ΜΕΡΟΣ IV ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Νομιμοποιηθέντα και υιοθετηθέντα τέκνα

9.-(1) Εξώγαμον τέκνον νομιμοποιηθέν συμφώνως προς το αφορών εις αυτό δίκαιον της προσωπικής νομικής καταστάσεως τυγχάνει, από της ημερομηνίας της τοιαύτης νομιμοποιήσεως ή από της ημερομηνίας της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Νόμου, οιαδήποτε των ημερομηνιών τούτων θα ήτο η μεταγενεστέρα, μεταχειρίσεως διά τους σκοπούς του παρόντος Νόμου ως εάν είχε γεννηθή ως νόμιμον τέκνον.

(2) Ανήλικο τέκνο υιοθετηθέν συμφώνως προς το αφορών εις αυτό δίκαιον της προσωπικής νομικής καταστάσεως τυγχάνει διά τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, από της ημερομηνίας της τοιαύτης υιοθετήσεως ή από της ημερομηνίας της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Νόμου, οιαδήποτε των ημερομηνιών τούτων θα ήτο η μεταγενεστέρα, μεταχειρίσεως ως εάν ήτο νόμιμον τέκνον.

(3) Ενήλικο τέκνο υιοθετηθέν από πολίτη της Δημοκρατίας δεν αποκτά με την υιοθεσία την ιδιότητα του πολίτη της Δημοκρατίας. Το εν λόγω υιοθετηθέν τέκνο δύναται να αποκτήσει την ιδιότητα του πολίτη της Δημοκρατίας με πολιτογράφηση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6.

Πιστοποιητικόν ιδιότητος του πολίτου εν περιπτώσει αμφιβολίας

10. Το Υπουργικόν Συμβούλιον δύναται, εις ας περιπτώσεις θεωρεί τούτο πρέπον, κατόπιν αιτήσεως οιουδήποτε προσώπου ως προς την ιδιότητα του οποίου ως πολίτου της Δημοκρατίας υφίσταται αμφιβολία, είτε επί θέματος εγειρομένου εκ πραγματικών γεγονότων είτε επί νομικού θέματος, να πιστοποιήση ότι το εν λόγω πρόσωπον είναι πολίτης της Δημοκρατίας( πιστοποιητικόν δε εκδοθέν δυνάμει του παρόντος άρθρου αποτελεί, εκτός εάν αποδειχθή ότι απεκτήθη διά δόλου, ψευδούς παραστάσεως ή αποκρύψεως οιουδήποτε ουσιώδους γεγονότος, οριστικήν απόδειξιν του ότι το εν λόγω πρόσωπον είχε την τοιαύτην ιδιότητα του πολίτου της Δημοκρατίας κατά την ημερομηνίαν του πιστοποιητικού άνευ όμως επηρεασμού οιασδήποτε αποδείξεως του ότι είχε την τοιαύτην ιδιότητα του πολίτου κατά προγενεστέραν τινά ημερομηνίαν.

Αδικήματα

11.-(1) Πας όστις, προς τον σκοπόν του να προκαλέση ο,τιδήποτε να επιτευχθή ή μη δυνάμει του παρόντος Νόμου, δίδει οιανδήποτε βεβαίωσιν εν γνώσει του ότι αύτη είναι ψευδής ως προς ουσιώδες τι στοιχείον αυτής ή όστις εκ βαρείας αμελείας δίδει οιανδήποτε βεβαίωσιν η οποία είναι ψευδής ως προς ουσιώδες τι στοιχείον αυτής είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται, εν περιπτώσει καταδίκης του, εις φυλάκισιν διά χρονικόν διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας (1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς ταύτας.

(2) Πας όστις παραλείπει να συμμορφωθή προς οιανδήποτε απαίτησιν επιβαλλομένην αυτώ υπό Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει του παρόντος Νόμου ως προς την επιστροφήν πιστοποιητικών πολιτογραφήσεως είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται, εν περιπτώσει καταδίκης του, εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας (500.

Κανονισμοί και Θεσμοί

12.-(1) Το Υπουργικόν Συμβούλιον δύναται διά Κανονισμών να προνοήση γενικώς μεν διά την πραγμάτωσιν των σκοπών του παρόντος Νόμου ειδικώς δε-

(α) διά τον καθορισμόν παντός τον οποίον δυνάμει του παρόντος Νόμου είναι επιδεκτικόν ή χρήζει καθορισμού

(β) διά την εγγραφήν παντός απαιτουμένου ή εξουσιοδοτημένου δυνάμει του παρόντος Νόμου όπως εγγραφή

(γ) διά την παροχήν βεβαιώσεως πίστεως εις την Δημοκρατίαν δυνάμει του παρόντος Νόμου, διά τον χρόνον εντός του οποίου η τοιαύτη επίσημος βεβαίωσις δέον να δοθή και διά την εγγραφήν της τοιαύτης επισήμου βεβαιώσεως

(δ) διά την επίδοσιν οιασδήποτε ειδοποιήσεως απαιτουμένης ή εξουσιοδοτημένης όπως δοθή εις οιονδήποτε πρόσωπον δυνάμει του παρόντος Νόμου

(ε) διά την ακύρωσιν της εγγραφής προσώπων αποστερηθέντων της ιδιότητος του πολίτου δυνάμει του παρόντος Νόμου και την ακύρωσιν και τροποποίησιν πιστοποιητικών πολιτογραφήσεως αφορώντων εις τοιαύτα πρόσωπα και διά την απαίτησιν επιστροφής τοιούτων πιστοποιητικών διά τους ανωτέρω σκοπούς

(στ) διά την εγγραφήν γεννήσεων και θανάτων προσώπων οιασδήποτε κατηγορίας ή τάξεως γεννομένων ή θνησκόντων εν ξένη τινί χώρα, υπό προξενικών λειτουργών ή άλλων λειτουργών εν τη υπηρεσία της Δημοκρατίας, ή, προκειμένου περί ξένης χώρας εν τη οποία η Δημοκρατία δεν διατηρεί, κατά καιρούς, διπλωματικούς ή προξενικούς αντιπροσώπους, υπό προσώπων υπηρετούντων εν τη διπλωματική, προξενική ή άλλη εξωτερική υπηρεσία οιασδήποτε χώρας η οποία, δυνάμει διευθετήσεως μετά της Δημοκρατίας ανέλαβε να αντιπροσωπεύη τα συμφέροντα της Δημοκρατίας εν τη εν λόγω χώρα, ή υπό προσώπου επί τούτω εξουσιοδοτημένου υπό του Υπουργού

(ζ) διά την επιβολήν και είσπραξιν τελών δι’ οιανδήποτε αίτησιν γενομένην δυνάμει του παρόντος Νόμου ή διά πάσαν εγγραφήν, ή πάσαν δήλωσιν, ή την χορήγησιν παντός πιστοποιητικού, ή την λήψιν πάσης επισήμου βεβαιώσεως, εξουσιοδοτημένων όπως γενώσι, χορηγηθώσιν ή ληφθώσιν υπό ή δυνάμει του παρόντος Νόμου, και διά την χορήγησιν κεκυρωμένου ή άλλου αντιγράφου πάσης ειδοποιήσεως, πιστοποιητικού, διατάγματος, δηλώσεως ή καταχωρήσεως, δοθέντων, χορηγηθέντων, εκδοθέντων ή γενομένων ως προανεφέρθη.

(2) Κανονισμοί γενόμενοι επί τη βάσει του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου κατατίθενται εις την Βουλήν των Αντιπροσώπων. Εάν μετά πάροδον τριάκοντα ημερών από της τοιαύτης καταθέσεως η Βουλή των Αντιπροσώπων δι’ αποφάσεως αυτής δεν τροποποιήση ή ακυρώση τους ούτω κατατεθέντας Κανονισμούς εν όλω ή εν μέρει, τότε ούτοι αμέσως μετά την πάροδον της άνω προθεσμίας δημοσιεύονται εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας και τίθενται εν ισχύϊ από της τοιαύτης δημοσιεύσεως. Εν περιπτώσει τροποποιήσεως τούτων εν όλω ή εν μέρει υπό της Βουλής των Αντιπροσώπων ούτοι δημοσιεύονται εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας ως ήθελον ούτω τροποποιηθή υπ’ αυτής και τίθενται εν ισχύϊ από της τοιαύτης δημοσιεύσεως.

(3) Το Ανώτατον Δικαστήριον δύναται να εκδώση Θεσμούς διά την εν σχέσει προς παραπομπάς εις Επιτροπήν Ερεύνης δυνάμει του παρόντος Νόμου ακολουθητέαν δικονομίαν και διαδικασίαν, οι δε τοιούτοι Θεσμοί δύνανται ειδικώς να προνοώσι διά την χορήγησιν εις πάσαν τοιαύτην Επιτροπήν οιωνδήποτε εξουσιών, δικαιωμάτων ή προνομίων παντός δικαστηρίου και διά την εξουσιοδότησιν της ενασκήσεως των ούτω χορηγουμένων εξουσιών υφ’ ενός ή πλειόνων μελών της Επιτροπής.

Πρόσωπα τα οποία παρέλειψαν να εκτελέσωσι πράξιν ή υποβάλωσιν αίτησιν εντός της δυνάμει του Παραρτήματος Δ προθεσμίας..

13. Εάν οιονδήποτε πρόσωπον του οποίου η απόκτησις της ιδιότητος του πολίτου της Δημοκρατίας δυνάμει του Παραρτήματος Δ εξηρτάτο εκ της εκτελέσεως οιασδήποτε πράξεως ή της υποβολής οιασδήποτε αιτήσεως εντός προθεσμίας τινός δεν απέκτησε την τοιαύτην ιδιότητα του πολίτου λόγω αμελείας ή παραλείψεως να εκτελέση την απαιτουμένην πράξιν ή υποβάλη την απαιτουμένην αίτησιν και εάν το εν λόγω πρόσωπον εν περιπτώσει καθ’ ην δεν είχε σημειωθή η ρηθείσα παράλειψις θα ήτο πολίτης της Δημοκρατίας αμέσως προ της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Νόμου, το πρόσωπον τούτο δικαιούται να καταστή πολίτης της Δημοκρατίας επί τη εκτελέσει της απαιτουμένης πράξεως ή τη υποβολή της απαιτουμένης αιτήσεως εντός δύο ετών από της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Νόμου, ως εάν η δυνάμει των σχετικών διατάξεων του Παραρτήματος Δ τεθείσα προθεσμία δεν είχεν εκπνεύσει.

Κατάργησις του Νόμου 20 του 1962..

14. Ο περί Αποποιήσεως της Ιθαγενείας της Δημοκρατίας Νόμος του 1962 διά του παρόντος καταργείται, άνευ επηρεασμού παντός γενομένου ή μη γενομένου βάσει των διατάξεων αυτού.

Ημερομηνία ενάρξεως ισχύος

15. Η ισχύς του παρόντος Νόμου άρχεται εις ημερομηνίαν ορισθησομένην διά γνωστοποιήσεως του Υπουργικού Συμβουλίου δημοσιευομένης εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας.