ΔΕΚΑΤΟ ΕΚΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΔΕΚΑΤΟ ΕΚΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

(Άρθρο 2)

Επιπρόσθετες Αρχές, Μορφή, Περιεχόμενο Ετήσιων Οικονομικών Καταστάσεων για εταιρείες μικρού μεγέθους

ΜΕΡΟΣ Ι

ΕΡΜΗΝΕΙΑ

1.-(1) Στο παρόν παράρτημα και στο Δέκατο Έβδομο Παράρτημα:

“πάγια στοιχεία ενεργητικού” σημαίνει τα στοιχεία του ενεργητικού που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν κατά τρόπο διαρκή για τις δραστηριότητες της εταιρείας·

“σημαντικός/ή/ό”, προκειμένου για πληροφορίες, σημαίνει την κατάσταση των πληροφοριών, όταν η παράλειψη ή η ανακριβής παράθεσή τους θα μπορούσε ευλόγως να επηρεάσει τις αποφάσεις που λαμβάνουν οι χρήστες βάσει των οικονομικών καταστάσεων της εταιρείας. Η βαρύτητα κάθε στοιχείου εκτιμάται στο πλαίσιο άλλων παρόμοιων στοιχείων·

“συμμετοχή” σημαίνει τα δικαιώματα επί του κεφαλαίου άλλων επιχειρήσεων, ενσωματωμένα ή όχι σε τίτλους, τα οποία δημιουργούν ένα σταθερό σύνδεσμο με αυτές τις επιχειρήσεις και προορίζονται να συμβάλουν στη δραστηριότητα της εταιρείας που είναι κάτοχος των δικαιωμάτων αυτών· η κατοχή τμήματος του κεφαλαίου μίας άλλης επιχείρησης θεωρείται ότι αποτελεί “συμμετοχή”, όταν το τμήμα τούτο είναι ίσο με 20%·

“συνδεόμενο μέλος” ορίζεται όπως στην περίπτωση των διεθνών λογιστικών προτύπων που θεσπίσθηκαν με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Ιουλίου 2002 για την εφαρμογή διεθνών λογιστικών προτύπων·

“τιμή κτήσης” σημαίνει την καταβλητέα τιμή και τα τυχόν πρόσθετα έξοδα, μείον τις ενδεχόμενες περιστασιακές μειώσεις του κόστους κτήσης·

“κόστος παραγωγής” σημαίνει την τιμή κτήσης των πρώτων υλών και αναλώσιμων και άλλα έξοδα που σχετίζονται άμεσα με το συγκεκριμένο στοιχείο:

Νοείται ότι, οι εταιρείες δύνανται να περιλαμβάνουν ένα εύλογο ποσοστό πάγιων ή μεταβλητών γενικών εξόδων που σχετίζονται έμμεσα με το συγκεκριμένο στοιχείο, στον βαθμό που αφορούν την περίοδο παραγωγής και εξαιρουμένων των εξόδων διανομής·

“διορθώσεις αξιών” σημαίνει τις προσαρμογές, προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι οριστικές ή μη μεταβολές της αξίας των στοιχείων ενεργητικού οι οποίες διαπιστώθηκαν κατά την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού·

“συγγενής επιχείρηση” είναι η επιχείρηση στην οποία έχει συμμετοχή άλλη επιχείρηση και επί των λειτουργικών και οικονομικών πολιτικών της οποίας αυτή η άλλη επιχείρηση ασκεί σημαντική επιρροή:

Νοείται ότι, μία επιχείρηση τεκμαίρεται ότι ασκεί σημαντική επιρροή σε άλλη επιχείρηση, όταν κατέχει τουλάχιστον το 20% των δικαιωμάτων ψήφου των μετόχων ή εταίρων της άλλης επιχείρησης.

(2) Οποιοιδήποτε όροι περιέχονται στο παρόν Παράρτημα και δεν ορίζονται ειδικά σε αυτό έχουν την έννοια που τους αποδίδεται από τον παρόντα Νόμο.

ΓΕΝΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΤΟΜΕΑΣ Α

ΓΕΝΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ

2. Οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις αποτελούν ενιαίο σύνολο και περιλαμβάνουν για όλες τις εταιρείες, κατ’ ελάχιστον, τον ισολογισμό, τα αποτελέσματα χρήσης και τις σημειώσεις των οικονομικών καταστάσεων.

3. Οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις καταρτίζονται με σαφήνεια και σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

4. Οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις παρουσιάζουν μία αληθινή και δίκαιη εικόνα του ενεργητικού και του παθητικού, της οικονομικής θέσης και των αποτελεσμάτων χρήσης της εταιρείας. Στις περιπτώσεις στις οποίες η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου δεν αρκεί για τη διαμόρφωση της αληθινής και δίκαιης εικόνας του ενεργητικού και του παθητικού, της οικονομικής θέσης και των αποτελεσμάτων χρήσης της εταιρείας, παρέχονται στις σημειώσεις των οικονομικών καταστάσεων οι πρόσθετες πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωση με την απαίτηση αυτή.

5. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις στις οποίες η εφαρμογή μίας διάταξης του παρόντος Νόμου έρχεται σε σύγκρουση με την υποχρέωση της παραγράφου 4, η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται, προκειμένου να αποδοθεί η αληθινή και δίκαιη εικόνα του ενεργητικού και του παθητικού, της οικονομικής θέσης και των αποτελεσμάτων χρήσης της εταιρείας. Η μη εφαρμογή μίας τέτοιας διάταξης αναφέρεται στις σημειώσεις και αιτιολογείται επαρκώς. Αναφέρεται ο αντίκτυπός της στο ενεργητικό και το παθητικό της εταιρείας, στην οικονομική της θέση και στα αποτελέσματα χρήσης.

