ΜΕΡΟΣ 10 Περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου και των υπό τούτου Τεταγμένων Δικαστηρίων
ΑΡΘΡΟΝ 152

1. H δικαστική εξουσία, εξαιρουμένης της ασκουμένης κατά το έννατον μέρος και των υπ’ αυτού υπαγόμενων δικαστηρίων, καθώς και κατά την δευτέραν παράγραφον του παρόντος άρθρου υπό των δικαστηρίων των προβλεπομένων υπό κοινοτικού νόμου, ασκείται υπό Ανωτάτου Δικαστηρίου και υπό κατωτέρων δικαστηρίων, τα οποία θα ιδρυθώσι δια νόμου, τηρουμένων των διατάξεων του Συντάγματος.

2. H δικαστική εξουσία επί αστικών διαφορών αφορωσών εις τον προσωπικόν θεσμόν και θρησκευτικά ζητήματα, άτινα υπάγονται κατά το άρθρο 87 εις τας Κοινοτικάς Συνελεύσεις, ασκείται υπό των δικαστηρίων, περί ων θέλει προβλέψει κοινοτικός νόμος κατά τας διατάξεις του Συντάγματος.

ΑΡΘΡΟΝ 153

1. (1) Καθιδρύεται Ανώτατον Δικαστήριον, συγκείμενον εκ δύο Ελλήνων δικαστών, ενός Τούρκου και ενός ουδέτερου δικαστού. Πρόεδρος του Δικαστηρίου είναι ο ουδέτερος, όστις θα διαθέτη δύο ψήφους.

(2) O πρόεδρος και οι λοιποί δικασταί του Ανωτάτου Δικαστηρίου διορίζονται από κοινού υπό του Προέδρου και του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας.

Εν περιπτώσει κενώσεως μιας μόνης θέσεως Ελλήνος τίνος ή Τούρκου δικαστού, υπερισχύει η πρότασις του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας, εις την κοινότητα του οποίου ανήκει ο διορισθησόμενος δικαστής, εάν ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας δεν συμφωνήσουν επί του διορισμού τούτου εντός μίας εβδομάδας από της προτάσεως ταύτης.

2. Έδρα του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι η πρωτεύουσα της Δημοκρατίας.

3. O ουδέτερος δικαστής δεν δύναται να είναι υπήκοος ή πολίτης της Δημοκρατίας ή του Βασιλείου της Ελλάδος ή της Τουρκικής Δημοκρατίας ή του Ηνωμένου Βασιλείου και των αποικιών αυτού.

4. Οι έλληνες δικασταί και ο τούρκος δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου δέον να είναι πολίται της Δημοκρατίας.

5. O πρόεδρος και οι λοιποί δικασταί του Ανωτάτου Δικαστηρίου διορίζονται επιλεγόμενοι μεταξύ νομομαθών ανωτάτου επαγγελματικού και ηθικού επιπέδου.

6. (1) O πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου διορίζεται δια χρονικήν περίοδον εξ ετών.

(2) H αντιμισθία και οι λοιποί όροι υπηρεσίας του προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου δέον ν’ αναφέρωνται εν τω εγγράφω του διορισμού αυτού.

(3) Οι όροι υπηρεσίας του προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου οι αναφερόμενοι εν τω εγγράφω του διορισμού αυτού κατά το εδάφιον (β) της παρούσης παραγράφου, δέον να περιλαμβάνωσι:

(α) όρον περί αποχωρήσεως αυτού εκ της υπηρεσίας δια τους αυτούς λόγους, δι’ ούς αποχωρεί Έλλην ή ο Τούρκος δικαστής, κατά το εδάφιον

(γ) της εβδόμης παραγράφου του παρόντος άρθρου, και

(β) όρον περί απολύσεως αυτού δια τον αυτόν λόγον, δι’ ον δύναται να απολυθή Έλλην ή ο Τούρκος δικαστής κατά το εδάφιον

(δ) της εβδόμης παραγράφου του παρόντος άρθρου.

7. (1) Οι Έλληνες δικασταί και ο Τούρκος δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι μόνιμα μέλη της δικαστικής υπηρεσίας της Δημοκρατίας και παραμένουσιν εν τη υπηρεσία μέχρι του εξηκοστού ογδόου έτους συμπεπληρωμένου.

