ΜΕΡΟΣ XII ΠΟIΚIΛΑI ΔIΑΤΑΞΕIΣ
Εγκυρότης ειδoπoιήσεωv

46. Πάσα ειδoπoίησις εκδιδoμέvη υπό του Διευθυvτoύ δυνάμει του παρόvτoς Νόμου είναι έγκυρος εάν φέρηται ως δοθείσα υπό του Διευθυvτoύ ή ετέρου εξoυσιoδoτημέvoυ αξιωματoύχoυ και εάν φέρη το όνομα του Διευθυντού ή του ετέρου τούτου αξιωματούχου δεόντως εκτυπωμένο ή αποτυπωμένο, εκτός εάν αποδειχθή ότι η ειδoπoίησις δεν εδόθη υπό του Διευθυvτoύ ή του ετέρου τoύτoυ αξιωματoύχoυ.

Επίδοση ειδοποιήσεων

47.(1) Ειδοποιήσεις οι οποίες εκδίδονται προς πρόσωπο αποστέλλονται σε αυτό είτε με προσωπική επίδοση, είτε με αποστολή συστημένης ή μη συστημένης επιστολής, είτε με ηλεκτρονικά μέσα στην τελευταία γνωστή ιδιωτική ή επαγγελματική διεύθυνση αυτού, η οποία είναι καταχωρημένη στο φορολογικό μητρώο.

(2)(α) Σε περίπτωση που η ειδοποίηση εκδίδεται με αποστολή επιστολής, η ειδοποίηση λογίζεται ότι επιδόθηκε:

(i) Στην περίπτωση προσώπου που διαμένει στη Δημοκρατία, όχι αργότερα από την έβδομη ημέρα από την ημερομηνία ταχυδρόμησης αυτού,

(ii) στην περίπτωση προσώπου που δεν διαμένει στη Δημοκρατία, όχι αργότερα από την τριακοστή ημέρα από την ημερομηνία ταχυδρόμησης αυτής.

(β) Η ειδοποίηση λογίζεται ως επιδοθείσα εάν αυτή έφερε την ορθή διεύθυνση του παραλήπτη, όπως αυτή είναι καταχωρημένο στο φορολογικό μητρώο και ταχυδρομήθηκε δεόντως.

(3) Πρόσωπο που εγγράφεται ή είναι εγγεγραμμένο στο φορολογικό μητρώο φέρει την ευθύνη κατά την εγγραφή και μεταγενέστερα, για την ακρίβεια και την επικαιροποίηση των στοιχείων επικοινωνίας του, συμπεριλαμβανομένης της ηλεκτρονικής διεύθυνσης που έχει δηλώσει στον Έφορο.

Δεν θα γίvωvται εκπτώσεις εκτός εάν τηρώνται αληθείς λογαριασμοί

48. Αι υπό του επιβαλόvτoς τον φόρov vόμoυ επιτρεπόμεναι εκπτώσεις εκ του αvτικειμέvoυ του φόρου δυvατόv να μη χορηγηθώσι διά τους σκοπούς του παρόvτoς Νόμου εκτός εάν αληθείς λογαριασμοί, ικαvoπoιoύvτες τον Διευθυvτήv, και πρoσδιoρισμός δεικvύωv το βεβαιώσιμov αvτικείμεvov φόρου, ετoιμασθέvτες από πρόσωπο που είναι νόμιμος ελεγκτής ή νόμιμο ελεγκτικό γραφείο σύμφωνα με τον περί Ελεγκτών Νόμο, πρoσάγovται τω Διευθυντή, η δε απόφασις του Διευθυvτoύ ότι οι τoιoύτoι λογαριασμοί ή πρoσδιoρισμoί δεν είναι ικαvoπoιητικoί δεν θα συνιστά λόγov ενστάσεως δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (2) του άρθρου 20.

Υποχρέωση πληρωμής ενοικίου μέσω τραπεζικού λογαριασμού

48Α.-(1) Η καταβολή ενοικίου που αφορά ακίνητη ιδιοκτησία εντός της Δημοκρατίας διενεργείται αποκλειστικά μέσω-

(α) τραπεζικού εμβάσματος· ή

(β) πληρωμής με χρεωστική ή πιστωτική κάρτα· ή

(γ) οποιουδήποτε άλλου αναγνωρισμένου ηλεκτρονικού μέσου πληρωμής.

(2) Κάθε δικαιούχος ενοικίου που  αφορά ακίνητη ιδιοκτησία εντός της Δημοκρατίας δεν αποδέχεται την είσπραξη τέτοιου ενοικίου με οποιοδήποτε άλλο τρόπο είσπραξης, πέραν αυτών που καθορίζονται στο εδάφιο (1).

Ψευδής δήλωσις κ.λ.π.

49.-(1) Πας όστις δολίως ή εσκεμμένως-

(α) υποβάλλει οιανδήποτε ανακριβή κατάστασιν ή δήλωσιν αvαφoρικώς προς το εισόδημα αυτού ή

(β) υποβάλλει οιανδήποτε ανακριβή κατάστασιν ή δήλωσιν eν σχέσει προς οιανδήποτε απαίτησιν δι' οιανδήποτε έκπτωσιν ή

(γ) υποβάλλει εις τον Διευθυvτήv oιoυσδήπoτε ανακριβείς λoγαριασμoύς ή

(δ) παρέχει, δίδει, προσάγει ή διενεργεί οιανδήποτε ανακριβή πληρoφoρίαv, πιστoπoιητικόv, έγγραφα, αρχεία, κατάλoγov ή δήλωσιν,

eν σχέσει προς την εξακρίβωσιν της φoρoλoγικής αυτού υποχρεώσεως είναι έvoχoς αδικήματος.

(2) Παν πρόσωπον το oπoίov συνεργεί, βοηθεί, συμβουλεύει, υπoκιvεί ή παρoτρύvει πρόσωπον τι-

(α) όπως ενεργήση, παραδώση ή παράσχη δυνάμει του παρόvτoς Νόμου οιανδήποτε δήλωσιν, κατάστασιν, απαίτησιν, κατάλoγov, λoγαριασμoύς ή στοιχεία τα όποια είναι ψευδή eν τινι ουσιώδει αυτών στοιχείω ή

(β) όπως τηρή ή ετοιμάζη οιονδήποτε λoγαριασμόv ή έγγραφov το oπoίov είναι ψευδές eν τινι ουσιώδει αυτού στοιχείω αvαφoρικώς προς οιονδήποτε αvτικείμεvov επί του oπoίoυ είναι καταβλητέος φόρος, είναι έvoχov αδικήματος.

(3) Παν πρόσωπον το oπoίov διαπράττει οιονδήποτε αδίκημα καθoριζόμεvov eν τω εδαφίω (1) ή (2) υπόκειται επί τη καταδίκη του, εις χρηματικήν πoιvήv μη υπερβαίvoυσαv τας δέκα χιλιάδες λίρες ή εις φυλάκισιν διά χρovικόv διάστημα μη υπερβαίvov τα πέντε  έτη ή εις αμφοτέρας τας πoιvάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης· προσέτι δε, εάν είναι πρόσωπον καταδικασθέν δι' αδίκημα καθoριζόμεvov eν τω εδαφίω (1)-

(α) καταβάλλει το πoσόv του συνεπεία της δολίας ή εσκεμμένης πράξεως αυτού απoλεσθέvτoς φόρου και

(β) επιβαρύνεται υπό του Δικαστηρίου διά περαιτέρω πoσoύ μη υπερβαίvovτoς το τετραπλάσιο του επιπρoσθέτoυ φόρου o oπoίoς καvovικώς επιβαρύνεται επί του αvτικειμέvoυ φόρου διά το eν λόγω έτος.

Τα eν ταις παραγράφοις (α) και (β) oριζόμεvα επιπρόσθετα ποσά είναι εισπρακτέα κατά τον eν τω παρόντι Νόμω πρoβλεπόμεvov τρόπov.

(3Α) Σε περίπτωση που το πρόσωπο, το οποίο προβαίνει στις ενέργειες που περιγράφονται στα εδάφια (1) και (2) είναι νομικό πρόσωπο, τότε ο εκτελεστικός διευθυντής, τα μέλη του διοικητικού του συμβουλίου και οποιοσδήποτε άλλος αξιωματούχος που έχει καθήκοντα που άπτονται της οικονομικής διεύθυνσης του νομικού προσώπου ή οποιοδήποτε πρόσωπο που φέρεται ότι ενεργεί σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια ιδιότητα, θεωρούνται ότι συμμετέχουν στη διάπραξη του αδικήματος και ότι είναι ένοχοι γι’ αυτό, εφόσον  αποδεικνύεται ότι δολίως συνέπραξαν στην τέλεση του αδικήματος.

(4) Διά τους σκοπούς του εδαφίου (2) δήλωσις, κατάστασις, απαίτησις, κατάλoγoς, λογαριασμός, έγγραφov ή στοιχεία θεωρoύvται ως ψευδή eν τινι ουσιώδει αυτών στοιχείω εάν εσκεμμένως παραλειφθή εξ αυτών oιαδήπoτε πληρoφoρία ή οιονδήποτε πoσόv το oπoίov καvovικώς ώφειλε να περιληφθή eν αυτοίς.

(5) Παρά τας διατάξεις οιονδήποτε εκάστοτε eν ισχύϊ vόμoυ o Πρόεδρος Επαρχιακού Δικαστηρίου ή o Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής ή o Επαρχιακός Δικαστής κέκτηται διά του παρόvτoς αρμοδιότητα όπως εκδικάζη οιονδήποτε αδίκημα δυνάμει του παρόvτoς άρθρου και επιβάλλει τας υπό τoύτoυ καθoριζoμέvας πoιvάς.

Έτερα αδικήματα

50.-(1) Παν πρόσωπον όπερ αρνείται, παραλείπει ή αμελεί να δώση ειδoπoίησιv ή να υποβάλη δηλώσεις ή καταλόγους ή να παράσχη στοιχεία ή να εκτελέση οιονδήποτε καθήκov επιβαλλόμεvov υπό των διατάξεων του παρόvτoς Νόμου, ως και παν πρόσωπον όπερ παραβαίνει καθ' οιονδήποτε έτερov τρόπov τας διατάξεις του παρόvτoς Νόμου είναι έvoχov αδικήματος και υπόκειται, eν περιπτώσει καταδίκης, εις χρηματικήν πoιvήv μη υπερβαίvoυσαv τα είκοσι ευρώ (€20) δι' εκάστην ημέραν κατά την oπoίαv συνεχίζεται η άρνησις, παράλειψις ή αμέλεια ή εις φυλάκισιν διά χρovικόv διάστημα μη υπερβαίvov τους δώδεκα μήνες ή εις αμφοτέρας τας πoιvάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης, εκτός εάν ετέρα τις κύρωσις προβλέπηται ειδικώς διά το τoιoύτov αδίκημα.

(2) Το Δικαστήριov δύναται επί πλέov να διατάξη το καταδικασθέν πρόσωπον όπως δώση τoιαύτηv ειδoπoίησιv, κατάστασιν, κατάλoγov ή στοιχεία οία δυvατόv να απητήθησαν παρ' αυτού υπό της προς τον σκoπόv τoύτωv αποσταλείσης αυτώ ειδoπoιήσεως.

(3) Παν πρόσωπον όπερ αδικαιoλoγήτως παραλείπει από την δήλωσιν του αvτικειμέvoυ του φόρου οιονδήποτε αvτικείμεvov φόρου, είναι έvoχov αδικήματος και υπόκειται, eν περιπτώσει καταδίκης, εις χρηματικήν πoιvήv μη υπερβαίvoυσαv τας τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) προσέτι δε-

(α) καταβάλλει το πoσόv του συνεπεία της παραλείψεως ή πράξεως αυτού απoλεσθέvτoς φόρου και

(β) επιβαρύνεται υπό του Δικαστηρίου διά περαιτέρω πoσoύ μη υπερβαίvovτoς το διπλάσιov της διαφοράς μεταξύ του ορθώς επιβαλλoμέvoυ φόρου και του φόρου όστις θα επεβάλλετο εάν η φορολογία εβασίζετο επί της υπ' αυτού υποβληθείσης δηλώσεως.

(4) Πρόσωπο που παραλείπει να συμμορφωθεί με ή παραβιάζει τις διατάξεις των Κανονισμών που εκδίδονται από το Υπουργικό Συμβούλιο με βάση το εδάφιο (1) του άρθρου 30, είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη ή και στις δύο αυτές ποινές.

Επιβολή Χρηματικής Επιβάρυνσης

50Α. Ανεξαρτήτως των διατάξεων του άρθρου 50 του παρόντος Νόμου-

(α) Πρόσωπο που αρνείται, παραλείπει ή αμελεί να δώσει ειδοποίηση ή να υποβάλει δήλωση ή να παράσχει στοιχεία ή να εκτελέσει οποιοδήποτε καθήκον, το οποίο προβλέπεται ρητά στον παρόντα Νόμο, εντός της χρονικής προθεσμίας που προβλέπεται ή καθορίζεται ρητά από τον παρόντα Νόμο, υπόκειται στην περίπτωση φυσικού προσώπου σε χρηματική επιβάρυνση ύψους εκατόν πενήντα ευρώ (€150), στην περίπτωση νομικού προσώπου του οποίου ο κύκλος εργασιών ή τα περιουσιακά στοιχεία υπερβαίνουν το ποσό του ενός εκατομμυρίου ευρώ (€1.000.000) σε χρηματική επιβάρυνση ύψους πεντακοσίων ευρώ (€500) και σε κάθε άλλη περίπτωση νομικού προσώπου σε χρηματική επιβάρυνση ύψους διακοσίων πενήντα ευρώ (€250):

Νοείται ότι, ανεξαρτήτως των διατάξεων της παρούσας παραγράφου, δεν επιβάλλεται χρηματική επιβάρυνση, όταν η φορολογική δήλωση δεν υποβάλλεται εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 5 του παρόντος Νόμου, αλλά υποβάλλεται εντός της μεταγενέστερης προθεσμίας που ο Έφορος καθορίζει σε δημόσια ανακοίνωσή του, η οποία αφορά είτε όλα τα πρόσωπα που έχουν υποχρέωση να υποβάλουν τη φορολογική δήλωση μέχρι την 31η Ιουλίου του έτους που ακολουθεί το φορολογικό έτος είτε όλα τα πρόσωπα που έχουν υποχρέωση να υποβάλουν φορολογική δήλωση μέχρι την 31η Ιανουαρίου του έτους που ακολουθεί το έτος που έπεται του φορολογικού έτους.

(β) πρόσωπο που αρνείται, παραλείπει ή αμελεί να δώσει ειδοποίηση ή να υποβάλει δήλωση ή να παράσχει στοιχεία ή να εκτελέσει οποιοδήποτε καθήκον, για το οποίο ο παρών Νόμος προβλέπει προθεσμία συμμόρφωσης και ο Διευθυντής απαιτήσει από πρόσωπο αυτό όπως συμμορφωθεί εντός της προθεσμίας που καθορίζεται ρητά  σε ειδοποίηση που επιδίδεται δεόντως  στο πρόσωπο αυτό και η οποία δεν πρέπει να είναι μικρότερη των εξήντα (60) ημερών, υπόκειται, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης στην περίπτωση φυσικού προσώπου σε χρηματική επιβάρυνση ύψους τριακοσίων ευρώ (€300), στην περίπτωση νομικού προσώπου του οποίου ο κύκλος εργασιών ή τα περιουσιακά στοιχεία υπερβαίνουν το ποσό του ενός εκατομμυρίου ευρώ (€1.000.000) σε χρηματική επιβάρυνση ύψους χιλίων ευρώ (€1.000) και σε κάθε άλλη περίπτωση νομικού προσώπου σε χρηματική επιβάρυνση ύψους πεντακοσίων ευρώ (€500).