6. Οι ακόλουθες πληροφορίες θα εμφανίζονται ευδιάκριτα στις οικονομικές καταστάσεις:

(1) Το όνομα της υπό αναφορά εταιρείας·

(2) οι πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την αναγνώριση του μητρώου στο οποίο είναι εγγεγραμμένη η εταιρεία, μαζί με τον αριθμό της εταιρείας στο εν λόγω μητρώο, τη νομική μορφή της εταιρείας, τον τόπο της επίσημης έδρας της και, εάν ισχύει, το γεγονός ότι ευρίσκεται σε κατάσταση εκκαθάρισης·

(3) το γεγονός ότι οι οικονομικές καταστάσεις έχουν καταρτισθεί με βάση τον Τύπο Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης για Εταιρείες Μικρού Μεγέθους.


ΤΟΜΕΑΣ B

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΧΡΗΣΗΣ

7. Η διάρθρωση του ισολογισμού και των αποτελεσμάτων χρήσης δεν υφίσταται αλλαγές από τη μία χρήση στην άλλη. Παρεκκλίσεις από την αρχή αυτή επιτρέπονται, ωστόσο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, προκειμένου να αποδοθεί η αληθινή και δίκαιη εικόνα των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού, της οικονομικής θέσης και των αποτελεσμάτων χρήσης της εταιρείας. Κάθε τέτοια παρέκκλιση και η αιτιολόγησή της αναφέρονται στις σημειώσεις των οικονομικών καταστάσεων.

8. Στον ισολογισμό και τα αποτελέσματα χρήσης τα στοιχεία που προβλέπονται στο παρόν Παράρτημα και στο Δέκατο Έβδομο Παράρτημα πρέπει να εμφανίζονται χωριστά και με την καθορισμένη σειρά στις απαιτούμενες διαρθρώσεις για τις οικονομικές καταστάσεις. Επιτρέπεται στις εταιρείες μία λεπτομερέστερη ανάλυση των στοιχείων αυτών, με την επιφύλαξη της τήρησης των προβλεπόμενων διαρθρώσεων. Επιτρέπεται στις εταιρείες η πρόσθεση υποσυνόλων και νέων στοιχείων, υπό τον όρο ότι το περιεχόμενο των νέων στοιχείων δεν καλύπτεται από κάποιο στοιχείο στο πλαίσιο των προβλεπόμενων διαρθρώσεων.

9. Η διάρθρωση, η ονοματολογία και η ορολογία των στοιχείων του ισολογισμού και των αποτελεσμάτων χρήσης που φέρουν αραβικούς αριθμούς αναπροσαρμόζονται όταν το απαιτεί ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της εταιρείας.

10. Οι εταιρείες μπορούν να συγχωνεύουν στοιχεία του ισολογισμού και των αποτελεσμάτων χρήσης που φέρουν αραβικούς αριθμούς, εφόσον τα ποσά τους είναι ασήμαντα, για να δοθεί μία ακριβής εικόνα του ενεργητικού και του παθητικού της εταιρείας, της οικονομικής της θέσης και των κερδοζημιών της ή, εφόσον η συγχώνευση αυτή επιτρέπει μεγαλύτερη σαφήνεια, υπό τον όρο ότι τα συγχωνευόμενα στοιχεία περιλαμβάνονται χωριστά στις σημειώσεις των οικονομικών καταστάσεων.

11. Σε κάθε ισολογισμό και λογαριασμό αποτελεσμάτων χρήσης αναγράφεται το ποσό για τη χρήση που αφορά ο ισολογισμός και ο λογαριασμός των αποτελεσμάτων χρήσης, καθώς και το ποσό του αντίστοιχου λογαριασμού της προηγούμενης χρήσης. Όταν τα ποσά αυτά δεν είναι συγκρίσιμα, απαιτείται η προσαρμογή του ποσού της προηγούμενης χρήσης. Οποιαδήποτε περίπτωση μη συγκρισιμότητας και οποιαδήποτε προσαρμογή των ποσών δημοσιοποιείται αιτιολογημένη στις σημειώσεις των οικονομικών καταστάσεων.

12. Όσον αφορά τη μεταχείριση των συμμετοχών στις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις-

(1) οι συμμετοχές μπορούν να περιλαμβάνονται με τη μέθοδο της καθαρής θέσης, όπως προβλέπεται στις παραγράφους 15 έως 22 του Δέκατου Έβδομου Παραρτήματος, λαμβανομένων υπόψη των αναγκαίων προσαρμογών που υπαγορεύονται από τις ιδιομορφίες των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων σε σύγκριση με τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις·

(2) μόνο τα εισπραχθέντα ή εισπρακτέα μερίσματα που αναλογούν στις συμμετοχές μπορούν να  αναγνωρίζονται στον λογαριασμό αποτελεσμάτων χρήσης· και

(3) όταν το κέρδος που αναλογεί στη συμμετοχή και αναγνωρίζεται στα αποτελέσματα χρήσης υπερβαίνει το ποσό των εισπραχθέντων ή εισπρακτέων μερισμάτων, το ποσό της διαφοράς μεταφέρεται στα αποθεματικά από όπου δεν μπορεί να διανεμηθεί στους μετόχους.

13. Εταιρείες δύνανται να εμφανίζουν στοιχεία βάσει διάκρισης μεταξύ κυκλοφορούντων και μη κυκλοφορούντων στοιχείων σε διαφορετική διάρθρωση από αυτή που περιγράφεται στο παρόν Παράρτημα και στο Δέκατο Έβδομο Παράρτημα, υπό τον όρο ότι η παρεχόμενη πληροφόρηση είναι τουλάχιστον ισοδύναμη με εκείνη που απαιτείται από τη διάρθρωση στο παρόν Παράρτημα και στο Δέκατο Έβδομο Παράρτημα.