(2) Οι Έλληνες δικασταί ή ο Τούρκος δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δύνανται να υποβάλωσι ιδιογράφως την παραίτησιν αυτών προς τον Πρόεδρον και τον Αντιπρόεδρον της Δημοκρατίας, διατηρουμένων των δικαιωμάτων αυτών επί οιουδήποτε επί τη αποχωρήσει αυτών χορηγουμένου επιδόματος, συντάξεως, προσθέτου χορηγήματος ή άλλου παρομοίου ωφελήματος, το οποίον τυχόν απέκτησε βάσει οιουδήποτε νόμου.

(3) Οι Έλληνες ή ο Τούρκος δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αποχωρούσιν εκ της υπηρεσίας λόγω πνευματικής ή σωματικής ανικανότητος ή αναπηρίας, καθιστώσης αυτούς ανικάνους θα εκπληρώσωσι τα καθήκοντα αυτών είτε μονίμως είτε επί τοσούτον χρόνον, ώστε να καθίσταται ανέφικτος η συνέχισις της υπηρεσίας αυτών. O ούτως αποχωρών δικαστής δικαιούται πάντα των ωφελημάτων και αμοιβών των προβλεπομένων υπό του κατά τον χρόνον της αποχωρήσεως αυτού ισχύοντος νόμου.

(4) Έλλην ή ο Τούρκος δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου απολύεται λόγω αναρμόστου συμπεριφοράς.

8. (1) Καθιδρύεται συμβούλιον συγκείμενον εκ του προέδρου του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ως προέδρου και του Έλληνος και του Τούρκου δικαστού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ως μελών.

(2) Το συμβούλιον τούτο κέκτηται αποκλειστικήν αρμοδιότητα να αποφασίζη επί παντός θέματος αναφερομένου:

(α) εις την αποχώρησιν, την απόλυσιν ή τον καθ’ οιονδήποτε άλλον τρόπον τερματισμόν του διορισμού του προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου συμφώνως προς τούς όρους υπηρεσίας τους περιλαμβανομένους εν τω εγγράφω του διορισμού αυτού.

(β) εις την αποχώρησιν ή την απόλυσιν των Ελλήνων δικαστών ή Τούρκου δικαστού του Ανωτάτου Δικαστηρίου δια τους εν εδαφίοις (3) και (4) της εβδόμης παραγράφου του παρόντος άρθρου προβλεπομένους λόγους.

(3) H κατά το εδάφιον (2) της παρούσης παραγράφου διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου είναι δικαστικής φύσεως, ο δε υπό κρίσιν δικαστής δικαιούται να ακουσθή και να υποστηρίξη την υπόθεσιν αυτού ενώπιον του συμβουλίου.

(4) H απόφασις του συμβουλίου λαμβανομένη κατά πλειοψηφίαν είναι δεσμευτική δια τον Πρόεδρον και τον Αντιπροέδρον της Δημοκρατίας, οίτινες προβαίνουν από κοινού εις τα δεούσας ενεργείας συμφώνως προς την απόφασιν ταύτην.

9. Εν περιπτώσει προσωρινής απουσίας ή ανικανότητος του προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου ή τινος εκ των Ελλήνων δικαστών ή του Τούρκου δικαστού αυτού ο πρόεδρος του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ή ο Έλλην δικαστής ή ο Τούρκος δικαστής αυτού αντιστοίχως αναπληρούσιν αυτούς κατά την διάρκειαν της τοιαύτης προσωρινής απουσίας ή ανικανότητος· εν η περιπτώσει όμως είναι ανέφικτος ή δυσχερής η υπό του Έλληνος ή του Τούρκου δικαστού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου αναπλήρωσις, ο εν ενεργεία ανώτερος κατά βαθμόν Έλλην ή Τούρκος δικαστής της δικαστικής υπηρεσίας της Δημοκρατίας αντιστοίχως αναπληροί αυτόν.

10. Αποκλείεται οιαδήποτε αγωγή κατά του προέδρου ή οιουδήποτε δικαστού του Ανωτάτου Δικαστηρίου δια πάσαν πράξιν γενομένην ή πάσαν γνώμην εκφρασθείσαν κατά την ενάσκησιν των δικαστικών αυτού καθηκόντων.

11. H αντιμισθία και οι λοιποί όροι υπηρεσίας των ελλήνων δικαστών και του Τούρκου δικαστού του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθορίζονται δια νόμου.

