ΜΕΡΟΣ Ι ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Ερμηνεία

2. Στον παρόντα Νόμο, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια-

«αξιωματούχος» σημαίνει πρόσωπο που κατέχει λειτούργημα ή αξίωμα ή θέση που προβλέπεται ή καθιδρύεται δυνάμει του Συντάγματος ή νόμου της Δημοκρατίας, το οποίο πρόσωπο ως εκ της θέσεώς του, έχει αρμοδιότητα να κινεί διαδικασία λήψης δημόσιων αποφάσεων ή να διαμορφώνει το περιεχόμενό της ή να καθορίζει την τελική έκβασή της∙

«Γραφείο Επιτρόπου Νομοθεσίας» σημαίνει το γραφείο που συστήνεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 11·

«δημόσιος υπάλληλος» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 2 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου·

«δημόσια υπηρεσία» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 2 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου∙

«Δημόσια Εκπαιδευτική Υπηρεσία» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 2 του περί Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμου∙

«Επίτροπος» σημαίνει τον Επίτροπο Νομοθεσίας, ο οποίος διορίζεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 7∙

«εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 2 του περί της Ρύθμισης της Απασχόλησης Εργοδοτουμένων Αορίστου και Εργοδοτουμένων Ορισμένου Χρόνου στη Δημόσια Υπηρεσία Νόμου∙

«εργοδοτούμενος ορισμένου χρόνου» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 2 του περί της Ρύθμισης της Απασχόλησης Εργοδοτουμένων Αορίστου και Εργοδοτουμένων Ορισμένου Χρόνου στη Δημόσια Υπηρεσία Νόμου·

«μετάφραση» σημαίνει τη μεταφορά κειμένων νομοθεσίας από την αγγλική γλώσσα σε επίσημη γλώσσα της Δημοκρατίας και αντίστροφα, και την απόδοση κειμένων από την καθαρεύουσα στην κοινή νεοελληνική∙

«νομοθεσία» σημαίνει οποιαδήποτε νομοθεσία της Δημοκρατίας, περιλαμβανομένων των νόμων που ίσχυαν κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Συντάγματος και διατηρήθηκαν σε ισχύ δυνάμει του Άρθρου 188 του Συντάγματος, καθώς και δευτερογενή νομοθεσία και διεθνείς συμβάσεις, οι οποίες δεσμεύουν τη Δημοκρατία∙

«Πρόεδρος» σημαίνει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας∙

«τμήμα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 2 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου∙

«Υπουργείο» σημαίνει οποιοδήποτε υπουργείο της Δημοκρατίας και περιλαμβάνει οποιοδήποτε τμήμα υπάγεται σε αυτό ή/και Γενική Διεύθυνση∙

«Υφυπουργείο» σημαίνει οποιοδήποτε υφυπουργείο ιδρύθηκε δυνάμει νόμου της Δημοκρατίας και περιλαμβάνει οποιοδήποτε τμήμα υπάγεται σε αυτό·

«Υφυπουργός» σημαίνει πρόσωπο που διορίζεται από τον Πρόεδρο ως Υφυπουργός δυνάμει νόμου της Δημοκρατίας.