14. Για την απεικόνιση του ισολογισμού πρέπει να χρησιμοποιείται η πιο κάτω διάρθρωση:

 

ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟΥ

ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Α. Πάγια στοιχεία ενεργητικού

I. Άυλα πάγια στοιχεία

1. Άδειες παραχώρησης, διπλώματα ευρεσιτεχνίας, άδειες εκμετάλλευσης, σήματα και παρόμοια δικαιώματα και αξίες, εφόσον αποκτήθηκαν εξ επαχθούς αιτίας και δεν απαιτείται να εμφανίζονται στη φήμη και πελατεία.

2. Φήμη και πελατεία, εφόσον αποκτήθηκαν εξ επαχθούς αιτίας.

3. Καταβληθείσες προκαταβολές.

II. Ενσώματα στοιχεία ενεργητικού

1. Γήπεδα και κτίρια.

2. Τεχνικές εγκαταστάσεις και μηχανήματα.

3. Άλλες εγκαταστάσεις, εργαλεία, έπιπλα και λοιπός εξοπλισμός.

4. Προκαταβολές και υπό κατασκευή ενσώματα στοιχεία ενεργητικού.

III. Χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού

1. Μερίδια σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις.

2. Δάνεια σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις.

3. Συμμετοχές.

4. Απαιτήσεις από επιχειρήσεις με τις οποίες η εταιρεία έχει δεσμό συμμετοχής.

5. Λοιποί τίτλοι με χαρακτήρα πάγιων στοιχείων ενεργητικού.

6. Λοιπές απαιτήσεις.

Β. Κυκλοφορούν ενεργητικό

I. Αποθέματα

1. Πρώτες ύλες και αναλώσιμα υλικά.

2. Προϊόντα στο στάδιο της κατεργασίας.

3. Έτοιμα προϊόντα και εμπορεύματα.

4. Καταβληθείσες προκαταβολές.

II. Απαιτήσεις

(Κονδύλια που είναι εισπρακτέα έπειτα από έναν χρόνο πρέπει να εμφανίζονται χωριστά στον καθένα από τους παρακάτω λογαριασμούς).

1. Πελάτες.

2. Απαιτήσεις από συνδεδεμένες επιχειρήσεις.

3. Απαιτήσεις από επιχειρήσεις με τις οποίες υπάρχει σχέση συμμετοχής.

4. Λοιπές απαιτήσεις.

5. Κεφάλαιο καλυφθέν ληξιπρόθεσμο αλλά μη καταβεβλημένο.

6. Λογαριασμοί τάξεως.

III. Επενδύσεις

1. Μερίδια σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις.

2. Λοιπές επενδύσεις.

IV. Διαθέσιμα σε τράπεζες και στο ταμείο

Γ. Υποχρεώσεις: ποσά που είναι πληρωτέα εντός έτους

1. Ομολογιακά δάνεια με διαχωρισμό των μετατρέψιμων σε κεφάλαιο.

2. Υποχρεώσεις προς πιστωτικά ιδρύματα.

3. Ληφθείσες προκαταβολές παραγγελιών, εφόσον δεν εμφανίζονται αφαιρετικά από τα αποθέματα κατά τρόπο σαφή.

4. Προμηθευτές.

5. Γραμμάτια πληρωτέα.

6. Υποχρεώσεις προς συνδεδεμένες επιχειρήσεις.

7. Υποχρεώσεις προς επιχειρήσεις με τις οποίες υπάρχει σχέση συμμετοχής.

8. Λοιπές υποχρεώσεις, περιλαμβανομένων των φόρων και των υποχρεώσεων κοινωνικής ασφάλισης.

9. Λογαριασμοί τάξεως.

Δ. Καθαρό κυκλοφορούν ενεργητικό/παθητικό

Ε. Συνολικό ενεργητικό μείον τρέχουσες υποχρεώσεις

ΣΤ. Υποχρεώσεις: ποσά πληρωτέα πέραν του ενός έτους

1. Ομολογιακά δάνεια με διαχωρισμό των μετατρέψιμων σε κεφάλαιο.

2. Υποχρεώσεις προς πιστωτικά ιδρύματα.

3. Ληφθείσες προκαταβολές παραγγελιών, εφόσον δεν εμφανίζονται αφαιρετικά από τα αποθέματα κατά τρόπο σαφή.

4. Προμηθευτές.

5. Γραμμάτια πληρωτέα.

6. Υποχρεώσεις προς συνδεδεμένες επιχειρήσεις.

7. Υποχρεώσεις προς επιχειρήσεις με τις οποίες υπάρχει σχέση συμμετοχής.

8. Λοιπές υποχρεώσεις, περιλαμβανομένων των φόρων και των υποχρεώσεων κοινωνικής ασφάλισης.

9. Λογαριασμοί τάξεως.

Ζ. Προσωρινές πιστώσεις

1. Προβλέψεις για συντάξεις και παρόμοιες υποχρεώσεις.

2. Προβλέψεις για φόρους.

3. Λοιπές προβλέψεις.

Η. Ίδια κεφάλαια

I. Καλυφθέν κεφάλαιο

II. Διαφορά από έκδοση μετοχών και ομολογιών «υπέρ το άρτιο»

III. Αποθεματικό αναπροσαρμογής

IV. Αποθεματικά

1. Αποθεματικά προβλεπόμενα από το καταστατικό.

2. Λοιπά αποθεματικά.

V. Αποτελέσματα εκ μεταφοράς

VI. Αποτελέσματα χρήσης

Ειδικές διατάξεις σχετικά με ορισμένα στοιχεία του ισολογισμού

15. Όταν ένα στοιχείο του ενεργητικού ή του παθητικού αφορά περισσότερους του ενός λογαριασμούς, η σχέση προς τους άλλους λογαριασμούς αναγράφεται κάτω από τον λογαριασμό ή στις σημειώσεις των οικονομικών καταστάσεων.

16. Μετοχές και μερίδια συνδεδεμένων επιχειρήσεων μπορούν να εμφανίζονται μόνο στη θέση που προβλέπεται γι’ αυτά.

