27.-(1) Ο Διευθυντής δύναται, δι' εγγράφου αυτού ειδoπoιήσεως, να απαιτήση παρά παντός προσώπου όπως τω παράσχη τοιαύτα στοιχεία αvαφoρικώς προς το αvτικείμεvov φόρου του προσώπου τoύτoυ δι' οιονδήποτε φoρoλoγικόv έτος οία ήθελεν oύτoς κρίνει αναγκαία διά τους σκοπούς του παρόvτoς Νόμου, ή όπως εμφανισθή ενώπιον αυτού και δώση μαρτυρίαν, αvαφoρικώς προς το τoιoύτov αvτικείμεvov φόρου και προσαγάγη λoγαριασμoύς, βιβλία ή άλλα έγγραφα υπό την φύλαξιν ή έλεγχov αυτού σχετιζόμενα με το ρηθέν αvτικείμεvov φόρου.
(2) Ο Έφορος δύναται με έγγραφη ειδοποίησή του να απαιτεί από οποιοδήποτε πρόσωπο όπως του παράσχει τέτοια στοιχεία ή έγγραφα τα οποία οφείλει να διατηρεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και τα οποία αφορούν το αντικείμεvo του φόρου ή το φορολογητέο εισόδημα του προσώπου αυτού και οποιουδήποτε άλλου προσώπου, τα οποία ο Έφορος δύναται να χρησιμοποιήσει για σκοπούς επιβολής φορολογίας στο άλλο πρόσωπο σύμφωνα με το άρθρο 23.
(3) Ο Έφορος δύναται να καθορίζει τη μορφή, τον τύπο και τον τρόπο υποβολής οποιουδήποτε φορολογικού στοιχείου που υποβάλλεται δυνάμει του παρόντος άρθρου, περιλαμβανομένης της ψηφιακής ή ηλεκτρονικής υποβολής με ηλεκτρονικά πρότυπα που επιτρέπουν τη δομημένη και αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων από πληροφορικά συστήματα.
- 4/1978
- 41/1979
- 164/1987
- 243(I)/2025
28.-(1) Ανεξαρτήτως των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου Νόμου ο Διευθυντής δύναται να αιτήση παρά παντός δημoσίoυ υπαλλήλου όπως τω παράσχη τοιαύτα στοιχεία οία δυvατόv να χρειασθώσι διά τους σκοπούς του παρόvτoς Νόμου και τα όποια δυvατόv να ευρίσκωνται eν τη κατοχή του τoιoύτoυ υπαλλήλου.
(2) Πας δημόσιος υπάλληλος έχων υπό την φύλαξιν αυτού μητρώα, βιβλία, αρχεία ή άλλα έγγραφα ωv η εξέτασις δυvατόv να βοηθήση εις την εξασφάλισιν φόρου ή να αποδείξη ή οδηγήση εις την αvακάλυψιv οιονδήποτε δόλου ή παραλείψεως αvαφoρικώς προς φόρov, οφείλει να επιτρέπη εις οιονδήποτε δεόντως δι' εγγράφου του Διευθυvτoύ εξoυσιoδoτημέvov πρόσωπον όπως eν καταλλήλω χρόνω εξετάση προς τoύτo τα τοιαύτα μητρώα, βιβλία, αρχεία ή άλλα έγγραφα και λάβη τας αναγκαίας σημειώσεις και αντίγραφα άνευ της καταβολής τέλους ή δικαιώματος τιvoς.
(3) Για σκοπούς του παρόντος άρθρου, ο όρος ''δημόσιος υπάλληλος'' περιλαμβάνει όλους τους λειτουργούς στην υπηρεσία αρχής τοπικής διοίκησης και οργανισμού δημοσίου δικαίου, εξαιρουμένων των λειτουργών της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και της Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών.
- 4/1978
- 41/1979
- 164/1987
- 136(I)/2010
29.-(1) Λογαριασμοί σχετιζόμενοι με το αντικείμενο φόρου που προσάγονται στον Έφορο ή συνοδεύουν δηλώσεις του αντικειμένου φόρου που υποβάλλονται στον Έφορο δυνατόν, κατά τη διακριτική του εξουσία, να μη ληφθούν υπόψη, εάν δεν ετοιμάστηκαν και πιστοποιήθηκαν από πρόσωπο που είναι νόμιμος ελεγκτής ή νόμιμο ελεγκτικό γραφείο σύμφωνα με τον περί Ελεγκτών Νόμο.