12. H αντιμισθία και οι λοιποί όροι υπηρεσίας οιουδήποτε δικαστού του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν δύναται να μεταβληθώσι δυσμενώς δι’ αυτόν μετά τον διορισμόν αυτού.

ΑΡΘΡΟΝ 154

Αι συνεδριάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι δημόσιαι, το Δικαστήριον όμως δύναται να αποφασίση να συνεδρίαση παρουσία μόνον των διαδίκων, αν υπάρχωσι τοιούτοι, και των υπαλλήλων του Δικαστηρίου, εάν θεωρή ότι τούτο επιβάλλει το συμφέρον της ομαλής διεξαγωγής της διαδικασίας ή η ασφάλεια της Δημοκρατίας ή τα δημόσια ήθη.

ΑΡΘΡΟΝ 155

1. Επιφυλασσομένης της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 146, το Ανώτατο Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσία να αποφασίζει, σε διά νόμου προβλεπομένη περίπτωση και, ως νόμος ήθελε ορίσει, επί αποφάσεως εκδιδομένης υπό του Εφετείου και επί εφέσεως παραπεμπομένης ενώπιόν του υπό το Εφετείο κατά αποφάσεως οιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, πλην του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, του Διοικητικού Εφετείου και του Διοικητικού Δικαστηρίου, όπως και επί άλλων θεμάτων ως νόμος ήθελε ορίσει.

1Α. Επιφυλασσομένης της δικαιοδοσίας του Διοικητικού Εφετείου δυνάμει του Άρθρου 146, το Εφετείο κέκτηται δικαιοδοσία να αποφασίζει επί εφέσεως κατά απόφασης δικαστηρίου ιδρυθέντος δυνάμει νόμου το οποίο έχει δικαιοδοσία να αποφασίζει σε πρώτο βαθμό.

2. [Καταργήθηκε].

3. Το Ανωτάτον Δικαστήριον κατ’ αποκλεισμόν παντός άλλου δικαστηρίου καθορίζει την σύνθεσιν του δικαστηρίου, όπερ κρίνει πάσαν αστικήν υπόθεσιν, εις ην ενάγων και εναγόμενος ανήκουσιν εις διαφορετικάς κοινότητας και του δικαστηρίου, όπερ κρίνει πάσαν ποινικήν υπόθεσιν, εις ην κατηγορούμενος και βλαβέν πρόσωπον ανήκουσιν εις διαφόρους κοινότητας. Το δικαστήριον τούτο θα απαρτίζηται εκ δικαστών ανηκόντων εις αμφοτέρας, την ελληνικήν και την τουρκικήν, κοινότητας.

4. Το Ανωτάτον Δικαστήριον έχει αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν να εκδίδη εντάλματα της φύσεως του habeas corpus, mandamus, prohibition, quo warranto και certiorari.

5. Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, νόμος ήθελε ορίσει περί της ίδρυσης, της δικαιοδοσίας και των εξουσιών του Εφετείου.

ΑΡΘΡΟΝ 156

Τα κατωτέρω αδικήματα εκδικάζονται κατά πρώτον βαθμόν υπό δικαστηρίου προεδρευομένου υπό του προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου και συντεθειμένου εκ δικαστών ανηκόντων εις αμφοτέρας τας κοινότητας, ως θέλει ορίσει το Ανώτατον Δικαστήριον:

(α) εσχάτη προδοσία και άλλα αδικήματα κατά της ασφαλείας της Δημοκρατίας,

(β) αδικήματα κατά του Συντάγματος και της συνταγματικής τάξεως. H έφεσις κατά των εκδιδομένων κατά τα ανωτέρω αποφάσεων εκδικάζεται υπό του Ανωτάτου Δικαστηρίου προεδρευομένου όμως, αντί του προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου, υπό του προέδρου του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, ασκούντος εν τοιαύτη περιπτώσει πάσαν εξουσίαν ανήκουσαν εις τον πρόεδρον του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

ΑΡΘΡΟΝ 157

1. Επιφυλασσόμενων των περί του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου διατάξεων του Συντάγματος, το Ανώτατον Δικαστήριον αποτελεί το Ανώτατον Δικαστικόν Συμβούλιον, ο δε πρόεδρος αυτού έχει δύο ψήφους.

2. Εις την αποκλειστικήν αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου υπάγονται ο διορισμός, η προαγωγή, η μετάθεσις, ο τερματισμός της υπηρεσίας και η απόλυσις των δικαστών, ως και η πειθαρχική εξουσία επί τούτων.

3. Ουδενός δικαστού αποφασίζεται η αποχώρησις ή η απόλυσις, ειμή υφ’ ούς όρους και καθ’ ον τρόπον προβλέπεται εν των Συντάγματι δια τους δικαστάς του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

ΑΡΘΡΟΝ 158

1. Τηρουμένων των διατάξεων του Συντάγματος, νόμος θέλει ορίσει περί της ιδρύσεως, της δικαιοδοσίας και των εξουσιών των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων, πλην των δικαστηρίων, περί ων θέλει ορίση κατά το άρθρον 160 κοινοτικός νόμος.

2. Πάς τοιούτος νόμος θέλει προβλέψει δια την ίδρυσιν αποχρώντων δικαστηρίων εις επαρκή αριθμόν δια την πρόσφορον και άνευ καθυστερήσεων απονομήν της δικαιοσύνης και δια την διασφάλισιν, εντός των ορίων της δικαιοδοσίας αυτών, της πιστής εφαρμογής των διασφαλιζουσών τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίας διατάξεων του Συντάγματος.

3. Νόμος θέλει προβλέψει περί της αντιμισθίας και των άλλων όρων υπηρεσίας των δικαστών των κατά την πρώτην παράγραφον του παρόντος άρθρου ιδρυθησομένων δικαστηρίων. H αντιμισθία και οι λοιποί όροι υπηρεσίας οιουδήποτε δικαστού δεν δύναται να μεταβληθώσι δυσμενώς δι’ αυτόν μετά τον διορισμόν αυτού.

ΑΡΘΡΟΝ 159

1. Οσάκις έν τινι υποθέσει ο ενάγων και ο εναγόμενος ανήκουσιν εις την αυτήν κοινότητα, το επί της υποθέσεως ταύτης ασκούν πολιτικής φύσεως δικαιοδοσίαν δικαστήριον απαρτίζεται εκ δικαστού ή δικαστών ανηκόντων εις την κοινότητα ταύτην.

2. Οσάκις έν τινι υποθέσει ο κατηγορούμενος και το βλαβέν πρόσωπον ανήκουσιν εις την αυτήν κοινότητα, η οσάκις δεν υφίσταται βλαβέν πρόσωπον, απαρτίζεται το επί της υποθέσεως ταύτης ασκούν ποινικής φύσεως δικαιοδοσίαν δικαστήριον εκ δικαστού ή δικαστών ανηκόντων εις την κοινότητα ταύτην.

3. Οσάκις έν τινι αστική υποθέσει, ο ενάγων και ο εναγόμενος ανήκουσιν εις διαφόρους κοινότητας, το δικαστήριον απαρτίζεται εκ δικαστών ανηκόντων εις αμφοτέρας τας κοινότητας, ως θέλει ορίσει το Ανώτατον Δικαστήριον.

4. Οσάκις έν τινι ποινική υποθέσει ο κατηγορούμενος και το βλαβέν πρόσωπον ανήκουσιν εις διαφορετικάς κοινότητας, το δικαστήριον απαρτίζεται εκ δικαστών ανηκόντων εις αμφοτέρας τας κοινότητας, ως θέλει ορίσει το Ανώτατον Δικαστήριον.

5. Επί θανατικής ανακρίσεως, εάν μεν ο αποθανών ανήκεν εις την ελληνικήν κοινότητα, η ανάκρισις διεξάγεται υπό Έλληνος θανατικού ανακριτού, εάν δε ο αποθανών ανήκεν εις την τουρκικήν κοινότητα, η ανάκρισις διεξάγεται υπό Τούρκου θανατικού ανακριτού. Οσάκις οι αποθανόντες είναι πλείονες του ενός και ανήκουσιν εις διαφόρους κοινότητας, η ανάκρισις διεξάγεται υπό θανατικού ανακριτού οριζομένου υπό του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

6. H εκτέλεσις πάσης αποφάσεως ή διαταγής δικαστηρίου ασκούντος αστικήν ή ποινικήν δικαιοδοσίαν ενεργείται υπό ελλήνων δικαστικών υπαλλήλων, εάν το εκδόν ταύτην δικαστήριον απαρτίζηται εξ Έλληνος ή Ελλήνων δικαστών, υπό τούρκων δε δικαστικών υπαλλήλων, εάν το εκδόν ταύτην δικαστήριον απαρτίζηται εκ Τούρκου ή Τούρκων δικαστών, εις πάσαν δε άλλην περίπτωσιν η εκτέλεσις ενεργείται υπό δικαστικών υπαλλήλων, τους οποίους ορίζει το εκδόν την απόφασιν δικαστήριον.

ΑΡΘΡΟΝ 160

1. Τηρουμένων των διατάξεων του Συντάγματος, κοινοτικός νόμος, ψηφιζόμενος υπό Κοινοτικής Συνελεύσεως, θέλει προβλέψει περί της ιδρύσεως, της συνθέσεως και της δικαιοδοσίας δικαστηρίων, άτινα θα δικάζωσι τας αστικάς διαφοράς, τας αφορώσας εις τον προσωπικόν θεσμόν και εις θρησκευτικά ζητήματα, τα οποία υπάγονται κατά τας διατάξεις του Συντάγματος εις την αρμοδιότητα των Κοινοτικών Συνελεύσεων.

2. Τοιούτος νόμος θέλει προβλέψει περί της εφέσεως κατά των αποφάσεων των δικαστηρίων τούτων, περί της συνθέσεως των δικαστηρίων, των δικαζόντων και αποφασιζόντων επί των συνθέσεως των δικαστηρίων, των δικαζόντων και αποφασιζόντων επί των εφέσεων τούτων, ως και περί της δικαιοδοσίας και της εξουσίας των δευτεροβαθμίων τούτων δικαστηρίων. Κοινοτικός νόμος συμφώνως ταις διατάξεσι της παρούσης παραγράφου δύναται να ορίση ότι το δευτεροβάθμιον δικαστήριον δύναται να απαρτίζηται εξ ενός ή πλειόνων δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, συνεδριαζόντων μόνων ή μετ’ άλλου ή άλλων δικαστών της δικαστικής υπηρεσίας της Δημοκρατίας ως ο νόμος θέλει ορίσει.

3. Εν τη ενασκήσει της δικαιοδοσίας αυτών τα ανωτέρω δικαστήρια εφαρμόζουσι τούς υπέρ της οικείας Κοινοτικής Συνελεύσεως ψηφιζομένους νόμους’ αι διατάξεις όμως της παραγράφου ταύτης δεν αποκλείουσι το δικαίωμα δικαστηρίου της Δημοκρατίας να εφαρμόση τον σχετικόν κοινοτικόν νόμον επί υποθέσεως, καθ’ ην παρεμπιπτόντως εγείρεται ζήτημα προσωπικού θεσμού ή θρησκευτικόν ζήτημα.

ΑΡΘΡΟΝ 161

Τηρουμένων των διατάξεων της τρίτης παραγράφου του άρθρου 160 τα δικαστήρια της Δημοκρατίας έχουσιν εξουσίαν να εφαρμόζωσι και τους οικείους κοινοτικούς νόμους πλην των περί προσωπικού θεσμού και των θρησκευτικών θεμάτων νόμων.

ΑΡΘΡΟΝ 162

Το Ανώτατον Δικαστήριον κέκτηται δικαιοδοσίαν να επιβάλλη ποινάς ένεκεν περιφρονήσεως του Δικαστηρίου τούτου και πάν έτερον δικαστήριον της Δημοκρατίας, περιλαμβανομένων και των κατά το άρθρον 160 ιδρυομένων υπό κοινοτικού νόμου τοιούτων, έχει εξουσίαν να διατάσση την φυλάκισιν οιουδήποτε προσώπου μη υπακούοντος εις απόφασιν ή διαταγήν αυτού μέχρι της συμμορφώσεως αυτού προς την απόφασιν ή διαταγήν ταύτην, εν πάση όμως περιπτώσει η φυλάκισις δεν δύναται να υπερβή τους δώδεκα μήνας.

Παρά τας διατάξεις του άρθρου 90 νόμος ή κοινοτικός νόμος, αναλόγως της περιπτώσεως, δύναται να χορηγήση δικαιοδοσίαν επιβολής ποινής δια περιφρόνησιν του δικαστηρίου.

ΑΡΘΡΟΝ 163

1. Το Ανώτατον Δικαστήριον εκδίδει διαδικαστικόν κανονισμόν επί σκοπώ ρυθμίσεως της διαδικασίας ενώπιον αυτού ως και ενώπιον παντός άλλου δικαστηρίου ιδρυομένου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος μέρους του Συντάγματος, πλην των εν άρθρω 160 προβλεπομένου.

2. Μη θιγομένης της γενικής διατάξεως της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου το Ανώτατον Δικαστήριον δύναται να εκδίδη διαδικαστικόν κανονισμόν δια τούς κατωτέρω αναφερομένους σκοπούς:

(α) την ρύθμισιν των συνεδριάσεων των δικαστηρίων και την δι ’οιονδήποτε σκοπόν επιλογήν δικαστών,

(β) την συνοπτικήν εκδίκασιν οιασδήποτε εφέσεως, ήτις θεωρείται υπό του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου αυτή είναι εκκρεμή, ως προδήλως αβάσιμος ή προπετής ή ως ασκηθείσα προς τον σκοπόν παρελκύσεως της απονομής της δικαιοσύνης ωσαύτως δε την συνοπτικήν διεξαγωγήν πάσης ετέρας διαδικασίας ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου ή ετέρου δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί ένδικον μέσον προδήλως αβάσιμον ή προπετές ή ασκηθέν προς τον σκοπόν της παρελκύσεως της απονομής της δικαιοσύνης.

(γ) τον καθορισμόν των τύπων των δικογράφων και των δικαστικών τελών και δαπανημάτων της ενώπιον των δικαστηρίων διαδικασίας.

(δ) τον καθορισμόν και την ρύθμισιν της συνθέσεως της γραμματείας των δικαστηρίων και των εξουσιών και καθηκόντων και εξουσιών των δικαστικών υπαλλήλων,

(ε) τον καθορισμόν των προθεσμιών, εντός των οποίων αξιούται συμμόρφωσις προς τας διατάξεις του διαδικαστικού κανονισμού.

(στ) τον καθορισμόν της διαδικασίας, ήτις δέον να τηρήται ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου κατά την ενάσκησιν της πειθαρχικής αρμοδιότητος αυτού επί των δικαστικών λειτουργών.

3. O κατά το παρόν άρθρον διαδικαστικός κανονισμός δύναται να ορίση τον αριθμόν των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οίτινες θα δικάζωσι συγκεκριμένον θέμα εν τη ενασκήσει όμως της δυνάμει του Συντάγματος αναγνωριζομένης εις το Ανώτατον Δικαστήριον δικαιοδοσίας ουδεμία υπόθεσις δύναται να κριθή, ειμή συμφώνως ταις διατάξεσι του άρθρου 159, εν τη εκδικάσει δε οιασδήποτε εφέσεως συμπεριλαμβανομένης και τοιαύτης συμφώνως τω άρθρω 156, το Ανώτατον Δικαστήριον δέον να απαρτίζηται εκ πάντων των μελών αυτού, τηρουμένων των διατάξεων της δευτέρας παραγράφου του άρθρου 160.

ΑΡΘΡΟΝ 164

1. Τα κατά την δευτέραν παράγραφον του άρθρου 160 συνιστώμενα δευτεροβάθμια δικαστήρια εκδίδουσι διαδικαστικόν κανονισμόν επί σκοπώ ρυθμίσεως της ενώπιον αυτών διαδικασίας, ως και της διαδικασίας ενώπιον των δικαστηρίων ων αι αποφάσεις εκκαλούνται ενώπιον αυτών.

2. Μη θιγομένης της γενικής διατάξεως της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου τα ανωτέρω δευτεροβάθμια δικαστήρια δύνανται ιδία να εκδίδωσι δι’ εαυτά ή δια τα δικαστήρια, ων αι αποφάσεις εκκαλούνται ενώπιον αυτών, διαδικαστικόν κανονισμόν δια τους κατωτέρω αναφερομένους σκοπούς:

(α) την ρύθμισιν των συνεδριάσεων των δικαστηρίων τούτων,

(β) τον καθορισμόν των τύπων των δικογράφων και των δικαστικών τελών και δαπανημάτων της ενώπιον αυτών διαδικασίας,

(γ) τον καθορισμόν και ρύθμισιν της συνθέσεως της γραμματείας των δικαστηρίων τούτων και των εξουσιών και καθηκόντων των δικαστικών υπαλλήλων, και

(δ) τον καθορισμόν των προθεσμιών, εντός των οποίων αξιούται συμμόρφωσις προς τας διατάξεις του κανονισμού του δικαστηρίου.