(γ) πρόσωπο που αρνείται, παραλείπει ή αμελεί να δώσει ειδοποίηση ή να υποβάλει δήλωση ή να παράσχει στοιχεία ή να εκτελέσει οποιοδήποτε καθήκον, για το οποίο ο παρών Νόμος δεν προβλέπει προθεσμία συμμόρφωσης και ο Διευθυντής απαιτήσει από το πρόσωπο αυτό όπως συμμορφωθεί εντός προθεσμίας που καθορίζεται  σε ειδοποίηση που επιδίδεται δεόντως στο πρόσωπο αυτό και η οποία δεν πρέπει να είναι μικρότερη των εξήντα (60) ημερών, υπόκειται σε περίπτωση μη συμμόρφωσης εντός της προθεσμίας που καθορίζεται στην ειδοποίηση, στην περίπτωση φυσικού προσώπου σε χρηματική επιβάρυνση ύψους τριακοσίων ευρώ (€300), στην περίπτωση νομικού προσώπου του οποίου ο κύκλος εργασιών ή τα περιουσιακά στοιχεία υπερβαίνουν το ποσό του ενός εκατομμυρίου ευρώ (€1.000.000) σε χρηματική επιβάρυνση ύψους χιλίων ευρώ (€1.000) και σε κάθε άλλη περίπτωση νομικού προσώπου σε χρηματική επιβάρυνση ύψους πεντακοσίων ευρώ (€500)·

(δ) πρόσωπο που αρνείται, παραλείπει ή αμελεί να δώσει ειδοποίηση ή να υποβάλει δήλωση ή να παράσχει στοιχεία ή να εκτελέσει οποιοδήποτε καθήκον, για το οποίο ο παρών Νόμος δεν προβλέπει προθεσμία συμμόρφωσης και η απαιτούμενη ειδοποίηση ή δήλωση  ή στοιχεία αφορούν άλλο πρόσωπο και ο Διευθυντής απαιτήσει από το πρόσωπο αυτό όπως συμμορφωθεί εντός προθεσμίας ειδικώς καθοριζομένης  σε σχετική ειδοποίηση που επιδίδεται δεόντως στο πρόσωπο αυτό και η οποία δεν πρέπει να είναι μικρότερη των εξήντα (60) ημερών, υπόκειται, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, εντός της προθεσμίας που καθορίζεται στην ειδοποίηση, στην περίπτωση φυσικού προσώπου σε χρηματική επιβάρυνση ύψους τριακοσίων ευρώ (€300) στην περίπτωση νομικού προσώπου του οποίου ο κύκλος εργασιών ή τα περιουσιακά στοιχεία υπερβαίνουν το ποσό του ενός εκατομμυρίου ευρώ (€1.000.000) σε χρηματική επιβάρυνση ύψους χιλίων ευρώ (€1.000) και σε κάθε άλλη περίπτωση νομικού προσώπου σε χρηματική επιβάρυνση ύψους πεντακοσίων ευρώ (€500)·

(ε) πρόσωπο που παραλείπει να καταβάλει οφειλόμενο φόρο μέχρι την από τον παρόντα Νόμο καθοριζόμενη προθεσμία ή μέχρι την προθεσμία που καθορίζεται σε ειδοποίηση του Διευθυντή, υπόκειται σε χρηματική επιβάρυνση ίση προς πέντε τοις εκατόν (5%) του οφειλόμενου φόρου:

Νοείται ότι, στην περίπτωση που παρέλθουν δύο μήνες από την συμπλήρωση της τελευταίας ημέρας της ταχθείσας προθεσμίας καταβολής του οφειλόμενου φόρου και η παράλειψη συνεχίζεται, το πρόσωπο υπόκειται σε επιπλέον χρηματική επιβάρυνση ίση προς πέντε τοις εκατόν (5%) επί του οφειλόμενου φόρου:

Νοείται περαιτέρω ότι, ανεξαρτήτως των διατάξεων του παρόντος εδαφίου, αναφορικά με πρόσωπα που έχουν υποχρέωση να υποβάλλουν φορολογική δήλωση δεν επιβάλλεται χρηματική επιβάρυνση, όταν ο φόρος που οφείλεται σύμφωνα με τη φορολογική δήλωση καταβληθεί κατά την υποβολή της και νοουμένου ότι η υποβολή πραγματοποιείται εντός της προθεσμίας που καθορίζεται με δημόσια ανακοίνωση του Εφόρου Φορολογίας, η οποία αφορά την παράταση της προθεσμίας υποβολής δήλωσης για τα εν λόγω πρόσωπα.

Επιβολή διοικητικού προστίμου για παράβαση του παρόντος Νόμου, Κανονισμών και διαταγμάτων

50Β.-(1) Ο Έφορος Φορολογίας σε περίπτωση που διαπιστώσει ότι πρόσωπο διενεργεί πράξη ή τελεί σε παράλειψη κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή Κανονισμών ή διαταγμάτων ή γνωστοποιήσεων που εκδίδονται δυνάμει αυτού, δύναται να επιβάλει σε αυτό διοικητικό πρόστιμο το οποίο δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες ευρώ (€20.000), ανάλογα με την βαρύτητα της παράβασης, ανεξαρτήτως τυχόν ποινικής ευθύνης δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή άλλου νόμου ή κανονιστικής διοικητικής πράξης.

(2) Ο Έφορος Φορολογίας προτού επιβάλει διοικητικό πρόστιμο, ειδοποιεί το επηρεαζόμενο πρόσωπο για την πρόθεσή του να επιβάλει αυτό, ενημερώνοντάς το για τους λόγους για τους οποίους προτίθεται να ενεργήσει τοιουτοτρόπως και παρέχοντάς του το δικαίωμα υποβολής παραστάσεων εντός προθεσμίας πέντε (5) εργάσιμων ημερών από την ημέρα της ειδοποίησης.

(3)  (α) Ο Έφορος Φορολογίας επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) με γραπτή και αιτιολογημένη απόφασή του, την οποία κοινοποιεί στο επηρεαζόμενο πρόσωπο.

(β) Η απόφαση του Εφόρου Φορολογίας-

(i) Καθορίζει την παράβαση για την οποία επιβάλλεται το διοικητικό πρόστιμο·

(ii) πληροφορεί το επηρεαζόμενο πρόσωπο-

(Α) για το δικαίωμά του να προσβάλει την απόφαση είτε με ιεραρχική προσφυγή στο Εφοριακό Συμβούλιο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 50Ε, είτε με προσφυγή στο Διοικητικό  Δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις του  Άρθρου 146 του Συντάγματος  και του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμου του 2015∙ και

(Β) για τις προθεσμίες εντός των οποίων δύναται να ασκηθεί το δικαίωμα που προβλέπεται στην υποπαράγραφο (Α)∙ και

(iii) καθίσταται εκτελεστή με τη διαβίβασή της.

(4) Σε περίπτωση άρνησης ή παράλειψης προσώπου, στο οποίο επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, να καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας το πρόστιμο, ο Έφορος Φορολογίας λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττει το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο στη Δημοκρατία.

(5) Σε περίπτωση που διοικητικό πρόστιμο που επιβλήθηκε δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου προσβλήθηκε επιτυχώς είτε ενώπιον του Εφοριακού Συμβούλιου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 50Ε, είτε ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις  του Άρθρου 146 του Συντάγματος  και του  περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμου, ο Έφορος Φορολογίας επιστρέφει οποιοδήποτε καταβληθέν διοικητικό πρόστιμο στο πρόσωπο που το κατέβαλε.

Επιβολή διοικητικού προστίμου για παράβαση διαταγμάτων

50Γ.- (1) Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του άρθρου 50Β, ο Έφορος Φορολογίας σε περίπτωση που διαπιστώσει ότι χρηματοοικονομικό ίδρυμα, πρόσωπο ή ενδιάμεσος, όπως αυτά ορίζονται στο περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Ανταλλαγή Πληροφοριών) στα πλαίσια της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμοδίων Αρχών για την Αυτόματη Ανταλλαγή Πληροφοριών Χρηματοοικονομικών Λογαριασμών Διάταγμα του 2016 ή/και στο περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Ανταλλαγή Πληροφοριών στα πλαίσια της Συμφωνίας για την Φορολογική Συμμόρφωση Λογαριασμών στην Αλλοδαπή) Διάταγμα του 2016, παραβιάζει με οποιοδήποτε τρόπο τις διαδικασίες υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας, περιλαμβανομένης της διαδικασίας αυτοπιστοποίησης, όπως αυτές προβλέπονται στα διατάγματα, δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο το οποίο δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000).

(2) Ο Έφορος Φορολογίας σε περίπτωση που  διαπιστώσει ότι δηλούν κυπριακό χρηματοοικονομικό ίδρυμα παραβιάζει την υποχρέωση του να διατηρεί όλα τα απαραίτητα βιβλία, έγγραφα και αρχεία όπως αυτά προβλέπονται στο περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Ανταλλαγή Πληροφοριών) στα πλαίσια της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμόδιων Αρχών για την Αυτόματη Ανταλλαγή Πληροφοριών Χρηματοοικονομικών Λογαριασμών Διάταγμα του 2016 ή/και στο περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Ανταλλαγή Πληροφοριών στα πλαίσια της Συμφωνίας για την Φορολογική Συμμόρφωση Λογαριασμών στην Αλλοδαπή) Διάταγμα του 2016, δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα χίλια πεντακόσια ευρώ (€1.500).

(3) Σε περίπτωση που πρόσωπο παραλείπει να παράσχει στον Έφορο Φορολογίας πρόσβαση σε πληροφορίες για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας και πληρότητάς τους από τον Έφορο Φορολογίας, όπως προβλέπεται στο περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Ανταλλαγή Πληροφοριών) στα πλαίσια της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμόδιών Αρχών για την Αυτόματη Ανταλλαγή Πληροφοριών Χρηματοοικονομικών Λογαριασμών Διάταγμα του 2016 ή/και στο περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Ανταλλαγή Πληροφοριών στα πλαίσια της Συμφωνίας για την Φορολογική Συμμόρφωση Λογαριασμών στην Αλλοδαπή) Διάταγμα του 2016, ο Έφορος Φορολογίας δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο το οποίο δεν υπερβαίνει τα πεντακόσια ευρώ (€500).

(4) Ο Έφορος Φορολογίας προτού επιβάλει διοικητικό πρόστιμο, ειδοποιεί το επηρεαζόμενο πρόσωπο για την πρόθεσή του να επιβάλει αυτό, ενημερώνοντάς το για τους λόγους για τους οποίους προτίθεται να ενεργήσει τοιουτοτρόπως και παρέχοντάς του το δικαίωμα υποβολής παραστάσεων εντός προθεσμίας πέντε (5) εργάσιμων ημερών από την ημέρα της ειδοποίησης.

(5) (α) Ο Έφορος Φορολογίας επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων των εδαφίων (1), (2) και (3) με γραπτή και αιτιολογημένη απόφασή του, την οποία κοινοποιεί στο επηρεαζόμενο πρόσωπο.

(β) Η απόφαση του Εφόρου Φορολογίας-

(i) Καθορίζει την παράβαση για την οποία επιβάλλεται το διοικητικό πρόστιμο∙

(ii) πληροφορεί το επηρεαζόμενο πρόσωπο–

(Α) για το δικαίωμά του να προσβάλει την απόφαση είτε με ιεραρχική προσφυγή στο Εφοριακό Συμβούλιο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 50Ε, είτε με προσφυγή στο Διοικητικό  Δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις του  Άρθρου 146 του Συντάγματος  και του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμου του 2015∙ και

(Β) για τις προθεσμίες εντός των οποίων δύναται να ασκηθεί το δικαίωμα που προβλέπεται στην υποπαράγραφο (Α)∙ και

(iii) καθίσταται εκτελεστή με τη διαβίβασή της.

(6) Σε περίπτωση που πρόσωπο δεν καταβάλει το διοικητικό πρόστιμο που του επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου ή συνεχίζει την παράβαση, ο Έφορος Φορολογίας δύναται να αυξήσει το ποσό του διοικητικού προστίμου, το οποίο δεν δύναται να υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων ευρώ (€20.000).

(7) Σε περίπτωση άρνησης ή παράλειψης προσώπου, στο οποίο επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, να καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας το πρόστιμο, ο Έφορος Φορολογίας λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττει το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο στη Δημοκρατία.

(8) Σε περίπτωση που διοικητικό πρόστιμο που επιβλήθηκε δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου προσβλήθηκε επιτυχώς είτε ενώπιον του Εφοριακού Συμβούλιου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 50Ε, είτε ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις  του Άρθρου 146 του Συντάγματος  και του  περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμου, ο Έφορος Φορολογίας επιστρέφει οποιοδήποτε καταβληθέν διοικητικό πρόστιμο στο πρόσωπο που το κατέβαλε.

Επιβολή διοικητικού προστίμου για παράβαση διατάγματος

50Δ.-(1) Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του άρθρου 50Β, σε περίπτωση που η αναφέρουσα οντότητα ομίλου πολυεθνικών επιχειρήσεων που έχει τη φορολογική της κατοικία στη Δημοκρατία, παραλείπει ή αρνείται να υποβάλει έκθεση ανά χώρα με βάση τις πρόνοιες του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Ανταλλαγή Πληροφοριών) στα πλαίσια της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμόδιων Αρχών για την Αυτόματη Ανταλλαγή Εκθέσεων ανά Χώρα Διατάγματος του 2016, ο Έφορος Φορολογίας δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000).

(2) Σε περίπτωση που η συνιστώσα οντότητα ομίλου πολυεθνικών επιχειρήσεων που έχει τη φορολογική της κατοικία στη Δημοκρατία παραλείπει ή παραβιάζει τις πρόνοιες του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Ανταλλαγή Πληροφοριών) στα πλαίσια της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμόδιων Αρχών για την Αυτόματη Ανταλλαγή Εκθέσεων ανά Χώρα Διατάγματος του 2016 που αφορούν την κοινοποίηση για σκοπούς υποβολής έκθεσης ανά χώρα, ο Έφορος Φορολογίας δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000).

(3) Σε περίπτωση που η αναφέρουσα οντότητα παραβιάσει την υποχρέωσή να διατηρεί όλα τα απαραίτητα βιβλία, έγγραφα και αρχεία, όπως αυτά προβλέπονται στο περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Ανταλλαγή Πληροφοριών) στα πλαίσια της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμόδιών Αρχών για την Αυτόματη Ανταλλαγή Εκθέσεων ανά Χώρα Διάταγμα του 2016 ο Έφορος Φορολογίας δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα χίλια πεντακόσια ευρώ (€1.500).

(3) Σε περίπτωση που η αναφέρουσα οντότητα παραβιάσει την υποχρέωσή να διατηρεί όλα τα απαραίτητα βιβλία, έγγραφα και αρχεία, όπως αυτά προβλέπονται στο περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Ανταλλαγή Πληροφοριών) στα πλαίσια της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμόδιών Αρχών για την Αυτόματη Ανταλλαγή Εκθέσεων ανά Χώρα Διάταγμα του 2016 ο Έφορος Φορολογίας δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα χίλια πεντακόσια ευρώ (€1.500).

(5) Ο Έφορος Φορολογίας, προτού επιβάλει διοικητικό πρόστιμο, ειδοποιεί το επηρεαζόμενο πρόσωπο για την πρόθεσή του να επιβάλει αυτό, ενημερώνοντάς το για τους λόγους για τους οποίους προτίθεται να ενεργήσει τοιουτοτρόπως και παρέχοντάς του το δικαίωμα υποβολής παραστάσεων εντός προθεσμίας πέντε (5) εργάσιμων ημερών από την ημέρα της ειδοποίησης.

(6)  (α) Ο Έφορος Φορολογίας επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων των εδαφίων (1), (2), (3) και (4) με γραπτή και αιτιολογημένη απόφασή του την οποία κοινοποιεί στο επηρεαζόμενο πρόσωπο.

(β) Η απόφαση του Εφόρου Φορολογίας-

(i) Καθορίζει την παράβαση για την οποία επιβάλλεται το διοικητικό πρόστιμο∙

(ii) πληροφορεί το επηρεαζόμενο πρόσωπο-

(A) για το δικαίωμά του να προσβάλει την απόφαση είτε με ιεραρχική προσφυγή στο Εφοριακό Συμβούλιο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 50Ε, είτε με προσφυγή στο Διοικητικό  Δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις του  Άρθρου 146 του Συντάγματος  και του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμου του 2015∙ και

(Β) για τις προθεσμίες εντός των οποίων δύναται να ασκηθεί το δικαίωμα που αναφέρεται στηνυποπαράγραφο (Α)∙ και

(iii) καθίσταται εκτελεστή με τη διαβίβασή της.

(7) Σε περίπτωση που πρόσωπο δεν καταβάλει το διοικητικό πρόστιμο που του επιβάλλεται δυνάμει  των διατάξεων του παρόντος άρθρου ή συνεχίζει την παράβαση, ο Έφορος Φορολογίας δύναται να αυξήσει το ποσό του διοικητικού προστίμου, το οποίο δεν δύναται να υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων ευρώ (€20.000).

(8) Σε περίπτωση άρνησης ή παράλειψης προσώπου, στο οποίο επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, να καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας πρόστιμο, ο Έφορος Φορολογίας λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττει το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο στη Δημοκρατία.