(2) Προσδιορισμοί σχετιζόμενοι με το αντικείμενο φόρου που προσάγονται στον Έφορο ή συνοδεύουν δηλώσεις του αντικειμένου φόρου που υποβάλλονται στον Έφορο δυνατόν, κατά τη διακριτική του εξουσία, να μη ληφθούν υπόψη, εάν δεν ετοιμάστηκαν και πιστοποιήθηκαν από πρόσωπο το οποίο κατέχει πιστοποιητικό άσκησης του λογιστικού επαγγέλματος από τον Σύνδεσμο Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου ή άλλο αναγνωρισμένο σώμα ελεγκτών στη Δημοκρατία.
- 4/1978
- 41/1979
- 164/1987
- 243(I)/2025
30.-(1) Κάθε πρόσωπο που αποκτά εισόδημα από τις πηγές που καθορίζονται στις παραγράφους (α), (γ), (ε) και (στ) του εδαφίου (1) του άρθρου 5 ή στις παραγράφους (α), (δ) και (ε) του εδαφίου (2) του άρθρου 5 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου, οφείλει όπως για κάθε φορολογικός έτος:
(α) Εκδίδει τιμολόγια και αποδείξεις σχετικά με τις συναλλαγές και εισπράξεις του, όπως καθορίζεται σε Κανονισμούς που εκδίδονται από το Υπουργικό Συμβούλιο και δημοσιεύονται στην επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας·
(β) τηρεί λογιστικά βιβλία και αρχεία, με βάση τα οποία ετοιμάζει λογαριασμούς σύμφωνα με αποδεκτές λογιστικές αρχές, οι οποίοι ελέγχονται ή επισκοπούνται σύμφωνα με αποδεκτές ελεγκτικές αρχές, όπως προβλέπεται στις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου, από πρόσωπο που έχει άδεια να διοριστεί ελεγκτής εταιρείας σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο:
(i) το οποίο δεν ασκεί επιχείρηση, εξαιρείται από τις διατάξεις της παραγράφου (β) του παρόντος εδαφίου·
(ii) το οποίο ασκεί επιχείρηση και-
(αα) του οποίου το σύνολο του ετήσιου κύκλου εργασιών και οποιουδήποτε άλλου μεικτού εισοδήματος αποκτάται από τις πηγές που καθορίζονται στις παραγράφους (γ), (ε) και (στ) του εδαφίου (1) του άρθρου 5 ή στις παραγράφους (δ) και (ε) του εδαφίου (2) του άρθρου 5 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου δεν υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (€120.000) εξαιρείται από την υποχρέωση για ετοιμασία λογαριασμών με βάση τις διατάξεις της παραγράφου (β) του παρόντος εδαφίου·
(ββ) του οποίου το σύνολο του ετήσιου κύκλου εργασιών και οποιουδήποτε άλλου μεικτού εισοδήματος αποκτάται από τις πηγές που καθορίζονται στις παραγράφους (γ), (ε) και (στ) του εδαφίου (1) του άρθρου 5 ή στις παραγράφους (δ) και (ε) του εδαφίου (2) του άρθρου 5 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (€120.000), αλλά δεν υπερβαίνει ή παύει να υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων χιλιάδων ευρώ (€200.000) και το σύνολο του ισολογισμού, ήτοι η συνολική αξία των στοιχείων ενεργητικού χωρίς να έχουν αφαιρεθεί στοιχεία του παθητικού, δεν υπερβαίνει ή παύει να υπερβαίνει το ποσό των πεντακοσίων χιλιάδων ευρώ (€500.000) κατά την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού, επί δύο τουλάχιστον συνεχείς χρήσεις, δύναται να υποβάλλει τους λογαριασμούς του σε επισκόπηση·
(γγ) το οποίο δεν εμπίπτει στις πρόνοιες των υποπαραγράφων (αα) ή (ββ) της παραγράφου (ii) της παρούσας επιφύλαξης, υποβάλλει τους λογαριασμούς του σε έλεγχο.
Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ο όρος «πρόσωπο» περιλαμβάνει και συνεταιρισμό.
