ΜΕΡΟΣ I ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Συνοπτικός τίτλος

1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμος του 2002.

Ερμηνεία

2. Στον παρόντα Νόμο, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετικά -

«αγοραία υβριδική μεταβίβαση» σημαίνει υβριδική μεταβίβαση που συνάπτεται από χρηματιστή κατά τη συνήθη επιχειρηματική δραστηριότητα και όχι ως μέρος δομημένης ρύθμισης·

«αμφισβητούμενο ζήτημα» σημαίνει θέμα το οποίο εγείρει διαφορές μεταξύ των κρατών μελών οι οποίες προκύπτουν από την ερμηνεία και την εφαρμογή συμφωνιών και συμβάσεων που προβλέπουν την εξάλειψη της διπλής φορολογίας εισοδήματος και, κατά περίπτωση, κεφαλαίου·

«αναδιάρθρωση» σημαίνει την άμεση ή έμμεση διάθεση και μεταβίβαση ακίνητης ιδιοκτησίας, καθώς και μεταβίβαση δικαιωμάτων δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου κατατεθειμένου στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, μεταξύ ενός ή περισσότερων δανειοληπτών και/ή οφειλετών και/ή εγγυητών σχετικά με την ίδια πιστωτική διευκόλυνση ή χορήγηση ή οφειλή  και ενός ή περισσότερων δανειστών, η οποία διενεργείται εντός επτά (7) ετών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Φορολογίας του Εισοδήματος (Τροποποιητικού) (Αρ. 3) Νόμου του 2015 και αποσκοπεί στη μείωση ή εξόφληση των πιστωτικών διευκολύνσεων ή χορηγήσεων ή οφειλών που δόθηκαν προς δανειολήπτες από έναν ή περισσότερους δανειστές:

Νοείται ότι η διάθεση και μεταβίβαση ακίνητης ιδιοκτησίας, καθώς και η μεταβίβαση δικαιωμάτων δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου κατατεθειμένου στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, δύναται να πραγματοποιείται προς δανειστή και/ή  προς μη «συνδεδεμένο πρόσωπο», όπως ο όρος αυτός ερμηνεύεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 33:

Νοείται περαιτέρω ότι η διάθεση και μεταβίβαση ακίνητης ιδιοκτησίας, καθώς και η μεταβίβαση δικαιωμάτων δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου κατατεθειμένου στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας προς μη «συνδεδεμένο πρόσωπο», εξαιρουμένου του δανειστή, εμπίπτει στον παρόντα ορισμό μόνο αναφορικά με τη μείωση ή εξόφληση εκείνων των πιστωτικών διευκολύνσεων ή χορηγήσεων ή οφειλών, που προκύπτουν στο πλαίσιο γραπτής συμφωνίας με το δανειστή:

Νοείται έτι περαιτέρω ότι, οι ως άνω διατάξεις ισχύουν αναφορικά με μη εξυπηρετούμενες χορηγίες (ΜΕΧ) κατά ή πριν την 31η Δεκεμβρίου 2015, όπως ο όρος αυτός ερμηνεύεται από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών.

«αποτέλεσμα ασυμφωνίας» σημαίνει τη διπλή έκπτωση ή την έκπτωση χωρίς συμπερίληψη·

«ασυμφωνία στη μεταχείριση υβριδικών μέσων» σημαίνει την κατάσταση στην οποία εμπλέκεται εταιρεία κάτοικος της Δημοκρατίας ή, αναφορικά με τις διατάξεις του εδαφίου (3) του άρθρου 11A, μίαν οντότητα, όταν-

(α) μία πληρωμή στο πλαίσιο ενός χρηματοπιστωτικού μέσου οδηγεί σε αποτέλεσμα  έκπτωσης χωρίς συμπερίληψη και-

(i) η πληρωμή δεν συμπεριλαμβάνεται στο εισόδημα εντός ευλόγου  διαστήματος. και

(ii) το αποτέλεσμα ασυμφωνίας οφείλεται στις διαφορές στο χαρακτηρισμό του μέσου ή της πληρωμής που πραγματοποιείται στο πλαίσιό του.

Για τους σκοπούς της υποπαραγράφου (i), η πληρωμή στο πλαίσιο ενός χρηματοπιστωτικού μέσου θεωρείται ότι συμπεριλαμβάνεται στο εισόδημα εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, όταν-

(i) η πληρωμή συμπεριλαμβάνεται από τη δικαιοδοσία του λήπτη κατά τη φορολογική περίοδο η οποία αρχίζει εντός δώδεκα (12) μηνών από τη λήξη της φορολογικής περιόδου του πληρωτή. ή

(ii) είναι εύλογο να αναμένεται ότι η πληρωμή θα συμπεριληφθεί από τη δικαιοδοσία του λήπτη σε μελλοντική φορολογική περίοδο και οι όροι πληρωμής είναι εκείνοι που αναμένεται να συμφωνηθούν μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων·