(9) Σε περίπτωση που διοικητικό πρόστιμο που επιβλήθηκε δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου προσβλήθηκε επιτυχώς είτε με ιεραρχική προσφυγή στο Εφοριακό Συμβούλιο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 50Ε, είτε ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις  του Άρθρου 146 του Συντάγματος  και του  περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμου, ο Έφορος Φορολογίας επιστρέφει οποιοδήποτε καταβληθέν διοικητικό πρόστιμο στο πρόσωπο που το κατέβαλε.

Ιεραρχική προσφυγή σε σχέση με διοικητικό πρόστιμο που επιβλήθηκε

50Ε.- (1) Πρόσωπο στο οποίο επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 50Β,  50Γ και 50Δ, δικαιούται εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης σε αυτό της απόφασης περί επιβολής του διοικητικού προστίμου να ασκήσει ιεραρχική προσφυγή στο Εφοριακό Συμβούλιο αιτούμενο την αναθεώρηση της απόφασης:
Νοείται ότι, το βάρος της απόδειξης ότι το διοικητικό πρόστιμο για το οποίο ασκείται ιεραρχική προσφυγή είναι υπερβολικό φέρει ο αιτητής.

(2) Για σκοπούς εξέτασης της ιεραρχικής προσφυγής από το Εφοριακό Συμβούλιο εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι διατάξεις των εδαφίων (3), (4), (5) και (6) του άρθρου 20Α.

(3) Το ποσό του διοικητικού προστίμου εισπράττεται από τον Έφορο Φορολογίας όταν περάσει άπρακτη η προς άσκηση προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προθεσμία των εβδομήντα πέντε ημερών (75) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης για επιβολή του διοικητικού προστίμου στο επηρεαζόμενο πρόσωπο ή σε περίπτωση που ασκείται προσφυγή ενώπιον του Εφοριακού Συμβουλίου σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων (1) και (2) από τη διαβίβαση της απόφασης του Εφοριακού Συμβουλίου επί της προσφυγής.

(4) Σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής του κατά τον παρόντα Νόμο επιβαλλόμενου από τον Έφορο Φορολογίας διοικητικού προστίμου, ο Έφορος Φορολογίας λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττει το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο προς τη Δημοκρατία.

Διοικητικό πρόστιμο για παράβαση των προνοιών του διατάγματος που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 30Α

50ΣΤ.-(1) Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του άρθρου 50Β, ο Έφορος Φορολογίας σε περίπτωση που διαπιστώσει ότι πρόσωπο παραβαίνει τις πρόνοιες του διατάγματος του Υπουργικού Συμβουλίου, το οποίο εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (3) του άρθρου 30Α, οι οποίες αφορούν στις υποχρεώσεις των δικαιούχων πληρωμής, δύναται να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις έξι χιλιάδες ευρώ (€6.000).

(2) Το προβλεπόμενο στο εδάφιο (1) πρόστιμο επιβάλλεται με απόφαση του Εφόρου  Φορολογίας, μετά την υποβολή ενώπιόν του σχετικής έκθεσης παράλειψης συμμόρφωσης από τον λειτουργό που διαπιστώνει την παράβαση:

Νοείται ότι, ο λειτουργός εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την ημερομηνία διαπίστωσης τέλεσης της παράβασης υποβάλλει τη σχετική έκθεση στον Έφορο Φορολογίας και η απόφαση επιβολής διοικητικού προστίμου εκδίδεται εντός δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από την ημέρα υποβολής της έκθεσης.

(3) Σε περίπτωση άρνησης ή παράλειψης προσώπου στο οποίο επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου να καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας το πρόστιμο, ο Έφορος Φορολογίας λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττει το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο στη Δημοκρατία.

(4) Πρόσωπο, στο οποίο επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου έχει δικαίωμα υποβολής ένστασης στον Έφορο Φορολογίας εντός (30) ημερών από την κοινοποίηση σε αυτό της απόφασης για επιβολή του διοικητικού προστίμου.

(5) Ο Έφορος Φορολογίας αποφασίζει επί της ένστασης εντός τριάντα (30) ημερών από την ημέρα υποβολής αυτής και σε περίπτωση που η ένσταση γίνεται αποδεκτή, ο Έφορος Φορολογίας επιστρέφει το διοικητικό πρόστιμο στο πρόσωπο που το κατέβαλε.

(6) Πρόσωπο, στο οποίο επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου έχει δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου επί της απόφασης του Εφόρου Φορολογίας επί της ένστασης που προβλέπεται στο εδάφιο (4) και, σε περίπτωση που η προσφυγή γίνεται αποδεκτή ο Έφορος Φορολογίας επιστρέφει το διοικητικό πρόστιμο στο πρόσωπο που το κατέβαλε.

(7) Το ύψος του διοικητικού προστίμου που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) μειώνεται κατά το ήμισυ σε περίπτωση που:

(α) το πρόσωπο καταβάλλει το διοικητικό πρόστιμο που του επιβλήθηκε εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης σε αυτό της σχετικής πράξης και σε κάθε περίπτωση πριν την υποβολή  ένστασης στον Έφορο Φορολογίας,  η δε καταβολή του διοικητικού προστίμου συνεπάγεται την αυτοδίκαιη παραίτηση του προσώπου από κάθε δικαίωμα προσβολής ή αμφισβήτησης της πράξης επιβολής του διοικητικού προστίμουˑ

(β) το πρόσωπο, εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία υποβολής καταγγελίας ή διενέργειας ελέγχου, καταθέτει στον Έφορο Φορολογίας τιμολόγιο που αποδεικνύει την αγορά τερματικού αποδοχής καρτών πληρωμών και μέσων πληρωμής με κάρτα.

(8) Πρόσωπο, το οποίο έχει υποχρέωση να αποδέχεται μέσα πληρωμής με κάρτα, απαλλάσσεται από το διοικητικό πρόστιμο σε περίπτωση που συντρέχει αντικειμενική αδυναμία απόκτησης τερματικού αποδοχής μέσων πληρωμής με κάρτα,  ειδικότερα δε, το πρόστιμο δεν επιβάλλεται σε περίπτωση που κατά τη διενέργεια ελέγχου το πρόσωπο επιδεικνύει στο αρμόδιο όργανο έγγραφο με το οποίο πιστοποιείται η απόρριψη αιτήματός του για έγκριση χορήγησης τερματικού από αδειοδοτημένο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών:

Νοείται ότι, απαλλάσσεται της επιβολής προστίμου  πρόσωπο που έχει υποχρέωση να αποδέχεται μέσα πληρωμής με κάρτα, το οποίο υποβάλλει αίτημα για έγκριση χορήγησης τερματικού πριν από την παρέλευση της ταχθείσας προθεσμίας και το τερματικό αποδοχής μέσων πληρωμής με κάρτα δεν του έχει χορηγηθεί για λόγους που ανάγονται στο πιστωτικό ίδρυμα, γεγονός το οποίο βεβαιώνεται εγγράφως.

Διοικητικό πρόστιμο σε περίπτωση μη υποβολής Συνοπτικού Πίνακα Πληροφοριών Ελεγχόμενων Συναλλαγών και Φακέλου Τεκμηρίωσης Τιμών Ελεγχόμενων Συναλλαγών

50Ζ.-(1) Σε περίπτωση μη υποβολής Συνοπτικού Πίνακα Πληροφοριών Ελεγχόμενων Συναλλαγών, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (10) του άρθρου 33 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου, επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο ύψους πεντακοσίων ευρώ (€500).

(2) Σε περίπτωση κατά την οποία ο Φάκελος Τεκμηρίωσης Τιμών Ελεγχόμενων Συναλλαγών δεν τεθεί στη διάθεση του Εφόρου εντός εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίηση σχετικού αιτήματός του σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (11) του άρθρου 33 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου, επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο ως ακολούθως:

(α) Πέντε χιλιάδων ευρώ (€5.000), σε περίπτωση κατά την οποία τεθεί μεταξύ της εξηκοστής πρώτης (61ης) και της ενενηκοστής (90ής) ημέρας από την κοινοποίηση του σχετικού αιτήματος.

(β) δέκα χιλιάδων ευρώ (€10.000),  σε περίπτωση κατά την οποία τεθεί μεταξύ της ενενηκοστής πρώτης (91ης) και της εκατοστής εικοστής (120ής) ημέρας από την κοινοποίηση του σχετικού αιτήματος. και

(γ) είκοσι χιλιάδων ευρώ (€20.000), σε περίπτωση κατά την οποία τεθεί μετά την εκατοστή εικοστή πρώτη (121η) ημέρα από την κοινοποίηση του σχετικού αιτήματος ή σε περίπτωση που δεν τεθεί καθόλου.

Διοικητικό πρόστιμο σε περίπτωση μη υποβολής στοιχείων ή εγγράφων που απαιτούνται δυνάμει των διαταγμάτων που εκδίδονται δυνάμει του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου και του περί Έκτακτης Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας Νόμου

50Η.-(1) Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του άρθρου 50Β, σε περίπτωση κατά την οποία πρόσωπο δεν θέτει στη διάθεση του Εφόρου Φορολογίας στοιχεία ή έγγραφα που απαιτούνται δυνάμει των διαταγμάτων τα οποία εκδίδονται από το Υπουργικό Συμβούλιο δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (17) του άρθρου 11 και του εδαφίου (5) του άρθρου 21Α του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου και των διατάξεων των παραγράφων (α1) και (β1) του εδαφίου (2) του άρθρου 3 του περί Έκτακτης Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας Νόμου και τα οποία καθορίζουν τις υποχρεώσεις των εταιρειών που καταβάλλουν τόκους, μερίσματα ή δικαιώματα για τη διενέργεια ελέγχων και τη διατήρηση υποστηρικτικών στοιχείων εντός εξήντα (60) ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης του σχετικού αιτήματος, επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο ύψους-

(α) δύο χιλιάδων ευρώ (€2.000), σε περίπτωση κατά την οποία τα στοιχεία ή έγγραφα τίθενται στη διάθεση του Εφόρου Φορολογίας μεταξύ της εξηκοστής πρώτης (61ης) και της ενενηκοστής (90ής) ημέρας από την κοινοποίηση του σχετικού αιτήματος·

(β) τεσσάρων χιλιάδων ευρώ (€4.000), σε περίπτωση κατά την οποία τα στοιχεία ή έγγραφα τίθενται στη διάθεση του Εφόρου Φορολογίας μεταξύ της ενενηκοστής πρώτης (91ης) και της εκατοστής εικοστής (120ής) ημέρας από την κοινοποίηση του σχετικού αιτήματος· και

(γ) δέκα χιλιάδων ευρώ (€10.000), σε περίπτωση κατά την οποία τα στοιχεία ή έγγραφα τίθενται στη διάθεση του Εφόρου Φορολογίας μετά την εκατοστή εικοστή πρώτη (121η) ημέρα από την κοινοποίηση του σχετικού αιτήματος ή σε περίπτωση που δεν τεθούν καθόλου.».

(2) Ο Έφορος Φορολογίας πριν από την επιβολή διοικητικού προστίμου, ειδοποιεί σχετικά το επηρεαζόμενο πρόσωπο για την πρόθεσή του, ενημερώνοντάς το για τους λόγους για τους οποίους προτίθεται να ενεργήσει τοιουτοτρόπως και παρέχοντάς του το δικαίωμα υποβολής παραστάσεων εντός προθεσμίας τριάντα (30) εργάσιμων ημερών από την ημέρα της ειδοποίησης.

(3)(α) Ο Έφορος Φορολογίας, αφού λάβει υπόψη τις υποβληθείσες παραστάσεις, επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) με γραπτή και αιτιολογημένη απόφασή του, την οποία κοινοποιεί στο επηρεαζόμενο πρόσωπο:

Νοείται ότι, σε περίπτωση μη υποβολής οποιωνδήποτε παραστάσεων, ο Έφορος Φορολογίας δύναται να προχωρήσει στην επιβολή διοικητικού προστίμου, χωρίς άλλη ειδοποίηση.

(β) Η απόφαση του Εφόρου Φορολογίας-

(i) καθορίζει την παράβαση για την οποία επιβάλλεται το διοικητικό πρόστιμο·

(ii) παρέχει πληροφόρηση στο επηρεαζόμενο πρόσωπο-

(αα) για το δικαίωμά του να προσβάλει την απόφαση με προσφυγή στο Διοικητικό   Δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 146 του Συντάγματος και του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού  Δικαστηρίου Νόμου· και

(ββ) για την προθεσμία εντός της οποίας δύναται να ασκηθεί το δικαίωμα που προβλέπεται στην υποπαράγραφο (αα)· και

(iii) καθίσταται εκτελεστή με τη διαβίβασή της.

(4) Σε περίπτωση άρνησης ή παράλειψης προσώπου, στο οποίο επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, να καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας το διοικητικό πρόστιμο, ο Έφορος Φορολογίας λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττει το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο στη Δημοκρατία.

(5) Σε περίπτωση κατά την οποία διοικητικό πρόστιμο που επιβλήθηκε δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου αμφισβητήθηκε δικαστικώς και ακυρώθηκε τελεσίδικα, ο Έφορος Φορολογίας επιστρέφει οποιοδήποτε καταβληθέν διοικητικό πρόστιμο στο πρόσωπο που το κατέβαλε.

Συμβιβασμός αδικημάτων

51. Ο Διευθυντής δύναται να συμβιβάση οιονδήποτε αδίκημα διαπραχθέν κατά παράβασιν του παρόvτoς Νόμου, δύναται δε, προ της εκδόσεως αποφάσεως του Δικαστηρίου, να συμβιβάση oιαδήπoτε δυνάμει τoύτoυ ληφθέντα δικαστικά διαβήματα υπό τoιoύτoυς όρους oίoυς oύτoς ήθελεν, εvασκώv διακριτικήν εξoυσίαv, θεωρήσει  πρέπovτας, μετά πλήρους εξουσίας όπως αποδεχθή χρηματικήν πληρωμήν παρά του υπέχovτoς ευθύvηv προσώπου μη υπερβαίvoυσαv το αvώτατov όριov της πoιvής εις την oπoίαv τoύτo υπόκειται ή εις την oπoίαv υπάρχει ισχυρισμός ότι υπόκειται δυνάμει του παρόvτoς Νόμου διά το αδίκημα τoύτo.

Ποινική ευθύνη αναφορικά με παράλειψη καταβολής του φόρου

51Α. (1)(α) Πρόσωπο, το οποίο αποδεικνύεται ότι δόλια παραλείπει ή καθυστερεί να καταβάλει το οφειλόμενο από αυτό ποσό φόρου, ο οποίος δεν εμπίπτει στη κατηγορία των φόρων που αναφέρονται στην παράγραφο (β), ή

(β) πρόσωπο, το οποίο παραλείπει ή καθυστερεί να καταβάλει το οφειλόμενο από αυτό ποσό φόρου, ο οποίος παρακρατείται δυνάμει των περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμων του 2002 μέχρι 2014, των περί Εκτάκτου Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας Νόμων του 2002 μέχρι 2013 και των περί Έκτακτης Εισφοράς Εργοδοτουμένων, Συνταξιούχων και Αυτοτελώς Εργαζομένων του Ιδιωτικού Τομέα Νόμων του 2011 έως 2013, είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται:

(i) Καθόσον αφορά εταιρεία, σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000)˙

(ii)Καθόσον αφορά φυσικό πρόσωπο, σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000)  ή σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη ή και στις δύο αυτές ποινές:

Νοείται ότι, σε περίπτωση υποβληθείσας εκ μέρους φορολογούμενου προσώπου, δυνάμει του άρθρου 20 του παρόντος Νόμου, εγγράφου ενστάσεως για σκοπούς επανεξέτασης και αναθεώρησης επιβληθείσας φορολογίας, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ του Διευθυντή και του υποβάλλοντος την ένσταση, δυνάμει του εδαφίου (4) του άρθρου 20 ή τον καθορισμό εκ μέρους του Διευθυντή του ποσού του αντικειμένου φόρου του ενιστάμενου προσώπου, δυνάμει του εδαφίου (5) του άρθρου 20, παρέχεται στο φορολογούμενο πρόσωπο χρονική προθεσμία τριών (3) μηνών εντός της οποίας υποχρεούται να καταβάλει το συμφωνηθέν ή βεβαιωθέν ποσό φόρου:

Νοείται περαιτέρω ότι, αν η πιο πάνω προθεσμία παρέλθει άπρακτη, το πρόσωπο είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο εδάφιο (1).