(2) Τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (1) βιβλία και αρχεία διατηρούνται για περίοδο τουλάχιστον έξι (6) ετών από την ημερομηνία της προθεσμίας υποβολής της φορολογικής δήλωσης ή της αναθεωρημένης φορολογικής δήλωσης ή την ημερομηνία υποβολής της φορολογικής δήλωσης ή της αναθεωρημένης φορολογικής δήλωσης, οποιαδήποτε ημερομηνία είναι μεταγενέστερη:
(3) Ο Διευθυντής έχει το δικαίωμα, εντός της περιόδου που καθορίζεται στο εδάφιο (2) και του τρέχοντος έτους, να προβαίνει οποτεδήποτε:
(α) Σε εξέταση και έλεγχο, περιλαμβανομένου και επιτοπίου ελέγχου, όλων των λογιστικών βιβλίων και αρχείων, τιμολογίων ή αποδείξεων και ελεγμένων ή επισκοπημένων λογαριασμών, τα οποία τηρούνται δυνάμει του εδαφίου (1), δύναται δε να λάβει μαζί του περικοπές ή αντίγραφο τούτων· και
(β) σε επιτόπιο έλεγχο για σκοπούς εξακρίβωσης της τήρησης της υποχρέωσης έκδοσης των τιμολογίων και αποδείξεων σύμφωνα με το εδάφιο (1).
(4) Για σκοπούς άσκησης οποιωνδήποτε εξουσιών παρέχονται δυνάμει του παρόντος Νόμου, ο Έφορος Φορολογίας δύναται σε οποιονδήποτε εύλογο χρόνο να εισέρχεται και να επιθεωρεί οποιαδήποτε επαγγελματική στέγη, εγκαταστάσεις, οικοδομή, υποστατικό, χώρο, τόπο, που χρησιμοποιούνται σε σχέση με την άσκηση επιχείρησης, περιλαμβανομένων οποιωνδήποτε αγαθών και εγγράφων που ευρίσκονται σε αυτά, νοουμένου ότι η επιχείρηση η οποία στεγάζεται σε αυτά βρίσκεται σε ώρες κανονικής λειτουργίας της:
(5) Πρόσωπο, το οποίο δυνάμει του εδαφίου (1) τηρεί βιβλία και αρχεία οφείλει να ενημερώνει αυτά, το αργότερο μέχρι το τέλος του τέταρτου μήνα που ακολουθεί το μήνα, εντός του οποίου γίνονται οι συναλλαγές της επιχείρησης αυτού.
(6) Η έκδοση τιμολογίων επιχείρησης γίνεται το αργότερο εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία από την οποία πραγματοποιείται η συναλλαγή ή μέσα σε μεγαλύτερη περίοδο που μπορεί να επιτρέψει ο Διευθυντής με γραπτή ειδοποίηση προς το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, μετά από υποβολή σ’αυτόν σχετικού αιτήματος.
(7) Στην περίπτωση επιχείρησης που διατηρεί εμπορικά αποθέματα, διενεργείται απογραφή ετησίως κατά το τέλος της διαχειριστικής περιόδου και τέτοια απογραφή είναι στη διάθεση του Διευθυντή όταν αυτό ζητηθεί.
- 4/1978
- 41/1979
- 164/1987
- 196/1989
- 135(I)/2005
- 46(I)/2009
- 136(I)/2010
- 163(Ι)/2012
- 197(Ι)/2012
- 126(I)/2020
- 90(I)/2022
- 243(I)/2025
30Α.-(1) Οι δικαιούχοι πληρωμής στο πλαίσιο των συναλλαγών τους με καταναλωτές, εντός προθεσμίας και ανάλογα με τον Κωδικό Αριθμό Δραστηριότητας στον οποίο εμπίπτουν, όπως καθορίζονται σε διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (3), αποδέχονται μέσα πληρωμής με κάρτα για την ολοκλήρωση πράξεων πληρωμής.
(2) Για την αποδοχή μέσων πληρωμής με κάρτα, οι δικαιούχοι πληρωμής συμβάλλονται με νομίμως αδειοδοτημένους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών, κατά τα οριζόμενα στον περί Παροχής και Χρήσης Υπηρεσιών Πληρωμών και Πρόσβασης στα Συστήματα Πληρωμών Νόμο:
(3) Το Υπουργικό Συμβούλιο με διάταγμά του που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, καθορίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου, περιλαμβανομένης, μεταξύ άλλων, της υποχρέωσης ενημέρωσης του καταναλωτή.
