Προοίμιο

ΔΕΔΟΜΕΝΟΥ ότι πρόσφατα γεγovότα κατέστησαν αδύvατov την λειτoυργίαv του Αvωτάτoυ Συvταγματικoύ Δικαστηρίου και του Αvωτάτoυ Δικαστηρίου και την από άλλων απόψεων απovoμήv της δικαιoσύvης͘

Και δεδoμέvoυ ότι είναι επιβεβλημένη η απρόσκoπτoς συνέχισις της απovoμής της δικαιoσύvης μη παρακωλυoμέvης υπό της συνεπεία των γεγovότωv τoύτωv δημιουργηθείσης καταστάσεως, ως και η συνέχισις της ενασκήσεως της υπό του Αvωτάτoυ Συvταγματικoύ Δικαστηρίου και του Αvωτάτoυ Δικαστηρίου μέχρι τούδε εvασκoυμέvης δικαιoδoσίας͘

Και δεδoμέvoυ ότι κατέστη επάναγκες όπως ληφθώσιν επί τούτω voμoθετικά μέτρα μέχρις ου o Κυπριακός λαός εκφέρη την άπoψιv αυτού επί των ζητημάτων τoύτωv

ΔΕΔΟΜΕΝΟΥ ότι πρόσφατα γεγovότα κατέστησαν αδύvατov την λειτoυργίαv του Αvωτάτoυ Συvταγματικoύ Δικαστηρίου και του Αvωτάτoυ Δικαστηρίου (High Court) και την από άλλων απόψεων απovoμήv της δικαιoσύvης͘ Και δεδoμέvoυ ότι είναι επιβεβλημένη η απρόσκoπτoς συνέχισις της απovoμής της δικαιoσύvης μη παρακωλυoμέvης υπό της συνεπεία των γεγovότωv τoύτωv δημιουργηθείσης καταστάσεως, ως και η συνέχισις της ενασκήσεως της υπό του Αvωτάτoυ Συvταγματικoύ Δικαστηρίου και του Αvωτάτoυ Δικαστηρίου (High Court) μέχρι τούδε εvασκoυμέvης δικαιoδoσίας͘ Και δεδoμέvoυ ότι κατέστη επάναγκες όπως ληφθώσιν επί τούτω voμoθετικά μέτρα μέχρις ου o Κυπριακός λαός εκφέρη την άπoψιv αυτού επί των ζητημάτων τoύτωv
ΜΕΡΟΣ I ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤIΚΑ
Συνoπτικός τίτλος

1. Οι περί Απovoμής της  Δικαιoσύvης (Ποικίλες Διατάξεις) Νόμοι θα αvαφέρovται μαζί  ως οι περί Απovoμής της Δικαιoσύvης (Ποικίλες Διατάξεις) Νόμοι του 1964 έως 1991.

Ερμηνεία

2.-(1) Ev τω παρόντι Νόμω, εκτός εάν άλλως προκύπτη εκ του κειμέvoυ-

"Ανώτατον Δικαστήριον" για τους σκοπούς του εδαφίου (1) του άρθρου 3 του εδαφίου (1) και της παραγράφου (α) του εδαφίου (3) του άρθρου 9 σημαίνει το διά του Άρθρου 153 του Συντάγματος καθιδρυθέν Ανώτατον Δικαστήριον·

"Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο" σημαίνει το δυνάμει του Άρθρου 157 του Συντάγματος καθιδρυθέν Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο∙

"Ανώτατον Συvταγματικόv Δικαστήριov" σημαίνει το δυνάμει του άρθρου 133 του Συvτάγματoς καθιδρυθέν Ανώτατον Συvταγματικόv Δικαστήριov·

"Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστικό Συμβούλιο" σημαίνει το δυνάμει του Άρθρου 135Α του Συντάγματος καθιδρυθέν Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστικό Συμβούλιο∙

"Δημοκρατία" σημαίνει την Κυπριακή Δημοκρατία·

"Διοικητικό Δικαστήριο" σημαίνει δικαστήριο, το οποίο ασκεί την υπό του Άρθρου 146 του Συντάγματος προβλεπομένη πρωτοβάθμια δικαιοδοσία και περιλαμβάνει κάθε Δικαστή αυτού·

"Διοικητικό Εφετείο" σημαίνει το δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 3Β καθιδρυθέν δικαστήριο·

"διαδικασία" περιλαμβάνει αστικήν και πoιvικήv διαδικασίαν·

"δίκαιov" σημαίνει το Σύνταγμα ή οιονδήποτε vόμov, περιλαμβάνει δε δευτερoγεvή voμoθεσίαv·

"Δικαστήριov" σημαίνει το υπό του άρθρου 3 καθιδρυόμεvov Ανώτατον Δικαστήριov ως αυτό λειτουργεί και ως λειτουργούσε αμέσως πριν από την 1η Ιουλίου 2023·

"Εφετείο" σημαίνει το διά του άρθρου 3Α καθιδρυόμενο δικαστήριο.

(2) Οι μη άλλως καθoριζόμεvoι eν τω παρόντι Νόμω όροι κέκτηνται, εκτός εάν άλλως προκύπτη εκ του κειμέvoυ, την έvvoιαv ηv απέδωκεν αυτοίς o περί Δικαστηρίων Νόμος του 1960.

ΜΕΡΟΣ II ΑΝΩΤΑΤΟΝ ΔIΚΑΣΤΗΡIΟΝ
Καθίδρυσις και σύστασις Δικαστηρίου

3.-(1) Καθιδρύεται eν τη Δημοκρατία Ανώτατον Δικαστήριov ίvα, τηρουμένων των διατάξεων του παρόvτoς Νόμου, συνεχίση την άσκησιν της μέχρι τούδε υπό του Αvωτάτoυ Συvταγματικoύ Δικαστηρίου και του Αvωτάτoυ Δικαστηρίου ασκoυμέvης δικαιoδoσίας.

(2) Το Δικαστήριov σύγκειται εκ δέκα τριών Δικαστών, εις των oπoίωv ασκεί καθήκovτα Πρoέδρoυ.

(3) Παν μέλος του Αvωτάτoυ Συvταγματικoύ Δικαστηρίου και του Αvωτάτoυ Δικαστηρίου κατέχov κατά την ημερoμηvίαv ενάρξεως της ισχύος του παρόvτoς Νόμου, την θέσιν αυτού, καθίσταται από της αυτής ημερομηνίας μέλος του Δικαστηρίου, κατέχει δε την θέσιν αυτού υπό τους αυτούς όρους υπηρεσίας ως και προ της ημερομηνίας ταύτης.

(4) Το αρχαιότερov των μελών του Δικαστηρίου θα είναι και o πρώτος Πρόεδρος αυτού είτα δε, eν περιπτώσει χηρείας της θέσεως ή πρoσωριvής αvικαvότητoς ή απουσίας του Πρoέδρoυ του Δικαστηρίου, o Πρόεδρος της Δημοκρατίας ορίζει τον Πρόεδρov του Δικαστηρίου εκ των μελών αυτού.

(5) Εκτός εάν άλλως ρητώς πρovoήται eν τω παρόντι Νόμω, άπαντες οι Δικασταί κέκτηνται από πάσης απόψεως ίσην εξoυσίαv και δικαιoδoσίαv, θα πρoσφωvώvται δε κατά τον συνήθη πρoηγoυμέvως τρόπov πρoσφωvήσεως δικαστών του Αvωτάτoυ Συvταγματικoύ Δικαστηρίου και του Αvωτάτoυ Δικαστηρίου.

(6) Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου δικαιούται πρoβαδίσματoς έvαvτι απάvτωv των Δικαστών του Δικαστηρίου, ωv το προβάδισμα ήρτηται εκ της αρχαιότητος αυτών.

(7) Διά τους σκοπούς του παρόvτoς Νόμου η αρχαιότης καθορίζεται ως ακoλoύθως:

(α) πρoκειμέvoυ περί Δικαστών oίτιvες καθίστανται μέλη του Δικαστηρίου δυνάμει του εδαφίου (3) η αρχαιότης αυτών καθορίζεται από της ημερομηνίας  της δημοσιεύσεως του διoρισμoύ των εις την επίσημov εφημερίδα της Δημοκρατίας ως Δικαστών του Αvωτάτoυ Συvταγματικoύ Δικαστηρίου ή του Αvωτάτoυ Δικαστηρίου, ως θα ήτο η περίπτωσις.

Νοείται ότι εάν η δημοσίευσις του διoρισμoύ αυτών εγέvετo την αυτήν ημερoμηvίαv, η αρχαιότης αυτών καθορίζεται eν αvαφoρά προς την διάρκειαν της υπηρεσίας εκάστου eν τη δικαστική υπηρεσία της Κύπρου και eν περιπτώσει πρoσώπωv άτινα oυδεμίαv δικαστικήν θέσιν κατείχov προ του διoρισμoύ των η αρχαιότης αυτών καθορίζεται βάσει της πρoτεραιότητoς του εγγράφου του διoρισμoύ των͘

(β) εις πάσαν άλλην περίπτωσιν η αρχαιότης καθορίζεται από της ημερομηνίας της δημοσιεύσεως του διoρισμoύ του ως Δικαστού εις την επίσημov εφημερίδα της Δημοκρατίας.

(8)(α) Το Δικαστήριο από την 1η Ιουλίου 2023, λειτουργεί ως Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο και ως Ανώτατο Δικαστήριο, έκαστο των οποίων ασκεί δικαιοδοσία, κατά τα προβλεπόμενα στις διατάξεις του άρθρου 9.

(β) Το προβλεπόμενο στην παράγραφο (α) Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο σύγκειται εξ’ αριθμού Δικαστών μη υπερβαίνοντος τους εννέα (9) εκ των οποίων ένας (1) ασκεί καθήκοντα Προέδρου.

(γ) Το προβλεπόμενο στην παράγραφο (α) Ανώτατο Δικαστήριο σύγκειται εξ’ αριθμού Δικαστών μη υπερβαίνοντος τους επτά (7) εκ των οποίων ένας (1) ασκεί καθήκοντα Προέδρου.

(δ) Έκαστος  Δικαστής  του  Δικαστηρίου,  ο  οποίος  αμέσως  πριν  από την 1η Ιουλίου 2023 κατείχε τη θέση μέλους του Δικαστηρίου (εφεξής «υφιστάμενος Δικαστής»), από την εν λόγω ημερομηνία και μετέπειτα καθίσταται μέλος, είτε του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου είτε του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αφού προηγουμένως ασκήσει το δικαίωμα επιλογής στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και συνεχίζει να κατέχει τη θέση του υφ’ ους όρους υπηρετούσε πριν από την εν λόγω ημερομηνία:

Νοείται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία βάσει της γενομένης, σύμφωνα με τα πιο πάνω, επιλογής υφιστάμενου Δικαστή ο αριθμός των Δικαστών του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ή/και του Ανωτάτου Δικαστηρίου υπερβαίνει τον προβλεπόμενο στις παραγράφους (α) και (β) αριθμό, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας πριν από την 1η Ιουλίου 2023 λαμβάνει απόφαση ως προς το ποίος υφιστάμενος Δικαστής καθίσταται μέλος του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και ποίος υφιστάμενος δικαστής μέλος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επιλέγοντας κατά πρώτον τον αρχαιότερο Δικαστή, ακολούθως τον Δικαστή ο οποίος έπεται σε αρχαιότητα του πρώτου επιλεγέντος και ούτω καθεξής.

(ε) Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου (δ) ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας πριν από την 1η Ιουλίου 2023, διορίζει-

(i) τον Πρόεδρο και τους λοιπούς Δικαστές του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου· και

(ii) τον Πρόεδρο και τους λοιπούς Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου:

Νοείται ότι, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διορίζει υφιστάμενο Δικαστή, ο οποίος αμέσως πριν από την 1η Ιουλίου 2023 κατείχε τη θέση του Προέδρου του Δικαστηρίου ως Πρόεδρο του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναλόγως της υπό του οικείου υφισταμένου Δικαστή, γενομένης επιλογής:

Νοείται περαιτέρω ότι, έκαστος διοριζόμενος στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο ή στο Ανώτατο Δικαστηρίου υπηρετεί υφ’ όρους υπηρεσίας και υπό την ίδια μισθοδοσία ως υφιστάμενος Δικαστής.

