές του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται (EE L 364 της 12.12.1992, σ. 32)·

«κράτος μέλος» σημαίνει το στατιστικό έδαφος ενός κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 2 του βασικού κανονισμού·

«Μητρώο ενδοκοινοτικών φορέων» σημαίνει το Μητρώο που τηρείται από τον Έφορο δυνάμει του άρθρου 10 του βασικού κανονισμού και του άρθρου 4 του παρόντος Νόμου·

«περίοδος αναφοράς» σημαίνει την περίοδο που προσδιορίζεται στο άρθρο 20(7) του βασικού κανονισμού·

«στατιστικά κατώφλια» σημαίνει τα εκφραζόμενα σε αξία όρια των αφίξεων αγαθών ή των αποστολών αγαθών, στο επίπεδο των οποίων οι υποχρεώσεις των εκάστοτε υπόχρεων παροχής πληροφοριών είτε αναστέλλονται είτε ελαφρύνονται.

«στατιστικό έδαφος ενός κράτους μέλους» σημαίνει το έδαφος που ορίζεται από το εν λόγω κράτος μέλος μέσα στο στατιστικό έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 3 του Κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ.1736/75 του Συμβουλίου της 24 Ιουνίου 1975 περί των στατιστικών του εξωτερικού εμπορίου της Κοινότητος και του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών αυτής (EE L 183 της 14.7.1975, σ. 3)·

«σύστημα Intrastat» σημαίνει το μόνιμο σύστημα συλλογής στατιστικών στοιχείων για την κατάρτιση των στατιστικών των ενδοκοινοτικών συναλλαγών αγαθών·

«υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 6 των περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμων του 2000 μέχρι (Αρ.2) του 2003·

«Υπουργείο» σημαίνει το Υπουργείο Οικονομικών.

«Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Οικονομικών.

«Φ.Π.Α.» σημαίνει το φόρο προστιθέμενης αξίας που επιβάλλεται σύμφωνα με τους περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμους του 2000 μέχρι (Αρ. 2) του 2003.

(2) Οποιοιδήποτε άλλοι όροι που περιέχονται στον παρόντα Νόμο και δεν ερμηνεύονται διαφορετικά, έχουν την έννοια που τους αποδίδεται από τους περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμους του 2000 μέχρι (Αρ.2) του 2003 ή από τους κοινοτικούς κανονισμούς.

Αρμόδια αρχή.

3. Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, ορίζεται ως αρμόδια αρχή ο Έφορος, στον οποίο υποβάλλονται οι δηλώσεις Intrastat σύμφωνα με το άρθρο 13 του βασικού κανονισμού.

Μητρώο ενδοκοινοτικών φορέων

4. Για τους σκοπούς εφαρμογής του παρόντος Νόμου και οποιασδήποτε άλλης υποχρέωσης δυνάμει των κοινοτικών κανονισμών, ο Έφορος τηρεί Μητρώο ενδοκοινοτικών φορέων, το οποίο ενημερώνει με τα στοιχεία των δηλώσεων Intrastat που υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 8.

Παροχή πληροφοριών από τον ΄Εφορο στο Διευθυντή

5.-(1) Ο Έφορος παρέχει στο Διευθυντή είτε με δική του πρωτοβουλία είτε μετά από σχετική αίτηση του Διευθυντή -

(α) Aντίγραφα δηλώσεων Intrastat που υποβάλλονται στον ΄Εφορο από ή εκ μέρους των ενδοκοινοτικών φορέων σύμφωνα με το άρθρο 7(1)·

(β) κάθε πληροφορία η οποία θα μπορούσε να συντελέσει στη βελτίωση της ποιότητας των στατιστικών, και την οποία, εν πάση περιπτώσει παρέχουν, για φορολογικούς λόγους, οι υποκείμενοι στο φόρο στον Έφορο.

(2) Οι πληροφορίες, οι οποίες παρέχονται στο Διευθυντή δυνάμει του εδαφίου (1) θεωρούνται εμπιστευτικές κατά τις διατάξεις του άρθρου 13 του περί Στατιστικής Νόμου του 2000.

ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΔΗΛΩΣΕΙΣ INTRASTAT
Στατιστικά κατώφλια

6. Το Υπουργικό Συμβούλιο με διάταγμα του καθορίζει ετησίως τα στατιστικά κατώφλια που αναφέρονται στο άρθρο 28 του βασικού κανονισμού και τα άρθρα 17 και 19 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1901/2000.

