ΜΕΡΟΣ III ΠΟΙΚΙΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Η έκτακτη εισφορά δεν εκπίπτει από το φόρο εισοδήματος

5. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, η έκτακτη εισφορά η οποία είναι πληρωτέα δυνάμει του παρόντος Νόμου δεν εκπίπτει από το φορολογητέο εισόδημα οποιουδήποτε προσώπου.

Αδικήματα και ποινές

6.—(1) Τηρουμένων των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου νόμου αναφορικά με θέματα ποινικής ευθύνης προσώπων που κατέχουν ή ασκούν οποιοδήποτε αξίωμα, κάθε πρόσωπο το οποίο αρνείται, παραλείπει ή αμελεί να καταβάλει έκτακτη εισφορά, την οποία υποχρεούται να καταβάλει δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, είναι ένοχο αδικήματος και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης, σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000), σε περίπτωση δε δεύτερης ή κατ᾿ επανάληψη καταδίκης αυτού για το ίδιο αδίκημα, σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη ή και στις δύο αυτές ποινές.

(2) Σε περίπτωση καταδίκης οποιουδήποτε προσώπου για το ότι αρνήθηκε ή παρέλειψε ή αμέλησε να καταβάλει έκτακτη εισφορά, αυτό, επιπρόσθετα από οποιαδήποτε άλλη ποινή στην οποία υπόκειται, υποχρεούται όπως καταβάλει ποσό ίσο προς το ποσό το οποίο αρνήθηκε ή παρέλειψε ή αμέλησε να καταβάλει, καθώς και επί πλέον ποσό που δεν υπερβαίνει διπλάσιο του εν λόγω ποσού, σε περίπτωση δε δεύτερης ή κατ᾿ επανάληψη καταδίκης αυτού, ποσό που δεν υπερβαίνει το τετραπλάσιο του ποσού αυτού, όπως το Δικαστήριο ήθελε διατάξει.

(3) Οποιοδήποτε πρόσωπο παραβαίνει ή παραλείπει να συμμορφωθεί προς οποιαδήποτε διάταξη του παρόντος Νόμου και για τέτοια παράβαση ή παράλειψη συμμόρφωσης δεν προνοείται άλλη ποινή, υπόκειται για κάθε αδίκημα που διαπράχθηκε έτσι σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια ευρώ (€1.000).

(4) Όταν αποδεικνύεται ότι αδίκημα που διαπράχθηκε από νομικό πρόσωπο, κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού, διαπράχθηκε με τη συναίνεση ή συνενοχή ή αμέλεια διευθυντή, συμβούλου, γραμματέα ή άλλου αξιωματούχου του νομικού προσώπου ή οποιουδήποτε προσώπου το οποίο ενεργεί με τέτοια ιδιότητα, τόσο αυτός όσο και το νομικό πρόσωπο είναι ένοχοι του αδικήματος αυτού και υπόκεινται, σε περίπτωση καταδίκης του στις ποινές που προβλέπονται σε κάθε περίπτωση.

(5) Τίποτε από όσα διαλαμβάνονται στο παρόν άρθρο δε δύναται να ερμηνευθεί ότι παρεμποδίζει τη Δημοκρατία να διεκδικεί, με πολιτική αγωγή οποιοδήποτε ποσό οφείλεται σ' αυτή.

Ποινική δίωξη

7. Ποινική δίωξη για αδίκημα που προβλέπεται από τον παρόντα Νόμο δεν αρχίζει χωρίς τη συναίνεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

Αδικήματα σε σχέση με την προμήθεια ή άλλο οικονομικό όφελος για αγορά αντικειμένων για σκοπούς άμυνας

7Α.-(1) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, κάθε πρόσωπο το οποίο:

(α) από μόνο του ή σε συνεργασία με άλλο πρόσωπο λαμβάνει ή συμφωνεί να λάβει για λογαριασμό άλλου προσώπου προμήθεια ή άλλο οικονομικό όφελος ή οτιδήποτε σχετικό με την κατακύρωση προμήθειας υλικού οπλικών συστημάτων ή για υπηρεσίες αναφορικά με αυτό, όπως αυτά  καθορίζονται στον προϋπολογισμό για τις δαπάνες αμυντικής θωράκισης ή

(β) στο οποίο αποδεδειγμένα προτείνεται τέτοια προμήθεια ή άλλο οικονομικό όφελος,

και το οποίο παραλείπει να αναφέρει αυτό γραπτώς και ενυπογράφως στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Άμυνας, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα τριάντα χιλιάδες ευρώ (€30.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.

(2) Κάθε πρόσωπο που κατέχει δημόσιο αξίωμα ή ευρίσκεται στην υπηρεσία της Δημοκρατίας το οποίο αποδέχεται προμήθεια ή άλλο οικονομικό όφελος για την αγορά οποιουδήποτε αντικειμένου που πληρώνεται  από το Κεφάλαιο για δαπάνες αμυντικής θωράκισης του Προϋπολογισμού του Υπουργείου Άμυνας είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες ευρώ (€100.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.

Διοικητικά πρόστιμα

7Β. Ανεξαρτήτως των διατάξεων των άρθρων 6, 7 και 7Α του παρόντος Νόμου-

(α) Πρόσωπο που αρνείται, παραλείπει ή αμελεί να δώσει ειδοποίηση ή να υποβάλει δήλωση ή να παράσχει στοιχεία ή να εκτελέσει οποιοδήποτε καθήκον, το οποίο προβλέπεται ρητά στον παρόντα Νόμο, εντός της χρονικής προθεσμίας που προβλέπεται ή καθορίζεται ρητά από τον παρόντα Νόμο, υπόκειται στην περίπτωση ατόμου, σε χρηματική επιβάρυνση ύψους πεντακοσίων ευρώ (€500), στην περίπτωση εταιρείας της οποίας ο κύκλος εργασιών ή τα περιουσιακά στοιχεία υπερβαίνουν το ποσό του ενός εκατομμυρίου ευρώ (€1.000.000) σε χρηματική επιβάρυνση ύψους δύο χιλιάδων ευρώ (€2.000) και σε κάθε άλλη περίπτωση εταιρείας σε χρηματική επιβάρυνση ύψους χιλίων ευρώ (€1.000)·

(β) πρόσωπο που αρνείται, παραλείπει ή αμελεί να δώσει ειδοποίηση ή να υποβάλει δήλωση ή να παράσχει στοιχεία ή να εκτελέσει οποιοδήποτε καθήκον, για το οποίο ο παρών Νόμος προβλέπει προθεσμία συμμόρφωσης και ο Διευθυντής απαιτήσει από  τέτοιο πρόσωπο όπως συμμορφωθεί εντός της προθεσμίας που καθορίζεται ρητά  σε ειδοποίηση που επιδίδεται δεόντως  στο πρόσωπο αυτό και η οποία δεν πρέπει να είναι μικρότερη των εξήντα (60) ημερών, υπόκειται, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, στην περίπτωση ατόμου σε χρηματική επιβάρυνση ύψους χιλίων ευρώ (€1.000), στην περίπτωση εταιρείας της οποίας ο κύκλος εργασιών ή τα περιουσιακά στοιχεία υπερβαίνουν το ποσό του ενός εκατομμυρίου ευρώ (€1.000.000) σε χρηματική επιβάρυνση ύψους τεσσάρων χιλιάδων ευρώ (€4.000) και σε κάθε άλλη περίπτωση εταιρείας σε χρηματική επιβάρυνση ύψους δύο χιλιάδων ευρώ (€2.000)·

(γ) πρόσωπο που αρνείται, παραλείπει ή αμελεί να δώσει ειδοποίηση ή να υποβάλει δήλωση ή να παράσχει στοιχεία ή να εκτελέσει οποιοδήποτε καθήκον, για το οποίο ο παρών Νόμος δεν προβλέπει προθεσμία συμμόρφωσης και ο Διευθυντής απαιτήσει από  τέτοιο πρόσωπο όπως συμμορφωθεί εντός προθεσμίας που  καθορίζεται  σε ειδοποίηση που επιδίδεται δεόντως στο πρόσωπο αυτό και η οποία δεν πρέπει να είναι μικρότερη των εξήντα (60) ημερών, υπόκειται, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης εντός της προθεσμίας που καθορίζεται στην ειδοποίηση, στην περίπτωση ατόμου σε χρηματική επιβάρυνση ύψους χιλίων ευρώ (€1.000), στην περίπτωση εταιρείας της οποίας ο κύκλος εργασιών ή τα περιουσιακά στοιχεία υπερβαίνουν το ποσό του ενός εκατομμυρίου ευρώ (€1.000.000) σε χρηματική επιβάρυνση ύψους τεσσάρων χιλιάδων ευρώ (€4.000) και σε κάθε άλλη περίπτωση εταιρείας σε χρηματική επιβάρυνση ύψους δύο χιλιάδων ευρώ (€2.000)·

