Κεφάλαιο 3-Εποπτεία του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων
Τμήμα Α-Εποπτεία του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων σε ενοποιημένη βάση και εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου
Καθορισμός της αρχής εποπτείας του ομίλου

39.-(1) Όταν επικεφαλής του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων είναι μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ή η εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου ασκείται από την Επιτροπή αν αυτή αποτελεί την αρμόδια αρχή της εν λόγω μητρικής επιχείρησης επενδύσεων εγκατεστημένης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

(2) Όταν η μητρική επιχείρηση μιας ΚΕΠΕΥ είναι μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ή η εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου ασκείται από την Επιτροπή.

(3) Στην περίπτωση κατά την οποία δύο ή περισσότερες επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, έχουν την ίδια μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή την ίδια μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ή η εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου ασκείται από την Επιτροπή εφόσον τουλάχιστον μία εκ των επιχειρήσεων επενδύσεων έχει λάβει άδεια λειτουργίας στη Δημοκρατία και εφόσον η επενδυτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών είναι εγκατεστημένη στη Δημοκρατία.

(4) Όταν πρόκειται για μητρικές επιχειρήσεις δύο ή περισσότερων επιχειρήσεων επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στη Δημοκρατία και σε τουλάχιστον ένα άλλο κράτος μέλος, οι οποίες περιλαμβάνουν περισσότερες της μίας επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών ή μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών με κεντρικά γραφεία σε διαφορετικά κράτη μέλη, και εφόσον υπάρχει επιχείρηση επενδύσεων τόσο στη Δημοκρατία όσο και σε έκαστο από τα άλλα κράτη μέλη, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ή η εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου ασκείται από την Επιτροπή, αν αυτή αποτελεί την αρμόδια αρχή της επιχείρησης επενδύσεων με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού.

(5) Όταν πρόκειται για δύο ή περισσότερες επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και έχουν ως μητρική επιχείρηση την ίδια επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και όταν καμία από τις εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων δεν έχει άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος στο οποίο συστάθηκε η επενδυτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ή η εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου ασκείται από την Επιτροπή, αν αυτή αποτελεί την αρμόδια αρχή της επιχείρησης επενδύσεων με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού.

(6) Η Επιτροπή, δύναται, κοινή συναινέσει με τις άλλες αρμόδιες αρχές, να παρεκκλίνει από τα κριτήρια που αναφέρονται στο Άρθρο 46(3), (4) και (5) της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034 σε περίπτωση που η εφαρμογή τους δεν ενδείκνυται για την αποτελεσματική εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ή εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου, λαμβάνοντας υπόψη τις συγκεκριμένες επιχειρήσεις επενδύσεων και τη σπουδαιότητα των δραστηριοτήτων τους στη Δημοκρατία και στα λοιπά οικεία κράτη μέλη, και να αναθέσει σε διαφορετική αρμόδια αρχή την άσκηση εποπτείας σε ενοποιημένη βάση ή εποπτείας της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου.

(7) Στις περιπτώσεις του εδαφίου (6), προτού λάβει οποιαδήποτε τέτοια απόφαση, η Επιτροπή και οι άλλες αρμόδιες αρχές παρέχουν στη μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατε-στημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή στη μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή στην επιχείρηση επενδύσεων με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού, κατά περίπτωση, τη δυνατότητα να εκφέρει γνώμη σχετικά με την εν λόγω σκοπούμενη απόφαση.

(8) Η Επιτροπή και οι άλλες αρμόδιες αρχές κοινοποιούν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την ΕΑΤ κάθε απόφαση που αναφέρεται στο εδάφιο (6).

Απαιτούμενες πληροφορίες σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης

40. Όταν προκύπτει κατάσταση έκτακτης ανάγκης, συμπεριλαμβανομένης της κατάστασης που περιγράφεται στο Άρθρο 18 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 ή της κατάστασης των αρνητικών εξελίξεων σε χρηματοοικονομικές αγορές, η οποία ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο τη ρευστότητα της αγοράς και τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος σε οποιοδήποτε από τα κράτη μέλη όπου οντότητες του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων έχουν λάβει άδεια λειτουργίας, η Επιτροπή, όταν αποτελεί την αρχή εποπτείας του ομίλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39, ειδοποιεί, σύμφωνα το άρθρο 15, το συντομότερο δυνατό, την ΕΑΤ, το ΕΣΣΚ και οποιαδήποτε σχετική αρμόδια αρχή και διαβιβάζει όλες τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την εκτέλεση των εργασιών τους.

Σώματα εποπτών

41.-(1) Όταν η Επιτροπή αποτελεί την αρχή εποπτείας του ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 39 δύναται, εφόσον ενδείκνυται, να συστήνει σώματα εποπτών, ώστε να διευκολύνεται η άσκηση των καθηκόντων του παρόντος άρθρου και να εξασφαλίζονται ο συντονισμός και η συνεργασία με τις αρμόδιες εποπτικές αρχές τρίτων χωρών, ιδίως όταν αυτό απαιτείται για τους σκοπούς της εφαρμογής του Άρθρου 23, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γ), και του Άρθρου 23, παράγραφος 2, του Κανονισμού (EΕ) 2019/2033 για την ανταλλαγή και την ενημέρωση των συναφών πληροφοριών σχετικά με το μοντέλο περιθωρίου με τις εποπτικές αρχές των αναγνωρισμένων κεντρικών αντισυμβαλλομένων.

(2) Τα σώματα εποπτών παρέχουν ένα πλαίσιο για την Επιτροπή, όταν αυτή αποτελεί την αρχή εποπτείας του ομίλου, την ΕΑΤ και τις άλλες αρμόδιες αρχές, για την εκτέλεση των κάτωθι εργασιών:

(α) Τις εργασίες που αναφέρονται στο άρθρο 40·

(β) τον συντονισμό των αιτημάτων παροχής πληροφοριών, όταν αυτό απαιτείται για τη διευκόλυνση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση, σύμφωνα με το Άρθρο 7 του Κανονισμού (EΕ) 2019/2033·

(γ) τον συντονισμό των αιτημάτων παροχής πληροφοριών, όταν η Επιτροπή και οι διάφορες άλλες αρμόδιες αρχές επιχειρήσεων επενδύσεων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο πρέπει να ζητούν είτε από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του εκκαθαριστικού μέλους είτε από την αρμόδια αρχή του αναγνωρισμένου κεντρικού αντισυμβαλλόμενου, πληροφορίες σχετικά με το μοντέλο περιθωρίου και τις παραμέτρους που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της απαίτησης περιθωρίου ασφαλείας των σχετικών επιχειρήσεων επενδύσεων·

(δ) την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της Επιτροπής και όλων των άλλων αρμόδιων αρχών και με την ΕΑΤ, σύμφωνα με το Άρθρο 21 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, καθώς και με την ΕΑΚΑΑ, σύμφωνα με το Άρθρο 21 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010·

(ε) την επίτευξη συμφωνίας σχετικά με την εκούσια ανάθεση εργασιών και αρμοδιοτήτων μεταξύ της Επιτροπής και των άλλων αρμόδιων αρχών, κατά περίπτωση· και

(στ) την αύξηση της αποτελεσματικότητας της εποπτείας, με σκοπό την αποφυγή της περιττής επικάλυψης των εποπτικών απαιτήσεων.

(3) Κατά περίπτωση, η Επιτροπή, ως αρχή εποπτείας του ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 39, δύναται επίσης να συστήνει σώματα εποπτών όταν βρίσκονται σε τρίτη χώρα οι θυγατρικές ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων με επικεφαλής επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

(4) Οι ακόλουθες αρχές κατέχουν θέση μέλους στο σώμα εποπτών:

(α) Οι αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία θυγατρικών ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων με επικεφαλής επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση· και

(β) εφόσον συντρέχει λόγος, εποπτικές αρχές τρίτης χώρας, υπό την επιφύλαξη απαιτήσεων εμπιστευτικότητας που, κατά τη γνώμη όλων των αρμόδιων αρχών, είναι ισοδύναμες με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο Τμήμα Β του Κεφαλαίου 1 του Μέρους IV του παρόντος Νόμου.

(5) Η Επιτροπή, ως αρχή εποπτείας του ομίλου, που προσδιορίζεται δυνάμει του άρθρου 39, προεδρεύει στις συνεδριάσεις του σώματος εποπτών και εκδίδει αποφάσεις.

(6) Η Επιτροπή, ως αρμόδια αρχή εποπτείας του ομίλου ενημερώνει εκ των προτέρων και πλήρως όλα τα μέλη του σώματος εποπτών σχετικά με τη διοργάνωση αυτών των συνεδριάσεων, τα κύρια θέματα προς συζήτηση και τις δραστηριότητες προς εξέταση καθώς επίσης ενημερώνει εγκαίρως και πλήρως όλα τα μέλη του σώματος εποπτών σχετικά με τις αποφάσεις που λαμβάνονται σε αυτές τις συνεδριάσεις ή τα μέτρα που εφαρμόζονται.

(7) Κατά τη λήψη αποφάσεων, η Επιτροπή, ως αρχή εποπτείας του ομίλου, λαμβάνει υπόψη τη σημασία της εποπτικής δραστηριότητας που προγραμματίζεται ή συντονίζεται από τις αρχές που αναφέρονται στο εδάφιο (4).

(8) Η σύσταση και η λειτουργία των σωμάτων εποπτών επισημοποιούνται με γραπτές ρυθμίσεις.

(9) Σε περίπτωση διαφωνίας με απόφαση που λαμβάνει η αρχή εποπτείας του ομίλου σχετικά με τη λειτουργία των σωμάτων εποπτών, οποιαδήποτε από τις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΤ και να ζητήσει τη συνδρομή της ΕΑΤ, σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Απαιτήσεις συνεργασίας

42.-(1) Η Επιτροπή, ως αρχή εποπτείας του ομίλου, και οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 41(4), ανταλλάσσουν τις σχετικές πληροφορίες που απαιτούνται, μεταξύ άλλων τα εξής:

(α) Τον προσδιορισμό της νομικής δομής και της δομής διακυβέρνησης του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων, περιλαμβανομένης της οργανωτικής δομής του, που καλύπτουν όλες τις ρυθμιζόμενες και μη ρυθμιζόμενες οντότητες, τις μη ρυθμιζόμενες θυγατρικές και τις μητρικές επιχειρήσεις, καθώς και των αρμόδιων αρχών των ρυθμιζόμενων οντοτήτων του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων∙

(β) τις διαδικασίες συλλογής πληροφοριών από τις επιχειρήσεις επενδύσεων ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων, και τις διαδικασίες εξακρίβωσης αυτών των πληροφοριών∙

(γ) οποιεσδήποτε αρνητικές εξελίξεις σε επιχειρήσεις επενδύσεων ή άλλες οντότητες ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων που δύνανται να επηρεάσουν σοβαρά τις εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων∙

(δ) οποιεσδήποτε σημαντικές κυρώσεις και έκτακτα μέτρα που έλαβαν οι αρμόδιες αρχές σύμφωνα με τις νομοθεσίες των οποίων κρατών μελών οι οποίες ενσωματώνουν την Οδηγία (ΕΕ) 2019/2134, περιλαμβανομένου του παρόντος Νόμου∙ και

(ε) την επιβολή ειδικής απαίτησης ιδίων κεφαλαίων σύμφωνα με το Άρθρο 39 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034∙

(2) H Επιτροπή, ως αρχή εποπτείας του ομίλου και οι άλλες αρμόδιες αρχές μπορούν να απευθύνονται στην ΕΑΤ, σύμφωνα με το Άρθρο 19, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, όταν δεν έχουν διαβιβαστεί οι σχετικές πληροφορίες βάσει του εδαφίου (1) χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή όταν ένα αίτημα συνεργασίας, ιδίως για την ανταλλαγή σχετικών πληροφοριών, έχει απορριφθεί ή δεν έχει απαντηθεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.

(3) Η Επιτροπή, προτού λάβει απόφαση η οποία μπορεί να είναι σημαντική για τα εποπτικά καθήκοντα άλλων αρμόδιων αρχών, διαβουλεύονται μεταξύ τους όσον αφορά τα ακόλουθα:

(α) Μεταβολές στη μετοχική, οργανωτική ή διαχειριστική διάρθρωση των επιχειρήσεων επενδύσεων ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων, που απαιτούν την έγκριση ή την άδεια των αρμόδιων αρχών·

(β) σημαντικές κυρώσεις που επιβάλλουν οι αρμόδιες αρχές στις επιχειρήσεις επενδύσεων ή οποιαδήποτε άλλα έκτακτα μέτρα που λαμβάνουν οι εν λόγω αρχές· και

(γ) ειδικές απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που επιβάλλονται σύμφωνα με το Άρθρο 39 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034.

(4) Όταν πρόκειται να επιβληθούν σημαντικές κυρώσεις ή να ληφθούν άλλα έκτακτα μέτρα κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο (β) του εδαφίου (3), η Επιτροπή ζητεί τη γνώμη της αρχής εποπτείας του ομίλου.

(5) Ανεξάρτητα από το εδάφιο (3), η Επιτροπή δεν υποχρεούται να διαβουλευθεί με άλλες αρμόδιες αρχές, σε επείγουσες περιπτώσεις ή σε περιπτώσεις που μια τέτοια διαβούλευση θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα της απόφασής της και στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή ενημερώνει, αμελλητί, τις άλλες ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές σχετικά με την εν λόγω απόφαση περί μη διαβούλευσης.

Εξακρίβωση πληροφοριών σχετικά με οντότητες εγκατεστημένες σε κράτη μέλη

43.-(1) Όταν η Επιτροπή χρειάζεται να εξακριβώσει πληροφορίες σχετικά με ΕΠΕΥ, επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών, μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών, χρηματοδοτικά ιδρύματα, επιχειρήσεις παροχής επικουρικών υπηρεσιών, μικτές εταιρείες συμμετοχών ή θυγατρικές που είναι εγκατεστημένες σε άλλο κράτος μέλος, συμπεριλαμβανομένων θυγατρικών που είναι ασφαλιστικές εταιρείες και υποβάλλει αίτημα προς τούτο, η εξακρίβωση αυτή πραγματοποιείται από την αρμόδια αρχή του άλλου κράτους μέλους, σύμφωνα με το Άρθρο 50(2)(α), (β) και (γ) της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034.

(2) Για τους σκοπούς του Άρθρου 50(2)(α) και (γ) της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034, η Επιτροπή που υπέβαλε το αίτημα επιτρέπεται να συμμετέχει στην εξακρίβωση.

(3) Όταν η αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους χρειάζεται να εξακριβώσει πληροφορίες σχετικά με ΚΕΠΕΥ, επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών, μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών, χρηματοδοτικά ιδρύματα, επιχειρήσεις παροχής επικουρικών υπηρεσιών, μικτές εταιρείες συμμετοχών ή θυγατρικές που είναι εγκατεστημένες στη Δημοκρατία, συμπερι-λαμβανομένων θυγατρικών που είναι ασφαλιστικές εταιρείες και υποβάλλει αίτημα προς τούτο, η εξακρίβωση αυτή πραγματοποιείται από την Επιτροπή, σύμφωνα με το εδάφιο (4).

(4) Όταν η Επιτροπή λαμβάνει αίτημα σύμφωνα με το εδάφιο (3), προβαίνει σε οποιοδήποτε από τα εξής:

(α) Διενεργεί η ίδια την εξακρίβωση, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της·

(β) επιτρέπει στην αρμόδια αρχή που υπέβαλε το αίτημα να διενεργήσει εκείνη την εξακρίβωση·

(γ) ζητεί από ελεγκτή ή εμπειρογνώμονα να διενεργήσει την εξακρίβωση αμερόληπτα και να γνωστοποιήσει τα αποτελέσματα ταχέως.

(5) Η αρμόδια αρχή που υπέβαλε αίτημα σύμφωνα με το εδάφιο (3) επιτρέπεται να συμμετέχει στην εξακρίβωση.

Τμήμα Β-Επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών, μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών και μικτές εταιρείες συμμετοχών
Ένταξη εταιρειών συμμετοχών στην εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου

44. Οι επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών και οι μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών υπάγονται στην εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου.

Επάρκεια διευθυντικών στελεχών

45. Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου μιας επενδυτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών έχουν τα απαιτούμενα εχέγγυα ήθους και την αναγκαία γνώση, ικανότητες και πείρα, για την αποτελεσματική άσκηση των καθηκόντων τους, λαμβανομένου υπόψη του ειδικού ρόλου μιας επενδυτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών.

Μικτές εταιρείες συμμετοχών

46.-(1) Όταν μητρική επιχείρηση μιας ΚΕΠΕΥ είναι μικτή εταιρεία συμμετοχών, η Επιτροπή, ως υπεύθυνη για την εποπτεία της ΚΕΠΕΥ, δύναται-

(α) να απαιτεί από τη μικτή εταιρεία συμμετοχών την ανακοίνωση κάθε χρήσιμης πληροφορίας για την εποπτεία της εν λόγω ΚΕΠΕΥ· και

(β) να ασκεί εποπτεία στις συναλλαγές που πραγματοποιούνται μεταξύ της ΚΕΠΕΥ και της μικτής εταιρείας συμμετοχών και των θυγατρικών της τελευταίας και να απαιτεί από την ΚΕΠΕΥ να διαθέτει κατάλληλες διαδικασίες για τη διαχείριση των κινδύνων και μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, συμπεριλαμβανόμενων των ορθών διαδικασιών υποβολής στοιχείων και λογιστικής, για τον εντοπισμό, τη μέτρηση, την παρακολούθηση και τον έλεγχο αυτών των συναλλαγών·

(2) Η Επιτροπή δύναται να προβαίνει η ίδια ή να αναθέτει σε εξωτερικούς ελεγκτές την επιτόπια επιθεώρηση για την εξακρίβωση των πληροφοριών που απέστειλαν οι μικτές εταιρείες συμμετοχών και οι θυγατρικές τους.

(3) Το Μέρος VI του παρόντος Νόμου εφαρμόζεται κατ’ αναλογία επί επενδυτικών εταιρειών συμμετοχών, μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών, μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών ή/και μικτών εταιρειών συμμετοχών ή/και επί των υπεύθυνων διευθυντικών στελεχών αυτών των οντοτήτων.

Κυρώσεις

47. Το Μέρος VI του παρόντος Νόμου εφαρμόζεται κατ’ αναλογία επί επενδυτικών εταιρειών συμμετοχών, μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών ή/και μικτών εταιρειών συμμετοχών ή/και επί των υπεύθυνων διευθυντικών στελεχών αυτών των οντοτήτων. Σύμφωνα με τα άρθρα 50 έως 55, η Επιτροπή διασφαλίζει ότι οι διοικητικές κυρώσεις ή άλλα διοικητικά μέτρα που στοχεύουν στην παύση ή στον περιορισμό παραβάσεων των διατάξεων των άρθρων 39 έως 48 ή στην αντιμετώπιση των αιτίων τέτοιων παραβάσεων, δύνανται να επιβληθούν, σε επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών, μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών ή/και μικτές εταιρείες συμμετοχών, ή/και στα υπεύθυνα διευθυντικά στελέχη τους.

Εκτίμηση της εποπτείας τρίτης χώρας και άλλες εποπτικές τεχνικές

48.-(1) Όταν δύο ή περισσότερες ΚΕΠΕΥ που είναι θυγατρικές της ίδιας μητρικής επιχείρησης, η οποία εδρεύει σε τρίτη χώρα, δεν υπόκεινται σε αποτελεσματική εποπτεία σε επίπεδο ομίλου, η Επιτροπή εκτιμά κατά πόσον οι ΚΕΠΕΥ υπόκεινται σε εποπτεία από εποπτική αρχή της τρίτης χώρας, ισοδύναμη προς την εποπτεία που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο και στο Πρώτο Μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

(2) Όταν από την εκτίμηση του εδαφίου (1) προκύπτει ότι δεν υφίσταται ισοδύναμη εποπτεία, η Επιτροπή επιτρέπει τη διενέργεια των κατάλληλων εποπτικών τεχνικών που επιτυγχάνουν τους εποπτικούς στόχους σύμφωνα με το Άρθρο 7 ή 8 του Κανονισμού (EΕ) 2019/2033.

(3) Οι εποπτικές τεχνικές του εδαφίου (2) συμφωνούνται από την Επιτροπή, ως αρχή εποπτείας του ομίλου, σε περίπτωση που η μητρική επιχείρηση ήταν εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έπειτα από διαβούλευση με τις άλλες ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές.

(4) Οποιαδήποτε μέτρα λαμβάνονται από την Επιτροπή σύμφωνα με τα εδάφια (2) και (3) κοινοποιούνται στις άλλες ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές, την ΕΑΤ και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

(5) Η Επιτροπή, ως αρχή εποπτείας του ομίλου, σε περίπτωση που η μητρική επιχείρηση ήταν εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δύναται ιδίως να απαιτεί τη σύσταση επενδυτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών στην Ευρωπαϊκή Ένωση και να εφαρμόζει το Άρθρο 7 ή 8 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 στην εν λόγω επενδυτική εταιρεία συμμετοχών ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών.