13.-(1) Για κάθε πρόσληψη εργοδοτουμένου ορισμένου χρόνου καταρτίζεται σύμβαση απασχόλησης, στην οποία καθορίζονται-
(α) η διάρκεια για την οποία ο εργοδοτούμενος ορισμένου χρόνου θα απασχοληθεί·
(β) η συγκεκριμένη εργασία και τα καθήκοντα που θα εκτελεί· και
(γ) οι βασικοί όροι απασχόλησής του.
(2) Οι όροι απασχόλησης εργοδοτουμένων ορισμένου χρόνου, πέραν των όσων καθορίζονται στον παρόντα Νόμο, καθορίζονται από τον Υπουργό με τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Οικονομικών.
(3) Οι διατάξεις του εδαφίου (2) εφαρμόζονται και για τον καθορισμό των όρων απασχόλησης των εργοδοτουμένων των οποίων η σύμβαση απασχόλησής τους μετατρέπεται σε αορίστου χρόνου.
14.-(1) Για κάθε εργοδοτούμενο ορισμένου και αορίστου χρόνου ετοιμάζεται έκθεση αξιολόγησης, σύμφωνα με το καθορισμένο έντυπο στον Πίνακα Α και Β, αντίστοιχα, του Παραρτήματος.
(2)(α) Το έντυπο αξιολόγησης του εργοδοτουμένου ορισμένου χρόνου ετοιμάζεται στο μέσο της χρονικής διάρκειας της σύμβασης απασχόλησης, ενώ για τον εργοδοτούμενο του οποίου η σύμβαση απασχόλησης μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, στο τέλος κάθε σχολικής χρονιάς, με βάση το καθορισμένο έντυπο στον Πίνακα Α και Β αντίστοιχα του Παραρτήματος:
(β) Το έντυπο αξιολόγησης συντάσσεται και υπογράφεται από τον αξιολογούντα λειτουργό ή την αξιολογούσα επιτροπή του προγράμματος στο οποίο εργάζεται ο εργοδοτούμενος ορισμένου χρόνου ή αορίστου χρόνου, ανάλογα με την περίπτωση.
(γ) Η αξιολογούσα επιτροπή ορίζεται από τον Γενικό Διευθυντή και δύναται να αποτελείται από ένα (1) έως τρία (3) μέλη, τα οποία περιλαμβάνουν τον διευθύνοντα ή και τον τοπικό συντονιστή ή και τον κεντρικό συντονιστή ή και τον διευθυντή ή τον προϊστάμενο του προγράμματος.
(δ) Έντυπο αξιολόγησης για ανεπαρκή απόδοση εργοδοτουμένου ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν συντάσσεται ούτε λαμβάνεται οποιαδήποτε τελική απόφαση, χωρίς προηγουμένως να του δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί και να υποβάλει τις δέουσες παραστάσεις:
(ε) Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (δ), ο Γενικός Διευθυντής ή εκπρόσωπος αυτού, αφού λάβει υπόψη τις παραστάσεις του επηρεαζόμενου εργοδοτουμένου, αποφασίζει-
(i) την αξιολόγηση της απόδοσής του ως επαρκούς και την ανανέωση της σύμβασης απασχόλησης· ή
(ii) την αξιολόγηση της απόδοσής του οριστικά ως ανεπαρκούς, οπότε η σύμβαση απασχόλησης αυτού τερματίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου.
(3) Σε περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνονται παραλείψεις και ελλείψεις οι οποίες δυνατόν να επηρεάσουν δυσμενώς την αξιολόγηση εργοδοτουμένου ορισμένου ή αορίστου χρόνου, του εφιστάται γραπτώς η ύπαρξη παραλείψεων ή ελλείψεων κατά τον χρόνο που αυτές παρατηρούνται.