Υποχρέωση υποβολής δήλωσης Intrastat

7.-(1) Το υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο υποβάλλει στην αρμόδια αρχή πλήρη δήλωση Intrastat για αφίξεις αγαθών όταν-

(α) Κατά τη διάρκεια του τελευταίου ημερολογιακού έτους η αξία των αφίξεων αγαθών έχει υπερβεί το ποσό που αναφέρεται στο διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 6· ή

(β) κατά τη διάρκεια ημερολογιακού έτους που καθορίζεται στο διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 6, η αξία των αφίξεων αγαθών έχει υπερβεί το ποσό που αναφέρεται στο διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 6, και στην περίπτωση αυτή η υποχρέωση του αρχίζει κατά το μήνα κατά τον οποίο σημειώθηκε η υπέρβαση.

(2) Η υποχρέωση για την υποβολή της δήλωσης Intrastat για αφίξεις αγαθών παύει να υφίσταται κατά το τέλος οποιουδήποτε ημερολογιακού έτους, αν κατά τη διάρκεια του εν λόγω ημερολογιακού έτους η αξία των αφίξεων αγαθών είναι χαμηλότερη από το ποσό που αναφέρεται στο διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 6.

(3) Το υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο υποβάλλει στην αρμόδια αρχή πλήρη δήλωση Intrastat για αποστολές αγαθών όταν -

(α) Κατά τη διάρκεια του τελευταίου ημερολογιακού έτους, η αξία των αποστολών αγαθών έχει υπερβεί το ποσό που αναφέρεται στο διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 6· ή

(β) κατά τη διάρκεια ημερολογιακού έτους που καθορίζεται στο διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 6, η αξία των αποστολών αγαθών έχει υπερβεί το ποσό που αναφέρεται στο διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 6, και στην περίπτωση αυτή η υποχρέωση του αρχίζει κατά το μήνα κατά τον οποίο σημειώθηκε η υπέρβαση.

(4) Η υποχρέωση για την υποβολή της δήλωσης Intrastat για αποστολές αγαθών παύει να υφίσταται κατά το τέλος οποιουδήποτε ημερολογιακού έτους, αν κατά τη διάρκεια του εν λόγω ημερολογιακού έτους η αξία των αποστολών αγαθών είναι χαμηλότερη από το ποσό που αναφέρεται στο διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 6.

(5) Απαλλάσσονται από τις υποχρεώσεις των εδαφίων (1) μέχρι (4) -

(α) Τα πρόσωπα, τα οποία καθίστανται υποκείμενα στο φόρο προστιθέμενης αξίας από περιστασιακή παράδοση καινούργιου μεταφορικού μέσου σε άλλο κράτος μέλος· και

(β) τα φυσικά πρόσωπα που πραγματοποιούν αφίξεις αγαθών ή αποστολές αγαθών για σκοπούς άλλους από αυτούς της επιχείρησης που ασκούν.

Τρόπος υποβολής δήλωσης Intrastat

8.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2), οποιαδήποτε δήλωση Intrastat υποβάλλεται όχι αργότερα από τη δέκατη ημέρα που ακολουθεί το τέλος της περιόδου αναφοράς στην οποία η δήλωση Intrastat αναφέρεται.

(2)(α) Η υποβολή της δήλωσης Intrastat γίνεται με τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων, τα οποία καθορίζονται σε Γνωστοποίηση του Εφόρου που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

(β) Για σκοπούς οποιασδήποτε πολιτικής ή ποινικής διαδικασίας, ο κωδικός αριθμός, ο οποίος χορηγείται από τον Έφορο στο πρόσωπο που υποβάλλει τη δήλωση Intrastat με ηλεκτρονικά μέσα, θεωρείται ότι υπέχει τη θέση χειρόγραφης υπογραφής που θα έφερε η δήλωση Intrastat αν δεν υποβαλλόταν με ηλεκτρονικά μέσα και το πρόσωπο που υποβάλλει τη δήλωση Intrastat θεωρείται ότι έχει γνώση του περιεχομένου της.

(3) [Διαγράφηκε]

Μη πραγματοποίηση αφίξεων και αποστολών αγαθών

9.-(1) Εάν κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε περιόδου αναφοράς, πρόσωπο που αναφέρεται στο Μητρώο ενδοκοινοτικών φορέων δεν πραγματοποίησε οποιεσδήποτε αφίξεις αγαθών, αλλά ήταν υπόχρεος να υποβάλει δήλωση Intrastat για αφίξεις αγαθών αναφορικά με την αμέσως προηγούμενη περίοδο αναφοράς, θα πρέπει, εκτός αν ο Έφορος του επιτρέψει διαφορετικά, να υποβάλει τη δήλωση Intrastat για την εν λόγω περίοδο αναφοράς σύμφωνα με το άρθρο 8 του παρόντος Νόμου, δηλώνοντας ότι δεν έχει πραγματοποιήσει αφίξεις αγαθών αναφορικά με την περίοδο αυτή.

(2) Εάν κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε περιόδου αναφοράς, πρόσωπο που αναφέρεται στο Μητρώο ενδοκοινοτικών φορέων δεν πραγματοποίησε οποιεσδήποτε αποστολές αγαθών, αλλά ήταν υπόχρεος να υποβάλει δήλωση Intrastat για αποστολές αγαθών αναφορικά με την αμέσως προηγούμενη περίοδο αναφοράς, θα πρέπει, εκτός αν ο Έφορος του επιτρέψει διαφορετικά, να υποβάλει τη δήλωση Intrastat για την εν λόγω περίοδο αναφοράς σύμφωνα με το άρθρο 8 του παρόντος Νόμου, δηλώνοντας ότι δεν έχει πραγματοποιήσει αποστολές αγαθών αναφορικά με την περίοδο αυτή.

Διαπίστωση λαθών

10. Εάν οποιοδήποτε πρόσωπο που υπέβαλε δήλωση Intrastat για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, διαπιστώσει εκ των υστέρων την ύπαρξη οποιουδήποτε λάθους, τότε ειδοποιεί τον Έφορο εντός δύο μηνών από το τέλος της περιόδου αναφοράς.

Γραπτή ειδοποίηση στον ΄Εφορο

11. Πρόσωπο, το οποίο προτίθεται να μεταβιβάσει την εκπλήρωση της υποχρέωσης για την υποβολή δήλωσης Intrastat σε τρίτο πρόσωπο δυνάμει του άρθρου 9 του βασικού κανονισμού, αποστέλλει γραπτή ειδοποίηση προς τον ΄Εφορο στην οποία κατονομάζει το τρίτο πρόσωπο.

Νοείται ότι, στην περίπτωση που οποιοδήποτε πρόσωπο ορίζει αντιπρόσωπο, ο αντιπρόσωπος αυτός πρέπει να είναι τελωνειακός πράκτορας όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 74 του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου του 2004.

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ ΤΗΡΗΣΗ ΑΡΧΕΙΩΝ, ΠΡΟΣΑΓΩΓΗ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΠΡΟΣ ΕΧΕΜΥΘΕΙΑ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΜΕΝΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ
Τήρηση αρχείων.

12.-(1) Κάθε πρόσωπο που αναφέρεται στο Μητρώο ενδοκοινοτικών φορέων, οφείλει -

(α) Να τηρεί τα έγγραφα, τα οποία το ίδιο το πρόσωπο ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ενεργεί εκ μέρους του, χρησιμοποίησε για τους σκοπούς ετοιμασίας των δηλώσεων Intrastat για αφίξεις αγαθών.

(β) να τηρεί τα έγγραφα, τα οποία το ίδιο το πρόσωπο ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ενεργεί εκ μέρους του, χρησιμοποίησε για τους σκοπούς ετοιμασίας των δηλώσεων Intrastat για αποστολές αγαθών.