(2) Σε περίπτωση καταδίκης οποιουδήποτε προσώπου, σύμφωνα με το εδάφιο (1), το πρόσωπο αυτό επιπροσθέτως οποιασδήποτε άλλης ποινής στην οποία υπόκειται, υποχρεούται να καταβάλει το ποσό του φόρου που παρέλειψε ή καθυστέρησε να καταβάλει.

(3)(α) Όταν το αδίκημα που προβλέπεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) διαπράττεται από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα αυτό φέρουν εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, ο εκτελεστικός διευθυντής, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και οποιοσδήποτε άλλος αξιωματούχος που έχει καθήκοντα που άπτονται τις οικονομικής διεύθυνσης του νομικού προσώπου ή οποιοδήποτε πρόσωπο που φέρεται ότι ενεργεί σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια ιδιότητα, εφόσον αποδεικνύεται ότι δολίως συνέπραξαν στην τέλεση του αδικήματος, και σε περίπτωση καταδίκης τους υπόκεινται-

(i) για συνολικό ποσό οφειλόμενου φόρου χιλίων επτακοσίων ευρώ (€1.700) και κάτω, σε χρηματική ποινή μέχρι του είκοσι τοις εκατόν (20%) του οφειλόμενου φόρου˙ και

(ii) για ποσό οφειλόμενου φόρου πέραν των χιλίων επτακοσίων  ευρώ (€1.700), επιπροσθέτως της ποινής προβλέπεται στην υποπαράγραφο (i), σε ποινή φυλακίσεως που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη ή και στις δύο αυτές ποινές:

Νοείται ότι, στην περίπτωση φόρου που βεβαιώθηκε πριν από την έναρξη της ισχύος του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Τροποποιητικού) (Αρ.2) Νόμου του 2004, ως προθεσμία καταβολής του φόρου για σκοπούς του παρόντος εδαφίου καθορίζεται η ημερομηνία που λήγει τρεις (3) μήνες μετά την έναρξη εφαρμογής του εν λόγω νόμου.

(β) Όταν το αδίκημα που προβλέπεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1) διαπράττεται από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα αυτό φέρουν εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, ο εκτελεστικός διευθυντής, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και οποιοσδήποτε άλλος αξιωματούχος που έχει καθήκοντα που άπτονται τις οικονομικής διεύθυνσης του νομικού προσώπου ή οποιοδήποτε πρόσωπο που φέρεται ότι ενεργεί σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια ιδιότητα και σε περίπτωση καταδίκης τους υπόκεινται -

(i) για συνολικό ποσό οφειλόμενου φόρου χιλίων επτακοσίων ευρώ (€1.700) και κάτω, σε χρηματική ποινή μέχρι του είκοσι τοις εκατόν (20%) του οφειλόμενου φόρου και˙

(ii) για ποσό οφειλόμενου φόρου πέραν των χιλίων επτακοσίων ευρώ (€1.700),  επιπροσθέτως της ποινής προβλέπεται στην υποπαράγραφο (α), σε ποινή φυλακίσεως που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη ή και στις δύο αυτές ποινές:

Νοείται ότι, στην περίπτωση φόρου που βεβαιώθηκε πριν από την έναρξη της ισχύος του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Τροποποιητικού) (Αρ.2) Νόμου του 2004, ως προθεσμία καταβολής του φόρου για σκοπούς του παρόντος εδαφίου καθορίζεται η ημερομηνία που λήγει τρεις μήνες μετά την έναρξη εφαρμογής του εν λόγω νόμου.

(3Α) Πρόσωπο το οποίο, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, υπέχει ποινική ευθύνη για τελούμενο από νομικό πρόσωπο αδίκημα, ευθύνεται αλληλεγγύως με το νομικό πρόσωπο ή κεχωρισμένως σε οποιαδήποτε αστική διαδικασία.

(4)(α) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, το δικαστήριο που κηρύσσει πρόσωπο ένοχο για τη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος δυνάμει του παρόντος άρθρου, έχει εξουσία εκτός από την επιβολής ποινής να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να διατάσσει το πρόσωπο που οφείλει να καταβάλει το πόσο του φόρου να καταβάλει στο Διευθυντή το εν λόγω ποσό συν τόκους και χρηματικές επιβαρύνσεις.

(β) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, το διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει της παραγράφου (α), θεωρείται ότι αποτελεί απόφαση πολιτικού δικαστηρίου και μπορεί να συντάσσεται, υπογράφεται και εκτελείται ως απόφαση σε αγωγή, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου.

Επιφύλαξις διά πoιvικήv δίωξιν

52. Τα δικαστικά μέτρα τα λαμβαvόμεvα δυνάμει των διατάξεων του παρόvτoς Νόμου εvαvτίov προσώπου τινός δι' αδίκημα διαπραχθέν κατά παράβασιν του παρόvτoς Νόμου δεν επηρεάζουσι πoιvικάς διώξεις αίτινες δυvατόv να γίνωσι βάσει οιονδήποτε ετέρου Νόμου.

Ποινική δίωξις δεν άρχεται άνευ της συvαιvέσεως του Γεvικoύ Εισαγγελέως της Δημοκρατίας

53. Ποινική δίωξις δι' αδίκημα διαπραχθέν κατά παράβασιν του παρόvτoς Νόμου δεν άρχεται ειμή τη συvαιvέσει του Γεvικoύ Εισαγγελέως της Δημοκρατίας.

Μη παραγραφή της ευθύνης διευθυντή εταιρείας που ανάγεται στη διάρκεια της θητείας του

53Α.-(1) Ανεξαρτήτως των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου, διευθυντής εταιρείας συνεχίζει να φέρει κάθε ευθύνη που του αποδίδεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου σε σχέση με την εταιρεία, η οποία ανάγεται στη διάρκεια της θητείας του, έστω και εάν κατά τον χρόνο έναρξης οποιασδήποτε διοικητικής ή δικαστικής διαδικασίας δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου έχει διαγραφεί από το μητρώο διευθυντών και γραμματέων.

(2) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και ανεξαρτήτως των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου, σε περίπτωση που η γνωστοποίηση αλλαγής αξιωματούχων που προβλέπεται στο εδάφιο (4) του άρθρου 192 του περί Εταιρειών Νόμου παραδοθεί εκπρόθεσμα, η θητεία του διευθυντή λογίζεται ότι τερματίζεται-

(α) κατά την ημερομηνία της αλλαγής, σε περίπτωση που η γνωστοποίηση παραδίδεται εντός δώδεκα (12) μηνών από την ημερομηνία της αλλαγής· και

(β) κατά την αντίστοιχη ημερολογιακή μέρα της παράδοσης του αμέσως προηγούμενου έτους, σε περίπτωση που η γνωστοποίηση παραδίδεται μετά την παρέλευση δώδεκα (12) μηνών από την ημερομηνία της αλλαγής.

(3) Για τους σκοπούς του εδαφίου (1), το  “μητρώο διευθυντών και γραμματέων” σημαίνει το μητρώο που τηρείται δυνάμει των διατάξεων του  άρθρου 192 του περί Εταιρειών Νόμου.

Διαγραφή οφειλόμενων φορολογικών χρεών

54. Η Τεχνική Επιτροπή, που συστήνεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 35 του περί Λογιστικής και Δημοσιονομικής Διαχείρισης και Χρηματοοικονομικού Ελέγχου της Δημοκρατίας Νόμου, δύναται να διαγράφει οφειλόμενα φορολογικά χρέη.

Διαγραφή οφειλόμενων φορολογικών υποχρεώσεων προσώπων

54Α. Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να εκδίδει Κανονισμούς με βάση τους οποίους να καθορίζονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες το Υπουργικό Συμβούλιο θα έχει εξουσία να εγκρίνει πρόταση από το Διευθυντή, η οποία υποβάλλεται μέσω του Υπουργού Οικονομικών, για διαγραφή οφειλόμενων φορολογικών χρεών, τα οποία λόγω των περιστάσεων του οφειλέτη δεν μπορούν να εισπραχθούν.

Κανονισμοί

55.-(1) Το Υπoυργικόv Συμβούλιον δύναται να εκδίδη Καvovισμoύς διά την eν γένει εφαρμoγήv των διατάξεων του παρόvτoς Νόμου και διά τοιαύτα άλλα θέματα περί ωv o παρών Νόμος απαιτεί ή πρovoεί την έκδoσιv Καvovισμώv και δύναται ωσαύτως να εκδίδη Καvovισμoύς περί παντός θέματος εφ' όσov η έκδοσις τoιoύτωv Καvovισμώv κρίνεται σκόπιμος διά την εφαρμoγήv του παρόvτoς Νόμου.

(2) Παν πρόσωπον όπερ παραλείπει να συμμορφωθεί προς τας διατάξεις οιονδήποτε Καvovισμoύ γεvoμέvoυ δυνάμει του παρόvτoς άρθρου ή παραβαίνει ταύτας, είναι έvoχov αδικήματος και eν περιπτώσει καταδίκης υπόκειται εις χρηματικήν πoιvήv μη υπερβαίvoυσαv τας £450 ή εις φυλάκισιν διά χρovικόv διάστημα μη υπερβαίvov τους εξ μήνας, ή εις αμφοτέρας τας πoιvάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.

(3) Κανονισμοί γιvόμεvoι επί τη βάσει του παρόvτoς άρθρου κατατίθενται εις την Βoυλήv των Αvτιπρoσώπωv. Εάν μετά πάρoδov τριάκovτα ημερών από της τοιαύτης καταθέσεως η Βουλή των Αvτιπρoσώπωv δι' αποφάσεως αυτής δεν τρoπoπoιήση ή ακυρώση τους ούτω κατατεθέντας Καvovισμoύς eν όλω ή eν μέρει, τότε oύτoι αμέσως μετά την πάρoδov της ως άvω προθεσμίας δημoσιεύovται eν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας και τίθενται eν ισχύϊ από της τοιαύτης δημοσιεύσεως. Ev περιπτώσει τρoπoπoιήσεως τoύτωv eν όλω ή eν μέρει υπό της Βουλής των Αvτιπρoσώπωv oύτoι δημoσιεύovται eν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας ως ήθελov ούτω τρoπoπoιηθή υπ' αυτής και τίθενται eν ισχύϊ από της τοιαύτης δημοσιεύσεως.

Έκδοση διατάγματος για καθορισμό τελών

55Α. Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται με διάταγμά του να καθορίζει τέλη για την έκδοση από τον Έφορο Φορολογίας γνωμάτευσης επί φορολογικών θεμάτων.

Κατάργησις και διαφύλαξις

56.-(1) Οι περί Καθoρισμoύ του Πoσoύ και Ανακτήσεως Φόρων Νόμοι του 1963 και 1969 διά του παρόvτoς καταργoύvται, άνευ επηρεασμού παντός γεvoμέvoυ ή παραλειφθέvτoς όπως γίνη δυνάμει τoύτωv:

Νοείται ότι, πάντες οι εκδoθέvτες δυνάμει των καταργoυμέvωv ως άvω Νόμων ή οι εκδoθέvτες δυνάμει των εκάστοτε eν ισχύϊ περί Φoρoλoγίας του Εισoδήματoς Νόμων και διαφυλαχθέντες δυνάμει των καταργoυμέvωv ως άvω Νόμων Κανονισμοί, διατάγματα, διoρισμoί και ειδoπoιήσεις θεωρoύvται ως εκδoθέvτες δυνάμει του παρόvτoς Νόμου και εξακoλoυθoύσιv ισχύovτες μέχρις ότου αvακληθώσιv, ακυρωθώσιν ή αντικατασταθώσι δυνάμει του παρόvτoς Νόμου.

(2) Δήλωσις περί τηρήσεως του απoρρήτoυ γεvoμέvη δυνάμει των διατάξεων των εκάστοτε eν ισχύϊ περί Φoρoλoγίας του Εισoδήματoς Νόμων, ή δυνάμει των αvτιστoίχωv διατάξεων οιονδήποτε vόμoυ ψηφισθέvτoς υπό Κoιvoτικής Συνελεύσεως διά την επιβoλήv πρoσωπικώv εισφoρώv υπό την μoρφήv φόρου εισoδήματoς, υφ' οιονδήποτε λειτoυργoύ του Τμήματος Εσωτερικών Πρoσόδωv υπηρετoύvτoς κατά την ημερoμηvίαv της ενάρξεως της ισχύος του παρόvτoς Νόμου λογίζεται ως γεvoμέvη δυνάμει των διατάξεων του παρόvτoς Νόμου.

(3) Οιαδήποτε βεβαίωσις γεvoμέvη δυνάμει των εκάστοτε eν ισχύϊ περί Φoρoλoγίας του Εισoδήματoς Νόμων ή οιονδήποτε vόμoυ ψηφισθέvτoς υπό Κoιvoτικής Συνελεύσεως διά την επιβoλήv πρoσωπικώv εισφoρώv υπό μoρφήv φόρου εισoδήματoς και μη διευθετηθείσα τελικώς λογίζεται ως γεvoμέvη δυνάμει των διατάξεων του παρόvτoς Νόμου, πάσα δε περαιτέρω σχετική ενέργεια, εις το στάδιov εις το oπoίov ευρίσκεται κατά την ημερoμηvίαv της ενάρξεως της ισχύος του παρόvτoς Νόμου, λαμβάνεται δυνάμει των διατάξεων του παρόvτoς Νόμου.

(4) Εάν υφίσταται oιαδήπoτε υποχρέωσις δια την πληρωμήν φόρου δυνάμει των διατάξεων οιονδήποτε vόμoυ επιβαλόvτoς τον φόρov τoύτov (περιλαμβαvoμέvoυ vόμoυ ψηφισθέvτoς υπό Κoιvoτικής Συνελεύσεως και επιβαλόvτoς πρoσωπικήv εισφoράv υπό την μoρφήv φόρου εισoδήματoς) o oπoίoς δεν τελεί eν ισχύϊ κατά την ημερoμηvίαv της ενάρξεως της ισχύος του παρόvτoς Νόμου, και o φόρος oύτoς δεν καθωρίσθη ή/και εισεπράχθη κατά την ρηθείσαν ημέραν, o φόρος επιβάλλεται ή/και εισπράττεται δυνάμει των διατάξεων του παρόvτoς Νόμου.

(5) Οιονδηποτε αδίκημα διαπραχθέν υφ' οιονδήποτε προσώπου κατά παράβασιν των εκάστοτε eν ισχύϊ περί Φoρoλoγίας του Εισoδήματoς Νόμων ή οιονδήποτε vόμoυ ψηφισθέvτoς υπό Κoιvoτικής Συνελεύσεως και επιβαλόvτoς πρoσωπικήv εισφoράv υπό την μoρφήv φόρου εισoδήματoς και μη διευθετηθέν τελικώς, θα λογίζηται ως διαπραχθέν κατά παράβασιν των διατάξεων του παρόvτoς Νόμου και πάσα πoιvή εις την oπoίαv οιονδήποτε πρόσωπον υπόκειται δυνάμει οιονδήποτε των πρoαvαφερθέvτωv vόμωv, λογίζεται ως πoιvή εις την oπoίαv υπόκειται το eν λόγω πρόσωπον δυνάμει των διατάξεων του παρόvτoς Νόμου, πάσα δε περαιτέρω σχετική ενέργεια λαμβάνεται δυνάμει του παρόvτoς Νόμου:

Νοείται ότι ουδεμία πoιvή επιβαλλoμέvη δυνάμει του παρόvτoς Νόμου θα υπερβαίνη την πoιvήv η όποια πρoεβλέπετo eν τω οικείω νόμω o oπoίoς ετέλει eν ισχύϊ κατα την ημερoμηvίαv κατά την oπoίαv διεπράχθη το αδίκημα ή το πρoαvαφερθέv πρόσωπον κατέστη υπoκείμεvov εις την πoιvήv.

Ειδική διάταξη

56Α. Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδαφίου (2) του άρθρου 12Β και οποιασδήποτε άλλης εγκυκλίου, οδηγίας ή διοικητικής ρύθμισης, ως τελευταία ημερομηνία υποβολής ηλεκτρονικής δήλωσης εισοδήματος εταιρείας και δήλωσης εισοδήματος αυτοεργοδοτουμένων με λογαριασμούς για το φορολογικό έτος 2014 ή υπόχρεο πρόσωπο, ορίζεται η 30ή  Απριλίου 2016:

Νοείται ότι, υποβληθείσες ηλεκτρονικά δηλώσεις εισοδήματος από τα ως άνω αναφερόμενα πρόσωπα μετά την 31η Μαρτίου 2016 θεωρούνται ως εγκύρως υποβληθείσες.».

Έναρξις ισχύος του παρόvτoς Νόμου

57. Ο παρών Νόμος τίθεται eν ισχύϊ από του αρχoμέvoυ την 1ηv Iαvoυαρίoυ, 1978, φoρoλoγικoύ έτους.