ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΜΕΝΟΙ ΕΘΕΛΟΝΤΕΣ
Προϋποθέσεις απόκτησης της ιδιότητας του εξειδικευμένου εθελοντή

12.-(1) Πολίτης της Δημοκρατίας ή άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τρίτης χώρας, ο οποίος έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο (18ο) έτος της ηλικίας του αλλά δεν έχει συμπληρώσει το εξηκοστό (60ο) έτος της ηλικίας του και διαμένει μόνιμα και νόμιμα στη Δημοκρατία, δύναται να αποκτήσει την ιδιότητα του εξειδικευμένου εθελοντή, εφόσον πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) Εάν πρόκειται για άρρεν πολίτη της Δημοκρατίας, έχει εκπληρώσει τις στρατιωτικές υποχρεώσεις του ή έχει απαλλαγεί νόμιμα από αυτές για λόγους άλλους από λόγους υγείας·

(β) διαθέτει καλή σωματική υγεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14·

(γ) έχει καλή γνώση της ελληνικής γλώσσας και/ή της αγγλικής γλώσσας·

(δ) δεν έχει καταδικαστεί για οποιοδήποτε από τα αδικήματα που αναφέρονται κατωτέρω και, σε περίπτωση καταδίκης, έχει αποκατασταθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Αποκαταστάσεως Καταδικασθέντων Νόμου, ήτοι για αδίκημα:

(i) εναντίον της δημόσιας τάξης·

(ii) εναντίον της άσκησης νόμιμης εξουσίας·

(iii) που παραβλάπτει το κοινό γενικά·

(iv) εναντίον των ηθών·

(v) εναντίον ανηλίκων·

(vi) που αφορά σε παιδική πορνογραφία και/ή άλλο συναφές αδίκημα·

(vii) εναντίον του προσώπου·

(viii) που αφορά σε κλοπή, ληστεία, εκβίαση και διάρρηξη·

(ix) που αφορά σε κακόβουλη βλάβη σε περιουσία·

(x) που αφορά σε ψευδείς παραστάσεις, σε πλαστογραφία, πλαστοπροσωπία και/ή άλλο συναφές αδίκημα·

(xi) που αφορά σε ενδοοικογενειακή βία·

(xii) που προβλέπεται στον περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο·

(xiii) που προβλέπεται στον περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμο·

(xiv) που προβλέπεται στον περί Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Νόμο·

(xv) που προβλέπεται στον περί Δασών Νόμο·

(xvi) που προβλέπεται στον περί Πρόληψης και Κατάσβεσης Πυρκαγιών στην Ύπαιθρο Νόμο·

(xvii) που προβλέπεται στον περί Προστασίας και Διαχείρισης Άγριων Πτηνών και Θηραμάτων Νόμο·

(xviii) που προβλέπεται στον περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμο·

(xix) που προβλέπεται στον περί Προστασίας και Διαχείρισης της Φύσης και της Άγριας Ζωής Νόμο· και/ή

(xx) που αφορά τη ρύπανση του περιβάλλοντος:

Νοείται ότι, αιτητής ο οποίος έχει καταδικαστεί για αδίκημα που αφορά την πρόκληση πυρκαγιάς, το οποίο προβλέπεται σε οποιονδήποτε εν ισχύι Νόμο της Δημοκρατίας, δεν δύναται να αποκτήσει την ιδιότητα του εξειδικευμένου εθελοντή, ανεξαρτήτως εάν έχει αποκατασταθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Αποκαταστάσεως Καταδικασθέντων Νόμου·

(ε) έχει υποβάλει σχετικό αίτημα ένταξης σε Ομάδα Εξειδικευμένων Εθελοντών το οποίο έγινε αποδεκτό:

Νοείται ότι, η αποδοχή αιτήματος υποψήφιου εξειδικευμένου εθελοντή για ένταξή του σε Ομάδα Εξειδικευμένων Εθελοντών δεν τον καθιστά αυτόματα εξειδικευμένο εθελοντή και, για σκοπούς απόκτησης της ιδιότητας αυτής, ο υποψήφιος εξειδικευμένος εθελοντής απαιτείται όπως πιστοποιηθεί από την Κρατική Υπηρεσία και αποκτήσει την ιδιότητα αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

(2) Τα απαραίτητα πιστοποιητικά και/ή δικαιολογητικά που συνοδεύουν την αίτηση καθορίζονται από τον προϊστάμενο της Κρατικής Υπηρεσίας.

(3) Τα προβλεπόμενα πιστοποιητικά και/ή δικαιολογητικά υποβάλλονται στην Κρατική Υπηρεσία, διά μέσου της Ομάδας Εξειδικευμένων Εθελοντών στην οποία εντάσσεται ο υποψήφιος εξειδικευμένος εθελοντής, σε χρόνο και τόπο που ήθελε καθορίσει ο προϊστάμενος της Κρατικής Υπηρεσίας.

(4) Ο προϊστάμενος της Κρατικής Υπηρεσίας εξετάζει την αίτηση και αποφασίζει για την έγκριση ή την απόρριψή της.

Καμία εμπλοκή εξειδικευμένου εθελοντή σε επιχειρήσεις άνευ αδείας

13. Σε περίπτωση που εξειδικευμένος εθελοντής ευρίσκεται πλησίον περιστατικού στο οποίο δύναται να παρέχει βοήθεια προς την Κρατική Υπηρεσία, αλλά για το οποίο περιστατικό η Ομάδα του δεν έχει κληθεί να συμμετάσχει, δύναται να συμμετάσχει υπό την ιδιότητά του ως μέλους Ομάδας Εξειδικευμένων Εθελοντών, αφού προηγουμένως λάβει άδεια για εμπλοκή του από την Ομάδα του και από τον υπεύθυνο για το περιστατικό στην Κρατική Υπηρεσία.

Ιατρικές εξετάσεις

14.-(1) Οι Ομάδες Εξειδικευμένων Εθελοντών μεριμνούν όπως τα μέλη τους προσκομίζουν, ανά διετία, πιστοποιητικό υγείας ή οποιοδήποτε άλλο ιατρικό πιστοποιητικό καθορίζει η Κρατική Υπηρεσία, το οποίο ακολούθως εκάστη Ομάδα γνωστοποιεί στην Κρατική Υπηρεσία.

(2) Ο προϊστάμενος της Κρατικής Υπηρεσίας δύναται να ανακαλεί την ιδιότητα του εξειδικευμένου εθελοντή από πρόσωπο το οποίο αντιμετωπίζει ζήτημα υγείας που δεν του επιτρέπει να συμμετέχει σε επιχειρήσεις της Κρατικής Υπηρεσίας, όπως προβλέπεται στις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

(3) Για σκοπούς εξακρίβωσης κατά πόσο ένα ζήτημα υγείας δεν επιτρέπει σε μέλος Ομάδας Εξειδικευμένων Εθελοντών να μετέχει σε επιχειρήσεις της Κρατικής Υπηρεσίας, ο προϊστάμενος της Κρατικής Υπηρεσίας δύναται να διατάξει όπως το μέλος αυτό εξεταστεί από ιατρό συμβεβλημένο με το Γενικό Σύστημα Υγείας, ο οποίος κοινοποιεί τα αποτελέσματα της εξέτασής του στον προϊστάμενο της Κρατικής Υπηρεσίας, που στη συνέχεια ενημερώνει τον εθελοντή για τα αποτελέσματα.

Εκπαίδευση υποψηφίων, εξέταση και χορήγηση πιστοποιητικού εκπαίδευσης

15.-(1) Η εκπαίδευση του υποψήφιου εξειδικευμένου εθελοντή είναι υποχρεωτική και στοχεύει στην εξοικείωσή του με το αντικείμενο παροχής βοήθειας, τις διαδικασίες, τον εξοπλισμό και τα καθήκοντα που πρόκειται να αναλάβει στην Κρατική Υπηρεσία.

(2) Μετά το πέρας της εκπαίδευσης, ο υποψήφιος δύναται, κατόπιν απόφασης του προϊσταμένου της Κρατικής Υπηρεσίας, να υποβληθεί σε εξέταση για τη διαπίστωση του επιπέδου κατανόησης και αφομοίωσης των θεμάτων της εκπαίδευσης.

(3) Με την επιτυχή ολοκλήρωση της εκπαίδευσης που προβλέπεται στο εδάφιο (1), καθώς και της εξέτασης που αναφέρεται στο εδάφιο (2), στις περιπτώσεις που αυτή διεξάγεται, ο εθελοντής λαμβάνει πιστοποιητικό εκπαίδευσης εξειδικευμένου εθελοντή και εγγράφεται στο Μητρώο Ομάδων Εξειδικευμένων Εθελοντών της Κρατικής Υπηρεσίας μέσω της Ομάδας στην οποία εντάσσεται.

Απόκτηση της ιδιότητας του εξειδικευμένου εθελοντή

16.-(1) Η ιδιότητα του εξειδικευμένου εθελοντή αποκτάται μόνο μετά την επιτυχή ολοκλήρωση της καθορισμένης εκπαίδευσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15, και την επακόλουθη εγγραφή του υποψήφιου εξειδικευμένου εθελοντή στο Μητρώο Ομάδων Εξειδικευμένων Εθελοντών της Κρατικής Υπηρεσίας.

(2) Η Κρατική Υπηρεσία παρέχει στον εξειδικευμένο εθελοντή, μετά την απόκτηση της εν λόγω ιδιότητας, ταυτότητα εξειδικευμένου εθελοντή.

(3) Εκάστη Ομάδα παρέχει στα μέλη της που κατέχουν την ιδιότητα του εξειδικευμένου εθελοντή το διακριτικό έμβλημα που καθορίζεται στο Παράρτημα, το οποίο ο εθελοντής υποχρεούται να φέρει επί της επιχειρησιακής στολής του.

Υφιστάμενοι εξειδικευμένοι εθελοντές

17. Οι εθελοντές που κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου κατέχουν πιστοποίηση ως εξειδικευμένοι εθελοντές από Κρατική Υπηρεσία, όπως ο όρος αυτός καθορίζεται στο άρθρο 2, διατηρούν την ιδιότητα αυτή.

Καμία υπαλληλική και/ή δημοσιοϋπαλληλική σχέση

18. Οι παρεχόμενες υπηρεσίες εξειδικευμένου εθελοντή, μέλους Ομάδας Εξειδικευμένων Εθελοντών, προς την Κρατική Υπηρεσία δεν δημιουργούν οποιαδήποτε υπαλληλική και/ή δημοσιοϋπαλληλική σχέση αυτού με την Κρατική Υπηρεσία και ο εξειδικευμένος εθελοντής δεν αποκτά οποιαδήποτε άλλα δικαιώματα και/ή υποχρεώσεις πέραν αυτών που απορρέουν από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

Παύση ή αφαίρεση ιδιότητας του εξειδικευμένου εθελοντή

19.-(1) Η ιδιότητα του εξειδικευμένου εθελοντή παύει με τη συμπλήρωση του εξηκοστού πέμπτου (65ου) έτους της ηλικίας του.

(2) Με απόφαση του προϊσταμένου της Κρατικής Υπηρεσίας, η ιδιότητα του εξειδικευμένου εθελοντή αφαιρείται σε περίπτωση-

(α) σοβαρού λόγου υγείας που δεν επιτρέπει την εκτέλεση των καθηκόντων αυτού·

(β) καταδίκης για αδίκημα το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 12·

(γ) αδικαιολόγητης άρνησης εκτέλεσης υπηρεσίας, εκτός εάν η υπηρεσία την οποία καλείται να εκτελέσει δεν εμπίπτει στο πλαίσιο των ικανοτήτων του και/ή του αντικειμένου για το οποίο έχει εκπαιδευτεί·

(δ) παράλειψης εκτέλεσης εντολής ή οδηγίας που του δόθηκε από μέλος της Κρατικής Υπηρεσίας·

(ε) ανάρμοστης και απρεπούς διαγωγής εντός της υπηρεσίας ή συμπεριφοράς με την οποία θέτει σε κίνδυνο τον εαυτό του και/ή άλλα πρόσωπα·

(στ) αποχώρησης ιδία βουλήσει του εξειδικευμένου εθελοντή.

(3) Σε περίπτωση αφαίρεσης της ιδιότητας του εξειδικευμένου εθελοντή δυνάμει των διατάξεων των παραγράφων (β), (γ), (δ) και (ε) του εδαφίου (2), δεν επιτρέπεται η επανάκτησή της:

Νοείται ότι, εξειδικευμένος εθελοντής του οποίου αφαιρείται η ιδιότητα παραδίδει στην Κρατική Υπηρεσία την ταυτότητα εξειδικευμένου εθελοντή και το διακριτικό έμβλημα, όπως καθορίζεται στο Παράρτημα, τα οποία του έχουν χορηγηθεί.