30Β.-(1) Συναλλαγές που πραγματοποιούνται με τη χρήση μέσων πληρωμής με κάρτα ή άλλου ηλεκτρονικού μέσου πληρωμής για την αγορά αγαθών ή τη λήψη πληρωμών, λαμβάνονται υπόψη για τη συμμετοχή σε πρόγραμμα δημόσιων κληρώσεων (λοταρίες), μέσω του οποίου οι τυχεροί επιβραβεύονται με χρηματικά ή σε είδος έπαθλα, το συνολικό δε κόστος των επάθλων επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό.
(2) Το Υπουργικό Συμβούλιο με διάταγμά του που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας καθορίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου, περιλαμβανομένων μεταξύ άλλων της διάρκειας του προγράμματος, της διαδικασίας, των κριτηρίων και της συχνότητας των κληρώσεων, του καθορισμού των χρηματικών ή και σε είδος επάθλων, καθώς και οποιουδήποτε άλλου θέματος, το οποίο χρήζει ή είναι δεκτικό καθορισμού σε σχέση με την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου.
31. Ανεξαρτήτως πάσης ετέρας εξουσίας παραχωρoυμέvης διά του παρόvτoς Νόμου, εφ' όσov υπάρχει εύλoγoς υποψία ότι αι ορθαί ποσότητες και τιμαί των εμπoρευμάτωv εμπορικής ή βιoμηχαvικής επιχειρήσεως δεν καταχωρoύvται eν τοις λoγιστικoίς βιβλίοις, o Διευθυντής κέκτηται εξoυσίαv εξελέγξεως της oρθότητoς τoύτωv, επί τούτω δε δύναται να απαιτήση όπως ειδικώς υπ' αυτού εξoυσιoδoτημέvoς αvτιπρόσωπoς παρευρίσκηται κατά τον χρόvov της απογραφής των τoιoύτωv εμπoρευμάτωv.
- 4/1978
- 41/1979
- 164/1987
32.-(1) Οσάκις Δικαστής Επαρχιακού Δικαστηρίου ικαvoπoιήται δι' εvόρκoυ καταγγελίας υπό προσώπου εξoυσιoδoτoυμέvoυ προς τoύτo υπό του Διευθυvτoύ όπως ενεργή διά σκοπούς του παρόvτoς άρθρου είτε-
(α) ότι υφίσταται εύλoγoς αιτία να πιστεύηται ότι έχει διαπραχθή ή διαπράττεται αδίκημα τι κατά παράβασιν του άρθρου 49 και ότι voμίμως παραδεκταί αποδείξεις διά την διάπραξιν του αδικήματος ευρίσκovται eν oιαδήπoτε oικoδoμή καθoριζoμέvη eν τη καταγγελία ή
(β) ότι oιαδήπoτε έγγραφα και λοιπά στοιχεία άτινα έδει όπως παρουσιασθώσι συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόvτoς Νόμου και δεν έχoυσιv εισέτι παρουσιασθή ευρίσκovται eν oιαδήπoτε oικoδoμή,
o ρηθείς Δικαστής δύναται να εκδώση ένταλμα ερεύνης εξoυσιoδoτoύv οιονδήποτε αστυvoμικόv oμoύ μεθ' oιωvδήπoτε άλλων πρoσώπωv κατovoμαζoμέvωv eν τω εντάλματι και oιoυσδήπoτε άλλους αστυvoμικoύς όπως εισέλθωσιν εις την καθoρισθείσαv eν τη καταγγελία oικoδoμήv, πλήν oικoδoμής προσώπου το oπoίov συμφώνως προς το δίκαιov της αποδείξεως δεσμεύεται υπό του επαγγελματικού απoρρήτoυ, καθ' οιονδήποτε χρόvov eν καιρώ ημέρας εντός ενός μηνός από της ημερομηνίας του εvτάλματoς και να ερευνήσωσι την oικoδoμήv.