(γ) να προσαγάγει ή να μεριμνήσει ώστε να προσαχθούν σε εύλογο χρόνο τα έγγραφα που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β), όταν απαιτηθεί από εξουσιοδοτημένο πρόσωπο και σε περίπτωση που τα έγγραφα αυτά είναι σε μη αναγνώσιμη μορφή να τα αναπαράγει σε αναγνώσιμη μορφή·

(δ) να επιτρέπει σε εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να εισέρχεται σε οποιοδήποτε εύλογο χρόνο σε οποιαδήποτε υποστατικά, εξαιρουμένης της κατοικίας, στα πλαίσια άσκησης των εξουσιών του που αναφέρονται στην παράγραφο (ε)·

(ε) να επιτρέπει σε εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να επιθεωρεί και να λαμβάνει αντίγραφα ή αποσπάσματα των εγγράφων που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β), συμπεριλαμβανομένου, στην περίπτωση εγγράφου σε μη αναγνώσιμη μορφή, και αντιγράφου ή αποσπάσματος τέτοιου εγγράφου σε αναγνώσιμη μορφή, που σχετίζονται άμεσα με τις υποχρεώσεις του υποκείμενου στο φόρο προσώπου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.

(2) Εάν, κατά την άσκηση από εξουσιοδοτημένο πρόσωπο των εξουσιών που προβλέπονται στο εδάφιο (1)(δ), παρεμποδίζεται η είσοδος στο πρόσωπο αυτό, η είσοδος δύναται να εξουσιοδοτείται με δικαστικό Διάταγμα το οποίο εκδίδεται μετά από σχετική αίτηση του Διευθυντή.

(3) Οποιαδήποτε από τα έγγραφα που αναφέρονται στο εδάφιο (1)(α) και (β) θα διατηρούνται για περίοδο τουλάχιστον πέντε ετών μετά το τέλος του ημερολογιακού έτους εντός του οποίου εμπίπτει η περίοδος αναφοράς στην οποία αναφέρονται.

Υποχρέωση εξουσιοδοτημένων λειτουργών προς εχεμύθεια

13.-(1) Εξουσιοδοτημένο πρόσωπο απαγορεύεται να ανακοινώνει ή να χορηγεί σε τρίτους, με οποιοδήποτε τρόπο, εμπιστευτικά στοιχεία ή πληροφορίες, που έχουν περιέλθει σε γνώση του ή του έχουν γνωστοποιηθεί κατά την άσκηση της εν λόγω αρμοδιότητας και έχει καθήκον να προστατεύσει οποιαδήποτε δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας που σχετίζονται με τα εν λόγω στοιχεία ή πληροφορίες:

Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, εξουσιοδοτημένο πρόσωπο περιλαμβάνει και πρόσωπο που εξουσιοδοτείται από τον ΄Εφορο:

Νοείται περαιτέρω ότι, η υποχρέωση προς εχεμύθεια δεν ισχύει-

(α) Όταν παρέχεται η έγγραφη συγκατάθεση του προσώπου για το οποίο υπάρχει υποχρέωση προς εχεμύθεια·

(β) έναντι Δικαστηρίου της Δημοκρατίας·

(γ) έναντι Ερευνητικής Επιτροπής που διορίσθηκε και ενεργεί δυνάμει του περί Ερευνητικών Επιτροπών Νόμου·

(δ) έναντι ποινικού ανακριτή, ο οποίος διεξάγει ανάκριση με βάση το άρθρο 4 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου·

(ε) έναντι της Μονάδας Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης, δυνάμει των περί Συγκάλυψης, Έρευνας και Δήμευσης Εσόδων από Ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμων του 1996 έως 2003·

(στ) έναντι της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της δυνάμει του περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου του 1989 μέχρι (Αρ. 2) του 2000.

(2) Οποιοδήποτε από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο εδάφιο (1) αποκαλύπτει οποιαδήποτε εμπιστευτικά στοιχεία ή πληροφορίες, διαπράττει ποινικό αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες (10.000) λίρες ή και στις δύο ποινές μαζί.

ΜΕΡΟΣ ΙV ΧΡΗΜΑΤΙΚΕΣ ΕΠΙΒΑΡΥΝΣΕΙΣ, ΠΟΙΝΙΚΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΚΥΡΩΣΕΙΣ
Χρηματικές επιβαρύνσεις

14.-(1) Πρόσωπο που παραλείπει, αρνείται ή καθυστερεί να υποβάλει στον τύπο και στο χρόνο που καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 και της Γνωστοποίησης που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 8(3) -

(α) Τη δήλωση Intrastat για αφίξεις αγαθών, υπόκειται σε χρηματική επιβάρυνση δεκαπέντε ευρώ (€15) για κάθε δήλωση· και

(β) τη δήλωση Intrastat για αποστολές αγαθών, υπόκειται σε χρηματική επιβάρυνση δεκαπέντε ευρώ (€15) για κάθε δήλωση:

Νοείται ότι οι πιο πάνω χρηματικές επιβαρύνσεις δεν επιβάλλονται σε υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο που είχε υποχρέωση υποβολής δήλωσης INTRASTAT, η οποία έληγε την 31η Μαρτίου 2020, την 30ή Απριλίου 2020 και την 31η Μαϊου 2020.

(2) Για τους σκοπούς του εδαφίου (1), η χρηματική επιβάρυνση επιβάλλεται την ενδέκατη ημέρα μετά την τελευταία ημέρα της περιόδου αναφοράς.

(3)(α) Πρόσωπο, το οποίο σύμφωνα με το άρθρο 7 υποβάλλει στον Έφορο δήλωση INTRASTAT που σχετίζεται με οποιαδήποτε περίοδο αναφοράς και που περιέχει ουσιώδη παράλειψη ή/και ανακρίβαια και δεν πληροφορήσει τον Έφορο σχετικά εντός του χρονικού διαστήματος που προβλέπεται στο άρθρο 10, υπόκειται σε χρηματική επιβάρυνση δεκαπέντε ευρώ (€15).

Για σκοπούς του παρόντος εδαφίου ως ουσιώδης παράλειψη ή/και ανακρίβεια είναι:

(i)Η παράλειψη συμπλήρωσης στη δήλωση INTRASTAT οποιουδήποτε από τα ακόλουθα στοιχεία:

-Κωδικός εμπορευμάτων.

-Κωδικός χώρας προσέλευσης/προορισμού.

-Τιμολογημένο ποσό.

-Στατιστική αξία (όπου απαιτείται).

-Καθαρή μάζα (όπου απαιτείται).

-Συμπληρωματικές μονάδες (όπου απαιτείται)

(ii)H Ακύρωση του συνόλου των δηλωθέντων σύμφωνα με τα πιο πάνω, στοιχεία τα οποία αφορούν ένα εμπόρευμα.

Ποινικά αδικήματα και κυρώσεις

15. Πρόσωπο, το οποίο αυτοπροσώπως ή δια υπαλλήλου του ή δια εκπροσώπου του -

(α) Εξακολουθεί να παραλείπει, αρνείται ή καθυστερεί πέραν της περιόδου που καθορίζεται στο άρθρο 14(2), να υποβάλει δήλωση Intrastat για αφίξεις αγαθών δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 7(1) και στον τύπο που καθορίζεται στην Γνωστοποίηση που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 8(3)·

(β) εξακολουθεί να παραλείπει, αρνείται ή καθυστερεί πέραν της περιόδου που καθορίζεται στο άρθρο 14(2) να υποβάλει δήλωση Intrastat για αποστολές αγαθών δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 7(3) και στον τύπο που καθορίζεται στη Γνωστοποίηση που εκδίδεται με βάση το άρθρο 8(3)·

(γ) παρακωλύει, παρεμποδίζει, παρενοχλεί ή παράνομα επιτίθεται εναντίον εξουσιοδοτημένου προσώπου το οποίο εισέρχεται σε υποστατικά δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 12(1)(δ)·

(δ) παρακωλύει εξουσιοδοτημένο πρόσωπο από το να επιθεωρεί και να λαμβάνει αντίγραφα ή αποσπάσματα των εγγράφων δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 12(1)(ε)·

(ε) προβαίνει εσκεμμένα ή αμελώς σε αναληθή ή μη πλήρη ή παραπλανητική δήλωση Intrastat για αφίξεις αγαθών·

(στ) προβαίνει εσκεμμένα ή αμελώς σε αναληθή ή μη πλήρη ή παραπλανητική δήλωση Intrastat για αποστολές αγαθών·

(ζ) προβαίνει εσκεμμένα ή αμελώς σε αναληθή ή μη πλήρη ή παραπλανητική δήλωση σε εξουσιοδοτημένο πρόσωπο·

(η) αποσπά, επάγει ζημιά ή καταστρέφει οποιαδήποτε έγγραφα που οφείλει να παραδίδει σε εξουσιοδοτημένο πρόσωπο δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 12(1)(γ) και (ε)·

(θ) δεν τηρεί τα έγγραφα που χρησιμοποίησε για τους σκοπούς ετοιμασίας των δηλώσεων Intrastat για αφίξεις αγαθών δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 12(1)(α).