17. Η εμφάνιση ορισμένων στοιχείων ενεργητικού στο πάγιο ή το κυκλοφορούν ενεργητικό εξαρτάται από τον σκοπό των στοιχείων αυτών.

18. Η τιμή κτήσης ή το κόστος κατασκευής ή το αναπροσαρμοσμένο ποσό, όταν εφαρμόζεται η παράγραφος 38, των πάγιων στοιχείων ενεργητικού με περιορισμένη διάρκεια οικονομικής χρησιμότητας μειώνεται με διορθώσεις αξιών υπολογιζόμενες κατά τρόπο, ώστε να γίνεται συστηματική απόσβεση της αξίας κτήσης κατά τη διάρκεια της οικονομικής χρησιμότητάς τους.

19. Οι διορθώσεις αξιών των πάγιων στοιχείων ενεργητικού υπόκεινται στα εξής:

(1) Οι εταιρείες μπορούν να κάνουν διορθώσεις αξιών και για τα πάγια χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού, ώστε να αποτιμώνται στη χαμηλότερη τιμή κατά την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού.

(2) Διορθώσεις αξιών γίνονται στα πάγια στοιχεία ενεργητικού, ανεξάρτητα από το αν έχουν περιορισμένη διάρκεια οικονομικής χρησιμότητας ή όχι, ώστε να αποτιμώνται στη χαμηλότερη τιμή κατά την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού, εάν προβλέπεται ότι η μείωση της αξίας τους θα είναι μόνιμη.

(3) Οι διορθώσεις αξιών που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (1) και (2) βαρύνουν τα αποτελέσματα της χρήσης και αναγράφονται χωριστά στις σημειώσεις, εάν δεν έχουν εμφανιστεί χωριστά στα αποτελέσματα χρήσης.

(4) Η επιμέτρηση στη χαμηλότερη αξία που προβλέπεται στις υποπαραγράφους (1) και (2) δεν μπορεί να συνεχιστεί, εάν δεν υφίστανται πλέον οι λόγοι για τους οποίους πραγματοποιήθηκαν οι διορθώσεις αξιών. Η παρούσα διάταξη δεν εφαρμόζεται στις διορθώσεις αξιών που αφορούν τη φήμη και πελατεία.

20. Τα στοιχεία του κυκλοφορούντος ενεργητικού υπόκεινται σε διορθώσεις αξιών, ώστε να εμφανίζονται στη χαμηλότερη τρέχουσα αξία ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, σε άλλη χαμηλότερη αξία με την οποία εκτιμώνται κατά την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού. Η επιμέτρηση στη χαμηλότερη αξία δεν μπορεί να συνεχιστεί, εάν δεν υφίστανται πλέον οι λόγοι για τους οποίους πραγματοποιήθηκαν οι διορθώσεις αξιών.

21. Η τιμή κτήσης ή το κόστος παραγωγής των αποθεμάτων της ίδιας κατηγορίας και όλων των κυκλοφορούντων ενσώματων στοιχείων ενεργητικού, συμπεριλαμβανομένων των κινητών αξιών, πρέπει να υπολογίζεται με σταθμισμένες μέσες τιμές, με τη μέθοδο πρώτης εισαγωγής πρώτης εξαγωγής (ΠΕΠΕ) [first in, first out (FIFO)] ή με τη μέθοδο του μέσου σταθμικού κόστους κεφαλαίου.

22. Η απόσβεση των άυλων στοιχείων ενεργητικού πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια της οικονομικής χρησιμότητάς τους.Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν η διάρκεια της οικονομικής χρησιμότητας της φήμης και πελατείας και των εξόδων ανάπτυξης δεν μπορεί να εκτιμηθεί, η απόσβεση των εν λόγω στοιχείων ενεργητικού πραγματοποιείται εντός μέγιστης προθεσμίας που δεν πρέπει να είναι μικρότερη των 5 ετών ούτε να υπερβαίνει τα 10 έτη. Αιτιολόγηση της περιόδου απόσβεσης της φήμης και πελατείας πρέπει να παρέχεται στις σημειώσεις των οικονομικών καταστάσεων.

23. Οι προβλέψεις καλύπτουν υποχρεώσεις, η φύση των οποίων καθορίζεται με σαφήνεια και οι οποίες κατά την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού είναι πιθανές ή βέβαιες, αλλά αβέβαιες ως προς το ποσό ή την ημερομηνία πραγματοποίησής τους. Κατά την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού, μια πρόβλεψη αναλογεί στην καλύτερη εκτίμηση του ποσού που απαιτείται για τον διακανονισμό της εν λόγω υποχρέωσης. Οι προβλέψεις δεν χρησιμοποιούνται για τη διόρθωση της αξίας στοιχείων του ενεργητικού.

ΔΙΑΡΘΡΩΣΕΙΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ ΧΡΗΣΗΣ

24. Τα αποτελέσματα χρήσης απεικονίζονται με μία από τις ακόλουθες διαρθρώσεις:

(1) Μία εταιρεία που υιοθετεί μία ταξινόμηση χρησιμοποιώντας τη μέθοδο «κατά λειτουργία εξόδων» παρουσιάζει τα ακόλουθα στοιχεία:

Διάταξη 1

1. Καθαρό ύψος του κύκλου εργασιών.

2. Κόστος παραγωγής παροχών για την πραγματοποίηση του κύκλου εργασιών, περιλαμβανομένων των διορθώσεων αξιών.

3. Μικτά κέρδη ή ζημίες.

4. Έξοδα διάθεσης, περιλαμβανομένων των διορθώσεων αξιών.

5. Έξοδα διοίκησης, περιλαμβανομένων των διορθώσεων αξιών.

6. Λοιπά έσοδα εκμετάλλευσης.

7. Έσοδα από συμμετοχές, με διαχωρισμό όσων προέρχονται από συνδεδεμένες επιχειρήσεις.