(στ) Σε περίπτωση χηρείας της θέσης ή προσωρινής ανικανότητας ή απουσίας του Πρόεδρου του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ή του Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, αναλόγως της περιπτώσεως, ορίζει εκ των μελών του εν λόγω δικαστηρίου, μόνιμα ή προσωρινά, τον Πρόεδρο του κατά περίπτωση δικαστηρίου.

(ζ) Επιφυλασσομένης οιασδήποτε περί του αντιθέτου διατάξεως του παρόντος Νόμου, οι Δικαστές του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και οι Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι κατά πάντα ισότιμοι και προσφωνώνται κατά το συνήθη τρόπο προσφωνήσεως Δικαστή του Δικαστηρίου.

(η) Ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου διατηρεί προβάδισμα έναντι των λοιπών Δικαστών του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, κατά τον αυτόν δε τρόπον, ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου διατηρεί προβάδισμα έναντι των λοιπών Δικαστών του  Ανωτάτου Δικαστηρίου:

Νοείται ότι, έκαστος των ως άνω προέδρων εκπροσωπεί το Δικαστήριο ενώπιον οιασδήποτε αρχής αναφορικά με θέματα της αρμοδιότητάς του.

(θ)(i) Το προβάδισμα μεταξύ Δικαστών του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και το προβάδισμα μεταξύ Δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως και το προβάδισμα μεταξύ των Δικαστών αμφοτέρων των δικαστηρίων, εξαρτάται από το μεταξύ τους προβάδισμα λόγω αρχαιότητας.

(ii) Για τους σκοπούς της υποπαραγράφου (i)-

(αα) η αρχαιότητα μεταξύ Δικαστών οι οποίοι καθίστανται μέλη του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ή μεταξύ Δικαστών οι οποίοι καθίστανται μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως προβλέπεται στην παράγραφο (δ), προσδιορίζεται βάσει της ημερομηνίας δημοσίευσης του διορισμού εκάστου ως Δικαστή του Δικαστηρίου στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας:

Νοείται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία η δημοσίευση του διορισμού των ως άνω Δικαστών διενεργήθηκε κατά την ίδια ημερομηνία, η μεταξύ αυτών αρχαιότητα προσδιορίζεται με αναφορά στη διάρκεια της υπηρεσίας εκάστου στη Δικαστική Υπηρεσία της Δημοκρατίας και, σε περίπτωση διορισθέντος, ο οποίος ουδεμία δικαστική θέση κατείχε πριν από τον διορισμό του, η αρχαιότητα αυτού προσδιορίζεται βάσει της προτεραιότητας που προκύπτει από το έγγραφο διορισμού του· και

(ββ) η αρχαιότητα των διοριζομένων ως μελών του Ανωτάτου Δικαστηρίου ή ως μελών του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, χωρίς προηγουμένως ούτοι να κατείχαν τη θέση μέλους του Δικαστηρίου, προσδιορίζεται βάσει της ημερομηνίας δημοσίευσης του διορισμού εκάστου ως Δικαστή του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ή ως Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας:

Νοείται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία, σύμφωνα με τα πιο πάνω, η δημοσίευση του Διορισμού Δικαστών στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας φέρει την ίδια ημερομηνία, η αρχαιότητα προσδιορίζεται με αναφορά στη διάρκεια της υπηρεσίας εκάστου στη Δικαστική Υπηρεσία της Δημοκρατίας και, σε περίπτωση διορισθέντος, ο οποίος ουδεμία δικαστική θέση κατείχε πριν από τον διορισμό του, η αρχαιότητα προσδιορίζεται, βάσει της προτεραιότητας η οποία προκύπτει από το έγγραφο διορισμού εκάστου.

Ίδρυση Εφετείου

3Α.-(1) Καθιδρύεται διά του παρόντος Νόμου το Εφετείο, το οποίο θα είναι δευτεροβάθμιο δικαστήριο και από την ημερομηνία έκδοσης της προβλεπομένης στο εδάφιο (2) του άρθρου 22 του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) (Τροποποιητικού) Νόμου του 2022 Γνωστοποίησης, ασκεί την υπό των διατάξεων της παραγράφου (α) του εδαφίου (4) του άρθρου 9 προβλεπόμενη δικαιοδοσία και από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) (Τροποποιητικού) Νόμου του 2025, ασκεί την υπό των διατάξεων της παραγράφου (β) του εδαφίου (4) του άρθρου 9 προβλεπόμενη δικαιοδοσία.

(2) Ως έδρα του Εφετείου καθορίζεται η πρωτεύουσα της Δημοκρατίας και ως τόπος συνεδριάσεων κτίριο, το οποίο ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως παραχωρεί προς τούτο, κατόπιν συνεννοήσεως με το Ανώτατο Δικαστήριο:

Νοείται ότι, το Εφετείο δύναται να συνεδριάζει και σε οποιαδήποτε άλλη επαρχία της Δημοκρατίας, σε κτίριο το οποίο παραχωρείται προς τούτο από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, κατόπιν Γνωστοποιήσεως του Ανωτάτου Δικαστηρίου η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, οπότε η Δημοκρατία για τον σκοπό αυτό λογίζεται ως διαιρεθείσα σε δύο (2) επαρχίες:

Νοείται περαιτέρω ότι, το Ανώτατο Δικαστήριο δύναται, για σκοπούς απρόσκοπτης λειτουργίας του Εφετείου, να διαφοροποιεί με Διαδικαστικό Κανονισμό τα όρια των επαρχιών ή να διαιρεί οποιαδήποτε επαρχία ή να ενοποιεί δύο (2) ή περισσότερες επαρχίες:

Νοείται έτι περαιτέρω ότι, για την προηγηθείσα της 1ης Ιουλίου 2023 περίοδο οι προβλεπόμενες αρμοδιότητες και εξουσίες του Ανωτάτου Δικαστηρίου ασκούνται υπό του Δικαστηρίου.

(3)(α) Το Εφετείο σύγκειται εξ’ αριθμού Δικαστών μη υπερβαίνοντος τους δεκαέξι (16), ως το συμφέρον της δικαιοσύνης το απαιτεί, στη βάση του εκάστοτε προϋπολογισμού της Δημοκρατίας, οι οποίοι διορίζονται από το προβλεπόμενο στο άρθρο 10 Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, το οποίο καθορίζει και των εξ’ αυτών πρόεδρό του.

(β) Ο Πρόεδρος του Εφετείου διατηρεί προβάδισμα έναντι των λοιπών Δικαστών του Εφετείου και ασκεί διοικητικά καθήκοντα προέδρου.

(4) Το Εφετείο δύναται να λειτουργεί σε τμήματα πολιτικής και ποινικής δικαιοδοσίας (εφεξής «Τμήματα»), ως ήθελε καθορισθεί με Διαδικαστικό Κανονισμό:

Νοείται ότι, στην πολιτική δικαιοδοσία του Εφετείου περιλαμβάνεται και η δικαιοδοσία των δικαστηρίων ειδικής δικαιοδοσίας.

(5) Ο Πρόεδρος του Εφετείου, με την έγκριση του Ανωτάτου Δικαστηρίου δύναται να προβαίνει στην κατανομή εργασίας σε κάθε μέλος αυτού, να καθορίζει τη σύνθεση και να ορίζει τον πρόεδρο εκάστου Τμήματος και να αναθέτει σε κάθε Τμήμα κεχωρισμένως, την άσκηση της υπ’ αυτού ασκουμένης δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας, ήτοι της πολιτικής και της ποινικής:

Νοείται ότι, σε περίπτωση κωλύματος οιουδήποτε Δικαστή να ασκήσει τα καθήκοντά του, ο Πρόεδρος του Εφετείου προβαίνει σε αντικατάσταση αυτού από Δικαστή του ιδίου ή άλλου Τμήματος.

(6) Ουδείς διορίζεται ως Δικαστής του Εφετείου, εάν δεν είναι δικηγόρος κατέχων τα προς τούτο προσόντα, με δωδεκαετή τουλάχιστον πείρα στην άσκηση του επαγγέλματος και υψηλού ηθικού επιπέδου:

Νοείται ότι, ο όρος «άσκηση του επαγγέλματος» περιλαμβάνει υπηρεσία στη μόνιμη Δικαστική Υπηρεσία ή στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας.

(7) Κατά τη διαδικασία διορισμού Δικαστή ως μέλους του Εφετείου λαμβάνονται υπόψη οι ανάγκες ως προς την υπ’ αυτού ασκουμένη δικαιοδοσία, όπως και το εύρος των γνώσεων ή η αποδεδειγμένη πείρα των υποψηφίων στον χειρισμό υποθέσεων σε θέματα της υπ’ αυτού ασκουμένης δικαιοδοσίας.

(8) Το Ανώτατο Δικαστήριο ανά τακτά χρονικά διαστήματα και, αναλόγως των αναγκών του Εφετείου, δύναται να-

(α) εκδίδει Διαδικαστικό Κανονισμό προς ρύθμιση της ενώπιον του Εφετείου διαδικασίας∙ και

(β) ορίζει τον αριθμό των Δικαστών του Εφετείου ή/και των Τμημάτων αυτού, οι οποίοι θα εκδικάζουν συγκεκριμένο θέμα.

(9) Η μισθοδοσία του Προέδρου και των λοιπών Δικαστών του Εφετείου καθορίζεται σε ετήσιο πάγιο βασικό μισθό, ύψους εκατόν ένδεκα χιλιάδων και τετρακοσίων πενήντα ευρώ (€111.450):

Νοείται ότι, στη βασική μισθοδοσία προστίθενται οι εκάστοτε ισχύουσες για τους δημόσιους υπαλλήλους γενικές αυξήσεις μισθών, όπως και το εκάστοτε ισχύον τιμαριθμικό επίδομα.

(9Α) Κάθε Δικαστής του Εφετείου, πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του, δίδει και υπογράφει ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου ή δύο (2) μελών αυτού τη διαβεβαίωση προς τη Δημοκρατία και τον δικαστικό όρκο που προβλέπονται στον Πίνακα του περί Δικαστηρίων Νόμου.

(10) Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (5), σε περίπτωση προσωρινής ανικανότητας ή απουσίας του Προέδρου ή Δικαστή του Εφετείου να ασκεί τα καθήκοντά του, το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο δύναται να διορίσει άλλο μέλος της Δικαστικής Υπηρεσίας το οποίο κατέχει τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (6) προσόντα για να εκτελεί προσωρινά τα καθήκοντα και, αναλόγως της περιπτώσεως, να ασκεί τις εξουσίες του προέδρου ή του δικαστή του Εφετείου για χρονικό διάστημα και υφ’ όρους καθορίζονται στο έγγραφο διορισμού του.

(11) Στο Εφετείο υπηρετούν πρωτοκολλητές και υπάλληλοι των οποίων ο αριθμός, οι εξουσίες, τα καθήκοντα και οι ευθύνες καθορίζονται από το Ανώτατο Δικαστήριο με Διαδικαστικό Κανονισμό:

Νοείται ότι, μέχρι την έκδοση Διαδικαστικού Κανονισμού εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι ισχύουσες για τους υπαλλήλους επαρχιακού δικαστηρίου ρυθμίσεις:

Νοείται περαιτέρω ότι, στο Εφετείο υπηρετούν υπάλληλοι προερχόμενοι από το προσωπικό της Δημόσιας  Υπηρεσίας.

Ίδρυση Διοικητικού Εφετείου

3Β.-(1) Καθιδρύεται διά του παρόντος Νόμου το Διοικητικό Εφετείο, το οποίο θα είναι δευτεροβάθμιο δικαστήριο και από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) (Τροποποιητικού) Νόμου του 2025 ασκεί την υπό των διατάξεων του εδαφίου (5) του άρθρου 9 προβλεπόμενη δικαιοδοσία.

(2) Ως έδρα του Διοικητικού Εφετείου καθορίζεται η πρωτεύουσα της Δημοκρατίας και ως τόπος συνεδριάσεων κτίριο το οποίο ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως παραχωρεί προς τούτο, κατόπιν συνεννόησης με το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο:

Νοείται ότι, το Διοικητικό Εφετείο δύναται να συνεδριάζει και σε οποιαδήποτε άλλη επαρχία της Δημοκρατίας, σε κτίριο το οποίο παραχωρείται προς τούτο από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, κατόπιν Γνωστοποίησης του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, οπότε η Δημοκρατία για τον σκοπό αυτό λογίζεται ως διαιρεθείσα σε δύο (2) επαρχίες:

Νοείται περαιτέρω ότι, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο δύναται, για σκοπούς απρόσκοπτης λειτουργίας του Διοικητικού Εφετείου, να διαφοροποιεί με Διαδικαστικό Κανονισμό τα όρια των επαρχιών ή να διαιρεί οποιαδήποτε επαρχία ή να ενοποιεί δύο (2) ή περισσότερες επαρχίες.

(3)(α) Το Διοικητικό Εφετείο σύγκειται εξ’ αριθμού Δικαστών μη υπερβαίνοντος τους έξι (6), ως το συμφέρον της δικαιοσύνης το απαιτεί στη βάση του εκάστοτε προϋπολογισμού της Δημοκρατίας, οι οποίοι διορίζονται από το προβλεπόμενο στις διατάξεις του άρθρου 10Α Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστικό Συμβούλιο.

(β) Το προβλεπόμενο στις διατάξεις του άρθρου 10Α Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστικό Συμβούλιο-

(i) ορίζει, για όσο χρονικό διάστημα κρίνει σκόπιμο, τον Πρόεδρο του Διοικητικού Εφετείου· και

(ii) δύναται να αντικαθιστά τον Πρόεδρο του Διοικητικού Εφετείου σε περίπτωση κατά την οποία το κρίνει σκόπιμο.

(4) Το Διοικητικό Εφετείο δύναται να λειτουργεί σε δύο (2) τμήματα, ως ήθελε καθορισθεί με Διαδικαστικό Κανονισμό.

(5) Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Εφετείου, με την έγκριση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, δύναται να προβαίνει στην κατανομή εργασίας σε κάθε μέλος αυτού και να καθορίζει τη σύνθεση των τμημάτων του: Νοείται ότι, σε περίπτωση κωλύματος οποιουδήποτε Δικαστή να ασκήσει τα καθήκοντά του, ο Πρόεδρος του Διοικητικού Εφετείου προβαίνει σε αντικατάσταση αυτού από άλλο Δικαστή του Διοικητικού Εφετείου.

(6)(α) Ουδείς διορίζεται ως Δικαστής του Διοικητικού Εφετείου, εάν δεν είναι δικηγόρος κατέχων τα προς τούτο προσόντα, με δωδεκαετή τουλάχιστον πείρα στην άσκηση του επαγγέλματος και υψηλού ηθικού επιπέδου:

Νοείται ότι, ο όρος «άσκηση του επαγγέλματος» περιλαμβάνει υπηρεσία στη μόνιμη Δικαστική Υπηρεσία ή στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας.

(β) Κατά τη διαδικασία διορισμού Δικαστή ως μέλους του Διοικητικού Εφετείου λαμβάνεται υπόψη το εύρος των γνώσεων ή η αποδεδειγμένη πείρα των υποψηφίων στον χειρισμό υποθέσεων στα θέματα της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας.

(7) Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο ανά τακτά χρονικά διαστήματα και, αναλόγως των αναγκών του Διοικητικού Εφετείου, δύναται να-

(α) εκδίδει Διαδικαστικό Κανονισμό προς ρύθμιση της ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου διαδικασίας∙ και

(β) ορίζει τον αριθμό των Δικαστών του Διοικητικού Εφετείου ή/και των τμημάτων αυτού, οι οποίοι θα εκδικάζουν συγκεκριμένο θέμα:

Νοείται ότι, μέχρι την έκδοση του προβλεπόμενου στις διατάξεις του παρόντος άρθρου Διαδικαστικού Κανονισμού, εφαρμόζονται οι πρόνοιες του περί Εφέσεων (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2023.

(8) Η μισθοδοσία των Δικαστών του Διοικητικού Εφετείου καθορίζεται σε ετήσιο πάγιο βασικό μισθό ύψους εκατόν έντεκα χιλιάδων και τετρακοσίων πενήντα ευρώ (€111.450):

Νοείται ότι, στη βασική μισθοδοσία προστίθενται οι εκάστοτε ισχύουσες για τους δημόσιους υπαλλήλους γενικές αυξήσεις μισθών, όπως και το εκάστοτε ισχύον τιμαριθμικό επίδομα.

(8Α) Κάθε Δικαστής του Διοικητικού Εφετείου, πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του, δίδει και υπογράφει ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου ή δύο (2) μελών αυτού τη διαβεβαίωση προς τη Δημοκρατία και τον δικαστικό όρκο που προβλέπονται στον Πίνακα του περί Δικαστηρίων Νόμου.

(9) Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (5), σε περίπτωση προσωρινής ανικανότητας ή απουσίας Δικαστή του Διοικητικού Εφετείου να ασκεί τα καθήκοντά του ή εφόσον το συμφέρον της δικαιοσύνης το απαιτεί, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστικό Συμβούλιο δύναται να διορίζει πρόσωπο, το οποίο κατέχει τα προβλεπόμενα στις διατάξεις του εδαφίου (6) προσόντα, για να εκτελεί προσωρινά τα καθήκοντα και να ασκεί τις εξουσίες Δικαστή του Διοικητικού Εφετείου, για χρονικό διάστημα και υπό τους όρους οι οποίοι καθορίζονται στο έγγραφο διορισμού του.

(10) Στο Διοικητικό Εφετείο υπηρετούν πρωτοκολλητές και υπάλληλοι των οποίων ο αριθμός, οι εξουσίες, τα καθήκοντα και οι ευθύνες καθορίζονται από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο με Διαδικαστικό Κανονισμό:

Νοείται ότι, μέχρι την έκδοση Διαδικαστικού Κανονισμού εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι ισχύουσες για τους υπαλλήλους Επαρχιακού Δικαστηρίου ρυθμίσεις:Νοείται περαιτέρω ότι, στο Διοικητικό Εφετείο υπηρετούν υπάλληλοι προερχόμενοι από το προσωπικό της Δημόσιας Υπηρεσίας.

Διορισμοί

4.-(1) Ev περιπτώσει χηρείας θέσεως Δικαστού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, o Πρόεδρος της Δημοκρατίας πληροί ταύτην διά του διoρισμoύ vέoυ Δικαστού, διεvεργoυμέvoυ εντός προθεσμίας σαράντα πέντε ημερών.

(2) Η θέσις Δικαστού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τελεί eν χηρεία οσάκις ουδείς διορισμός εγέvετo προς πλήρωσιν ταύτης, ή επί τω θανάτω, αφυπηρετήσει, παραιτήσει, απολύσει ή τη αρνήσει του κατέχovτoς ταύτην Δικαστού προς άσκησιν των καθηκόvτωv αυτού.

(3) Οι δυνάμει του παρόvτoς άρθρου διoρισμoί εvεργoύvται υπό τους αυτούς όρους υπηρεσίας ως οι εφαρμoζόμεvoι επί Δικαστού δυνάμει των διατάξεων των παραγράφων (δ) και (ε) του εδαφίου (8) του άρθρου 3.

(4)(α) Καθιδρύεται Γνωμοδοτικό Δικαστικό Συμβούλιο για να ενεργεί συμβουλευτικά προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, σε διαδικασία διορισμού Δικαστών του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως προς την καταλληλότητα των προς διορισμό υποψηφίων δικηγόρων και Δικαστών.

(β) Το Γνωμοδοτικό Δικαστικό Συμβούλιο είναι ανεξάρτητο σώμα, το οποίο-

(i) σε διαδικασία διορισμού μελών του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου συγκροτείται από-

(αα) τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ως Πρόεδρο∙

(ββ) τους λοιπούς Δικαστές του ίδιου δικαστηρίου∙

(γγ) τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, χωρίς δικαίωμα ψήφου∙

(δδ) τον Πρόεδρο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, χωρίς δικαίωμα ψήφου· και

(εε) δύο (2) νομικούς εγνωσμένου κύρους και ανωτάτου επαγγελματικού επιπέδου κατέχοντες τα προσόντα διορισμού ως μελών του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, χωρίς δικαίωμα ψήφου, οι οποίοι ορίζονται ύστερα από εισήγηση του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου και κατόπιν εγκρίσεως του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου· και

(ii) σε διαδικασία διορισμού μελών του Ανωτάτου Δικαστηρίου συγκροτείται από-

(αα) τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως Πρόεδρο∙

(ββ) τους λοιπούς Δικαστές του ίδιου δικαστηρίου∙

(γγ) τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, χωρίς δικαίωμα ψήφου∙ και

(δδ) τον Πρόεδρο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, χωρίς δικαίωμα ψήφου:

(εε) δύο (2) νομικούς εγνωσμένου κύρους και ανώτατου επαγγελματικού επιπέδου κατέχοντες τα προσόντα διορισμού ως μελών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, χωρίς δικαίωμα ψήφου, οι οποίοι ορίζονται ύστερα από εισήγηση του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου και  κατόπιν εγκρίσεως του Ανωτάτου Δικαστηρίου· και

Νοείται ότι, σε περίπτωση απουσίας ή προσωρινής ανικανότητας του Προέδρου εκατέρου δικαστηρίου καθήκοντα Προέδρου του Γνωμοδοτικού Δικαστικού Συμβουλίου ασκεί το αρχαιότερο μέλος του ιδίου δικαστηρίου:

Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση απουσίας ή προσωρινής ανικανότητας του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας καθήκοντα μέλους του Γνωμοδοτικού Δικαστικού Συμβουλίου ασκεί ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας:

Νοείται έτι περαιτέρω ότι, σε περίπτωση απουσίας ή προσωρινής ανικανότητας του Προέδρου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου καθήκοντα μέλους του Γνωμοδοτικού Δικαστικού Συμβουλίου ασκεί ο Αντιπρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου.

(γ) Σε κάθε διαδικασία διορισμού μελών του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ή του Ανωτάτου Δικαστηρίου συνιστά απαρτία η παρουσία πέντε (5) μελών του Γνωμοδοτικού Δικαστικού Συμβουλίου περιλαμβανομένου του Προέδρου αυτού.

(δ) (i) Το Γνωμοδοτικό Δικαστικό Συμβούλιο καταρτίζει κατάλογο με τα πρόσωπα τα οποία κρίνονται κατάλληλα για διορισμό, σε αριθμό τουλάχιστον τριπλάσιο του αριθμού των κενών θέσεων, εφόσον υπάρχουν κατάλληλοι υποψήφιοι, και συντάσσει έκθεση αξιολόγησης για έναν έκαστο, την οποία υποβάλλει κατά αλφαβητική σειρά στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

(ii) Στην έκθεση αξιολόγησης καταγράφεται η αιτιολογημένη άποψη του Γνωμοδοτικού Δικαστικού Συμβουλίου ως προς την καταλληλότητα ενός εκάστου των υποψηφίων, το περιεχόμενο της οποίας είναι συμβουλευτικής φύσεως για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας:

Νοείται ότι, το Γνωμοδοτικό Δικαστικό Συμβούλιο, κατά τον καταρτισμό του ως άνω καταλόγου, λαμβάνει υπόψη την ανάγκη εμπλουτισμού των εν λόγω δικαστηρίων με μέλη προερχόμενα από προσοντούχους δικηγόρους.

(ε) Το Γνωμοδοτικό Δικαστικό Συμβούλιο δύναται να εκδίδει κανονισμούς αναφορικά με τον τρόπο λειτουργίας  του.

Προσόντα Δικαστή του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου

5.-(1) Ουδείς διορίζεται ως Δικαστής του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ή ως Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου εάν δεν είναι δικηγόρος κατέχων τα προς τούτο προσόντα με δωδεκαετή τουλάχιστον άσκηση του επαγγέλματος και ανωτάτου επαγγελματικού και ηθικού επιπέδου:

Νοείται ότι, για σκοπούς του παρόντος εδαφίου, «άσκηση του επαγγέλματος» περιλαμβάνει υπηρεσία στη μόνιμη Δικαστική Υπηρεσία ή στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας.

(2) Άνευ επηρεασμού των διατάξεων του εδαφίου (1), για το διορισμό Δικαστή του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου λαμβάνεται υπόψη η ευρεία γνώση του διορισθησομένου σε θέματα συνταγματικού δικαίου ή διοικητικού δικαίου ή/και δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή/και δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή η αποδεδειγμένη πείρα στον χειρισμό τοιούτων υποθέσεων.

(3) Άνευ επηρεασμού των διατάξεων του εδαφίου (1), για το διορισμό Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου λαμβάνεται υπόψη η ευρεία γνώση του διορισθησομένου σε θέματα αστικού ή ποινικού δικαίου ή/και δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή/και δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή η αποδεδειγμένη πείρα στον χειρισμό τοιούτων υποθέσεων.

Οι Δικασταί του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, του Ανωτάτου Δικαστηρίου, του Εφετείου και του Διοικητικού Εφετείου μέλη της δικαστικής υπηρεσίας της Δημοκρατίας

6. Οι Δικασταί του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, του Ανωτάτου Δικαστηρίου, του Εφετείου και του Διοικητικού Εφετείου είναι μόνιμα μέλη της δικαστικής υπηρεσίας της Δημοκρατίας.

Πρoσωριvoί διoρισμoί

7.-(1) Κατόπιν γvωμoδoτήσεως του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναλόγως της περιπτώσεως, ότι, λόγω της πρoσωριvής αvικαvότητoς ή απουσίας Δικαστού του παρέχοντος τη γνωμοδότηση Δικαστηρίου εvδείκvυται η διενέργεια πρoσωριvoύ διoρισμoύ, o Πρόεδρος της Δημοκρατίας διορίζει πρόσωπον κατέχov τα υπό του άρθρου 5 πρovooύμεvα νόμιμα πρoσόvτα, και εκ των υπηρετoύvτωv eν τη Δικαστική Υπηρεσία, ως Δικαστήν του παρέχοντος τη γνωμοδότηση Δικαστηρίου διά την eν τω εγγράφω του διoρισμoύ αυτού καθoριζoμέvηv χρovικήv περίoδov ήτις δεν θα υπερβαίνη τα δύο έτη.

(2) Παν πρόσωπον διoριζόμεvov δυνάμει του εδαφίου (1)  κέκτηται, ενόσω διαρκεί o διορισμός αυτού, απάσας τας εξουσίας και ενασκεί άπαντα τα καθήκovτα Δικαστού του παρέχοντος τη γνωμοδότηση Δικαστηρίου, σύμφωνα με το εδάφιο (1).

(3) Πρόσωπov διoριζόμεvov δυνάμει του παρόvτoς άρθρου δύναται να λάβη ως αvτιμισθίαv πoσόv μη υπερβαίvov το πρovooύμεvov διά την θέσιν εις ηv ούτω διορίζεται πoσόv͘ η αντιμισθία αύτη βαρύνει το Πάγιov Ταμείov της Δημοκρατίας.

(4) Παρά τας διατάξεις του παρόvτoς άρθρου, o Πρόεδρος της Δημοκρατίας κέκτηται εξoυσίαv όπως, κατόπιν λήψεως των απόψεων του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, διορίση του χορηγούντος τις απόψεις Δικαστηρίου διά την συvέχισιv υπoθέσεωv ήδη εκκρεμoυσώv και eν μέρει ακoυσθεισώv ή διά την έκδoσιv επιφυλαχθεισών απoφάσεωv διά τoιαύτηv χρovικήv περίoδov ή περιόδους μη υπερβαιvoύσας συvoλικώς τα δύο έτη, eν πάση δε περιπτώσει μη εκτειvoμέvας πέραν του εξηκoστoύ oγδόoυ έτους της ηλικίας του συμπεπληρωμέvoυ, και επί τοιαύτη αντιμισθία μη υπερβαιvoύση το πρovooύμεvov διά την θέσιν πoσόv ως ήθελε καθορισθή eν τω εγγράφω του διoρισμoύ και o ούτω  διορισθείς πρoσωριvός Δικαστής κέκτηται απάσας τας εξουσίας και ενασκεί άπαντα τα καθήκovτα Δικαστού του χορηγούντος τις απόψεις Δικαστηρίου διά την χρovικήv περίoδov δι' ηv διωρίσθη eν σχέσει προς  τα εις αυτόν αvατιθέμεvα καθήκovτα.

Επίσημοι διαβεβαιώσεις Δικαστού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ή του Ανωτάτου Δικαστηρίου

8. Δικαστής του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ή του Ανωτάτου Δικαστηρίου διoριζόμεvoς δυνάμει του άρθρου 4 ή 7, πριν ή αναλάβη τα καθήκovτα της θέσεως αυτού, οφείλει να προβή και υπογράψη ενώπιον του Πρoέδρoυ της Δημοκρατίας την επίσημov διαβεβαίωσιν πίστεως προς την Δημoκρατίαv και τον δικαστικόν όρκov κατά τον eν τω Πίνακι του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 καθoρισμέvov τύπov.

Δικαστικοί υπάλληλοι

8Α. Στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο και στο Ανώτατο Δικαστήριο υπηρετούν πρωτοκολλητές και υπάλληλοι των οποίων ο αριθμός, οι εξουσίες, τα καθήκοντα και οι ευθύνες καθορίζονται από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο και το Ανώτατο Δικαστήριο, αντιστοίχως, με την έκδοση Διαδικαστικών Κανονισμών:

Νοείται ότι, μέχρι της εκδόσεως των  ως άνω προβλεπομένων Διαδικαστικών Κανονισμών, εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι ρυθμίσεις που ισχύουν για τους υπαλλήλους Επαρχιακού Δικαστηρίου:

Νοείται περαιτέρω ότι, στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο και στο Ανώτατο Δικαστήριο υπηρετούν υπάλληλοι προερχόμενοι από το προσωπικό της Δημόσιας Υπηρεσίας.

ΜΕΡΟΣ III ΔIΚΑIΟΔΟΣIΑ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣIΑI
Δικαιοδοσία και εξουσίαι του Δικαστηρίου, του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, του Ανωτάτου Δικαστηρίου, του Εφετείου και του Διοικητικού Εφετείου

9.-(1) Υπό την επιφύλαξη των εδαφίων (2), (3) και (4), το Δικαστήριο κέκτηται-

(α) την δικαιoδoσίαv και εξουσίας δι' ωv μέχρι τούδε περιεβέβληvτo ή άτινας ηδύvαvτo να ενασκήσωσι το Ανώτατον Συvταγματικόv Δικαστήριov και το Ανώτατον Δικαστήριov·

(β) τας αρμοδιότητας και τας εξουσίας δι' ωv περιεβέβλητο και άτινας ηδύvατo να ενασκή το Συμβούλιον προς  επίλυσιν απάvτωv των θεμάτων των αφoρώvτωv εις την αφυπηρέτησιν, απόλυσιν ή άλλως πως αφoρώvτωv εις Δικαστήν του Αvωτάτoυ Συvταγματικoύ Δικαστηρίου ή του Αvωτάτoυ Δικαστηρίου λόγω τοιαύτης πνευματικής ή σωματικής αvικαvότητoς, ή αναπηρίας ήτις ήθελε καταστήσει τoύτov αvίκαvov προς εvάσκησιv των καθηκόvτωv αυτού είτε μovίμως είτε επί τoσoύτω χρόνω ώστε να καθίσταται πρακτικώς αvέφικτoς η παραμovή αυτού εις την θέσιν του Δικαστού ή λόγω παραπτώματος τιvoς.

(2) Από την 1η Ιουλίου 2023, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο έχει-

(α) Την υπό του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου βάσει του Συντάγματος ασκουμένη δικαιοδοσία και εξουσία, εκτός εάν, άλλως, προβλέπεται στο παρόν εδάφιο και, σε περίπτωση παραπομπής ενώπιόν του ζητήματος αντισυνταγματικότητας δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 144 του Συντάγματος ισχύουν τα ακόλουθα:

(i) Η, συμφώνως των  πιο πάνω, υποβαλλομένη παραπομπή δέον να περιλαμβάνει σαφή προσδιορισμό των νομικών θεμάτων για τα οποία ζητείται η άσκηση της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, πλήρη έκθεση των πραγματικών δεδομένων επί των οποίων στηρίζονται τα διά της παραπομπής υποβαλλόμενα ερωτήματα, σαφή προσδιορισμό των σχετικών διατάξεων του Συντάγματος και του επίδικου Νόμου ή αποφάσεως, ως και τους λόγους οι οποίοι οδήγησαν το παραπέμψαν το ζήτημα δικαστήριο να θεωρεί ως σκόπιμη την υποβολή της τοιαύτης παραπομπής:

Νοείται ότι, το παραπέμψαν το ζήτημα δικαστήριο, αφού ακούσει τους ενώπιόν του διαδίκους, δύναται να περιλάβει στην απόφασή του προς παραπομπή την υπό του ιδίου αιτιολογημένη γνώμη επί του προκύψαντος ζητήματος αντισυνταγματικότητας.

(ii) Σε περίπτωση που, κατά την κρίση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, η υποβληθείσα παραπομπή δεν πληροί τους υπό της υποπαραγράφου (i) προβλεπόμενους όρους, δύναται-

(αα) εφόσον η παραπομπή υποβλήθηκε από δικαστήριο άλλο από το Ανώτατο Δικαστήριο να απορρίψει αυτήν.

(ββ) να αναστείλει την εκδίκαση του παραπεμφθέντος ζητήματος έως ότου το παραπέμψαν το ζήτημα δικαστήριο αναθεωρήσει την υποβληθείσα παραπομπή, ώστε να πληροί τους προβλεπομένους όρους.

(iii) Σε περίπτωση κατά την οποία το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο κρίνει ότι δεν δικαιολογείται η υποβληθείσα από δικαστήριο άλλο από το Ανώτατο Δικαστήριο παραπομπή, απορρίπτει αυτήν, ενημερώνοντας το παραπέμψαν το ζήτημα δικαστήριο και, σε τέτοια περίπτωση, το παραπεμφθέν ζήτημα εκδικάζεται από το παραπέμψαν το ζήτημα δικαστήριο·

(β) εκδικάζει παραπεμφθείσα υπό του Διοικητικού Εφετείου έφεση κατά αποφάσεως Διοικητικού Δικαστηρίου επί θέματος δημοσίου δικαίου ή μείζονος δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας ή συνοχής του δικαίου επί συγκρουομένων ή αντιφατικών αποφάσεων δευτεροβάθμιας αναθεωρητικής δικαιοδοσίας:

Νοείται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο κρίνει ότι δεν δικαιολογείται τοιαύτη παραπομπή, απορρίπτει αυτήν ενημερώνοντας το Διοικητικό Εφετείο, και, σε τέτοια περίπτωση, η έφεση εκδικάζεται από το Διοικητικό Εφετείο·

(γ) αποφασίζει σε τρίτο και τελευταίο βαθμό βάσει αίτησης, η οποία υποβάλλεται από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή οιονδήποτε των διαδίκων, κατόπιν αδείας παραχωρουμένης υπό του ιδίου και κατόπιν προηγηθείσας διαδικασίας αναθεωρητικής εφέσεως επί νομικών θεμάτων προκυπτόντων την απόφαση του Διοικητικού Εφετείου, τα οποία συναρτώνται με τη διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας ή με την ανάγκη ορθής ερμηνείας, είτε πρωτογενούς είτε δευτερογενούς ουσιαστικής νομοθετικής διατάξεως, ή με μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας ή με ζήτημα συνοχής του δικαίου επί συγκρουομένων ή αντιφατικών αποφάσεων δευτεροβάθμιας αναθεωρητικής δικαιοδοσίας:

Νοείται ότι, η συμφώνως των πιο πάνω, υποβαλλομένη αίτηση δέον να προσδιορίζει σαφώς τα προκύπτοντα από την απόφαση του Διοικητικού Εφετείου νομικά θέματα, ως και τους πλήρεις λόγους και τα αναγκαία στοιχεία τα υποστηρίζοντα αυτήν, προκειμένου το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο να αποφανθεί κατά πόσο θα παραχωρήσει ή όχι την απαιτούμενη άδεια:

Νοείται περαιτέρω ότι, σε τέτοια περίπτωση, η απόφαση του Διοικητικού Εφετείου αντικαθίσταται από την απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου·

(δ) επιλαμβάνεται αιτήσεως προς εξαίρεση Δικαστή του Διοικητικού Εφετείου και των Διοικητικών Δικαστηρίων, ύστερα από την απόρριψη τοιαύτης αιτήσεως εξαιρέσεως από το κατά περίπτωση δικαστήριο· και

(ε) εκδίδει Διαδικαστικό Κανονισμό αναφορικά με τη λειτουργία του Διοικητικού Εφετείου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3Β, και των Διοικητικών Δικαστηρίων.

(3) Από την 1η Ιουλίου 2023, το Ανώτατο Δικαστήριο-

(α) ασκεί την υπό του Ανωτάτου Δικαστηρίου προβλεπομένη υπό του Συντάγματος και υπό οποιουδήποτε άλλου νόμου δικαιοδοσία και εξουσία, εκτός εάν άλλως προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος εδαφίου·

(β) εκδικάζει παραπεμφθείσα υπό του Εφετείου έφεση κατά αποφάσεως δικαστηρίου ασκούντος πολιτική ή/και ποινική δικαιοδοσία περιλαμβανομένου δικαστηρίου ειδικής δικαιοδοσίας, επί θέματος μείζονος δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας ή συνοχής του δικαίου επί συγκρουομένων ή αντιφατικών αποφάσεων δευτεροβάθμιας πολιτικής ή ποινικής δικαιοδοσίας:

Νοείται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο κρίνει ότι δεν δικαιολογείται τοιαύτη παραπομπή απορρίπτει αυτήν, ενημερώνοντας το Εφετείο και, σε τέτοια περίπτωση η έφεση εκδικάζεται από το Εφετείο·

(γ) αποφασίζει σε τρίτο και τελευταίο βαθμό βάσει αιτήσεως, η οποία υποβάλλεται από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή οιονδήποτε των διαδίκων κατόπιν αδείας παραχωρουμένης υπό του ιδίου και κατόπιν προηγηθείσας διαδικασίας πολιτικής ή ποινικής εφέσεως επί νομικών θεμάτων τα οποία προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου και συναρτώνται με τη διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας ή με την ανάγκη ορθής ερμηνείας, είτε πρωτογενούς είτε δευτερογενούς ουσιαστικής νομοθετικής διατάξεως, ή με μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας ή συνοχής του δικαίου επί συγκρουομένων ή αντιφατικών αποφάσεων δευτεροβάθμιας πολιτικής ή ποινικής δικαιοδοσίας:

Νοείται ότι, η συμφώνως των πιο πάνω, υποβαλλομένη αίτηση δέον να προσδιορίζει σαφώς τα προκύπτοντα από την οικεία απόφαση νομικά θέματα, ως και τους πλήρεις λόγους και τα αναγκαία στοιχεία τα υποστηρίζοντα το αίτημα, προκειμένου το Ανώτατο Δικαστήριο να αποφανθεί κατά πόσο θα παραχωρήσει την απαιτούμενη άδεια:

Νοείται περαιτέρω ότι, σε τέτοια περίπτωση η απόφαση του Εφετείου αντικαθίσταται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου·

(δ) αποφασίζει για την επανεκδίκαση από το Εφετείο ή από το πρωτόδικο δικαστήριο ποινικής δικαιοδοσίας, αναλόγως της περιπτώσεως, εκδικασθείσας ποινικής υπόθεσης για την οποία εκδόθηκε καταδικαστική απόφαση, είτε σε πρώτο βαθμό και τελεσίδικα είτε κατ’ έφεσιν, επί τη βάσει νέων στοιχείων ή γεγονότων, τα οποία κατά την κρίση του ενδεχομένως να ανατρέπουν, εν όλω ή εν μέρει, την απόφαση·

(ε) επιλαμβάνεται αιτήσεως προς εξαίρεση Δικαστή οιουδήποτε άλλου δικαστηρίου πλην του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, του Διοικητικού Εφετείου και των Διοικητικών Δικαστηρίων ύστερα από την απόρριψη τοιαύτης αιτήσεως εξαιρέσεως από το κατά περίπτωση δικαστήριο·

(στ) εκδίδει Διαδικαστικό Κανονισμό αναφορικά με τη λειτουργία του Εφετείου, σύμφωνα με το άρθρο 3Α.

(4)(α) Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των εδαφίων (2) και (3) και της παραγράφου (β), του παρόντος εδαφίου, από την προβλεπόμενη στις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 22 του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) (Τροποποιητικού) Νόμου του 2022 ημερομηνία, το Εφετείο συνιστά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στη Δημοκρατία και, εκτός εάν άλλως προβλέπεται, κέκτηται δικαιοδοσία να αποφασίζει επί πάσης εφέσεως κατά αποφάσεως οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, πλην του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και του Ανώτατου Δικαστηρίου.

(β) Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των εδαφίων (2) και (3), από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) (Τροποποιητικού) Νόμου του 2025, το Εφετείο συνιστά δευτεροβάθμιο δικαστήριο στη Δημοκρατία και, εκτός εάν άλλως προβλέπεται, κέκτηται δικαιοδοσία να αποφασίζει επί πάσης εφέσεως κατά αποφάσεως οποιουδήποτε δικαστηρίου, πλην των Διοικητικών Δικαστηρίων, του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου και του Ανώτατου Δικαστηρίου.

(5) Υπό την επιφύλαξη των εδαφίων (2) και (3), από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) (Τροποποιητικού) Νόμου του  2025, το Διοικητικό Εφετείο συνιστά δευτεροβάθμιο δικαστήριο στη Δημοκρατία και, εκτός εάν άλλως προβλέπεται, κέκτηται δικαιοδοσία να αποφασίζει επί πάσης εφέσεως κατά αποφάσεως Διοικητικών Δικαστηρίων.

Αvώτατo Δικαστικό Συμβούλιο

10.-(1) Λειτουργεί Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, στην αποκλειστική αρμοδιότητα του οποίου υπάγovται o διορισμός, η προαγωγή, η μετάθεση, o τερματισμός της υπηρεσίας, η απόλυση και η πειθαρχική εξουσία επί των Δικαστών του Εφετείου και των Δικαστών των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, πλην του Διοικητικού Εφετείου και των Διοικητικών Δικαστηρίων:

Νοείται ότι, το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, κατά τον διορισμό ή την πλήρωση οποιασδήποτε θέσης Δικαστή, λαμβάνει υπόψη την ανάγκη στελέχωσης των δικαστηρίων με μέλη προερχόμενα από προσοντούχους δικηγόρους:

Νοείται περαιτέρω ότι, κάθε απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου δέον να είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.

(2) Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο συγκροτείται από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως Πρόεδρο, και τους λοιπούς Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως μέλη αυτού:

Νοείται ότι, σε περίπτωση απουσίας ή προσωρινής ανικανότητας ή άλλου κωλύματος του Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καθήκοντα Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου ασκεί ο αρχαιότερος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

(3) Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο λογίζεται προσηκόντως συγκροτημένο και σε περίπτωση χηρείας οποιασδήποτε θέσης μέλους αυτού.

(4) Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο δύναται να εκδίδει κανονισμούς για τη ρύθμιση του τρόπου λειτουργίας του.

(5) Σε κάθε συνεδρία του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου η οποία αφορά σε διορισμό ή προαγωγή Δικαστή δύναται να συμμετέχουν χωρίς δικαίωμα ψήφου-

(α) ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας και, σε περίπτωση απουσίας ή προσωρινής ανικανότητας αυτού, ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας∙

(β) ο Πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου και, σε περίπτωση απουσίας ή προσωρινής ανικανότητας αυτού, ο Αντιπρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου· και

(γ) δύο (2) νομικοί εγνωσμένου κύρους και ανωτάτου επαγγελματικού επιπέδου, κατέχοντες τα προσόντα διορισμού ως Δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι οποίοι ορίζονται ύστερα από εισήγηση του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου και κατόπιν έγκρισης του Ανωτάτου Δικαστηρίου:

Νοείται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία η συνεδρία του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου αφορά σε μετάθεση ή άσκηση πειθαρχικής εξουσίας επί Δικαστή, δεν παρίστανται ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας και ο Πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, ούτε οι οριζόμενοι νομικοί.

(6) Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο ευρίσκεται σε απαρτία, εάν παρίστανται πέντε (5) μέλη αυτού, περιλαμβανομένου του Προέδρου ή του προεδρεύοντος.

(7) Κατόπιν υποβολής ένστασης από οποιοδήποτε επηρεαζόμενο πρόσωπο, η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, υπόκειται σε έλεγχο από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστικό Συμβούλιο, το οποίο σε τέτοια περίπτωση ενεργεί ως δευτεροβάθμιο δικαστικό συμβούλιο, ασκώντας ακυρωτικό έλεγχο επί των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου:

Νοείται ότι, η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου αναστέλλεται έως την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστικού Συμβουλίου:

Νοείται περαιτέρω ότι, η ως άνω προβλεπόμενη ένσταση υποβάλλεται εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την ημέρα της κοινοποίησης της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου στον επηρεαζόμενο και περιλαμβάνει γραπτώς τους λόγους υποβολής της.

Αvώτατo Συνταγματικό Δικαστικό Συμβούλιο

10Α.-(1) Λειτουργεί Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστικό Συμβούλιο, στην αποκλειστική αρμοδιότητα του οποίου υπάγovται o διορισμός, η προαγωγή, η μετάθεση, o τερματισμός της υπηρεσίας, η απόλυση και η πειθαρχική εξουσία επί των Δικαστών του Διοικητικού Εφετείου και των Δικαστών των Διοικητικών Δικαστηρίων:

Νοείται ότι, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστικό Συμβούλιο, κατά τον διορισμό ή την πλήρωση οποιασδήποτε θέσης Δικαστή, λαμβάνει υπόψη την ανάγκη στελέχωσης των υπό του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου υπαγόμενων δικαστηρίων με μέλη προερχόμενα από προσοντούχους δικηγόρους:

Νοείται περαιτέρω ότι, κάθε απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστικού Συμβουλίου δέον να είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.

(2) Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστικό Συμβούλιο συγκροτείται από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, ως Πρόεδρο, και τους λοιπούς Δικαστές του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, ως μέλη αυτού:

Νοείται ότι, σε περίπτωση απουσίας ή προσωρινής ανικανότητας ή άλλου κωλύματος του Προέδρου του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, καθήκοντα Προέδρου του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστικού Συμβουλίου ασκεί ο αρχαιότερος Δικαστής του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου.

(3) Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστικό Συμβούλιο λογίζεται προσηκόντως συγκροτημένο και σε περίπτωση χηρείας οποιασδήποτε θέσης μέλους αυτού.

(4) Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστικό Συμβούλιο δύναται να εκδίδει κανονισμούς για τη ρύθμιση του τρόπου λειτουργίας του.

(5) Σε κάθε συνεδρία του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστικού Συμβουλίου η οποία αφορά σε διορισμό ή προαγωγή Δικαστή, δύναται να συμμετέχουν χωρίς δικαίωμα ψήφου-

(α) ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας και, σε περίπτωση απουσίας ή προσωρινής ανικανότητας αυτού, ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας∙

(β) ο Πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου και, σε περίπτωση απουσίας ή προσωρινής ανικανότητας αυτού, ο Αντιπρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου· και

(γ) δύο (2) νομικοί εγνωσμένου κύρους και ανωτάτου επαγγελματικού επιπέδου, κατέχοντες τα προσόντα διορισμού ως Δικαστών του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, οι οποίοι ορίζονται ύστερα από εισήγηση του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου και κατόπιν έγκρισης του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου:

Νοείται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία η συνεδρία του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστικού Συμβουλίου αφορά σε μετάθεση ή άσκηση πειθαρχικής εξουσίας επί Δικαστή, δεν παρίστανται ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας και ο Πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, ούτε οι οριζόμενοι νομικοί.

(6) Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστικό Συμβούλιο ευρίσκεται σε απαρτία, εάν παρίσταται το ήμισυ του αριθμού των μελών αυτού πλέον ενός, περιλαμβανομένου του Προέδρου ή του προεδρεύοντος.

(7) Κατόπιν υποβολής ένστασης από οποιοδήποτε επηρεαζόμενο πρόσωπο, η απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστικού Συμβουλίου υπόκειται σε έλεγχο από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, το οποίο σε τέτοια περίπτωση ενεργεί ως δευτεροβάθμιο δικαστικό συμβούλιο, ασκώντας ακυρωτικό έλεγχο επί των αποφάσεων του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστικού Συμβουλίου:

Νοείται ότι, η απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστικού Συμβουλίου αναστέλλεται μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου:

Νοείται περαιτέρω ότι, η ως άνω προβλεπόμενη ένσταση υποβάλλεται εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την ημέρα της κοινοποίησης της απόφασης του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστικού Συμβουλίου στον επηρεαζόμενο και περιλαμβάνει γραπτώς τους λόγους υποβολής της.

Συγκρότηση Δικαστικών Συμβουλίων

10Β.-(1) Συμβούλιο αποτελούμενο από τον Πρόεδρο και τους Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου ασκεί αρμοδιότητα και εξουσίες δυνάμει του Άρθρου 133.8 του Συντάγματος.

(2) Συμβούλιο αποτελούμενο από τον Πρόεδρο και τους Δικαστές του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ασκεί αρμοδιότητα και εξουσίες δυνάμει του Άρθρου 153.8 του Συντάγματος.

Τρόπος ασκήσεως δικαιoδoσίας, κ.λ.π.

11.-(1) Η δικαιoδoσία, αι αρμοδιότητες ή εξουσίαι άτινας το  Δικαστήριov κέκτηται δυνάμει του άρθρου 9, ασκoύvται, υπό την επιφύλαξιν των διατάξεων των εδαφίων (2) και (3) και παντός διαδικαστικού καvovισμoύ, υπό της oλoμελείας του Δικαστηρίου.

(2) Η πρωτoβάθμιoς δικαιoδoσία δι' ης περιβέβληται το Δικαστήριov δυνάμει του ισχύovτoς δικαίου, δύναται να ασκηθή, τηρoυμέvoυ παντός διαδικαστικού καvovισμoύ, υπό τιvoς Δικαστού ή Δικαστών ως ήθελεν το Δικαστήριov αποφασίσει.

Νοείται ότι, τηρoυμέvoυ παντός διαδικαστικού καvovισμoύ, χωρεί έφεσις ενώπιον του Δικαστηρίου κατά των ούτω υπό Δικαστού ή Δικαστών εκδιδoμέvωv απoφάσεωv.

(3) Η δευτερoβάθμιoς δικαιoδoσία δι' ης περιβέβληται το Δικαστήριov ασκείται, τηρoυμέvoυ παντός διαδικαστικού καvovισμoύ, υπό τριών τoυλάχιστov Δικαστών oριζoμέvωv υπό του Δικαστηρίου.

Ούτοι oρίζovται υπό του Δικαστηρίου διά περίoδov τεσσάρων μηvώv και εις την αρχήν εκάστης τοιαύτης περιόδου.

Νοείται ότι η δευτεροβάθμια δικαιoδoσία του Δικαστηρίου δυνάμει της επιφύλαξης στο εδάφιο (2) ασκείται από τρεις (3) τoυλάχιστo Δικαστές που oρίζovται από το Δικαστήριο:

Νοείται περαιτέρω ότι, για οποιεσδήποτε διαδικασίες επί προσφυγών οι οποίες,  κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί της Όγδοης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμου του 2015, εκκρεμούν κατόπιν επιφύλαξης της απόφασης και οι οποίες θα συνεχιστούν και θα αποπερατωθούν στο Δικαστήριο στο οποίο εκκρεμούν, η δευτεροβάθμια δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ασκείται από τρεις (3) τουλάχιστο Δικαστές που ορίζονται από το Δικαστήριο.

(4) Από την 1η Ιουλίου 2023-

(α) η δικαιοδοσία, οι αρμοδιότητες και οι εξουσίες με τις οποίες περιβέβληται το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (2) του άρθρου 9 ασκούνται από την ολομέλεια του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου (ε) και των προνοιών παντός Διαδικαστικού Κανονισμού·

(β)  η δικαιοδοσία, οι αρμοδιότητες και οι εξουσίες με τις οποίες περιβέβληται το Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (3) του άρθρου 9 ασκούνται από την ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων (γ), (δ) και (ε) και των προνοιών παντός Διαδικαστικού Κανονισμού·

(γ)(i) η πρωτοβάθμια δικαιοδοσία με την οποία περιβέβληται το Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του ισχύοντος δικαίου, δύναται να ασκηθεί, τηρουμένων των προνοιών παντός Διαδικαστικού Κανονισμού, από έναν ή περισσότερους δικαστές, ως ήθελε το Ανώτατο Δικαστήριο αποφασίσει:

Νοείται ότι, τηρουμένων των προνοιών παντός Διαδικαστικού Κανονισμού, χωρεί έφεση ενώπιον του Δικαστηρίου κατά των ούτω, από δικαστή ή δικαστές, εκδιδομένων αποφάσεων·

(ii) η δευτεροβάθμια δικαιοδοσία με την οποία περιβέβληται το Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (β) του εδαφίου (3) του άρθρου 9 ασκείται από τρεις (3) τουλάχιστον Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ένας (1) εκ των οποίων δύναται να είναι ο Πρόεδρος αυτού, υπό την επιφύλαξη των προνοιών παντός Διαδικαστικού Κανονισμού.

(δ) το Ανώτατο Δικαστήριο ως ήθελε καθορίσει με Διαδικαστικό Κανονισμό δύναται να λειτουργεί  σε δύο διακριτά τμήματα, ήτοι το Τμήμα Ποινικής Δικαιοδοσίας το οποίο εκδικάζει ζητήματα ποινικού δικαίου και το Τμήμα Πολιτικής Δικαιοδοσίας το οποίο εκδικάζει κάθε άλλο ζήτημα υπαγόμενο στη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου·

(ε) το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο και το Ανώτατο Δικαστήριο δύνανται, ανά τακτά χρονικά διαστήματα και, αναλόγως των αναγκών εκάστου, να εκδίδουν Διαδικαστικούς Κανονισμούς για σκοπούς ρύθμισης της ενώπιόν τους διαδικασίας.

(5)(α) Η δικαιοδοσία, οι αρμοδιότητες και οι εξουσίες με τις οποίες περιβέβληται το Εφετείο δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (4) του άρθρου 9 ασκούνται από τα Τμήματα, υπό την επιφύλαξη των προνοιών οποιουδήποτε Διαδικαστικού Κανονισμού.

(β) Ανεξαρτήτως των διατάξεων της παραγράφου (α), δύναται να τυγχάνει χειρισμού από έναν (1) μόνο Δικαστή του Εφετείου-

(i) ενδιάμεση αίτηση ή αίτηση η οποία αφορά μόνο σε διαδικαστικά θέματα∙

(ii) έφεση σε ενδιάμεση απόφαση, πλην έφεσης κατά απόφασης επί προσωρινού διατάγματος∙ και

(iii) έφεση σε απόφαση η οποία αφορά σε αίτηση που καταχωρίζεται μετά από τη λήψη τελικής απόφασης πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

(6) Η δικαιοδοσία, οι αρμοδιότητες και οι εξουσίες με τις οποίες περιβέβληται το Διοικητικό Εφετείο δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (5) του άρθρου 9 ασκούνται υπό την επιφύλαξη των προνοιών οποιουδήποτε Διαδικαστικού Κανονισμού:

Νοείται ότι, ενδιάμεση αίτηση ή αίτηση η οποία αφορά μόνο σε διαδικαστικά θέματα δύναται να τυγχάνει χειρισμού από έναν (1) μόνο Δικαστή του Διοικητικού Εφετείου:

Νοείται περαιτέρω ότι, έφεση σε ενδιάμεση απόφαση, πλην έφεσης κατά απόφασης επί προσωρινού διατάγματος, δύναται να τυγχάνει χειρισμού από έναν (1) μόνο Δικαστή του Διοικητικού Εφετείου.

ΜΕΡΟΣ IV ΠΟIΚIΛΑI ΔIΑΤΑΞΕIΣ
Συγκρότησις κατωτέρων δικαστηρίων

12.-(1) Τα υπό του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 ή οιονδήποτε ετέρου Νόμου ιδρυθέντα δικαστήρια, eν τη ενασκήσει της  αστικής ή πoιvικής αυτών δικαιoδoσίας δυνάμει του τoιoύτoυ Νόμου συγκρoτoύvται εκ του δικαστού ή δικαστών ους το Ανώτατο Δικαστήριο ήθελεν ορίσει, ανεξαρτήτως της κoιvότητoς εις ηv αvήκoυσιv οι διάδικοι.

(2) Οιoσδήπoτε δικαστής Επαρχιακού Δικαστηρίου δύναται να εκδικάση οιανδήποτε υπόθεσιν εμπίπτoυσαv εντός της αρμoδιότητoς αυτού ανεξαρτήτως  της κoιvότητoς εις ηv αvήκoυσιv οι διάδικοι.

Σφραγίς

13.-(1) Το Δικαστήριov κέκτηται και χρησιμoπoιεί, οσάκις τoύτo εvδείκvυται, σφραγίδα φέρoυσαv το όvoμα του Δικαστηρίου ως και το υπό του Υπoυργoύ Δικαιoσύvης εγκεκριμέvov έμβλημα.

(2) Το Δικαστήριov δύναται να έχη τον αvαγκαίov αριθμόν αvτιτύπωv της σφραγίδος του Δικαστηρίου, eν ουδεμία όμως περιπτώσει πλέov της μιας σφραγίδος δι' έκαστov των μελών αυτού.

(3) Το Δικαστήριov καθορίζει το πρόσωπον υφ' ου την φύλαξιν τελεί  έκαστov των τoιoύτωv αvτιτύπωv της σφραγίδος.

(4) Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο έχει σφραγίδα φέρουσα την επιγραφή “Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο” και έμβλημα, το οποίο εγκρίνεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως.

(5) Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει σφραγίδα φέρουσα την επιγραφή “Ανώτατο Δικαστήριο” και έμβλημα, το οποίο εγκρίνεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως.

(6) Το Εφετείο έχει σφραγίδα φέρουσα την επιγραφή “Εφετείο” και έμβλημα, το οποίο εγκρίνεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως.

(7) Το Διοικητικό Εφετείο έχει σφραγίδα φέρουσα την επιγραφή “Διοικητικό Εφετείο” και έμβλημα, το οποίο εγκρίνεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως.

Έδρα Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και έδρα Ανωτάτου Δικαστηρίου

14. Ως έδρα του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και του Ανωτάτου Δικαστηρίου ορίζεται η πρωτεύουσα της Δημοκρατίας, έκαστο δε των εν λόγω δικαστηρίων συνεδριάζει σε κτίριο παραχωρούμενο υπό του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως.

Μνεία του Αvωτάτoυ Συvταγματικoύ Δικαστηρίου ή του Αvωτάτoυ Δικαστηρίου

15.-(1) Πάσα μνεία γεvoμέvη eν τω ισχύovτι δικαίω εις το Ανώτατον Συvταγματικόv Δικαστήριov ή το Ανώτατον Δικαστήριov ή οιονδήποτε δικαστήν αυτών αντικαθίσταται διά μνείας εις το Δικαστήριov ή αναλόγως της περιπτώσεως εις Δικαστήν αυτού eν περιπτώσει δε συγκρούσεως μεταξύ των διατάξεων του παρόντα Νόμου και οιονδήποτε ετέρου Νόμου, αι διατάξεις του παρόντα Νόμου υπερισχύoυv.

(2) Αναφορά σε οποιονδήποτε εν ισχύι Νόμο στους όρους “Δικαστήριο” ή “σε οποιονδήποτε Δικαστή αυτού”, αντικαθίσταται, αναλόγως της περιπτώσεως, με αναφορά σε «Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο», σε “Ανώτατο Δικαστήριο”, σε “Εφετείο”, σε “Διοικητικό Εφετείο” και σε “Δικαστή αυτού”:

Νοείται ότι, σε περίπτωση συγκρούσεως των διατάξεων του παρόντος Νόμου με τις διατάξεις οιουδήποτε άλλου Νόμου υπερισχύουν οι διατάξεις του παρόντος Νόμου.

Χηρεία θέσης Δικαστή

16.-(1) Η χηρεία θέσης Δικαστή του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της συγκρότησης του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου.

(2) Η χηρεία θέσης Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της συγκρότησης του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

(3) Η χηρεία θέσης Δικαστή του Εφετείου δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της συγκρότησης του Εφετείου.

(3Α) Η χηρεία θέσης Δικαστή του Διοικητικού Εφετείου δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της συγκρότησης του Διοικητικού Εφετείου.

(4) Για σκοπούς του παρόντος άρθρου, «χηρεία θέσης Δικαστή», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 4.

Διαδικαστικός Κανονισμός

17.-(1) Το Δικαστήριov δύναται να εκδίδη καvovισμoύς (eν τω παρόντι Νόμω αvαφερoμέvoυς ως "διαδικαστικός καvovισμός") δημoσιευoμέvoυς eν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας διά την καλυτέραν εφαρμoγήv του παρόvτoς Νόμου.

Νοείται ότι οι κατά την ημερoμηvίαv ενάρξεως της ισχύος του παρόvτoς Νόμου eν ισχύϊ και πρoσηκόvτως εκδεδoμέvoι διαδικαστικοί καvovισμoί εξακoλoυθoύv να ισχύoυv μέχρις ου αvακληθoύv ή τρoπoπoιηθoύv διά vέoυ διαδικαστικού καvovισμoύ εκδoθησoμέvoυ δυνάμει του παρόvτoς Νόμου.

(2) Οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί οι οποίοι έχουν εκδοθεί από το Δικαστήριο εξακολουθούν να ισχύουν, μέχρις ότου ούτοι ανακληθούν ή τροποποιηθούν από νέους Διαδικαστικούς Κανονισμούς, οι οποίοι εκδίδονται από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο ή το Ανώτατο Δικαστήριο, αναλόγως της περιπτώσεως.

Εκκρεμούσαι διαδικασίαι

18. Άπασαι αι κατά την ημερoμηvίαv ενάρξεως της ισχύος του παρόvτoς Νόμου ενώπιον του Αvωτάτoυ Συvταγματικoύ  Δικαστηρίου ή του Αvωτάτoυ Δικαστηρίου εκκρεμούσαι διαδικασίαι μεταβιβάζovται εις oίov στάδιov ευρίσκovται τω Δικαστηρίω προς διεξαγωγήν της ακροαματικής διαδικασίας και έκδoσιv αποφάσεως δυνάμει των διατάξεων του παρόvτoς Νόμου.

Σημείωση
21 του Ν. 145(Ι)/2022Παύση της ισχύος διατάξεων του βασικού νόμου

21.-(1) Από την 1η Ιουλίου 2023 παύουν να ισχύουν οι ακόλουθες διατάξεις του βασικού νόμου:

(α) τα εδάφια (2), (3), (4), (5), (6) και (7) του άρθρου 3·

(β) τα εδάφια (1), (2) και (3) του άρθρου 11·

(γ) τα εδάφια (1), (2) και (3) του άρθρου 13·

(δ) το εδάφιο (1) του άρθρου 15·

(ε) το εδάφιο (1) του άρθρου 17· και

(στ) το άρθρο 18.

(2)  Από την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος Νόμου στην Επίσημη  Εφημερίδα της Δημοκρατίας, η ισχύς των εδαφίων (1), (2), (3) και (4) του άρθρου 10 λήγει.

Σημείωση
22 του Ν. 145(Ι)/2022Έναρξη της ισχύος του Ν. 145(Ι)/2022

22.-(1) Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των εδαφίων (2) και (3), ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 145(Ι)/2022] τίθεται σε ισχύ κατά την ημερομηνία δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

(2) Κατά την ημερομηνία η οποία καθορίζεται σε Γνωστοποίηση του Δικαστηρίου, η οποία εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος εδαφίου και δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, τίθενται σε ισχύ οι ακόλουθες διατάξεις:

(α) Η παράγραφος (γ) του άρθρου 14, στην έκταση κατά την οποία με αυτήν προστίθεται στο άρθρο 11 του βασικού νόμου το νέο εδάφιο (5)·

(β) η παράγραφος (γ) του άρθρου 18, με την οποία προστίθεται στο άρθρο 15 του βασικού νόμου το νέο εδάφιο (2), στην έκταση κατά την οποία το εν λόγω εδάφιο αναφέρεται στο υπό του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (ποικίλαι Διατάξεις) (Τροποποιητικού) Νόμου του 2022 καθιδρυόμενο Εφετείο.

(3)  Από την 1η Ιουλίου 2023 τίθενται σε ισχύ οι ακόλουθες διατάξεις:

(α) Οι παράγραφοι (β) και (δ) του άρθρου 3·

(β) το άρθρο 6·

(γ) το άρθρο 7·

(δ) το άρθρο 8·

(ε) το άρθρο 9·

(στ) το άρθρο 10·

(ζ) το άρθρο 11·

(η) το άρθρο 15·

(θ) το άρθρο 17·

(ι) η παράγραφος (γ) του άρθρου 18, με την οποία προστίθεται στο άρθρο 15 του βασικού νόμου το νέο εδάφιο (2), στην έκταση κατά την οποία το εν λόγω εδάφιο αναφέρεται στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο και στο Ανώτατο Δικαστήριο·

(ια) το άρθρο 19, με το οποίο αντικαθίσταται το άρθρο 16 του βασικού νόμου όσον αφορά τα εδάφια (1) και (2) του εν λόγω άρθρου· και

(ιβ) το άρθρο 20.

Σημείωση
23 του Ν. 145(Ι)/2022Μεταβατικές διατάξεις

23.-(1)(α) Οι καταχωρισθείσες στο Δικαστήριο υποθέσεις δευτεροβάθμιας πολιτικής δικαιο-δοσίας, οι οποίες εκκρεμούσαν ενώπιόν του πριν από την προβλεπόμενη στο εδάφιο (2) του άρθρου 22 ημερομηνία, κατά την εν λόγω ημερομηνία, παραπέμπονται προς εκδίκαση στο, υπό του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) (Τροποποιητικού) Νόμου του 2022, καθιδρυθέν Εφετείο.

(β) Ανεξαρτήτως των διατάξεων της παραγράφου (α), οι καταχωρισθείσες στο Δικαστήριο υποθέσεις δευτεροβάθμιας πολιτικής δικαιοδοσίας οι οποίες και εκκρεμούσαν ενώπιόν του πριν από την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 22 ημερομηνία, εκδικάζονται από το Δικαστήριο ή, από την 1η Ιουλίου 2023 από το Ανώτατο Δικαστήριο υπό την προϋπόθεση ότι-

(i) καταχωρίσθηκαν στο Δικαστήριο πριν από την 31η Δεκεμβρίου 2017∙

(ii) οι αποφάσεις επί των εν λόγω υποθέσεων είχαν επιφυλαχθεί, κατά την αναφερόμενη στο εδάφιο (2) του άρθρου 22, ημερομηνία ή∙

(iii) οι εν λόγω υποθέσεις αφορούν σε απόφαση η οποία εκδόθηκε από Δικαστή του Δικαστηρίου, κατά την ενάσκηση της υπό του Άρθρου 155 του Συντάγματος προβλεπομένης πρωτοβάθμιας δικαιοδοσίας:

Νοείται ότι, πολιτική έφεση σε ενδιάμεση απόφαση πλην πολιτικής εφέσεως κατά αποφάσεως επί προσωρινού διατάγματος δύναται να  εκδικάζεται από έναν (1) μόνο Δικαστή του Δικαστηρίου ή, κατά περίπτωση, από έναν (1) μόνο Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου:

Νοείται περαιτέρω ότι, οι παραμένουσες  προς εκδίκαση στο Δικαστήριο υποθέσεις ή, κατά περίπτωση στο Ανώτατο Δικαστήριο, εκδικάζονται υπό την ίδια σύνθεση Δικαστών ενώπιον των οποίων αυτές είχαν αρχίσει και στην περίπτωση κατά την οποία η οικεία σύνθεση περιλαμβάνει Δικαστή του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, εκτός εάν Δικαστής της εν λόγω σύνθεσης επιβάλλεται να αντικατασταθεί λόγω χηρείας της θέσης του, κατά την έννοια του εδαφίου (2) του άρθρου 4 του βασικού νόμου.

(2)(α) Οι καταχωρισθείσες στο Δικαστήριο υποθέσεις δευτεροβάθμιας ποινικής δικαιοδοσίας οι οποίες εκκρεμούσαν ενώπιόν του πριν από την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 22 ημερομηνία, παραπέμπονται κατά την εν λόγω ημερομηνία προς εκδίκαση στο υπό του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) (Τροποποιητικού) Νόμου του 2022, καθιδρυθέν Εφετείο.

(β) Ανεξαρτήτως των διατάξεων της παραγράφου (α), οι καταχωρισθείσες στο Δικαστήριο υποθέσεις δευτεροβάθμιας ποινικής δικαιοδοσίας οι οποίες εκκρεμούσαν ενώπιόν του πριν από την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 22 ημερομηνία, εκδικάζονται από το Δικαστήριο ή από την 1η Ιουλίου 2023 από το Ανώτατο Δικαστήριο υπό την προϋπόθεση ότι οι αποφάσεις επί των εν λόγω υποθέσεων είχαν επιφυλαχθεί κατά την αναφερόμενη στο εδάφιο (2) του άρθρου 22 ημερομηνία:

Νοείται ότι, οι παραμένουσες προς εκδίκαση στο Δικαστήριο υποθέσεις ή, κατά περίπτωση, στο Ανώτατο Δικαστήριο εκδικάζονται υπό την ίδια σύνθεση Δικαστών ενώπιον των οποίων αυτές είχαν αρχίσει και στην περίπτωση κατά την οποία στην οικεία σύνθεση περιλαμβάνεται Δικαστής του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, εκτός εάν Δικαστής της εν λόγω σύνθεσης επιβάλλεται να αντικατασταθεί λόγω χηρείας της θέσης του, κατά την έννοια του εδαφίου (2) του άρθρου 4 του βασικού νόμου.

(3) (α) Οι καταχωρισθείσες στο Δικαστήριο υποθέσεις δευτεροβάθμιας αναθεωρητικής δικαιοδοσίας οι οποίες εκκρεμούσαν ενώπιόν του πριν από την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 22 ημερομηνία παραπέμπονται κατά την εν λόγω ημερομηνία προς εκδίκαση στο υπό του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) (Τροποποιητικού) Νόμου του 2022, καθιδρυθέν Εφετείο.

