31. Η Επιτροπή απαιτεί από ΚΕΠΕΥ να λαμβάνει, σε πρώιμο στάδιο, τα απαραίτητα μέτρα για να αντιμετωπιστούν τα ακόλουθα προβλήματα:
(α) Η ΚΕΠΕΥ δεν πληροί τις απαιτήσεις του παρόντος Νόμου, των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033∙ και
(β) η Επιτροπή διαθέτει στοιχεία ότι η ΚΕΠΕΥ ενδέχεται να παραβεί τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 εντός των επόμενων δώδεκα (12) μηνών.
32.-(1) Η Επιτροπή διαθέτει τις απαραίτητες εποπτικές εξουσίες για να παρεμβαίνει, κατά την άσκηση των λειτουργιών της, στις δραστηριότητες των ΚΕΠΕΥ με αποτελεσματικό και αναλογικό τρόπο.
(2) Για τους σκοπούς του άρθρου 29, του άρθρου 30(5), (6) και (7) και του άρθρου 31, καθώς και της εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, η Επιτροπή έχει τις ακόλουθες εξουσίες:
(α) Να απαιτεί από τις ΚΕΠΕΥ να διαθέτουν ίδια κεφάλαια επιπλέον των απαιτήσεων που καθορίζονται στο Άρθρο 11 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 33 του παρόντος Νόμου, ή να αναπροσαρμόζουν τα ίδια κεφάλαια και τα ρευστά στοιχεία ενεργητικού που απαιτούνται σε περίπτωση σημαντικής μεταβολής στις επιχειρηματικές δραστηριότητες των εν λόγω ΚΕΠΕΥ·
(β) να απαιτεί την ενίσχυση των ρυθμίσεων, διαδικασιών, μηχανισμών και στρατηγικών που έχουν τεθεί σε εφαρμογή σύμφωνα με τα άρθρα 18 και 20·
(γ) να απαιτεί από τις ΚΕΠΕΥ να καταθέτουν, εντός ενός έτους, σχέδιο αποκατάστασης της συμμόρφωσης προς τις εποπτικές απαιτήσεις βάσει του παρόντος Νόμου, των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2019/2033, να ορίζει προθεσμία για την εφαρμογή του εν λόγω σχεδίου και να απαιτεί βελτιώσεις του σχεδίου αυτού όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής και την προθεσμία·
(δ) να απαιτεί από τις ΚΕΠΕΥ να εφαρμόζουν ειδική πολιτική προβλέψεων ή μεταχείριση των στοιχείων του ενεργητικού από την άποψη των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων·
(ε) να θέτει περιορισμούς ή όρια στις επιχειρηματικές δραστηριότητες, τις ενέργειες ή το δίκτυο των ΚΕΠΕΥ ή να ζητεί την αφαίρεση δραστηριοτήτων που ενέχουν υπερβολικό κίνδυνο για τη χρηματοοικονομική ευρωστία μιας ΚΕΠΕΥ·
(στ) να απαιτεί τη μείωση του κινδύνου τον οποίο ενέχουν οι δραστηριότητες, τα προϊόντα και τα συστήματα των ΚΕΠΕΥ, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων που ανατίθενται σε τρίτους·
(ζ) να απαιτεί από τις ΚΕΠΕΥ να περιορίζουν τις μεταβλητές αποδοχές ως ποσοστό των καθαρών εσόδων, όταν οι αποδοχές αυτές δεν συνάδουν με τη διατήρηση στέρεης κεφαλαιακής βάσης·
(η) να απαιτεί από τις ΚΕΠΕΥ να χρησιμοποιούν τα καθαρά κέρδη για την ενίσχυση των ιδίων κεφαλαίων·
(θ) να περιορίζει ή να απαγορεύει τη διανομή κερδών ή την καταβολή τόκων από μια ΚΕΠΕΥ στους μετόχους, στα μέλη ή στους κατόχους πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1, εφόσον ο εν λόγω περιορισμός ή η απαγόρευση δεν συνιστά γεγονός αθέτησης υποχρέωσης της ΚΕΠΕΥ·
(ι) να επιβάλλει απαιτήσεις υποβολής πρόσθετων ή συχνότερων αναφορών από αυτές που καθορίζονται στον παρόντα Νόμο και στον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033, συμπεριλαμβανομένων των αναφορών για την κεφαλαιακή και την ταμειακή κατάσταση·
(ια) να επιβάλλει συγκεκριμένες απαιτήσεις ρευστότητας σύμφωνα με το άρθρο 35 του παρόντος Νόμου·
(ιβ) να απαιτεί τη δημοσιοποίηση πρόσθετων πληροφοριών· και
(ιγ) να απαιτεί από τις ΚΕΠΕΥ να μειώσουν τους κινδύνους για την ασφάλεια των συστημάτων δικτύου και πληροφοριών των ΚΕΠΕΥ με σκοπό την εξασφάλιση της εμπιστευτικότητας, της ακεραιότητας και της διαθεσιμότητας των διαδικασιών, των δεδομένων και των στοιχείων ενεργητικού τους.
(3) Για τους σκοπούς της παραγράφου (ι) του εδαφίου (2), η Επιτροπή δύναται να επιβάλλει στις ΚΕΠΕΥ απαιτήσεις υποβολής πρόσθετων ή συχνότερων αναφορών μόνο εφόσον δεν υπάρχει αλληλεπικάλυψη όσον αφορά στις προς αναφορά πληροφορίες και πληρούται μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
(α) Ισχύει οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 31(α) και (β)·
(β) η Επιτροπή θεωρεί αναγκαία τη συλλογή των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 31(β)· και
(γ) οι πρόσθετες πληροφορίες απαιτούνται για τον σκοπό της διαδικασίας εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης που αναφέρεται στο άρθρο 29.
(4) Αλληλεπικάλυψη των πληροφοριών θεωρείται ότι συντρέχει όταν η Επιτροπή διαθέτει ήδη τις ίδιες ή ουσιαστικά τις ίδιες πληροφορίες, όταν οι πληροφορίες μπορούν να παραχθούν από την Επιτροπή ή όταν μπορούν να αποκτηθούν από την ίδια την Επιτροπή με άλλα μέσα εκτός της υποχρέωσης υποβολής τους από την ΚΕΠΕΥ.
(5) Η Επιτροπή δεν απαιτεί πρόσθετες πληροφορίες, όταν οι πληροφορίες είναι στη διάθεσή της σε διαφορετικό μορφότυπο ή βαθμό λεπτομέρειας από τις πρόσθετες προς αναφορά πληροφορίες, και ο εν λόγω διαφορετικός μορφότυπος ή βαθμός λεπτομέρειας δεν την εμποδίζει να παραγάγει ουσιαστικά παρόμοιες πληροφορίες.
33.-(1) Η Επιτροπή επιβάλλει την απαίτηση πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στο άρθρο 32(2)(α) μόνο αν, βάσει των ελέγχων που διενεργούνται σύμφωνα με τα άρθρα 29 και 30, διαπιστώνει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες καταστάσεις σε σχέση με μια ΚΕΠΕΥ:
(α) Η ΚΕΠΕΥ είναι εκτεθειμένη σε κινδύνους ή στοιχεία κινδύνων ή ενέχει κινδύνους για τρίτους που είναι σημαντικοί και δεν καλύπτονται ή δεν καλύπτονται επαρκώς από την κεφαλαιακή απαίτηση και ιδίως τις απαιτήσεις των παραγόντων Κ, όπως καθορίζονται στο Τρίτο ή Τέταρτο Μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033·
(β) η ΚΕΠΕΥ δεν πληροί τις απαιτήσεις που καθορίζονται στα άρθρα 18 και 20 και η εφαρμογή άλλων εποπτικών μέτρων δεν είναι πιθανό να βελτιώσει επαρκώς, εντός κατάλληλου χρονικού πλαισίου, τις ρυθμίσεις, τις διαδικασίες, τους μηχανισμούς και τις στρατηγικές·
(γ) οι προσαρμογές σε σχέση με τη συνετή αποτίμηση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών δεν επαρκούν για να μπορέσει η ΚΕΠΕΥ να πωλήσει ή να αντισταθμίσει τις θέσεις της σε σύντομο χρονικό διάστημα, χωρίς σημαντικές ζημίες, υπό κανονικές συνθήκες αγοράς·
(δ) από την εξέταση που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 30 προκύπτει ότι η μη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις για την εφαρμογή των επιτρεπόμενων εσωτερικών υποδειγμάτων ενδέχεται να οδηγήσει σε ανεπαρκή επίπεδα κεφαλαίου· και
(ε) η ΚΕΠΕΥ επανειλημμένα δεν δημιουργεί ή δεν διατηρεί επαρκές επίπεδο πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 34.
(2) Για τους σκοπούς της παραγράφου (α) του εδαφίου (1), οι κίνδυνοι ή τα στοιχεία κινδύνων θεωρείται ότι δεν καλύπτονται ή δεν καλύπτονται επαρκώς από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που καθορίζονται στο Τρίτο και το Τέταρτο Μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 μόνο όταν τα ποσά, τα είδη και η κατανομή των κεφαλαίων που θεωρούνται κατάλληλα από την Επιτροπή, μετά τον εποπτικό έλεγχο της εκτίμησης που διενεργεί η ΚΕΠΕΥ σύμφωνα με το άρθρο 18(1), είναι υψηλότερα από την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων της ΚΕΠΕΥ που καθορίζεται στο Τρίτο ή το Τέταρτο Μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.
(3) Για τους σκοπούς του εδαφίου (2), τα κεφάλαια που θεωρούνται κατάλληλα μπορούν να περιλαμβάνουν κινδύνους ή στοιχεία κινδύνων που εξαιρούνται ρητά από την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων που καθορίζεται στο Τρίτο ή Τέταρτο Μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.
(4) Η Επιτροπή προσδιορίζει το επίπεδο των πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων που απαιτούνται βάσει της παραγράφου του άρθρου 32(2)(α) του παρόντος Νόμου ως τη διαφορά μεταξύ των κεφαλαίων που θεωρούνται κατάλληλα βάσει των εδαφίων (2) και (3) και της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων που καθορίζεται στο Τρίτο ή το Τέταρτο Mέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.
(5) Η Επιτροπή απαιτεί από τις ΚΕΠΕΥ να πληρούν την απαίτηση πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στο άρθρο 32(2)(α) με ίδια κεφάλαια, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
(α) Τουλάχιστον τα τρία τέταρτα της απαίτησης πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων καλύπτονται με κεφάλαιο της κατηγορίας 1·
(β) τουλάχιστον τα τρία τέταρτα του κεφαλαίου της κατηγορίας 1 αποτελούνται από κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1· και
(γ) τα εν λόγω ίδια κεφάλαια δεν χρησιμοποιούνται για την κάλυψη καμίας από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που καθορίζονται στο Άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχεία α), β) και γ), του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.
(6) Η Επιτροπή τεκμηριώνει εγγράφως την απόφασή της να επιβάλει απαίτηση πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στο άρθρο 32(2)(α), περιγράφοντας με σαφήνεια την πλήρη εκτίμηση των στοιχείων που αναφέρονται στα εδάφια (1) έως (5).
(7) Στην περίπτωση της παραγράφου (δ) του εδαφίου (1), η Επιτροπή συντάσσει ειδική έκθεση παραθέτοντας τους λόγους για τους οποίους δεν θεωρείται πλέον επαρκές το επίπεδο κεφαλαίου που έχει καθοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 34(1).
(8) Η Επιτροπή δύναται να επιβάλλει απαίτηση πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων σύμφωνα με το παρόν άρθρο σε ΚΕΠΕΥ που πληροί τις προϋποθέσεις του Άρθρου 12, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστεί ως μικρή και μη διασυνδεδεμένη ΚΕΠΕΥ βάσει εκτίμησης κατά περίπτωση και όταν η Επιτροπή το κρίνει δικαιολογημένο.