(ι) δεν τηρεί τα έγγραφα που χρησιμοποίησε για τους σκοπούς ετοιμασίας των δηλώσεων Intrastat για αποστολές αγαθών δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 12(1)(β).

(ια) παραλείπει, αρνείται ή καθυστερεί να παρέχει σε εξουσιοδοτημένο πρόσωπο οποιαδήποτε έγγραφα απαιτούνται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 12(1)(γ),

είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες.

ΜΕΡΟΣ V ΑΠΟΔΕΙΞΗ
Απόδειξη με πιστοποιητικό, κ.τ.λ

16.- (1) Πιστοποιητικό του Εφόρου που βεβαιώνει ότι -

(α) Οποιοδήποτε πρόσωπο ήταν ή δεν ήταν υπόχρεο για την υποβολή δήλωσης Intrastat σύμφωνα με το σύστημα Intrastat·

(β) οποιοδήποτε πρόσωπο αναφερόταν ή δεν αναφερόταν στο Μητρώο ενδοκοινοτικών φορέων·

(γ) οποιοδήποτε έγγραφο απαιτείται για σκοπούς που σχετίζονται με το σύστημα Ιntrastat δεν έχει παρασχεθεί ή δεν είχε παρασχεθεί σε οποιαδήποτε ημερομηνία·

(δ) η δήλωση Intrastat που προσάγεται σε Δικαστήριο είναι πανομοιότυπη με τη δήλωση που λαμβάνεται με ηλεκτρονικά δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 8(2),

αποτελεί επαρκή απόδειξη του γεγονότος που βεβαιώνει.

(2) Φωτογραφία οποιουδήποτε εγγράφου που προσκομίζεται στον Έφορο για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου και η οποία πιστοποιείται από τον ίδιο ότι συνιστά φωτογραφία του εν λόγω εγγράφου είναι δεκτή ως απόδειξη σε οποιαδήποτε διαδικασία, είτε πολιτική είτε ποινική, στην ίδια έκταση όπως το ίδιο το έγγραφο.

(3) Οποιοδήποτε έγγραφο που φέρεται ως πιστοποιητικό δυνάμει των εδαφίων (1) ή (2), θεωρείται ότι αποτελεί τέτοιο πιστοποιητικό μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο.

Ποινική ευθύνη συμβούλων, κ.τ.λ

17.- (1) Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα κατά τις διατάξεις του παρόντος Νόμου από νομικό πρόσωπο, οι σύμβουλοι ή οι διευθύνοντες αξιωματούχοι του νομικού προσώπου θεωρούνται ότι συμμετέχουν στη διάπραξη του αδικήματος και ότι είναι ένοχοι γι’ αυτό, αν είχαν ή έχουν συμμετοχή στη λήψη της σχετικής απόφασης.

(2) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, “διευθύνων αξιωματούχος”, σε σχέση με νομικό πρόσωπο, σημαίνει οποιοδήποτε διευθυντή του νομικού προσώπου, γραμματέα ή οποιοδήποτε πρόσωπο που φέρεται ότι ενεργεί σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια ιδιότητα ή ως σύμβουλος.

ΜΕΡΟΣ VΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΓΙΑ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΕ ΚΑΤΑΧΩΡΗΜΕΝΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Πρόσβαση σε καταχωρημένες πληροφορίες μετά από Διάταγ-μα Δικαστηρίου

18.-(1) Όταν δικαστής, ύστερα από αίτηση εξουσιοδοτημένου προσώπου, ικανοποιείται ότι υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι -

(α) Αδίκημα σε σχέση με το σύστημα Intrastat διαπράττεται, έχει διαπραχθεί ή πρόκειται να διαπραχθεί· και

(β) οποιαδήποτε έγγραφα τα οποία μπορεί να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά στοιχεία για τους σκοπούς οποιασδήποτε διαδικασίας σε σχέση με το προαναφερόμενο αδίκημα, είναι στην κατοχή οποιουδήποτε προσώπου,

δύναται να εκδώσει Διάταγμα δυνάμει του παρόντος άρθρου.

(2) Το Διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του εδαφίου (1) συνιστά διαταγή όπως το πρόσωπο, το οποίο ο δικαστής κρίνει ότι έχει στην κατοχή του έγγραφα σχετικά με την αίτηση -

(α) Παραχωρήσει πρόσβαση στα έγγραφα αυτά στο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για τη διεξαγωγή διερεύνησης· και

(β) επιτρέψει σε εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να παραλάβει και να κατακρατήσει οποιαδήποτε από τα έγγραφα αυτά θεωρεί εύλογα αναγκαία ή/και να λάβει αντίτυπα ή/και να αντιγράψει αποσπάσματά των,

σε χρόνο όχι μεταγενέστερο από το τέλος της περιόδου επτά (7) ημερών που αρχίζει από την ημερομηνία του Διατάγματος ή από το τέλος μεγαλύτερης περιόδου που δυνατό να καθορίζει το Διάταγμα:

Νοείται ότι, εάν οι πληροφορίες των εγγράφων είναι καταχωρημένες σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, το Διάταγμα δυνάμει του παρόντος άρθρου ισχύει ως διαταγή για να προσαχθούν οι πληροφορίες σε τύπο που είναι ορατός και ευανάγνωστος και, αν το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο επιθυμεί να τις μετακινήσει, σε τύπο που μπορεί να μετακινηθεί.

Μετακίνηση εγγράφων και λοιπών αντικειμένων

19.-(1) Οποιοδήποτε εξουσιοδοτημένο πρόσωπο μετακινεί οποιοδήποτε πράγμα ή έγγραφο μέσα στα πλαίσια άσκησης της εξουσίας που του παρέχεται δυνάμει του άρθρου 16, οφείλει, αν αυτό ζητείται από το πρόσωπο που παρουσιάζεται ότι -

(α) Είναι ο κάτοχος των εγκαταστάσεων από όπου αυτό μετακινήθηκε· ή

(β) είχε τη φύλαξη ή έλεγχο αυτού αμέσως πριν τη μετακίνηση,

να προμηθεύσει το πρόσωπο αυτό με κατάλογο ως προς το τι έχει μετακινήσει.

(2) Το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο προμηθεύει τον κατάλογο που αναφέρεται στο εδάφιο (1) εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από το χρόνο που απαιτείται ο κατάλογος.

(3) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (6), αν το πρόσωπο που είχε τη φύλαξη ή τον έλεγχο του πράγματος ή εγγράφου αμέσως πριν τη μετακίνηση του από εξουσιοδοτημένο πρόσωπο ή αν οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που ενεργεί εκ μέρους τέτοιου προσώπου ζητά άδεια από το λειτουργό που έχει τη γενική ευθύνη της διερεύνησης για πρόσβαση σε ο’τιδήποτε -

(α) Έχει μετακινηθεί από εξουσιοδοτημένο πρόσωπο· και

(β) κατακρατείται από τον Διευθυντή για σκοπούς διερεύνησης αδικήματος,

ο λειτουργός δύναται να επιτρέπει την πρόσβαση σε αυτό στο πρόσωπο που την αιτήθηκε κάτω από την εποπτεία εξουσιοδοτημένου προσώπου.

(4) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (6), αν το πρόσωπο που είχε τη φύλαξη ή τον έλεγχο του πράγματος ή εγγράφου αμέσως πριν τη μετακίνηση του από εξουσιοδοτημένο πρόσωπο ή αν οποιοδήποτε πρόσωπο που ενεργεί εκ μέρους τέτοιου προσώπου, ζητά φωτογραφία ή αντίγραφο του αντικειμένου από το λειτουργό που έχει τη γενική ευθύνη της διερεύνησης, ο λειτουργός δύναται να -

(α) Επιτρέψει στο πρόσωπο που υπόβαλε την απαίτηση, την πρόσβαση στο πράγμα ή έγγραφο κάτω από την εποπτεία εξουσιοδοτημένου προσώπου για τους σκοπούς φωτογράφησης ή αντιγραφής του· ή

(β) φωτογραφήσει ή αντιγράψει το πράγμα ή έγγραφο, ή μεριμνήσει ώστε να φωτογραφηθεί ή να αντιγραφεί από άλλο πρόσωπο.

(5) Όταν πράγμα ή έγγραφο φωτογραφίζεται ή αντιγράφεται σύμφωνα με το εδάφιο (4)(β), η φωτογραφία ή το αντίγραφο παραδίδεται στο πρόσωπο που υπόβαλε την αίτηση μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα από την ημέρα που γίνεται η αίτηση.