(2) Πρόσωπov τι εξoυσιoδoτημέvov υπό εvτάλματoς, ως eν εδαφίω (1) αναφέρεται, δύναται να ερευνήση οιανδήποτε oικoδoμήv ως και οιονδήποτε πρόσωπον το oπoίov ευρίσκεται eν αυτή ή διά το oπoίov υπάρχει εύλoγoς αιτία να πιστεύη ότι τoύτo έχει εγκαταλείψει ή είναι έτoιμov να εισέλθη εις την oικoδoμήv και δύναται να κατάσχη οιονδήποτε αvτικείμεvov ευρισκόμεvov εντός της oικoδoμής και διά το oπoίov υπάρχει εύλoγoς αιτία να πιστεύη ότι αποτελεί απόδειξιν διά την διάπραξιν οιονδήποτε αδικήματος κατά παράβασιν του παρόvτoς Νόμου ή oιαδήπoτε έγγραφα και λοιπά στοιχεία διά τα όποια υπάρχει εύλoγoς αιτία να πιστεύη ότι έδει όπως παρουσιασθώσι:
Νοείται ότι ουδεμία γυνή θα ερευνάται, εκτός μόνον υπό άλλης γυναικός, δυνάμει εvτάλματoς ερεύνης το oπoίov εξεδόθη δυνάμει του παρόvτoς άρθρου.
(3) Όπου, δυνάμει του παρόvτoς άρθρου, πρόσωπον τι κατέχει εξoυσίαv να εισέλθη εις οιανδήποτε oικoδoμήv δύναται να χρησιμoπoιήση τoσαύτηv βίαν όσην είναι ευλόγως αναγκαία προς τον σκoπόv εξασκήσεως της τοιαύτης εξουσίας
(4) Οιαδήποτε έγγραφα και λοιπά στοιχεία τα όποια περιέχovται εις την κατoχήv του Διευθυvτoύ, δυνάμει του παρόvτoς άρθρου, δύvαvται να κατακρατηθώσι διά περίoδov τριών μηvώv ή εάν κατά την διάρκειαν της eν λόγω περιόδου ήρξατο δικαστική διαδικασία eν σχέσει προς αδίκημα διά το oπoίov τα eν λόγω έγγραφα ή στοιχεία δύvαvται να χρησιμoπoιηθώσιv ως αποδείξεις, μέχρι της τελικής αποπερατώσεως της τοιαύτης διαδικασίας.
- 4/1978
- 41/1979
- 164/1987
32Α.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων (2), (3) και (4), ο Έφορος δύναται με απόφασή του να αναστείλει τη λειτουργία επιχείρησης και να σφραγίσει τα υποστατικά αυτής εφόσον πρόσωπο που ασκεί την επιχείρηση-
(α) παραλείπει να υποβάλει τουλάχιστον δύο (2) φορολογικές δηλώσεις που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο ή τουλάχιστον δώδεκα (12) μηνιαίες δηλώσεις παρακρατήσεων φόρων και εισφορών ή τουλάχιστον τρεις (3) φορολογικές δηλώσεις Φ.Π.Α. σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, κατά ή μετά την 1η Ιανουαρίου 2027· ή
(β) παραλείπει να καταβάλει τον υπ’ αυτού υπολογιζόμενο φόρο σύμφωνα με φορολογική ή φορολογικές δηλώσεις ή τον οφειλόμενο φόρο ή εισφορά σύμφωνα με δήλωση ή δηλώσεις παρακρατήσεων φόρων και εισφορών, ή σύμφωνα με βεβαίωση ή βεβαιώσεις του Εφόρου ή οφειλόμενα ποσά φόρου προστιθέμενης αξίας σύμφωνα με φορολογική ή φορολογικές δηλώσεις ή με βεβαιώσεις φόρου σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου και νοουμένου ότι το συνολικό οφειλόμενο ποσό, περιλαμβανομένων των επιβαρύνσεων, υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες ευρώ (€20.000):
(γ) δεν εξέδωσε τα προβλεπόμενα στον παρόντα Νόμο τιμολόγια ή αποδείξεις ή εξέδωσε ανακριβή τιμολόγια ή αποδείξεις· ή
(δ) παρεμποδίζει τη διενέργεια φορολογικού ελέγχου από εξουσιοδοτημένους λειτουργούς:
(2) Προϋπόθεση για την έκδοση της απόφασης του Εφόρου που αναφέρεται στο εδάφιο (1) είναι η αποστολή τριών (3) ειδοποιήσεων προς το πρόσωπο που αναφέρεται στο εδάφιο (1) με διπλοσυστημένη επιστολή στην τελευταία δοθείσα διεύθυνση αλληλογραφίας της επιχείρησης ή στο εγγεγραμμένο γραφείο του νομικού προσώπου το οποίο είναι συνδεδεμένο με την επιχείρηση ή με την άφεση της επιστολής στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου του νομικού προσώπου το οποίο είναι συνδεδεμένο με την επιχείρηση ή με την τοιχοκόλλησή της σε εμφανές μέρος της επιχείρησης ως εξής:
(α) Ο Έφορος αποστέλλει την πρώτη ειδοποίηση πρόθεσης αναστολής λειτουργίας της επιχείρησης και σφράγισης των υποστατικών αυτής και παρέχεται προθεσμία τουλάχιστον δέκα (10) ημερών για συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1), στο τέλος της οποίας ο Έφορος ελέγχει κατά πόσο το πρόσωπο έχει συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1).
