ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β - ΚΟΙΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Πρόσβαση στα συστήματα πληρωμών

35.-(1) Οι κανόνες που διέπουν την πρόσβαση σε συστήματα πληρωμών των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ή έχουν καταχωρισθεί στο μητρώο και οι οποίοι είναι νομικά πρόσωπα πρέπει να είναι αντικειμενικοί, αμερόληπτοι και αναλογικοί και να μην κωλύουν, πέραν του αναγκαίου, την πρόσβαση για τη διασφάλιση, έναντι ορισμένων κινδύνων, όπως ο κίνδυνος διακανονισμού, ο λειτουργικός κίνδυνος και ο επιχειρηματικός κίνδυνος, και την προστασία της χρηματοοικονομικής και λειτουργικής σταθερότητας του συστήματος πληρωμών.

(2) Τα συστήματα πληρωμών δεν επιβάλλουν στους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών, στους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών ή σε άλλα συστήματα πληρωμών οποιαδήποτε από τις ακόλουθες απαιτήσεις:

(α) Περιοριστικούς κανόνες για την ουσιαστική συμμετοχή σε άλλο ή άλλα συστήματα πληρωμών∙

(β) κανόνες που θεσπίζουν διακρίσεις μεταξύ των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ή μεταξύ των καταχωρισμένων παρόχων υπηρεσιών πληρωμών όσον αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, καθώς και τα παρεχόμενα πλεονεκτήματα∙

(γ)περιορισμούς βάσει του νομικού καθεστώτος.

(3) Τα εδάφια (1) και (2) δεν εφαρμόζονται-

(α) σε κηρυχθέν σύστημα πληρωμών, κατά την έννοια του περί Αμετάκλητου του Διακανονισμού στα Συστήματα Πληρωμών και στα Συστήματα Διακανονισμού Αξιογράφων Νόμου∙

(β) στα συστήματα πληρωμών που συνίστανται αποκλειστικά από παρόχους υπηρεσιών πληρωμών που ανήκουν σε όμιλο.

(4) Για τους σκοπούς της παραγράφου (α) του εδαφίου (3), σε περίπτωση κατά την οποία συμμετέχων σε καθορισμένο σύστημα επιτρέπει σε αδειοδοτημένο ή καταχωρισμένο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών που δεν συμμετέχει στο σύστημα να διαβιβάσει εντολές μέσω του συστήματος, ο εν λόγω συμμετέχων παρέχει την ίδια ευκαιρία, όταν ζητηθεί, με αντικειμενικό, αναλογικό και αμερόληπτο τρόπο σε άλλους αδειοδοτημένους ή καταχωρισμένους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών, σύμφωνα με το εδάφιο (1).

(5) Ο συμμετέχων παρέχει στον αιτούντα πάροχο υπηρεσιών πληρωμών πλήρη αιτιολόγηση σε περίπτωση απόρριψης.

Πρόσβαση σε λογαριασμούς που τηρούνται σε πιστωτικό ίδρυμα

36.-(1) Τα ιδρύματα πληρωμών έχουν πρόσβαση στις υπηρεσίες λογαριασμών πληρωμών των πιστωτικών ιδρυμάτων σε αντικειμενική, αμερόληπτη και αναλογική βάση, η οποία πρέπει να είναι αρκούντως ικανοποιητική, ώστε τα ιδρύματα πληρωμών να είναι σε θέση να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών με απρόσκοπτο και αποτελεσματικό τρόπο.

(2) Το πιστωτικό ίδρυμα αιτιολογεί δεόντως στην Κεντρική Τράπεζα κάθε απόρριψη.

Απαγόρευση σε πρόσωπα πλην των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών και υποχρέωση γνωστοποίησης

37.-(1) Απαγορεύεται σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα που δεν είναι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών, ούτε αποκλείονται ρητά από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος Νόμου να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών.

(2) Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών που ασκούν οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες που προβλέπονται στο άρθρο 3(3)(ια)(i) και (ii) και/ή αμφότερες τις δύο δραστηριότητες, για τις οποίες η συνολική αξία των πράξεων πληρωμής των προηγούμενων δώδεκα (12) μηνών υπερβαίνει το ποσό του ενός εκατομμυρίου ευρώ (€1.000.000), οφείλουν να απευθύνουν γνωστοποίηση προς την Κεντρική Τράπεζα με περιγραφή των προσφερόμενων υπηρεσιών, η οποία να προσδιορίζει την εξαίρεση δυνάμει του άρθρου 3(3)(ια)(i) και (ii) που θεωρούν ότι ισχύει για την ασκούμενη δραστηριότητα.

(3) Η Κεντρική Τράπεζα, στη βάση της γνωστοποίησης που προβλέπεται στο εδάφιο (2), λαμβάνει αιτιολογημένη απόφαση με βάση τα κριτήρια που αναφέρονται στο άρθρο 3(3)(ια), όταν η δραστηριότητα αυτή δεν αναγνωρίζεται ως περιορισμένο δίκτυο, και ενημερώνει τον πάροχο των υπηρεσιών αναλόγως.

(4) Οι πάροχοι υπηρεσιών που ασκούν δραστηριότητα αναφερόμενη στο άρθρο 3(3)(ιβ), οφείλουν να απευθύνουν γνωστοποίηση προς την Κεντρική Τράπεζα και να υποβάλλουν σε αυτήν ετήσια έκθεση ελέγχου που να πιστοποιεί ότι η δραστηριότητα είναι σύμφωνη με τα όρια που προβλέπονται στο άρθρο 3(3)(ιβ).

(5) Ανεξάρτητα από το εδάφιο (1), η Κεντρική Τράπεζα ενημερώνει την ΕΑΤ για τις υπηρεσίες που γνωστοποιούνται βάσει των εδαφίων (2) και (4), αναφέροντας την εξαίρεση που ισχύει για την εκτελούμενη δραστηριότητα.

(6) Η περιγραφή της δραστηριότητας που γνωστοποιείται βάσει των εδαφίων (2), (3) και (4) δημοσιοποιείται στο μητρώο που προβλέπεται στο άρθρο 14.