34.-(1) Λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της αναλογικότητας και ανάλογα με το μέγεθος, τη συστημική σημασία, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων των ΚΕΠΕΥ που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του Άρθρου 12, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστούν ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες ΚΕΠΕΥ, η Επιτροπή, δύναται, να απαιτεί από τις εν λόγω ΚΕΠΕΥ να έχουν επίπεδο ιδίων κεφαλαίων που, βάσει του άρθρου 18, είναι επαρκώς υψηλότερο από τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο Τρίτο Μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 και στον παρόντα Νόμο, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 32(2)(α), ώστε να διασφαλίζεται ότι οι κυκλικές οικονομικές διακυμάνσεις δεν οδηγούν σε παράβαση των εν λόγω απαιτήσεων ούτε απειλούν την ικανότητα της ΚΕΠΕΥ να προχωρήσει σε εκκαθάριση ή παύση δραστηριοτήτων με συντεταγμένο τρόπο.
(2) Η Επιτροπή επανεξετάζει, όπου αρμόζει, το επίπεδο ιδίων κεφαλαίων που καθορίζεται από έκαστη ΚΕΠΕΥ που δεν πληροί τις προϋποθέσεις του Άρθρου 12 παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστεί ως μικρή και μη διασυνδεδεμένη ΚΕΠΕΥ, σύμφωνα με το εδάφιο (1) και, κατά περίπτωση, γνωστοποιεί τα αποτελέσματα της εν λόγω επανεξέτασης στη σχετική ΚΕΠΕΥ, περιλαμβανομένης κάθε προσδοκίας για την προσαρμογή του επιπέδου των ιδίων κεφαλαίων που καθορίζεται σύμφωνα με το εδάφιο (1).
(3) Η γνωστοποίηση του εδαφίου (2) περιλαμβάνει την ημερομηνία έως την οποία η Επιτροπή απαιτεί να ολοκληρωθεί η προσαρμογή.
35.-(1) Η Επιτροπή επιβάλλει τις συγκεκριμένες απαιτήσεις ρευστότητας που αναφέρονται στο άρθρο 32(2)(α) μόνο εφόσον, βάσει των ελέγχων που διενεργούνται σύμφωνα με τα άρθρα 29 και 30, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι μια ΚΕΠΕΥ, που δεν πληροί τις προϋποθέσεις του Άρθρου 12, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστεί ως μικρή και μη διασυνδεδεμένη ΚΕΠΕΥ ή που πληροί τις προϋποθέσεις του Άρθρου 12, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 αλλά δεν έχει απαλλαγεί από την απαίτηση ρευστότητας κατά το Άρθρο 43, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, βρίσκεται σε μία από τις ακόλουθες καταστάσεις:
(α) Η ΚΕΠΕΥ είναι εκτεθειμένη σε κίνδυνο ρευστότητας ή σε στοιχεία κινδύνου ρευστότητας που είναι σημαντικά και δεν καλύπτονται ή δεν καλύπτονται επαρκώς από την απαίτηση ρευστότητας που καθορίζεται στο Πέμπτο Μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033· και
(β) η ΚΕΠΕΥ δεν πληροί τις απαιτήσεις που καθορίζονται στα άρθρα 18 και 20 και η εφαρμογή άλλων διοικητικών μέτρων δεν είναι πιθανό να βελτιώσει επαρκώς, εντός κατάλληλου χρονικού πλαισίου, τις ρυθμίσεις, τις διαδικασίες, τους μηχανισμούς και τις στρατηγικές.
(2) Για τους σκοπούς της παραγράφου (α) του εδαφίου (1), ο κίνδυνος ρευστότητας ή τα στοιχεία κινδύνου ρευστότητας θεωρείται ότι δεν καλύπτονται ή δεν καλύπτονται επαρκώς από την απαίτηση ρευστότητας που καθορίζεται στο Πέμπτο Μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 μόνο όταν τα ποσά και τα είδη της ρευστότητας που θεωρούνται κατάλληλα από την Επιτροπή, μετά τον εποπτικό έλεγχο της εκτίμησης που διενεργούν οι ΚΕΠΕΥ σύμφωνα με το άρθρο 18(1), είναι υψηλότερα από την απαίτηση ρευστότητας της ΚΕΠΕΥ που καθορίζεται στο Πέμπτο Μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.
(3) Η Επιτροπή προσδιορίζει το επίπεδο της συγκεκριμένης ρευστότητας που απαιτείται βάσει του άρθρου 32(2)(ια) του παρόντος Νόμου ως τη διαφορά μεταξύ της ρευστότητας που θεωρείται κατάλληλη βάσει του εδαφίου (2) και της απαίτησης ρευστότητας που καθορίζεται στο Πέμπτο Μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.
(4) Η Επιτροπή απαιτεί από τις ΚΕΠΕΥ να πληρούν την ειδική απαίτηση ρευστότητας που αναφέρεται στο άρθρο 32(2)(ια) με ρευστά στοιχεία ενεργητικού κατά τα οριζόμενα στο Άρθρο 43 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.
(5) Η Επιτροπή τεκμηριώνει εγγράφως την απόφασή της να επιβάλει συγκεκριμένη απαίτηση ρευστότητας που αναφέρεται στο άρθρο 32(2)(ια), περιγράφοντας με σαφήνεια την πλήρη εκτίμηση των στοιχείων που αναφέρονται στα εδάφια (1) έως (3).
36. Η Επιτροπή κοινοποιεί στην αρχή εξυγίανσης οποιαδήποτε απαίτηση πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων που επιβάλλεται βάσει του άρθρου 32(2)(α) του παρόντος Νόμου για ΚΕΠΕΥ που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου και σχετικά με κάθε προσδοκία για προσαρμογή, όπως αναφέρεται στο άρθρο 34(2), σε σχέση με την εν λόγω ΚΕΠΕΥ.
37. Η Επιτροπή δύναται με οδηγία της να απαιτεί-
(α) από τις ΚΕΠΕΥ που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του Άρθρου 12, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστούν ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες ΚΕΠΕΥ και από τις ΚΕΠΕΥ που αναφέρονται στο Άρθρο 46, παράγραφος 2, του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, να δημοσιεύουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στο Άρθρο 46 του εν λόγω Κανονισμού συχνότερα από μία φορά ετησίως και να θέτει προθεσμίες για τη δημοσίευση αυτή·
(β) από τις ΚΕΠΕΥ, που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του Άρθρου 12, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστούν ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες ΚΕΠΕΥ και τις ΚΕΠΕΥ που αναφέρονται στο Άρθρο 46, παράγραφος 2, του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, να χρησιμοποιούν ειδικά μέσα και τοποθεσίες, ιδίως τους δικτυακούς τόπους των ΚΕΠΕΥ, για δημοσιεύσεις εκτός των οικονομικών καταστάσεων· και
(γ) από τις μητρικές επιχειρήσεις να δημοσιεύουν σε ετήσια βάση, είτε ως πλήρες κείμενο ή με αναφορές σε αντίστοιχα στοιχεία, μια περιγραφή της νομικής δομής και διακυβέρνησης και της οργανωτικής δομής του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων, σύμφωνα με το άρθρο 20(1) και το άρθρο 11 του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου.
38. Η Επιτροπή ενημερώνει την ΕΑΤ σχετικά με-
(α) τη διαδικασία ελέγχου και αξιολόγησης σύμφωνα με το άρθρο 29 του παρόντος Νόμου·
(β) τη μεθοδολογία που ακολουθεί για τη λήψη των αποφάσεων που αναφέρονται στα άρθρα 32, 33 και 34· και
(γ) το επίπεδο των διοικητικών κυρώσεων σύμφωνα με το άρθρο 50.