ΜΕΡΟΣ IV ΕΙΣΟΔΟΣ ΚΑΙ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΚΕΝΤΡΩΝ
Εξουσία εισόδου και επιθεώρησης Κέντρου και δυνατότητα αναστολής της λειτουργίας του

8.-(1) Κάθε πρόσωπο εξουσιοδοτημένο από το Διευθυντή για τη διενέργεια επιθεωρήσεων δύναται να εισέρχεται σε οποιοδήποτε Κέντρο ή σε οποιοδήποτε υποστατικό χρησιμοποιείται ή έχει την εύλογη αιτία να πιστεύει ότι χρησιμοποιείται ως Κέντρο, κατά τον χρόνο λειτουργίας του, για να επιθεωρήσει ή να εξακριβώσει τα ακόλουθα:

(α) Την τήρηση των όρων ίδρυσης και λειτουργίας του Κέντρου βάσει των οποίων έχει εγγραφεί στο μητρώο που τηρείται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 4.

(β) την απασχόληση του αναγκαίου προσοντούχου προσωπικού κατά τα προβλεπόμενα στους περί Κέντρων Προστασίας και Απασχόλησης Παιδιών Κανονισμούς·

(γ) τυχόν ελλείψεις σε σχέση με τη λειτουργία του Κέντρου και τα μέτρα που λαμβάνονται από τον Ιδιοκτήτη ή το Διευθύνον Πρόσωπο για την αντιμετώπιση των ελλείψεων αυτών.

(δ) την καταλληλότητα των υποστατικών και των κτιριακών εγκαταστάσεων του Κέντρου κατά τα προβλεπόμενα στους περί Κέντρων Προστασίας και Απασχόλησης Παιδιών Κανονισμούς.

(ε) τη συμμόρφωση του Κέντρου με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και τις πρόνοιες των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού.

(2) Αν σε οποιοδήποτε εξουσιοδοτημένο, όπως αναφέρεται στο εδάφιο (1), πρόσωπο δεν επιτραπεί η είσοδος σε οποιοδήποτε Κέντρο ή σε οποιοδήποτε υποστατικό, το οποίο το πρόσωπο αυτό έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι χρησιμοποιείται ως Κέντρο, το πρόσωπο αυτό μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο το οποίο αν ύστερα από ένορκη μαρτυρία ικανοποιηθεί ότι δεν του έχει επιτραπεί η είσοδος στο Κέντρο ή ότι υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι το υποστατικό χρησιμοποιείται ως Κέντρο, ανάλογα με την περίπτωση, μπορεί να εκδώσει ένταλμα που να εξουσιοδοτεί τον αιτητή να εισέλθει στο υποστατικό και να διενεργήσει την επιθεώρηση όπως αναφέρεται στο εδάφιο (1).

(3) Κάθε πρόσωπο που προτίθεται να ασκήσει οποιαδήποτε εξουσία εισόδου ή επιθεώρησης που του χορηγείται σύμφωνα με το άρθρο αυτό, οφείλει, αν του ζητηθεί, να παρουσιάσει έγγραφο το οποίο να πιστοποιεί την εξουσία του.

(4) Κάθε πρόσωπο, το οποίο με οποιοδήποτε τρόπο εμποδίζει ή αποπειράται να εμποδίσει την άσκηση οποιασδήποτε εξουσίας που χορηγείται σύμφωνα με το άρθρο αυτό, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του θα υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 10.

(5) Η προβλεπόμενη στο εδάφιο (1) επιθεώρηση διενεργείται τουλάχιστον μία (1) φορά ανά έτος και το πρόσωπο που διενεργεί αυτή συντάσσει έκθεση με τα πορίσματά του, η οποία υποβάλλεται στον Διευθυντή.

(6) Σε περίπτωση κατά την οποία στην προβλεπόμενη στο εδάφιο (5) έκθεση διαπιστώνεται μη συμμόρφωση με τις αναφερόμενες στις παραγράφους (α) έως (ε) του εδαφίου (1) υποχρεώσεις, ο Διευθυντής γνωστοποιεί με γραπτή επιστολή του τις σχετικές υποδείξεις της έκθεσης στον Ιδιοκτήτη και στο Διευθύνον Πρόσωπο και τους καλεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, το οποίο αναφέρεται στη γνωστοποίηση να συμμορφωθούν με τις εν λόγω υποδείξεις.

(7) Σε περίπτωση που, μετά την παρέλευση του προβλεπόμενου στο εδάφιο (6) εύλογου χρονικού διαστήματος, δεν επιτευχθεί συμμόρφωση με τις προβλεπόμενες στο ίδιο εδάφιο υποδείξεις, o Διευθυντής δύναται είτε να αναστείλει την λειτουργία του Κέντρου μέχρι να επιτευχθεί η σχετική συμμόρφωση είτε να αποφασίσει την ακύρωση της εγγραφής του Κέντρου δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 6 και 7.

(8) Ιδιοκτήτης ή/και Διευθύνον Πρόσωπο το οποίο, μετά την παρέλευση του προβλεπόμενου στο εδάφιο (6) εύλογου χρονικού διαστήματος, δεν συμμορφώνεται ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τις προβλεπόμενες στο ίδιο εδάφιο υποδείξεις, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται στις προβλεπόμενες στο άρθρο 10 ποινές ή στις προβλεπόμενες στον Κανονισμό 26 των περί Κέντρων Προστασίας και Απασχόλησης Παιδιών Κανονισμών ποινές, ανάλογα με την φύση της υπόδειξης.