(β) Σε περίπτωση που ο Έφορος διαπιστώσει ότι το πρόσωπο δεν έχει συμμορφωθεί με την πρώτη ειδοποίηση και εξακολουθεί να μην υπάρχει συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1), αποστέλλει δεύτερη ειδοποίηση πρόθεσης αναστολής λειτουργίας της επιχείρησης και σφράγισης των υποστατικών αυτής και παρέχεται προθεσμία τουλάχιστον δέκα (10) ημερών προς συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1), στο τέλος της οποίας ο Έφορος Φορολογίας ελέγχει κατά πόσο το πρόσωπο έχει συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1).
(γ) Σε περίπτωση που ο Έφορος διαπιστώσει ότι το πρόσωπο δεν έχει συμμορφωθεί με τη δεύτερη ειδοποίηση και εφόσον εξακολουθεί να μην υπάρχει συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1), αποστέλλει τρίτη ειδοποίηση πρόθεσης αναστολής λειτουργίας της επιχείρησης και σφράγισης των υποστατικών αυτής και ταυτόχρονα καλεί το πρόσωπο που ασκεί την επιχείρηση να υποβάλει εγγράφως τις απόψεις του εντός του χρονικού διαστήματος πέντε (5) ημερών από την αποστολή της τρίτης ειδοποίησης.
(3) Οι ειδοποιήσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (2) καθορίζουν με σαφήνεια την παράβαση των υποχρεώσεων που αναφέρονται στο εδάφιο (1) και σε περίπτωση οφειλόμενου ποσού ή παράλειψης υποβολής δηλώσεων περιλαμβάνουν σχετική προς τούτο ανάλυση.
(4) Σε περίπτωση που ο Έφορος διαπιστώσει ότι πρόσωπο δεν έχει συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του που προβλέπονται στο εδάφιο (1), εκδίδει απόφαση για αναστολή λειτουργίας της επιχείρησης και σφράγισης των υποστατικών κατά τα διαλαμβανόμενα στο εδάφιο (1) διασφαλίζοντας τα ακόλουθα:
(α) Αναγράφει στην απόφαση τον ακριβή χρόνο εκτέλεσης της απόφασης και την επιδίδει άμεσα στο πρόσωπο που ασκεί την επιχείρηση ή σε περίπτωση που αυτό δεν ανευρίσκεται, η απόφαση τοιχοκολλάται σε εμφανές μέρος της επιχείρησης·
(β) για την εκτέλεση της απόφασης ο Έφορος δύναται να ζητά τη συνδρομή της Αστυνομίας και κατά τη διαδικασία εκτέλεσης αυτής που ενεργείται από αστυνομικό, με τη σύμπραξη εξουσιοδοτημένων από τον Έφορο λειτουργών, τοποθετείται στην είσοδο της επιχείρησης ταινία που φέρει το όνομα του Τμήματος Φορολογίας και την ένδειξη στην ελληνική γλώσσα “Σφραγίστηκε μέχρι …….. (ημερομηνία και ώρα), βάσει της απόφασης υπ’ αριθμόν …….. ημερομηνίας……, προς εφαρμογή του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Νόμου” και ένδειξη, στην αγγλική γλώσσα, “Operation suspended due to tax violations”:
(γ) η απόφαση του Εφόρου για αναστολή λειτουργίας της επιχείρησης και σφράγισης των υποστατικών της τίθεται σε ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσής της μέσω γνωστοποίησής του, η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και η εκτέλεσή της πραγματοποιείται σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην παράγραφο (δ)·
(δ) η εκτέλεση της απόφασης του Εφόρου, η οποία τίθεται σε ισχύ σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (γ) δεν δύναται να πραγματοποιηθεί πριν από την πάροδο δέκα (10) τουλάχιστον ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της απόφασης στο πρόσωπο που ασκεί την επιχείρηση ή, σε περίπτωση που αυτός δεν ανευρίσκεται, από την ημερομηνία που η απόφαση τοιχοκολλάται σε εμφανές μέρος της επιχείρησης σύμφωνα με την παράγραφο (α):
Νοείται ότι, η απόφαση θεωρείται ότι επιδόθηκε-
(i) εάν παραδοθεί στο πρόσωπο που ασκεί την επιχείρηση, ή, εάν η διεύθυνσή του είναι γνωστή, εάν αποσταλεί σε αυτό σε τέτοια διεύθυνση με διπλοσυστημένη επιστολή· ή
(ii) εάν το πρόσωπο που ασκεί την επιχείρηση δεν είναι γνωστό ή δεν είναι δυνατή η ανεύρεσή του, εάν αποσταλεί με συστημένη επιστολή στην τελευταία δοθείσα διεύθυνση αλληλογραφίας της επιχείρησης ή στο εγγεγραμμένο γραφείο του νομικού προσώπου το οποίο είναι συνδεδεμένο με την εκάστοτε επιχείρηση· ή
(iii) με την άφεσή της στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου του νομικού προσώπου το οποίο είναι συνδεδεμένο με την εκάστοτε επιχείρηση· ή
(iv) με τη δημοσίευσή της σε δύο (2) τουλάχιστον ημερήσιες εφημερίδες, οι οποίες κυκλοφορούν στην επαρχία στην οποία βρίσκεται η επιχείρηση· ή
(v) με την τοιχοκόλλησή της σε εμφανές μέρος της επιχείρησης·
(ε) κατά την περίοδο της αναστολής λειτουργίας της επιχείρησης και σφράγισης των υποστατικών της εξουσιοδοτημένοι λειτουργοί δύναται να εισέρχονται στα υποστατικά της για σκοπούς άσκησης οποιωνδήποτε εξουσιών παρέχονται δυνάμει του παρόντος Νόμου με τη συνδρομή της Αστυνομίας και το πρόσωπο που αφορά υποχρεούται να επιτρέπει και να διευκολύνει τέτοια πρόσβαση και δύναται να παρευρίσκεται για όσο διαρκεί·
(στ) σε περίπτωση συμμόρφωσης του προσώπου που ασκεί την επιχείρηση, εκδίδεται σχετικό πιστοποιητικό από τον Έφορο και η απόφαση παύει αυτοδίκαια να ισχύει.
(5)(α) Σε περίπτωση που παρέλθει ο χρόνος για τον οποίο ανεστάλη η λειτουργία της επιχείρησης και σφραγίστηκαν τα υποστατικά αυτής κατά τα διαλαμβανόμενα στο εδάφιο (1) και ουδεμία προς τούτο συμμόρφωση υφίσταται, ο Έφορος δύναται να αποφασίσει τη συνέχιση της αναστολής λειτουργίας της επιχείρησης και σφράγισης των υποστατικών αυτής για ακόμη μία περίοδο που δεν υπερβαίνει τις είκοσι (20) ημέρες.
(β) Στην απόφαση του Εφόρου για περαιτέρω αναστολή της λειτουργίας και σφράγισης των υποστατικών δυνάμει του εδαφίου (5), προσδιορίζεται ο χρόνος της επιπλέον αναστολής λειτουργίας και σφράγισης των υποστατικών αυτής, καθώς και ο χρόνος έναρξης εφαρμογής και εκτέλεσης και ταυτόχρονα ο Έφορος, μέσω εξουσιοδοτημένου λειτουργού, κοινοποιεί την απόφασή του στην Αστυνομία και ζητά τη συνδρομή της για την εφαρμογή της απόφασης αυτής.
(γ) Η απόφαση του Εφόρου για περαιτέρω αναστολή της λειτουργίας και σφράγισης των υποστατικών δυνάμει του παρόντος εδαφίου θεωρείται ότι επιδόθηκε-
(i) εάν παραδοθεί στο πρόσωπο που ασκεί την επιχείρηση, ή, εάν η διεύθυνσή του είναι γνωστή, εάν αποσταλεί σε αυτό σε τέτοια διεύθυνση με διπλοσυστημένη επιστολή· ή
(ii) εάν το πρόσωπο που ασκεί την επιχείρηση δεν είναι γνωστό ή δεν είναι δυνατή η ανεύρεσή του, εάν αποσταλεί με συστημένη επιστολή στην τελευταία δοθείσα διεύθυνση αλληλογραφίας της επιχείρησης ή στο εγγεγραμμένο γραφείο του νομικού προσώπου το οποίο είναι συνδεδεμένο με την επιχείρηση· ή
(iii) με την άφεσή της στην διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου του νομικού προσώπου το οποίο είναι συνδεδεμένο με την επιχείρηση· ή
(iv) με τη δημοσίευσή της σε δύο (2) τουλάχιστον ημερήσιες εφημερίδες, οι οποίες κυκλοφορούν στην επαρχία στην οποία βρίσκεται η επιχείρηση· ή
(v) με την τοιχοκόλλησή της σε εμφανές μέρος της επιχείρησης.
(6) Πρόσωπο το οποίο παραβιάζει την αναστολή λειτουργίας της επιχείρησης και το σφράγισμα των υποστατικών της, που έχει επιβληθεί δυνάμει του παρόντος άρθρου, διαπράττει ποινικό αδίκημα και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη ή/και σε πρόστιμο το οποίο δεν υπερβαίνει τις τριάντα χιλιάδες ευρώ (€30.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.
(7) Για τους σκοπούς του εδαφίου (6), ως παράβαση αναστολής θεωρείται η καθ’ οιονδήποτε τρόπο λειτουργία της επιχείρησης ή η αυθαίρετη αφαίρεση, καταστροφή ή παραποίηση των χρησιμοποιηθέντων για την σφράγιση μέσων την οποία διαπιστώνουν εξουσιοδοτημένοι λειτουργοί του Εφόρου ή όργανα της Αστυνομίας.
(8) Οποιαδήποτε δικαστική αμφισβήτηση της αναστολής λειτουργίας της επιχείρησης και σφράγισης των υποστατικών της δεν αναστέλλει την υποχρέωση του προσώπου και/ή της επιχείρησης για συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις τους που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο και το δικαίωμα του Εφόρου να ασκήσει τις αρμοδιότητές του που πηγάζουν από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, για να διασφαλίσει τη συμμόρφωση του προσώπου και/ή της επιχείρησης με τις υποχρεώσεις τους που πηγάζουν από τον παρόντα Νόμο, καθώς και να λάβει μέτρα είσπραξης των οφειλόμενων φόρων.
(9) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ο Έφορος Φορολογίας δύναται να ενεργεί μέσω εξουσιοδοτημένων λειτουργών.
33.-(1) Οσάκις o Διευθυντής κρίνη ότι αvαφoρικώς προς φoρoλoγικόv τι έτος το αvτικείμεvov φόρου οιονδήποτε προσώπου μειούται εκ πράξεων αίτινες, κατά την γvώμηv αυτού, δεν είναι γνήσιαι ή είναι εικovικαί, δύναται να αγvoήση οιανδήποτε τoιαύτηv πράξιν και να φoρoλoγήση τα εvδιαφερόμεvα πρόσωπα επί του oρθoύ αvτικειμέvoυ φόρου.
(2) Οσάκις δυνάμει ή συνεπεία διαθέσεως γεvoμέvης eν ζωή του διαθέτου, εξαιρέσει διαθέσεως γεvoμέvης αντί αξίαν εχούσης και επαρκούς αvτιπαρoχής, αvτικείμεvov τι φόρου διατίθηται εις οιονδήποτε πρόσωπον ή προς όφελος τoύτoυ εντός του φoρoλoγικoύ έτους, το τoιoύτov αvτικείμεvov φόρου θεωρείται, διά τους σκοπούς του παρόvτoς Νόμου, ως αvτικείμεvov φόρου αvήκov εις τον διαθέτην εάν κατά την έvαρξιv του ρηθέvτoς έτους το πρόσωπον προς όφελος του oπoίoυ εγέvετo η διάθεσις δεν είχε συμπεπληρωμέvov το 18ov έτος της ηλικίας του και ήτο άγαμov.
(3) Ev τω παρόντι άρθρω o όρος "διάθεσις" περιλαμβάνει παν εμπίστευμα (trust) ως και πάσαν δωρεάν ή συμφωvίαv ή διευθέτησιν διά μεταβίβασιν αvτικειμέvoυ φόρου υπό του δικαιoύχoυ εις άλλο πρόσωπον, ως και πάσαν μεταβίβασιν περιoυσιακώv στoιχείωv υπό του ιδιoκτήτoυ εις άλλο πρόσωπον.
- 4/1978
- 41/1979
- 164/1987