(β) μία πληρωμή σε υβριδική οντότητα οδηγεί σε έκπτωση χωρίς συμπερίληψη και αυτό το αποτέλεσμα ασυμφωνίας είναι το αποτέλεσμα των διαφορών στην κατανομή των πληρωμών προς την υβριδική οντότητα σύμφωνα με τη νομοθεσία της δικαιοδοσίας όπου είναι εγκατεστημένη ή εγγεγραμμένη  η υβριδική οντότητα και της δικαιοδοσίας οποιουδήποτε προσώπου με συμμετοχή στην εν λόγω υβριδική οντότητα·

(γ) μία πληρωμή σε οντότητα με μία ή περισσότερες μόνιμες εγκαταστάσεις οδηγεί σε έκπτωση χωρίς συμπερίληψη και  το αποτέλεσμα ασυμφωνίας είναι το αποτέλεσμα των διαφορών στην κατανομή των πληρωμών μεταξύ της έδρας και της μόνιμης εγκατάστασης ή μεταξύ δύο ή περισσότερων μόνιμων εγκαταστάσεων της ίδιας οντότητας, σύμφωνα με τη νομοθεσία της δικαιοδοσίας όπου δραστηριοποιείται η οντότητα·

(δ) μία πληρωμή οδηγεί σε  έκπτωση χωρίς συμπερίληψη ως αποτέλεσμα πληρωμής προς μόνιμη εγκατάσταση που δεν λαμβάνεται υπόψη·

(ε) μία πληρωμή από υβριδική οντότητα οδηγεί σε έκπτωση χωρίς συμπερίληψη και το αποτέλεσμα ασυμφωνίας οφείλεται στο γεγονός ότι η πληρωμή δεν λαμβάνεται υπόψη βάσει της νομοθεσίας της δικαιοδοσίας του  λήπτη·

(στ) μία λογιζόμενη πληρωμή μεταξύ της έδρας και της μόνιμης εγκατάστασης ή μεταξύ δύο ή περισσότερων μόνιμων εγκαταστάσεων οδηγεί σε έκπτωση χωρίς συμπερίληψη και το αποτέλεσμα ασυμφωνίας οφείλεται στο γεγονός ότι η πληρωμή δεν λαμβάνεται υπόψη βάσει της νομοθεσίας της δικαιοδοσίας του λήπτη· ή

(ζ) προκύπτει αποτέλεσμα διπλής έκπτωσης.

Για τους σκοπούς του παρόντος ορισμού-

(i) πληρωμή που αντιπροσωπεύει την υποκείμενη απόδοση (underlying return) επί μεταβιβασθέντος χρηματοπιστωτικού μέσου δεν δημιουργεί ασυμφωνία στη μεταχείριση υβριδικών μέσων βάσει των διατάξεων της παραγράφου (α), όταν η πληρωμή γίνεται από χρηματιστή βάσει αγοραίας υβριδικής μεταβίβασης, εφόσον η δικαιοδοσία στην οποία υπάγεται ο πληρωτής απαιτεί από το χρηματιστή να  περιλαμβάνει ως εισόδημα όλα τα ποσά που εισέπραξε σε σχέση με το μεταβιβαζόμενο χρηματοοικονομικό μέσο·

(ii) ασυμφωνία στη μεταχείριση υβριδικών μέσων στο πλαίσιο των διατάξεων των παραγράφων (ε), (στ) ή (ζ) προκύπτει μόνο στο βαθμό που η δικαιοδοσία του πληρωτή παρέχει τη δυνατότητα η έκπτωση να συμψηφιστεί έναντι ποσού που δεν είναι εισόδημα διπλής συμπερίληψης·

(iii) αποτέλεσμα ασυμφωνίας δεν θεωρείται ως ασυμφωνία στη μεταχείριση υβριδικών μέσων, εκτός εάν προκύψει μεταξύ συνδεδεμένων επιχειρήσεων, μεταξύ εταιρείας κάτοικου της Δημοκρατίας και συνδεδεμένης επιχείρησης, μεταξύ της έδρας και της μόνιμης εγκατάστασης, μεταξύ δύο ή περισσότερων μόνιμων εγκαταστάσεων της ίδιας οντότητας ή μέσω δομημένης ρύθμισης.

«δανειολήπτης» σημαίνει πρόσωπο το οποίο συμβλήθηκε με το δανειστή «και περιλαμβάνει πρόσωπο του οποίου η πιστωτική διευκόλυνση εξαγοράστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου και είτε αναλήφθηκε από είτε μεταφέρθηκε σε δημόσιο φορέα ή εταιρεία που είναι αδειοδοτημένος/η και ο οποίος ή η οποία διατηρεί ή στον οποίο ή στην οποία έχουν μεταφερθεί χορηγήσεις από πιστωτικό ίδρυμα οι οποίες έχουν καθυστερήσεις και/ή έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες δυνάμει των τεχνικών προτύπων της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών, τα οποία καθορίζουν τα κριτήρια για ταξινόμηση μιας χορήγησης ως μη εξυπηρετούμενης και/ή ρυθμισμένης ως έχει θεσπιστεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή μέσω του Εκτελεστικού Κανονισμού 2015/227:

Νοείται ότι, δανειολήπτης θεωρείται και οποιοδήποτε συνδεδεμένο πρόσωπο του πρωτοφειλέτη, όπως ο όρος «συνδεδεμένο πρόσωπο» ερμηνεύεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 33 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου, νοουμένου ότι η διάθεση και μεταβίβαση ακίνητης ιδιοκτησίας, καθώς και η μεταβίβαση δικαιωμάτων δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου κατατεθειμένου στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας πραγματοποιείται προς όφελος του δανειστή·

«δανειστής» σημαίνει αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 2 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, και περιλαμβάνει τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα που λειτουργούν στη Δημοκρατία δυνάμει του άρθρου 10Α αυτού, καθώς και τις θυγατρικές εταιρείες αυτών ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων, όπως αυτή ορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου, καθώς και τις θυγατρικές εταιρείες αυτής ή δημόσιο φορέα ή εταιρεία που είναι αδειοδοτημένος/η και ο οποίος ή η οποία διατηρεί ή στον οποίο ή στην οποία έχουν μεταφερθεί από πιστωτικό ίδρυμα χορηγήσεις οι οποίες έχουν καθυστερήσεις και/ή έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες δυνάμει των τεχνικών προτύπων της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών, τα οποία καθορίζουν τα κριτήρια για ταξινόμηση μιας χορήγησης ως μη εξυπηρετούμενης και/ή ρυθμισμένης ως έχει θεσπιστεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή μέσω του Εκτελεστικού Κανονισμού 2015/227∙

«Δημοκρατία» «περιλαμβάνει την εθνική επικράτεια, το έδαφος, τη χωρική θάλασσα, καθώς και οποιαδήποτε άλλη περιοχή εκτός της χωρικής θάλασσας, περιλαμβανομένης της συνορεύουσας ζώνης, της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης και της υφαλοκρηπίδας, όπως καθορίζονται στον περί της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης και Υφαλοκρηπίδας Νόμο και στον περί της Χωρικής Θάλασσας Νόμο, καθώς και οποιαδήποτε εγκατάσταση, κατασκεύασμα και τεχνητή νήσο που βρίσκεται στις ζώνες αυτές κατά την ενάσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων και της δικαιοδοσίας της Δημοκρατίας·

«Διευθυντής» σημαίνει το Διευθυντή του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων∙

«διπλή έκπτωση» σημαίνει την έκπτωση της ίδιας πληρωμής, δαπανών ή ζημιών στη δικαιοδοσία από την οποία πηγάζει η πληρωμή ή έχουν πραγματοποιηθεί οι δαπάνες ή προκύπτουν οι ζημίες (δικαιοδοσία του πληρωτή) και σε μία άλλη δικαιοδοσία (δικαιοδοσία του επενδυτή), στην περίπτωση δε πληρωμής από υβριδική οντότητα ή μόνιμη εγκατάσταση, η δικαιοδοσία του πληρωτή είναι αυτή στην οποία η υβριδική οντότητα ή μόνιμη εγκατάσταση έχει συσταθεί ή είναι εγκατεστημένη.

«διπλή φορολογία» σημαίνει την επιβολή φόρων από δύο (2) ή περισσότερα κράτη μέλη, τα οποία καλύπτονται από συμφωνία ή σύμβαση που προβλέπει την εξάλειψη της διπλής φορολογίας εισοδήματος και, κατά περίπτωση, κεφαλαίου, επί του ίδιου φορολογητέου εισοδήματος ή κεφαλαίου, όταν αυτή επιφέρει-

(i) πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση·

(ii) αύξηση φορολογικών υποχρεώσεων· ή

(iii) ακύρωση ή μείωση ζημιών, οι οποίες θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την αντιστάθμιση φορολογητέων κερδών·

«δομημένη ρύθμιση» σημαίνει τη ρύθμιση που αφορά σε ασυμφωνία στη μεταχείριση υβριδικών μέσων, όπου το αποτέλεσμα ασυμφωνίας αποτιμάται στους όρους της ρύθμισης ή τη ρύθμιση που έχει σχεδιαστεί για να παράγει αποτέλεσμα ασυμφωνίας στη μεταχείριση υβριδικών μέσων, εκτός εάν η εταιρεία κάτοικος της Δημοκρατίας ή μία συνδεδεμένη επιχείρηση δεν μπορούσε ευλόγως να αναμένεται ότι θα είχε επίγνωση της ασυμφωνίας στη μεταχείριση υβριδικών μέσων και δεν είχε μερίδιο στην αξία του φορολογικού οφέλους που συνεπάγεται η ασυμφωνία στη μεταχείριση υβριδικών μέσων·

«εισόδημα από επενδύσεις» σημαίνει οποιοδήποτε εισόδημα το οποίο δεν αποκτάται ή προκύπτει από οποιαδήποτε επιχείρηση, από μισθωτές υπηρεσίες, συντάξεις ή άλλες ετήσιες προσόδους που καταβάλλονται λόγω ή αναφορικά με μισθωτές υπηρεσίες που παρασχέθηκαν∙

«εισόδημα διπλής συμπερίληψης» σημαίνει κάθε στοιχείο εισοδήματος, το οποίο περιλαμβάνεται στο πλαίσιο της νομοθεσίας και των δύο δικαιοδοσιών όπου το αποτέλεσμα ασυμφωνίας έχει προκύψει·

«έκπτωση» σημαίνει το ποσό που  παραχωρείται ως έκπτωση από το φορολογητέο εισόδημα, σύμφωνα με τη νομοθεσία της δικαιοδοσίας του πληρωτή ή του επενδυτή, ο δε όρος «παραχωρείται ως έκπτωση» ερμηνεύεται αναλόγως·

«έκπτωση χωρίς συμπερίληψη» σημαίνει την έκπτωση πληρωμής ή λογιζόμενης πληρωμής μεταξύ της έδρας και της μόνιμης εγκατάστασης ή μεταξύ δύο ή περισσότερων μόνιμων εγκαταστάσεων σε οποιαδήποτε δικαιοδοσία στην οποία η πληρωμή ή η λογιζόμενη πληρωμή θεωρείται ότι έχει υλοποιηθεί (δικαιοδοσία του πληρωτή) χωρίς αντίστοιχη συμπερίληψη για φορολογικούς σκοπούς της εν λόγω πληρωμής ή της λογιζόμενης πληρωμής στη δικαιοδοσία του λήπτη, η δε δικαιοδοσία του λήπτη είναι οποιαδήποτε δικαιοδοσία στην οποία η πληρωμή ή η λογιζόμενη πληρωμή εισπράττεται ή αντιμετωπίζεται ως εισπραχθείσα, σύμφωνα με τη νομοθεσία οποιασδήποτε άλλης δικαιοδοσίας·

«ελεγχόμενες συναλλαγές» σημαίνει συναλλαγές μεταξύ συνδεδεμένων προσώπων, όπως αυτά ορίζονται στο εδάφιο (3) του άρθρου 33·

«ενοποιημένος όμιλος για λογιστικούς σκοπούς» σημαίνει όμιλο εταιρειών, ο οποίος αποτελείται από όλες τις οντότητες που ενσωματώνονται πλήρως στις ενοποιημένες οικονομικές του καταστάσεις, που ετοιμάζονται βάσει των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς ή του εθνικού συστήματος χρηματοοικονομικής αναφοράς ενός κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης∙

«επιχείρηση» σημαίνει εμπορική ή βιομηχανική επιχείρηση, επιτήδευμα ή βιοτεχνία, ελευθέριο ή άλλο επάγγελμα και περιλαμβάνει οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση που ενέχει το χαρακτήρα εμπορίας·

«εταιρεία» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Εταιρειών Νόμο και περιλαμβάνει οποιοδήποτε σώμα με ή χωρίς νομική προσωπικότητα, ή οργανισμό δημόσιου δικαίου, καθώς και κάθε εταιρεία, αδελφότητα ή άλλη ένωση προσώπων, κεκτημένη νομική προσωπικότητα ή όχι, περιλαμβανομένης οποιασδήποτε συγκριτικά παρόμοιας εταιρείας η οποία συστάθηκε ή ενεγράφη εκτός της Δημοκρατίας και οποιασδήποτε εταιρείας αναφέρεται στο Πρώτο Παράρτημα αλλά δεν περιλαμβάνει συνεταιρισμό·

«εταιρικός φόρος» σημαίνει το φόρο ο οποίος επιβάλλεται πάνω στο εισόδημα κάθε εταιρείας σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου·

«Έφορος» σημαίνει τον Έφορο επί του Φόρου Εισοδήματος ο οποίος είναι επιφορτισμένος, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 3, με την εφαρμογή του παρόντος Νόμου και περιλαμβάνει κάθε δεόντως εξουσιοδοτημένο από τον Έφορο λειτουργό του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων·

«θιγόμενο πρόσωπο» σημαίνει κάθε πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένου φυσικού προσώπου, το οποίο είναι κάτοικος σε κράτος μέλος για φορολογικούς σκοπούς και του οποίου η φορολόγηση επηρεάζεται άμεσα από αμφισβητούμενο ζήτημα·

«ιδιωτικό μηχανοκίνητο όχημα» σημαίνει όχημα το οποίο εμπίπτει στην υποπαράγραφο (vi) της παραγράφου (7) του Κανονισμού 18 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 μέχρι 2001·

«καινοτόμος επιχείρηση» Διαγράφηκε·

«κάτοικος της Δημοκρατίας», όταν εφαρμόζεται στην περίπτωση ατόμου, σημαίνει άτομο που παραμένει στη Δημοκρατία για μια ή περισσότερες περιόδους που υπερβαίνουν στο σύνολο 183 ημέρες στο φορολογικό έτος και όταν εφαρμόζεται στην περίπτωση εταιρείας, σημαίνει εταιρεία της οποίας ο έλεγχος και η διεύθυνση ασκούνται στη Δημοκρατία και «μη κάτοικος ή κάτοικος εκτός της Δημοκρατίας» θα ερμηνεύονται ανάλογα:

Νοείται ότι άτομο το οποίο δεν παραμένει σε οποιοδήποτε άλλο κράτος για μία ή περισσότερες περιόδους που στο σύνολό τους υπερβαίνουν τις εκατόν ογδόντα τρεις (183) ημέρες εντός του ίδιου φορολογικού έτους και το οποίο δεν είναι φορολογικός κάτοικος σε οποιοδήποτε άλλο κράτος για το ίδιο φορολογικό έτος θεωρείται κάτοικος της Δημοκρατίας στο εν λόγω φορολογικό έτος, εφόσον πληρεί σωρευτικά τα ακόλουθα:

(i) Παραμένει στη Δημοκρατία τουλάχιστον για εξήντα (60) ημέρες στο φορολογικό έτος,

(ii) ασκεί οποιαδήποτε επιχείρηση στη Δημοκρατία και/ή εργοδοτείται στη Δημοκρατία και/ή κατέχει αξίωμα σε πρόσωπο φορολογικό κάτοικο της Δημοκρατίας καθ’ οιονδήποτε χρόνο κατά τη διάρκεια του φορολογικού έτους,

(iii) διατηρεί μόνιμη κατοικία στη Δημοκρατία η οποία ανήκει ή ενοικιάζεται από το άτομο:

Νοείται περαιτέρω ότι, για σκοπούς της πιο πάνω επιφύλαξης, άτομο το οποίο πληρεί σωρευτικά τα πιο πάνω δε θεωρείται κάτοικος της Δημοκρατίας στο φορολογικό έτος, εάν κατά το έτος αυτό τερματίζεται η υπ’ αυτού άσκηση οποιασδήποτε επιχείρησης στη Δημοκρατία και/ή η εργοδότηση αυτού στη Δημοκρατία και/ή η υπ’ αυτού κατοχή αξιώματος σε πρόσωπο φορολογικό κάτοικο της Δημοκρατίας.

Νοείται έτι περαιτέρω ότι, εταιρεία που έχει συσταθεί ή εγγραφεί δυνάμει οποιουδήποτε σε ισχύ Νόμου στη Δημοκρατία, της οποίας ο έλεγχος και η διεύθυνση ασκούνται εκτός της Δημοκρατίας, θεωρείται ότι είναι κάτοικος της Δημοκρατίας, εκτός εάν η εν λόγω εταιρεία είναι φορολογικός κάτοικος σε οποιοδήποτε άλλο κράτος·

Για σκοπούς υπολογισμού των ημερών διαμονής στη Δημοκρατία-

(α) η ημέρα αναχώρησης από τη Δημοκρατία λογίζεται ως ημέρα εκτός της Δημοκρατίας·

(β) η ημέρα άφιξης στη Δημοκρατία λογίζεται ως ημέρα  στη Δημοκρατία·

(γ) η άφιξη στη Δημοκρατία και αναχώρηση από τη Δημοκρατία την ίδια ημέρα  λογίζεται ως μια ημέρα στη Δημοκρατία· και

(δ) η αναχώρηση από τη Δημοκρατία και επιστροφή στη Δημοκρατία την ίδια ημέρα λογίζεται ως μια ημέρα εκτός της Δημοκρατίας.

«κηδεμόνας» όταν χρησιμοποιείται σε σχέση με ανήλικο πρόσωπο περιλαμβάνει και το γονέα του ανηλίκου·

«κόστος δανεισμού» σημαίνει δαπάνες για τόκους κάθε μορφής χρέους, άλλες δαπάνες οικονομικά ισοδύναμες με τόκους και έξοδα που προκύπτουν από την άντληση χρηματοδότησης, περιλαμβανομένων των πληρωμών στο πλαίσιο δανείων με συμμετοχή στο κέρδος, των τεκμαρτών τόκων επί προϊόντων, όπως τα μετατρέψιμα ομόλογα και τα ομόλογα μηδενικού τοκομεριδίου, των χορηγήσεων στο πλαίσιο εναλλακτικών χρηματοδοτικών ρυθμίσεων, όπως η Ισλαμική χρηματοδότηση, του χρηματοοικονομικού κόστους σε χρηματοδοτικά μισθώματα, των κεφαλαιοποιημένων τόκων που καταχωρίζονται στην αξία ισολογισμού περιουσιακού στοιχείου ή της απόσβεσης των κεφαλαιοποιημένων τόκων, του κόστους που υπολογίζεται με βάση τη χρηματοδοτική απόδοση που καθορίστηκε βάσει της αρχής εμπορικών συναλλαγών, των νοητών τόκων σε παράγωγα ή συμφωνίες αντιστάθμισης κινδύνου σε σχέση με τον δανεισμό του προσώπου, συναλλαγματικών κερδών και ζημιών επί δανείων και προϊόντων που συνδέονται με την άντληση χρηματοδότησης, των τελών εγγυήσεων για χρηματοδοτικές συναλλαγές, των τελών διακανονισμού και συναφών δαπανών που σχετίζονται με τον δανεισμό κεφαλαίων·

«Kράτος-μέλος» σημαίνει κράτος -μέλος της Eυρωπαϊκής Ένωσης·

«Κυρίαρχη Περιοχή των Βάσεων» σημαίνει την υπό Βρετανική Κυριαρχία Περιοχή της Βάσεως Ακρωτηρίου ως και την υπό Βρετανική Κυριαρχία Περιοχή της Βάσεως Δεκελείας, όπως αυτές καθορίζονται στο άρθρο 1 της Συνθήκης Εγκαθιδρύσεως της Δημοκρατίας, η οποία υπογράφτηκε στη Λευκωσία την 16η Αυγούστου, 1960·

«Μόνιμη εγκατάσταση» σημαίνει-

(α) σταθερή βάση της επιχείρησης μέσω της οποίας οι εργασίες της επιχείρησης διεξάγονται πλήρως ή μερικώς.

(β) Ο όρος 'μόνιμη εγκατάσταση' περιλαμβάνει ειδικότερα:

(i) έδρα διοίκησης·

(ii) υποκατάστημα·

(iii) γραφείο·

(iv) εργοστάσιο·

(ν) εργαστήριο·

(vi) ορυχείο, πετρελαιοπηγή ή πηγή φωταερίου, λατομείο ή οποιοδήποτε άλλο τόπο εξόρυξης φυσικών πόρων αερίου·

(νii) υπεράκτιες δραστηριότητες αναφορικά με την εξόρυξη, εξερεύνηση ή εκμετάλλευση της υφαλοκρηπίδας, του υπέδαφους ή των φυσικών πόρων, καθώς και την εγκατάσταση και εκμετάλλευση αγωγών και άλλων εγκαταστάσεων στο βυθό της θάλασσας.

(γ) εργοτάξιο ή κατασκευή ή εργασία εγκατάστασης ή εποπτικές δραστηριότητες σε σχέση με αυτά συνιστούν μόνιμη εγκατάσταση μόνο αν διαρκούν περισσότερο από τρεις μήνες.

(δ) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των παραγράφων (α), (β) και (γ) του όρου αυτού, ο όρος 'μόνιμη εγκατάσταση' λογίζεται ότι δεν περιλαμβάνει:

(i) τη χρήση διευκολύνσεων μόνο για σκοπούς εναποθήκευσης, έκθεσης ή παράδοσης αγαθών ή εμπορευμάτων που ανήκουν στην επιχείρηση·

(ii) τη διατήρηση αποθέματος αγαθών ή εμπορευμάτων που ανήκουν στην επιχείρηση μόνο για το σκοπό εναποθήκευσης, έκθεσης ή παράδοσης·

(iii) τη διατήρηση αποθέματος αγαθών ή εμπορευμάτων που ανήκουν στην επιχείρηση μόνο για το σκοπό επεξεργασίας αυτών από άλλη επιχείρηση·

(iv) τη διατήρηση σταθερής βάσης της επιχείρησης μόνο για το σκοπό αγοράς αγαθών ή εμπορευμάτων ή της συγκέντρωσης πληροφοριών για την επιχείρηση·

(ν) τη διατήρηση σταθερής βάσης της επιχείρησης μόνο για το σκοπό διεξαγωγής, για την επιχείρηση, οποιασδήποτε άλλης δραστηριότητας προπαρασκευαστικού ή βοηθητικού χαρακτήρα·

(vi) τη διατήρηση σταθερής βάσης της επιχείρησης μόνο για σκοπούς οποιουδήποτε συνδυασμού των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (i) μέχρι (ν), νοουμένου ότι η συνολική δραστηριότητα της σταθερής βάσης της επιχείρησης που προκύπτει από το συνδυασμό αυτό, έχει προπαρασκευαστικό ή βοηθητικό χαρακτήρα·

(ε) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των παραγράφων (α) και (β), όπου πρόσωπο - άλλο από ανεξάρτητο πράκτορα για τον οποίο εφαρμόζεται η παράγραφος (στ) - ενεργεί από μέρους επιχείρησης και έχει, και συνήθως ασκεί, στη Δημοκρατία, εξουσιοδότηση για σύναψη συμβάσεων στο όνομα της επιχείρησης, η επιχείρηση αυτή θεωρείται ότι έχει μόνιμη εγκατάσταση στη Δημοκρατία σε σχέση με οποιεσδήποτε δραστηριότητες τις οποίες το πρόσωπο αυτό αναλαμβάνει για την επιχείρηση, εκτός αν οι δραστηριότητες του προσώπου αυτού περιορίζονται στις αναφερόμενες στην παράγραφο (δ) οι οποίες, αν γίνονταν μέσω σταθερής βάσης της επιχείρησης, δεν θα καθιστούσαν αυτή μόνιμη εγκατάσταση δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου αυτής.

(στ) Μια επιχείρηση δε θεωρείται ότι έχει μόνιμη εγκατάσταση στη Δημοκρατία απλώς και μόνο επειδή διεξάγει εργασίες στη Δημοκρατία μέσω μεσίτη, γενικού παραγγελιοδόχου με προμήθεια ή οποιουδήποτε άλλου ανεξάρτητου πράκτορα, εφόσον τα πρόσωπα αυτά ενεργούν μέσα στο συνηθισμένο πλαίσιο της εργασίας τους.

(ζ) Το γεγονός ότι εταιρεία η οποία είναι κάτοικος της Δημοκρατίας ελέγχει ή ελέγχεται από εταιρεία η οποία δεν είναι κάτοικος της Δημοκρατίας, ή διεξάγει εργασίες εκτός της Δημοκρατίας είτε μέσω μόνιμης εγκατάστασης ή άλλως πως, δεν μπορεί από μόνο του να καταστήσει μια από τις εταιρείες αυτές μόνιμη εγκατάσταση της άλλης·

(η) Ανεξαρτήτως  των  διατάξεων των παραγράφων (α) έως (ζ), η επένδυση προσώπου που δεν είναι κάτοικος στη Δημοκρατία σε αμοιβαίο κεφάλαιο ή συνεταιρισμό που λειτουργεί δυνάμει των διατάξεων του περί Ανοικτού Τύπου Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων Νόμου ή του περί των Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων Νόμου, δεν λογίζεται ότι δημιουργεί μόνιμη εγκατάσταση του προσώπου στη Δημοκρατία αναφορικά με τη συγκεκριμένη επένδυσή του:

Νοείται ότι η διαχείριση Οργανισμού Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (εφεξής “ΟΣΕΚΑ”) και/ή Οργανισμού Εναλλακτικών Επενδύσεων (εφεξής “ΟΕΕ”) εγκατεστημένου εκτός της Δημοκρατίας, από πρόσωπο που είναι κάτοικος της Δημοκρατίας, δεν λογίζεται ότι δημιουργεί στον εν λόγω ΟΣΕΚΑ και/ή ΟΕΕ δικαίωμα μόνιμης εγκατάστασης στη Δημοκρατία.

«μόνιμη εγκατάσταση η οποία δεν λαμβάνεται υπόψη» σημαίνει οποιαδήποτε ρύθμιση που αντιμετωπίζεται ως εάν να δημιουργούσε μόνιμη εγκατάσταση σύμφωνα με τη νομοθεσία της έδρας και δεν αντιμετωπίζεται ως εάν να δημιουργούσε μόνιμη εγκατάσταση από τη νομοθεσία της άλλης δικαιοδοσίας·

«Οδηγία 2017/1852» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία (ΕΕ) 2017/1852 του Συμβουλίου της 10ης Οκτωβρίου 2017 για τους μηχανισμούς επίλυσης φορολογικών διαφορών στην Ευρωπαϊκή Ένωση·

«οργανισμός δημόσιου δικαίου» σημαίνει κάθε νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου ή οποιοδήποτε άλλο οργανισμό δημόσιου δικαίου που ιδρύθηκε ή ιδρύεται με νόμο προς το δημόσιο συμφέρον ανεξάρτητα αν τέτοιος οργανισμός θεωρείται αντιπρόσωπος, υπάλληλος του κράτους ή υπέχει θέση υπαλλήλου του κράτους (in consimili casu to servant of the state)·

«πρόσωπο» περιλαμβάνει άτομο και εταιρεία:

Νοείται ότι στην περίπτωση Οργανισμού Εναλλακτικών Επενδύσεων που λειτουργεί δυνάμει των διατάξεων του περί των Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων Νόμου ή Οργανισμού Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες που λειτουργεί δυνάμει των διατάξεων του περί Ανοικτού Τύπου Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων Νόμου, με περισσότερα του ενός επενδυτικά τμήματα, κάθε επενδυτικό τμήμα αυτών λογίζεται ως ξεχωριστό πρόσωπο για τους σκοπούς του παρόντος Nόμου.

«συμπερίληψη» σημαίνει το ποσό το οποίο λαμβάνεται υπόψη στο φορολογητέο εισόδημα σύμφωνα με τη νομοθεσία της δικαιοδοσίας του λήπτη, πληρωμή δε στο πλαίσιο ενός χρηματοπιστωτικού μέσου δεν αντιμετωπίζεται ως συμπεριληφθείσα, στο βαθμό που η πληρωμή δικαιολογεί οποιαδήποτε φορολογική ελάφρυνση που οφείλεται αποκλειστικά στον τρόπο χαρακτηρισμού της πληρωμής αυτής από τη νομοθεσία της δικαιοδοσίας του λήπτη, ο δε όρος «συμπεριλαμβάνεται» ερμηνεύεται αναλόγως·

«Σύνταγμα» σημαίνει το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας·

«Σχέδιο» σημαίνει το Σχέδιο Προώθησης της Οπτικοακουστικής Βιομηχανίας στην Κυπριακή Δημοκρατία που εγκρίθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο την 27η Σεπτεμβρίου 2017 με την απόφασή του με αριθμό 1433/2017·

«τιμή αναδιάρθρωσης» σημαίνει την τιμή στην οποία ακίνητη ιδιοκτησία μεταβιβάζεται στο πλαίσιο αναδιάρθρωσης, και η οποία καθορίζεται σε γραπτή συμφωνία που συνάπτεται στο πλαίσιο αυτό˙

«τίτλοι» σημαίνει μετοχές, χρεόγραφα, ομολογίες, ιδρυτικοί και άλλοι τίτλοι εταιρειών ή άλλων νομικών προσώπων, που έχουν κατά νόμο συσταθεί στη Δημοκρατία ή την αλλοδαπή και δικαιώματα επ' αυτών·

«υβριδική μεταβίβαση» σημαίνει ρύθμιση μεταβίβασης χρηματοπιστωτικού μέσου όταν η υποκείμενη απόδοση του μέσου λογίζεται για φορολογικούς σκοπούς ότι προκύπτει ταυτόχρονα από περισσότερα του ενός μέρη στη ρύθμιση·

«υβριδική οντότητα» σημαίνει κάθε οντότητα ή ρύθμιση που θεωρείται ως φορολογητέα οντότητα σύμφωνα με τη νομοθεσία μίας δικαιοδοσίας και της οποίας το εισόδημα ή οι δαπάνες αντιμετωπίζονται ως εισόδημα ή δαπάνες ενός ή περισσότερων άλλων προσώπων βάσει της νομοθεσίας άλλης δικαιοδοσίας·

«υπερβαίνον κόστος δανεισμού» σημαίνει το ποσό κατά το οποίο το εκπιπτόμενο κόστος δανεισμού μίας εταιρείας υπερβαίνει τα φορολογικά έσοδα από τόκους και άλλα οικονομικώς ισοδύναμα έσοδα που είναι φορολογητέα με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, όπως αυτό υπολογίζεται πριν την εφαρμογή των διατάξεων του εδαφίου (16) του άρθρου 11·

«φορολογητέο εισόδημα» σημαίνει το υπόλοιπο του αθροίσματος των εισοδημάτων οποιουδήποτε προσώπου από τις πηγές που καθορίζονται ειδικά στο άρθρο 5, το οποίο απομένει μετά την αφαίρεση οποιωνδήποτε ποσών τα οποία ο παρών Νόμος επιτρέπει·

«φορολογική ελάφρυνση» σημαίνει τη φορολογική απαλλαγή, τη μείωση του φορολογικού συντελεστή ή κάθε έκπτωση ή επιστροφή φόρου, εξαιρουμένης της πίστωσης  φόρου για φόρους που παρακρατούνται στην πηγή·

«φορολογικό έτος» σημαίνει την περίοδο των δώδεκα μηνών που αρχίζει την πρώτη Ιανουαρίου κάθε έτους·

«φόρος» σημαίνει το φόρο ο οποίος επιβάλλεται σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο·

«χρηματιστής» σημαίνει άτομο ή οντότητα που εξ επαγγέλματος αγοράζει και πωλεί σε τακτική βάση χρηματοπιστωτικά μέσα, για λογαριασμό του ιδίου, με σκοπό το κέρδος·

«χρηματοοικονομικός οργανισμός» σημαίνει -

(α)  πιστωτικό ίδρυμα, όπως ορίζεται στο στοιχείο 27) της παραγράφου 1 του Άρθρου 4 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ ή επιχείρηση επενδύσεων, όπως ορίζεται στο στοιχείο 1) της παραγράφου 1 του Άρθρου 4 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ ή διαχειριστής οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων (ΔΟΕΕ), όπως ορίζεται στο στοιχείο β) της παραγράφου 1 του Άρθρου 4 της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ή επιχείρηση διαχείρισης οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ), όπως ορίζεται στο στοιχείο β) της παραγράφου 1 του Άρθρου 2 της Οδηγίας 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου,

(β) ασφαλιστική επιχείρηση, όπως ορίζεται στην παράγραφο 1) του Άρθρου 13 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου,

(γ) αντασφαλιστική επιχείρηση, όπως ορίζεται στην παράγραφο 4) του Άρθρου 13 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ,

(δ) οργανισμό επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, που εμπίπτει στο πεδίο Επίσημη εφαρμογής της Οδηγίας 2003/41/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Εφημερίδα της Συμβουλίου ή αντιπρόσωπο οργανισμού επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 του Άρθρου 19 της εν λόγω Οδηγίας,

(ε) συνταξιοδοτικά ιδρύματα που διαχειρίζονται συνταξιοδοτικά προγράμματα, τα οποία θεωρούνται συστήματα κοινωνικής ασφάλισης και εμπίπτουν στον Κανονισμό (ΕΚ) Εφημερίδα της αριθ. 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 987/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, καθώς και κάθε νομική οντότητα που συστάθηκε με σκοπό την επένδυση σε τέτοια προγράμματα,

(στ) οργανισμός εναλλακτικών επενδύσεων (ΟΕΕ) τη διαχείριση του οποίου έχει ΔΟΕΕ, όπως ορίζεται στο στοιχείο β) της παραγράφου 1 του Άρθρου 4 της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ ή ΟΕΕ που συστάθηκε και λειτουργεί με βάση τις διατάξεις του περί των Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων Νόμου,

(ζ) ΟΣΕΚΑ, κατά την έννοια της παραγράφου 2 του Άρθρου 1 της Οδηγίας 2009/65/ΕΚ,

(η) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, όπως ορίζεται στην παράγραφο 1) του Άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου,

(θ) κεντρικό αποθετήριο τίτλων, όπως ορίζεται στο στοιχείο 1) της παραγράφου 1 του Άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

«χρηματοπιστωτικό μέσο» σημαίνει κάθε μέσο στο βαθμό που δημιουργεί απόδοση από χρηματοδότηση ή απόδοση των ιδίων κεφαλαίων που φορολογείται σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν για τη φορολόγηση του χρέους, των κεφαλαίων ή των παραγώγων σύμφωνα με τη νομοθεσία της δικαιοδοσίας είτε του λήπτη είτε του πληρωτή και περιλαμβάνει υβριδική μεταβίβαση.