8. Έσοδα από λοιπές επενδύσεις και δάνεια που αποτελούν μέρος των πάγιων στοιχείων ενεργητικού, με διαχωρισμό όσων προέρχονται από συνδεδεμένες επιχειρήσεις.

9. Τόκοι πιστωτικοί και παρόμοια έσοδα, με διαχωρισμό όσων προέρχονται από συνδεδεμένες επιχειρήσεις.

10. Διορθώσεις αξιών των χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού και των κινητών αξιών που αποτελούν στοιχεία του κυκλοφορούντος ενεργητικού.

11. Τόκοι χρεωστικοί και παρόμοια έξοδα, με διαχωρισμό όσων καταβάλλονται σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις.

12. Φόροι επί των αποτελεσμάτων.

13. Αποτελέσματα μετά την αφαίρεση των φόρων που τα βαρύνουν.

14. Λοιποί φόροι που δεν περιλαμβάνονται στα στοιχεία 1 έως 13 πιο πάνω.

15. Αποτελέσματα χρήσης.

(2) Μία εταιρεία που υιοθετεί μία ταξινόμηση χρησιμοποιώντας τη μέθοδο «κατά είδος εξόδων» παρουσιάζει τα ακόλουθα στοιχεία:

Διάταξη 2

1. Καθαρό ύψος του κύκλου εργασιών.

2. Μεταβολές στο απόθεμα των έτοιμων και των υπό επεξεργασία προϊόντων.

3. Λοιπά έσοδα εκμετάλλευσης.

4.(α) Πρώτες ύλες και αναλώσιμα υλικά.

(β) Λοιπά εξωτερικά έξοδα.

5. Έξοδα προσωπικού:

(α) Μισθοί και ημερομίσθια.

(β) Κοινωνικές επιβαρύνσεις, με διαχωρισμό όσων αφορούν συντάξεις.

6.(α) Διορθώσεις αξιών των άυλων και ενσώματων πάγιων στοιχείων ενεργητικού.

(β) Διορθώσεις αξιών στοιχείων του κυκλοφορούντος ενεργητικού, στον βαθμό που υπερβαίνουν το σύνηθες ύψος των διορθώσεων αξιών στη συγκεκριμένη εταιρεία.

7. Λοιπά λειτουργικά έξοδα.

8. Έσοδα από συμμετοχές, με διαχωρισμό όσων προέρχονται από συνδεδεμένες επιχειρήσεις.

9. Έσοδα από λοιπές επενδύσεις και δάνεια που αποτελούν μέρος των πάγιων στοιχείων ενεργητικού, με διαχωρισμό όσων προέρχονται από συνδεδεμένες επιχειρήσεις.

10. Τόκοι πιστωτικοί και παρόμοια έσοδα, με διαχωρισμό όσων προέρχονται από συνδεδεμένες επιχειρήσεις.

11. Διορθώσεις αξιών των χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού και των κινητών αξιών που αποτελούν στοιχεία του κυκλοφορούντος ενεργητικού.

12. Τόκοι χρεωστικοί και παρόμοια έξοδα, με διαχωρισμό όσων καταβάλλονται σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις.

13. Φόροι επί των αποτελεσμάτων.

14. Αποτελέσματα μετά την αφαίρεση των φόρων που τα βαρύνουν.

15. Λοιποί φόροι που δεν περιλαμβάνονται στα στοιχεία 1 έως 14 πιο πάνω.

16. Αποτελέσματα χρήσης.

Ειδικές διατάξεις σχετικά με τα αποτελέσματα χρήσεως.

25. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, οι εταιρείες μπορούν να παρουσιάσουν κατάσταση της επίδοσής τους αντί του λογαριασμού αποτελεσμάτων χρήσης σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαρθρώσεις στην παράγραφο 24, υπό την προϋπόθεση ότι οι πληροφορίες που δίνονται είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές που απαιτούνται διαφορετικά από τις διαρθρώσεις στην παράγραφο 24.

ΜΕΡΟΣ ΙΙ

ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗΣΤΟΜΕΑΣ Α

Αρχές

26. Τα στοιχεία που απεικονίζονται στις ετήσιες και τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις αναγνωρίζονται και επιμετρούνται σύμφωνα με τις γενικές αρχές που καθορίζονται σε αυτό τον Τομέα.

27. Η εταιρεία τεκμαίρεται ότι συνεχίζει τις δραστηριότητές της.

28. Οι λογιστικές μέθοδοι και οι βάσεις επιμέτρησης δεν μεταβάλλονται από το ένα οικονομικό έτος στο επόμενο.

29. H αναγνώριση και η επιμέτρηση γίνονται με σύνεση και ειδικότερα-

(1) μπορούν να αναγνωρισθούν μόνο τα κέρδη που έχουν πραγματοποιηθεί κατά την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού·

(2) αναγνωρίζονται όλες οι υποχρεώσεις που προέκυψαν κατά τη διάρκεια του τρέχοντος ή προηγούμενων οικονομικών ετών, ακόμα και αν οι εν λόγω υποχρεώσεις καθίστανται εμφανείς κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της ημερομηνίας κλεισίματος του ισολογισμού και της ημερομηνίας κατάρτισής του· και

(3) αναγνωρίζονται όλες οι αρνητικές διορθώσεις αξιών, ανεξάρτητα από το αν το αποτέλεσμα της χρήσης είναι κέρδος ή ζημία.

30. Επιπλέον των ποσών που αναγνωρίζονται σύμφωνα με την υποπαράγραφο (2) της παραγράφου 29, μία εταιρεία απαιτείται να αναγνωρίζει όλες τις προβλεπόμενες υποχρεώσεις και πιθανές ζημίες που προέκυψαν κατά τη διάρκεια της τρέχουσας ή προηγούμενης χρήσης, ακόμη και αν οι εν λόγω υποχρεώσεις ή ζημίες καθίστανται εμφανείς μόνο κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της ημερομηνίας κλεισίματος του ισολογισμού και της ημερομηνίας κατάρτισής του.

31. Τα ποσά που αναγνωρίζονται στον ισολογισμό και στα αποτελέσματα χρήσης υπολογίζονται σε δεδουλευμένη βάση.

32. Ο ισολογισμός κατά την έναρξη κάθε χρήσης αντιστοιχεί στον ισολογισμό κλεισίματος της προηγούμενης.

33. Το περιεχόμενο των λογαριασμών ενεργητικού και παθητικού αποτιμάται χωριστά.

34. Aπαγορεύεται οποιοσδήποτε συμψηφισμός μεταξύ λογαριασμών ενεργητικού και παθητικού ή μεταξύ εσόδων και εξόδων, εκτός αν απαιτείται ειδικά από κάποιο από τα τμήματα των Προτύπων Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης για εταιρείες μικρού μεγέθους. Στην περίπτωση αυτή, τα συμψηφιζόμενα ποσά πρέπει να προσδιορίζονται ως μικτά ποσά στις σημειώσεις των οικονομικών καταστάσεων.

35. Κατά την αναγραφή των στοιχείων στα αποτελέσματα χρήσης και στον ισολογισμό λαμβάνεται υπόψη η ουσία της οικείας συναλλαγής ή διακανονισμού.

36. Tα στοιχεία που αναγνωρίζονται στις οικονομικές καταστάσεις επιμετρούνται σύμφωνα με την αρχή της τιμής κτήσης ή του κόστους παραγωγής.

37. Δεν χρειάζεται συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις που θεσπίζονται στον παρόντα Νόμο όσον αφορά την αναγνώριση, την επιμέτρηση, την απεικόνιση, τη δημοσίευση και την ενοποίηση, όταν το αποτέλεσμα της συμμόρφωσης αυτής δεν είναι σημαντικό.

ΤΟΜΕΑΣ Β

Εναλλακτική βάση επιμέτρησης πάγιων στοιχείων ενεργητικού σε αναπροσαρμοσμένα ποσά

38. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 36, όλες οι εταιρείες μπορούν να επιμετρούν τα πάγια στοιχεία του ενεργητικού σε αναπροσαρμοσμένα ποσά.

39. Όταν εφαρμόζεται η παράγραφος 38, το ποσό της διαφοράς μεταξύ της επιμέτρησης βάσει της τιμής κτήσης ή του κόστους παραγωγής και της επιμέτρησης βάσει αναπροσαρμογής εγγράφεται στον ισολογισμό, στο "αποθεματικό αναπροσαρμογής" στα ‘‘Ίδια κεφάλαια’’.

40. Το αποθεματικό αναπροσαρμογής μπορεί να κεφαλαιοποιείται οποτεδήποτε εν όλω ή εν μέρει.

41. Το αποθεματικό αναπροσαρμογής μειώνεται στο μέτρο που τα κονδύλια τα οποία μεταφέρονται στο αποθεματικό αυτό δεν είναι πλέον απαραίτητα για την εφαρμογή της βάσης αναπροσαρμογής της λογιστικής αξίας.

42. Κανένα ποσό από το αποθεματικό αναπροσαρμογής δεν διανέμεται, άμεσα ή έμμεσα, εκτός αν αντιστοιχεί σε πραγματοποιηθέντα κέρδη.

43. Το αποθεματικό αναπροσαρμογής δεν μπορεί να μειωθεί, εκτός όπως αναφέρεται στις παραγράφους 40 και 41.

44. Οι διορθώσεις αξιών υπολογίζονται ετησίως βάσει του αναπροσαρμοσμένου ποσού.  Εναλλακτική βάση επιμέτρησης στην εύλογη αξία

45. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 36, όλες οι εταιρείες πρέπει να επιμετρούν τα χρηματοπιστωτικά μέσα, συμπεριλαμβανομένων των παράγωγων χρηματοπιστωτικών μέσων, στην εύλογη αξία.

46. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 36, όλες οι εταιρείες μπορούν να επιμετρούν συγκεκριμένες κατηγορίες στοιχείων του ενεργητικού, πλην των χρηματοπιστωτικών μέσων σε ποσά καθοριζόμενα σε συνάρτηση με την εύλογη αξία τους.

47. Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, οι συμβάσεις επί εμπορευμάτων που παρέχουν σε οποιοδήποτε των συμβαλλομένων το δικαίωμα διακανονισμού με μετρητά ή με άλλο χρηματοπιστωτικό μέσο θεωρούνται παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα, εκτός αν οι συμβάσεις αυτές-

(1) έχουν συναφθεί για τις ανάγκες της εταιρείας σε σχέση με μια προβλεπόμενη αγορά, πώληση ή χρήση και εξακολουθούν να τις καλύπτουν κατά τον χρόνο της σύναψης και εν συνεχεία·

(2) καταρτίστηκαν εξ αρχής ως συμβάσεις επί εμπορευμάτων· και

(3) αναμένεται να διακανονιστούν με την παράδοση των εμπορευμάτων.

48. Η επιμέτρηση των χρηματοπιστωτικών μέσων, περιλαμβανομένων των παράγωγων χρηματοπιστωτικών μέσων, σε εύλογη αξία, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 45, εφαρμόζεται μόνο στις ακόλουθες υποχρεώσεις:

(1) Υποχρεώσεις που ανήκουν σε χαρτοφυλάκιο συναλλαγών· και

(2) παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα.

49. Η επιμέτρηση των χρηματοπιστωτικών μέσων, περιλαμβανομένων των παράγωγων χρηματοπιστωτικών μέσων, σε εύλογη αξία, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 45, δεν εφαρμόζεται σε-

(1) μη παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα που διατηρούνται μέχρι τη λήξη τους·

(2) δάνεια και χρεόγραφα που εκδίδονται από την ίδια την εταιρεία και δεν προορίζονται για διαπραγμάτευση·

(3) συμμετοχές σε θυγατρικές, συγγενείς και κοινές επιχειρήσεις·

(4) τίτλους συμμετοχής στο κεφάλαιο που εκδίδονται από την ίδια την εταιρεία·

(5) συμβάσεις για ενδεχόμενες αντιπαροχές στο πλαίσιο συμπράξεων επιχειρήσεων· και

(6) άλλα χρηματοπιστωτικά μέσα με τέτοια ειδικά χαρακτηριστικά, που, σύμφωνα με τα γενικώς ισχύοντα, τυγχάνουν διαφορετικής μεταχείρισης από τα υπόλοιπα χρηματοπιστωτικά μέσα.

50. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 36, μία εταιρεία μπορεί να συμπεριλάβει τυχόν στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού που προσδιορίζονται ως αντισταθμιζόμενα στο πλαίσιο λογιστικού συστήματος αντιστάθμισης με βάση την εύλογη αξία ή συγκεκριμένα τμήματα τέτοιων στοιχείων στο ποσό που απαιτείται από το σύστημα.

51. Η εύλογη αξία ενός χρηματοπιστωτικού μέσου  καθορίζεται σε συνάρτηση με μία από τις ακόλουθες αξίες:

(1) Στην περίπτωση χρηματοπιστωτικών μέσων για τα οποία μπορεί να προσδιορισθεί ευχερώς μια αξιόπιστη αγορά, την τρέχουσα αξία· εάν αυτή δεν είναι άμεσα προσδιορίσιμη για ένα χρηματοπιστωτικό μέσο, πλην όμως μπορεί να προσδιορισθεί για τις συνιστώσες του ή για παρεμφερές μέσο, η τρέχουσα αξία είναι δυνατόν να προκύψει από εκείνη των συνιστωσών του ή του παρεμφερούς μέσου·

(2) στην περίπτωση των χρηματοπιστωτικών μέσων για τα οποία δεν μπορεί να προσδιορισθεί ευχερώς μια αξιόπιστη αγορά, αξία που προκύπτει από γενικώς αποδεκτά υποδείγματα και τεχνικές αποτίμησης, με την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω υποδείγματα και τεχνικές εξασφαλίζουν μια εύλογη προσέγγιση της τρέχουσας αξίας·

(3) τα χρηματοπιστωτικά μέσα τα οποία δεν μπορούν να επιμετρηθούν αξιόπιστα με κάποια από τις μεθόδους των υποπαραγράφων (1) και (2) πιο πάνω, επιμετρούνται σύμφωνα με την αρχή της τιμής κτήσης ή του κόστους παραγωγής, στον βαθμό που είναι δυνατή η επιμέτρηση επί αυτής της βάσεως.

52. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 29, όταν ένα χρηματοπιστωτικό μέσο επιμετρείται στην εύλογη αξία, οι μεταβολές της αξίας περιλαμβάνονται στον λογαριασμό αποτελεσμάτων χρήσης, με εξαίρεση τις ακόλουθες περιπτώσεις, όπου η μεταβολή αυτή περιλαμβάνεται άμεσα σε αποθεματικό εύλογης αξίας:

(1) Το μέσο αυτό λογίζεται ως μέσο αντιστάθμισης δυνάμει λογιστικού συστήματος αντιστάθμισης που επιτρέπει να μην εμφανίζονται στον λογαριασμό αποτελεσμάτων ορισμένες ή όλες οι μεταβολές της αξίας· ή

(2) η μεταβολή της αξίας συνδέεται με συναλλαγματική διαφορά που προκύπτει από κάποιο νομισματικό στοιχείο το οποίο αποτελεί μέρος της καθαρής επένδυσης της εταιρείας σε αλλοδαπή επιχείρηση.

53. Η μεταβολή της αξίας ενός διαθέσιμου προς πώληση χρηματοοικονομικού στοιχείου του ενεργητικού, πλην των παράγωγων χρηματοπιστωτικών μέσων,  περιλαμβάνεται απευθείας στο αποθεματικό εύλογης αξίας. Αυτό το αποθεματικό εύλογης αξίας προσαρμόζεται, εφόσον τα ποσά τα οποία περιλαμβάνει δεν θεωρούνται πλέον απαραίτητα για την εφαρμογή των υποπαραγράφων (1) και (2) της παραγράφου 52.

54. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 29, όλες οι εταιρείες περιλαμβάνουν στον λογαριασμό αποτελεσμάτων χρήσης τις μεταβολές της αξίας στοιχείων ενεργητικού που επιμετρούνται στην εύλογη αξία πλην των χρηματοπιστωτικών μέσων.


ΜΕΡΟΣ III

ΑΠΑΙΤΟΥΜΕΝΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΜΕΣΩ ΣΗΜΕΙΩΣΕΩΝ ΣΤΙΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ

55. Σε περίπτωση κατά την οποία οι σημειώσεις του ισολογισμού και των αποτελεσμάτων χρήσης καταρτίζονται σύμφωνα με τον παρόντα Τομέα, ακολουθείται σε αυτές η σειρά με την οποία εμφανίζονται τα στοιχεία στον ισολογισμό και στα αποτελέσματα χρήσης.

56. Εκτός από τις πληροφορίες που προβλέπονται σε άλλες διατάξεις του παρόντος Νόμου, οι εταιρείες μικρού μεγέθους δημοσιοποιούν στις σημειώσεις των οικονομικών καταστάσεων πληροφορίες σχετικά με τα ακόλουθα:

(1) Τις λογιστικές μεθόδους που ακολουθούνται·

(2) σε περίπτωση επιμέτρησης πάγιων στοιχείων του ενεργητικού σε αναπροσαρμοσμένα ποσά, πίνακα που δείχνει-

i. την κίνηση του αποθεματικού αναπροσαρμογής κατά τη διάρκεια της χρήσης, συνοδευόμενο από διευκρινίσεις για τη φορολογική μεταχείριση των απεικονιζόμενων στοιχείων, και

ii. τη λογιστική αξία στον ισολογισμό που θα αναγνωριζόταν σε περίπτωση μη αναπροσαρμογής των πάγιων στοιχείων του ενεργητικού·

(3) σε περίπτωση επιμέτρησης άλλων χρηματοπιστωτικών μέσων και/ή στοιχείων του ενεργητικού στην εύλογη αξία, αναγράφονται-

i. οι κύριες υποθέσεις στις οποίες βασίζονται τα υποδείγματα και οι τεχνικές αποτίμησης. Στην περίπτωση χρηματοπιστωτικών μέσων, αναγράφονται μόνο τα χρηματοπιστωτικά μέσα για τα οποία δεν μπορεί να προσδιοριστεί άμεσα μία αξιόπιστη αγορά·

ii. ανά κατηγορία άλλων χρηματοπιστωτικών μέσων ή στοιχείων ενεργητικού, η εύλογη αξία, οι μεταβολές της αξίας που έχουν καταλογιστεί απευθείας στον λογαριασμό αποτελεσμάτων χρήσης, καθώς και οι μεταβολές που έχουν περιληφθεί στο αποθεματικό εύλογης αξίας·

iii. για κάθε κατηγορία παράγωγων χρηματοπιστωτικών μέσων, πληροφορίες για την έκταση και τη φύση αυτών, συμπεριλαμβανομένων των σημαντικών όρων και προϋποθέσεων που μπορούν να επηρεάσουν το ποσό, τον χρόνο και τη βεβαιότητα των μελλοντικών ταμειακών ροών· και

iv. πίνακα στον οποίο εμφαίνεται η κίνηση του αποθεματικού εύλογης αξίας κατά τη διάρκεια της χρήσης·

(4) το συνολικό ποσό υποχρεώσεων, εγγυήσεων ή προβλέψεων που δεν εμφανίζονται στον ισολογισμό, με ένδειξη της φύσης και της μορφής των δοθεισών εμπράγματων ασφαλειών, οι υποχρεώσεις για συντάξεις και προς συνδεδεμένες ή συγγενείς επιχειρήσεις εμφανίζονται χωριστά·

(5) τα ποσά προκαταβολών και πιστώσεων που χορηγήθηκαν στα μέλη διοικητικών, διαχειριστικών και εποπτικών συμβουλίων, με μνεία του επιτοκίου, των όρων χορήγησης και των ποσών που επεστράφησαν, διεγράφησαν ή δεν εισπράχθηκαν λόγω παραίτησης κατά τη χρήση, καθώς και τις υποχρεώσεις που ανελήφθησαν για λογαριασμό τους, με οποιαδήποτε εγγύηση. Τα στοιχεία αυτά δίδονται αθροιστικά κατά κατηγορία·

(6) το ποσό και τη φύση των επιμέρους στοιχείων των εσόδων ή των εξόδων που είναι ιδιαίτερου ύψους ή ιδιαίτερης συχνότητας·

(7) τις υποχρεώσεις που λήγουν μετά από πέντε έτη, καθώς και το ποσό των οφειλών που καλύπτονται με εμπράγματη ασφάλεια, με ένδειξη της φύσης και της μορφής τους·

(8) για τα διάφορα πάγια στοιχεία-

i. την τιμή κτήσης ή το κόστος παραγωγής ή, σε περίπτωση που έχει εφαρμοστεί άλλη βάση επιμέτρησης, την εύλογη αξία ή το αναπροσαρμοσμένο ποσό στην αρχή και στο τέλος της χρήσης·

ii. τις προσθήκες, μειώσεις και μεταφορές κατά τη διάρκεια της χρήσης·

iii. τις διορθώσεις σωρευμένης αξίας στην αρχή και στο τέλος της χρήσης·

iv. τις διορθώσεις αξίας κατά τη διάρκεια της χρήσης· και

v. τις κινήσεις των διορθώσεων σωρευμένης αξίας όσον αφορά τις προσθήκες, μειώσεις και μεταφορές κατά τη διάρκεια της χρήσης·

(9) τη φύση και τη χρηματοπιστωτική επίπτωση σημαντικών γεγονότων που προκύπτουν μετά το τέλος του έτους τα οποία δεν αντικατοπτρίζονται στα αποτελέσματα χρήσης ή στον ισολογισμό.

(10) τις συναλλαγές που πραγματοποιεί η εταιρεία με τα συνδεδεμένα μέρη, περιλαμβανομένου και του ποσού αυτών των συναλλαγών, τη φύση της σχέσης του συνδεδεμένου μέρους, καθώς και άλλα πληροφοριακά στοιχεία για τις συναλλαγές, τα οποία είναι απαραίτητα για την κατανόηση της οικονομικής θέσης της εταιρείας. Τα πληροφοριακά στοιχεία για τις μεμονωμένες συναλλαγές μπορούν να συναθροίζονται ανάλογα με τη φύση τους, εκτός εάν απαιτούνται χωριστά πληροφοριακά στοιχεία για την κατανόηση των επιπτώσεων των συναλλαγών του συνδεδεμένου μέρους στην οικονομική θέση της εταιρείας.

Συναλλαγές που πραγματοποιούνται μεταξύ δύο ή περισσότερων μελών ενός ομίλου μπορούν να εξαιρούνται, υπό την προϋπόθεση ότι οι θυγατρικές επιχειρήσεις που είναι μέρη στη συναλλαγή ανήκουν εξ ολοκλήρου σε κάποιο από αυτά τα μέλη.

Οι κοινοποιήσεις των συναλλαγών με συνδεδεμένα μέρη πρέπει να περιορίζονται τουλάχιστον στις συναλλαγές που έχουν πραγματοποιηθεί με-

(i) κατόχους μετοχών στην εταιρεία·

(ii) επιχειρήσεις με συμμετοχικό ενδιαφέρον για την ίδια την εταιρεία· και

(iii) μέλη διοικητικών, διαχειριστικών ή εποπτικών οργάνων της εταιρείας.