(δ) πρόσωπο που αρνείται, παραλείπει ή αμελεί να δώσει ειδοποίηση ή να υποβάλει δήλωση ή να παράσχει στοιχεία ή να εκτελέσει οποιοδήποτε καθήκον, για το οποίο ο παρών Νόμος δεν προβλέπει προθεσμία συμμόρφωσης και η απαιτούμενη ειδοποίηση ή δήλωση  ή στοιχεία αφορούν άλλο πρόσωπο και ο Διευθυντής απαιτήσει από  τέτοιο πρόσωπο όπως συμμορφωθεί εντός προθεσμίας που καθορίζεται σε σχετική ειδοποίηση που επιδίδεται δεόντως στο πρόσωπο αυτό και η οποία δεν πρέπει να είναι μικρότερη των εξήντα (60) ημερών, υπόκειται, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης εντός της προθεσμίας που καθορίζεται στην ειδοποίηση, στην περίπτωση ατόμου σε χρηματική επιβάρυνση ύψους πεντακοσίων ευρώ (€500), στην περίπτωση εταιρείας της οποίας ο κύκλος εργασιών ή τα περιουσιακά στοιχεία υπερβαίνουν το ποσό του ενός εκατομμυρίου ευρώ (€1.000.000) σε χρηματική επιβάρυνση ύψους δύο χιλιάδων ευρώ (€2.000) και σε κάθε άλλη περίπτωση εταιρείας σε χρηματική επιβάρυνση ύψους χιλίων ευρώ (€1.000)·

(ε) πρόσωπο που παραλείπει να καταβάλει οφειλόμενη έκτακτη εισφορά μέχρι την από τον παρόντα Νόμο καθοριζόμενη προθεσμία ή μέχρι την προθεσμία που καθορίζεται σε ειδοποίηση του Εφόρου, υπόκειται σε χρηματική επιβάρυνση ίση προς πέντε τοις εκατό (5%) της οφειλόμενης έκτακτης εισφοράς:

Νοείται ότι, στην περίπτωση που παρέλθουν δύο (2) μήνες από τη συμπλήρωση της τελευταίας ημέρας της ταχθείσας προθεσμίας καταβολής της οφειλόμενης έκτακτης εισφοράς και η παράλειψη συνεχίζεται, το πρόσωπο υπόκειται σε επιπλέον χρηματική επιβάρυνση ίση προς πέντε τοις εκατόν (5%) επί της οφειλόμενης έκτακτης εισφοράς.

Κανονισμοί

8. Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να εκδώσει Κανονισμούς για την καλύτερη εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου και να προβεί με τέτοιους Κανονισμούς στον καθορισμό ή ρύθμιση κάθε θέματος που χρειάζεται ή είναι δεκτικό καθορισμού ή ρύθμισης.

Ειδικές διατάξεις

8Α. Ανεξαρτήτως των διατάξεων του άρθρου 4 του περί Έκτακτης Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας  (Τροποποιητικού)  (Αρ. 2)  Νόμου του 2015-

(α) οι διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του περί Έκτακτης Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας  (Τροποποιητικού)  (Αρ. 2)  Νόμου του 2015 λογίζεται ότι ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου 2018 μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2026.

(β) οι διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του περί Έκτακτης Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας  (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018 λογίζεται ότι ισχύουν από την 17η Ιουλίου 2018 μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2026.

(γ) οι διατάξεις του άρθρου 2 του περί Έκτακτης Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας (Τροποποιητικού) Νόμου του 2019 λογίζεται ότι ισχύουν από την 15η Μαρτίου 2019 μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2026.

Επιφύλαξη

9. Οι περί Εκτάκτου Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας Νόμοι του 1985 μέχρι 2002 διά του παρόντος καταργούνται χωρίς να επηρεάζεται οτιδήποτε έγινε ή παραλείφθηκε να γίνει δυνάμει τούτων:

Νοείται ότι όλοι οι κανονισμοί, όλα τα διατάγματα, όλες οι γνωστοποιήσεις και όλοι οι διορισμοί, καθώς επίσης όλες οι ειδοποιήσεις που εκδόθηκαν δυνάμει των διατάξεων των περί Εκτάκτου Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας Νόμων του 1985 μέχρι 2002, θα θεωρούνται ως να εκδόθηκαν δυνάμει του παρόντος Νόμου και θα εξακολουθήσουν να ισχύουν, τηρουμένων των αναλογιών, μέχρι να ανακληθούν, ακυρωθούν ή αντικατασταθούν:

Νοείται περαιτέρω ότι, οι φορολογίες οι οποίες δεν έχουν γίνει και η έκτακτη εισφορά η οποία δεν έχει επιβληθεί ή εισπραχθεί αναφορικά με το φορολογικό έτος 2002 και όλα τα προηγούμενα φορολογικά έτη θα γίνονται, επιβάλλονται και εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Εκτάκτου Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας Νόμων του 1985 μέχρι 2002.

Έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου.

10. Η ισχύς του παρόντος Νόμου αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2003.