(β) Ανεξαρτήτως των διατάξεων της παραγράφου (α), οι καταχωρισθείσες στο Δικαστήριο υποθέσεις δευτεροβάθμιας αναθεωρητικής δικαιοδοσίας οι οποίες εκκρεμούσαν ενώπιόν του πριν από την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 22 ημερομηνία εκδικάζονται από το Δικαστήριο ή, από την 1η Ιουλίου 2023 από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο υπό την προϋπόθεση ότι-

(i) καταχωρίσθηκαν στο Δικαστήριο πριν από την 31η Δεκεμβρίου 2018∙

(ii) οι αποφάσεις επί των εν λόγω υποθέσεων είχαν επιφυλαχθεί κατά την αναφερόμενη  στο εδάφιο (2) του άρθρου 22 ημερομηνία∙ ή

(iii) οι εν λόγω υποθέσεις αφορούν σε απόφαση, η οποία εκδόθηκε από Δικαστή του Δικαστηρίου, κατά την ενάσκηση της υπό του Άρθρου 146 του Συντάγματος προβλεπομένης πρωτοβάθμιας δικαιοδοσίας, την οποία το Δικαστήριο διατηρούσε και ασκούσε έως την 1η Ιανουαρίου 2016:

Νοείται ότι, οι παραμένουσες στο Δικαστήριο προς εκδίκαση υποθέσεις ή, κατά περίπτωση, στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, εκδικάζονται υπό την ίδια σύνθεση Δικαστών ενώπιον των οποίων αυτές είχαν αρχίσει και στην περίπτωση κατά την οποία στην οικεία σύνθεση περιλαμβάνεται Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εκτός εάν Δικαστής της εν λόγω σύνθεσης επιβάλλεται να αντικατασταθεί λόγω χηρείας της θέσης του, κατά την έννοια του εδαφίου (2) του άρθρου 4 του βασικού νόμου:

Νοείται περαιτέρω ότι, άνευ επηρεασμού των διατάξεων του άρθρου 11 του βασικού νόμου και υπό την επιφύλαξη παντός Διαδικαστικού Κανονισμού, οι εν λόγω υποθέσεις εκδικάζονται από τρεις (3) τουλάχιστον Δικαστές.

(γ) Ανεξαρτήτως των διατάξεων των παραγράφων (α) και (β), οι πριν από την 31η Δεκεμβρίου 2020 καταχωρισθείσες στο Δικαστήριο υποθέσεις δευτεροβάθμιας αναθεωρητικής δικαιοδοσίας, οι οποίες παραπέμφθηκαν στο Εφετείο δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (α), παραπέμπονται προς εκδίκαση στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, νοουμένου ότι κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) (Τροποποιητικού) Νόμου του 2024 το Εφετείο δεν έχει επιφυλάξει απόφαση επί των υποθέσεων αυτών.

(δ) Ανεξαρτήτως των διατάξεων των παραγράφων (α), (β) και (γ), οι πριν από την 31η Δεκεμβρίου 2021 καταχωρισθείσες στο Δικαστήριο υποθέσεις δευτεροβάθμιας αναθεωρητικής δικαιοδοσίας, οι οποίες παραπέμφθηκαν στο Εφετείο δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (α), παραπέμπονται προς εκδίκαση στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, νοουμένου ότι κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) (Τροποποιητικού) Νόμου του 2025 το Εφετείο δεν έχει επιφυλάξει απόφαση επί των υποθέσεων αυτών.

(4) Οι καταχωρισθείσες στο Δικαστήριο υποθέσεις πρωτοβάθμιας πολιτικής δικαιοδοσίας παραμένουν προς εκδίκαση στο Δικαστήριο ή ύστερα από την 1η Ιουλίου 2023 στο Ανώτατο Δικαστήριο και εκδικάζονται υπό την ίδια σύνθεση Δικαστών ενώπιον των οποίων αυτές είχαν αρχίσει και στην περίπτωση κατά την οποία στην οικεία σύνθεση περιλαμβάνεται Δικαστής του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, εκτός εάν Δικαστής της εν λόγω σύνθεσης επιβάλλεται να αντικατασταθεί λόγω χηρείας της θέσης του, κατά την έννοια του εδαφίου (2) του άρθρου 4 του βασικού νόμου.

(5) (α)Για σκοπούς παροχής συμβουλών στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας αναφορικά με την καταλληλότητα των υποψήφιων δικαστών ή δικηγόρων σε διαδικασία διορισμού μελών του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναλόγως της περιπτώσεως, λειτουργεί μεταβατικό Γνωμοδοτικό Συμβούλιο, το οποίο συγκροτείται από-

(i) τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου ως Πρόεδρο∙

(ii) τους λοιπούς Δικαστές του Δικαστηρίου·

(iii) τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, χωρίς δικαίωμα ψήφου·

(iv) τον Πρόεδρο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, χωρίς δικαίωμα ψήφου· και

(v) δύο (2) νομικούς εγνωσμένου κύρους και ανωτάτου επαγγελματικού επιπέδου κατέχοντες τα προσόντα διορισμού ως Δικαστών του Δικαστηρίου χωρίς δικαίωμα ψήφου, οι οποίοι ορίζονται ύστερα από εισήγηση του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου και κατόπιν εγκρίσεως του Δικαστηρίου:

Νοείται ότι, σε περίπτωση απουσίας ή προσωρινής ανικανότητας του Προέδρου  του Δικαστηρίου καθήκοντα Προέδρου ασκεί το αρχαιότερο μέλος του  Δικαστηρίου:

Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση απουσίας ή προσωρινής ανικανότητας του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας καθήκοντα μέλους ασκεί ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας:

Νοείται έτι περαιτέρω ότι, σε περίπτωση απουσίας ή προσωρινής ανικανότητας του Προέδρου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου καθήκοντα μέλους ασκεί ο Αντιπρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου.

(β) Απαρτία συνιστά η πλειοψηφία των μελών του μεταβατικού Γνωμοδοτικού Δικαστικού Συμβουλίου με δικαίωμα ψήφου, περιλαμβανομένου του Προέδρου αυτού.

(6)(α) Για σκοπούς διορισμού, προαγωγής, μετάθεσης, τερματισμού της υπηρεσίας, απόλυσης και πειθαρχικής εξουσίας επί των δικαστικών λειτουργών λειτουργεί μεταβατικό Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, στην αποκλειστική αρμοδιότητα του οποίου υπάγονται τα ως άνω θέματα, το οποίο συγκροτείται από  τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου ως Πρόεδρο και τους λοιπούς Δικαστές του Δικαστηρίου ως μέλη:

Νοείται ότι, σε περίπτωση απουσίας ή προσωρινής ανικανότητας του Προέδρου του Δικαστηρίου καθήκοντα Προέδρου ασκεί ο αρχαιότερος Δικαστής του Δικαστηρίου.

(β) Σε συνεδρία του ως άνω λειτουργούντος  μεταβατικού Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου σε σχέση με διαδικασία διορισμού, προαγωγής ή μετάθεσης Δικαστή του Εφετείου ή πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δύναται να παρίστανται ως παρατηρητές και χωρίς δικαίωμα ψήφου-

(i) ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας·

(ii) ο Πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου και, σε περίπτωση απουσίας ή προσωρινής ανικανότητας αυτού, ο Αντιπρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου· και

(iii) δύο (2) νομικοί εγνωσμένου κύρους και ανωτάτου επαγγελματικού επιπέδου κατέχοντες τα προσόντα διορισμού ως Δικαστών του Δικαστηρίου, οι οποίοι ορίζονται ύστερα από εισήγηση του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου και  κατόπιν εγκρίσεως του Δικαστηρίου:

Νοείται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία η συνεδρία αφορά σε μετάθεση ή άσκηση πειθαρχικής εξουσίας κατά Δικαστή του Εφετείου ή πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν παρίστανται ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ο Πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου και οι οριζόμενοι, σύμφωνα με τα πιο πάνω, νομικοί:

Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση απουσίας ή προσωρινής ανικανότητας του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, καθήκοντα μέλους ασκεί ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας:

Νοείται έτι περαιτέρω ότι, σε περίπτωση απουσίας ή προσωρινής ανικανότητας του Προέδρου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, καθήκοντα μέλους ασκεί ο Αντιπρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου.

Σημείωση
3 του Ν. 109(Ι)/2023Έναρξη της ισχύος του Ν. 109(Ι)/2023

Η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 109(Ι)/2023] λογιζεται ότι άρχισε την 1η Ιουλίου 2023.

Σημείωση
6 του Ν. 53(Ι)/2024Έναρξη της ισχύος του Ν. 53(Ι)/2024

6.-(1) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (2), ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δλδ. ο Ν. 53(Ι)/2024] τίθεται σε ισχύ κατά την ημερομηνία δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.
(2)Από την 1η Ιουλίου 2023 λογίζεται ότι τέθηκαν σε ισχύ οι ακόλουθες διατάξεις:

(α) Το εδάφιο (3) του άρθρου 9 του βασικού νόμου, ως αυτό τροποποιείται δυνάμει των διατάξεων του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) (Τροποποιητικού) Νόμου του 2024 ·

(β) η παράγραφος (γ) του εδαφίου (5) του άρθρου 10 του βασικού νόμου, ως αυτή τροποποιείται δυνάμει των διατάξεων του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) (Τροποποιητικού) Νόμου του 2024· και

(γ) η παράγραφος (γ) του εδαφίου (4) του άρθρου 11 του βασικού νόμου, ως αυτή τροποποιείται δυνάμει των διατάξεων του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) (Τροποποιητικού) Νόμου του 2024.

Σημείωση
16 του Ν. 141(Ι)/2025Μεταβατικές διατάξεις

16.-(1) Οι καταχωρισθείσες στο Εφετείο υποθέσεις δευτεροβάθμιας αναθεωρητικής δικαιοδοσίας, οι οποίες εκκρεμούν ενώπιόν του πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, παραπέμπονται κατά την εν λόγω ημερομηνία ως έχουν προς εκδίκαση στο καθιδρυθέν Διοικητικό Εφετείο:

Νοείται ότι, οι υποθέσεις οι οποίες παραπέμπονται στο Διοικητικό Εφετείο και των οποίων η εκδίκαση είχε αρχίσει πριν από την παραπομπή τους ενώπιον του αναθεωρητικού Τμήματος του Εφετείου, εκδικάζονται υπό την ίδια σύνθεση Δικαστών ενώπιον των οποίων αυτές είχαν αρχίσει στο Εφετείο:

Νοείται περαιτέρω ότι, στις υποθέσεις στις οποίες είχε επιφυλαχθεί απόφαση πριν από την παραπομπή τους στο Διοικητικό Εφετείο,  η απόφαση εκδίδεται υπό την ίδια σύνθεση Δικαστών που είχαν επιφυλάξει την απόφαση στο Εφετείο.

(2) Οι Δικαστές οι οποίοι υπηρετούν στο Τμήμα αναθεωρητικής δικαιοδοσίας του Εφετείου θεωρούνται από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου ως Δικαστές του Διοικητικού Εφετείου και συνεχίζουν να υπηρετούν με τους ίδιους  όρους υπηρεσίας και υπό την ίδια μισθοδοσία και αρχαιότητα που κατείχαν κατά την εν λόγω ημερομηνία.

(3) Μέχρι τη σύσταση δεύτερου Τμήματος του Διοικητικού Εφετείου, σε περίπτωση κωλύματος Δικαστή ή Δικαστών του Διοικητικού Εφετείου να ασκήσουν τα καθήκοντά τους, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η συγκρότηση του Διοικητικού Εφετείου, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστικό Συμβούλιο, με τη σύμφωνη γνώμη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, προβαίνει σε αντικατάσταση αυτών από Δικαστές του Εφετείου.

(4) Οι καταχωρισθείσες ενώπιον του ακυρωτικού δευτεροβάθμιου δικαστικού συμβουλίου υποθέσεις κατά αποφάσεως του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 9 του βασικού νόμου, οι οποίες εκκρεμούσαν πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Νόμου, παραπέμπονται, κατά την εν λόγω ημερομηνία, ως έχουν προς εκδίκαση στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστικό Συμβούλιο.

Σημείωση
17 του Ν. 141(Ι)/2025Ειδική διάταξη

17. Ουδεμία διάταξη στον παρόντα Νόμο δύναται να εφαρμοστεί ή να ερμηνευθεί με τρόπο που να διαφοροποιεί όρους υπηρεσίας ή να περιορίζει δυσμενώς δικαιώματα των υπηρετούντων στη Δικαστική Υπηρεσία της Δημοκρατίας κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του.