(6) Δεν παρέχεται πρόσβαση ή παραδίδεται φωτογραφία ή αντίγραφο οποιουδήποτε πράγματος ή εγγράφου, αν ο λειτουργός που έχει τη γενική ευθύνη της διερεύνησης, για τους σκοπούς της οποίας έγινε η μετακίνηση του, έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι τέτοια πράξη θα επηρέαζε αρνητικά -

(α) Την εν λόγω διερεύνηση·

(β) τη διερεύνηση αδικήματος άλλου από εκείνου για το οποίο γίνεται η διερεύνηση και για το οποίο έχει μετακινηθεί το πράγμα ή έγγραφο· ή

(γ) οποιαδήποτε ποινική διαδικασία η οποία θα διεξαγόταν ως αποτέλεσμα -

(i) της διερεύνησης για την οποία ο λειτουργός έχει τη γενική ευθύνη· ή

(ii) οποιασδήποτε διερεύνησης που αναφέρεται στην παράγραφο (β) πιο πάνω.

(7) Οποιαδήποτε αναφορά στον παρόντα Νόμο σε λειτουργό που έχει τη γενική ευθύνη της διερεύνησης αποτελεί αναφορά στο πρόσωπο, του οποίου το όνομα και η διεύθυνση αναγράφονται στο σχετικό Διάταγμα του Δικαστηρίου ως ο υπεύθυνος λειτουργός.

ΜΕΡΟΣ VΙI ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Γνωστοποιήσεις

20. Ο Έφορος δύναται να εκδίδει Γνωστοποιήσεις που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας για την καλύτερη εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου και γενικά για τον καθορισμό κάθε ζητήματος, το οποίο, δυνάμει του παρόντος Νόμου, χρήζει ή είναι δεκτικό καθορισμού.

Έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου

21. Ο παρών Νόμος τίθεται σε ισχύ κατά την ημερομηνία προσχώρησης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Μεταβατική διάταξη

22.-(1) Παρά τις διατάξεις του άρθρου 21, η εφαρμογή των διατάξεων του εδαφίου (1) του άρθρου 14 αναστέλλεται σε σχέση με τις περιόδους αναφοράς από την 1η Μαϊου 2004 μέχρι την 31η Ιουλίου 2005 και ως εκ τούτου δεν οφείλονται οποιαδήποτε ποσά υπό μορφή χρηματικής επιβάρυνσης στον Έφορο σε σχέση με τις πιο πάνω περιόδους αναφοράς κατ΄εφαρμογήν του εδαφίου (1) του άρθρου 14.

(2) Οποιαδήποτε ποσά εισπράχθηκαν υπό μορφή χρηματικής επιβάρυνσης από τον Έφορο σε σχέση με τις πιο πάνω περιόδους αναφοράς κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 14 επιστρέφονται στα πρόσωπα από τα οποία έχουν εισπραχθεί.

Σημείωση
5(1) του Ν.95(I)/2005Έναρξη της ισχύος του Ν.95(I)/2005

Επιφυλασσομένων των διατάξεων του εδαφίου (2) η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν.95(I)/2005] αρχίζει με τη δημοσίευση του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

Σημείωση
5(2) του Ν.95(I)/2005Έναρξη της ισχύος του Ν.95(I)/2005

Η ισχύς του άρθρου 4 θεωρείται ότι άρχισε από την ημερομηνία προσχώρησης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Σημείωση
2 του Ν.102(I)/2009Σημείωση Συντάκτη

Εκ παραδρομής η Βουλή στο άρθρο 2 της παραγράφου (α), (β) και (δ) του Ν.102(I)/2009 παρέλειψε να μετατρέψει τα αναφερόμενα ποσά σε ευρώ.

Σημείωση
3 του Ν.102(I)/2009Έναρξη της ισχύος του Ν.102(I)/2009

Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν.102(I)/2009] τίθεται σε ισχύ από την Ιη Ιανουαρίου του 2010.

Σημείωση
3 του Ν.140(I)/2011Έναρξη της ισχύος του παρόντος Ν.140(Ι)/2011

Η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν.140(I)/2011] αρχίζει την 1η Ιουλίου 2012.