Προοίμιο

ΕΠΕΙΔΗ η Κυπριακή Υπηρεσία Πληροφοριών της Δημοκρατίας αποτελεί το κύριο όργανο για την ενημέρωση του Προέδρου της Δημοκρατίας για θέματα που άπτονται εξωτερικών και εσωτερικών κινδύνων που αφορούν στην κρατική ασφάλεια και στην κρατική κυριαρχία, καθώς και σε θέματα όπως η τρομοκρατία, η λαθρομετανάστευση και το οργανωμένο έγκλημα, και

ΕΠΕΙΔΗ επιβάλλεται όπως διασφαλιστεί ότι η Κυπριακή Υπηρεσία Πληροφοριών λειτουργεί αποκλειστικά προς εξυπηρέτηση των εθνικών και κρατικών συμφερόντων, στα πλαίσια της λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος, του κράτους δικαίου και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ως αυτά κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα και στο εκάστοτε σε ισχύ στη Δημοκρατία δίκαιο, και

ΕΠΕΙΔΗ η αποτελεσματική και εύρυθμη λειτουργία της ΚΥΠ στα ανωτέρω πλαίσια μπορεί να διασφαλιστεί μόνο μέσα από τη νομοθετική ρύθμιση της θέσπισης, οργάνωσης και λειτουργίας της,

Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:

Συνοπτικός τίτλος

1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί της Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΚΥΠ) Νόμος του 2016.

Ερμηνεία

2. Στον παρόντα Νόμο, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια-

«Ανώτατο Συμβούλιο» σημαίνει το Συμβούλιο που καθιδρύεται δυνάμει του άρθρου 17 του παρόντος Νόμου∙

«αρχές τοπικής διοίκησης» έχει την έννοια που αποδίδουν στον όρο αυτό ο περί Δήμων Νόμος του 1985 και ο περί Κοινοτήτων Νόμος του 1999, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται∙

«Γενικό Επιτελείο Εθνικής Φρουράς» ή «ΓΕΕΦ» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 2 του περί Εθνικής Φρουράς Νόμου του 2011, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙

«δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» ή «δεδομένα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 2 του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου του 2001, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙

«διαβαθμισμένα έγγραφα» σημαίνει έγγραφα που περιέχουν διαβαθμισμένες πληροφορίες ή και διαβαθμισμένες πληροφορίες ΕΕ∙

«διαβαθμισμένη πληροφορία» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 2 του περί Κανονισμών Ασφαλείας Διαβαθμισμένων Πληροφοριών, Εγγράφων και Υλικού και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2002, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«διαβαθμισμένη πληροφορία ΕΕ» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 2 του περί Κανονισμών Ασφαλείας Διαβαθμισμένων Πληροφοριών, Εγγράφων και Υλικού και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2002, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«δημόσια υπηρεσία» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 2 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου του 1990, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«Διοικητής» σημαίνει το πρόσωπο που προΐσταται της ΚΥΠ, τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητες του οποίου καθορίζονται στο άρθρο 8 του παρόντος Νόμου∙

«έγγραφο» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 2 του περί Κανονισμών Ασφαλείας Διαβαθμισμένων Πληροφοριών, Εγγράφων και Υλικού και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2002, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται και το άρθρο 2 του περί Απόδειξης Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«επεξεργασία» ή «επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 2 του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου του 2001, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙

«θέση» σημαίνει οργανική θέση στην ΚΥΠ, που περιλαμβάνεται στον προϋπολογισμό της ΚΥΠ∙

«κράτος μέλος» σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης∙

«Κυπριακή Υπηρεσία Πληροφοριών» ή «ΚΥΠ» σημαίνει την με τον παρόντα Νόμο θεσπιζόμενη Κυπριακή Υπηρεσία Πληροφοριών∙

«μέλος της αστυνομίας» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 2 του περί Αστυνομίας Νόμου του 2004, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙

«μέλος του προσωπικού της ΚΥΠ» σημαίνει φυσικό πρόσωπο που στελεχώνει την ΚΥΠ, το οποίο ανήκει σε οποιαδήποτε από τις κατηγορίες που προβλέπονται στο άρθρο 13 του παρόντος Νόμου∙

«μέλος του στρατού» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 2 του περί Στρατού της Δημοκρατίας Νόμου του 1990, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙

«νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 2 του περί Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ψήφιση Προυπολογισμών) Νόμου του 1987, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙

«τρίτη χώρα» σημαίνει οποιοδήποτε κράτος που δεν είναι κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης∙

«τρομοκρατία» σημαίνει πράξεις που συνιστούν αδικήματα τρομοκρατίας, όπως αυτά καθορίζονται στο άρθρο 5 του περί Kαταπολέμησης της Tρομοκρατίας Νόμου του 2010, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙

«Υποδιοικητής» σημαίνει φυσικό πρόσωπο που διορίζεται στην ΚΥΠ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 του παρόντος Νόμου.

Θέσπιση ΚΥΠ

3. Θεσπίζεται ανεξάρτητη αρχή που θα καλείται «Κυπριακή Υπηρεσία Πληροφοριών» (στο εξής «ΚΥΠ»).

Αποστολή της ΚΥΠ

4. Η ΚΥΠ έχει ως αποστολή, μέσα στα πλαίσια του σεβασμού των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του Συντάγματος και των νόμων, την αναζήτηση, συλλογή, αξιολόγηση, ανάλυση, επεξεργασία και γνωστοποίηση, στις κατά περίπτωση αρμόδιες αρχές, των πληροφοριών που αφορούν –

(α) Την προστασία και την προώθηση των εθνικών και κρατικών συμφερόντων της Δημοκρατίας∙

(β) την πρόληψη και τον χειρισμό δραστηριοτήτων που συνιστούν απειλή κατά της ασφάλειας και της κυριαρχίας της Δημοκρατίας∙ και

(γ) την πρόληψη και την αντιμετώπιση δραστηριοτήτων τρομοκρατικών οργανώσεων και άλλων ομάδων οργανωμένου εγκλήματος.

Αρμοδιότητες της ΚΥΠ

5.-(1) Για την εκπλήρωση της αποστολής της, η ΚΥΠ-

(α) Αναζητεί, συλλέγει, εκτιμά, επεξεργάζεται και παρέχει δεδομένα, πληροφορίες και στοιχεία, και υποβάλλει προτάσεις στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για την πρόληψη ή την αποτροπή απειλής που σχετίζεται με τα όσα αναφέρονται στο άρθρο 4 του παρόντος Νόμου∙

(β) μεριμνά για την πρόληψη και την αντιμετώπιση τρομοκρατικών δραστηριοτήτων∙

(γ) μεριμνά για την πρόληψη και την αντιμετώπιση της κατασκοπευτικής δραστηριότητας σε βάρος της Δημοκρατίας∙

(δ) συντονίζει, στο πλαίσιο των αποφάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου, τη δράση των υπηρεσιών πληροφοριών και ασφάλειας της Δημοκρατίας στον τομέα της συλλογής και διάθεσης πληροφοριών, που έχουν σχέση με το αντικείμενο της αποστολής της∙

(ε) παρέχει στα αρμόδια συλλογικά όργανα του κράτους, για την αντιμετώπιση κρίσεων, την αναγκαία πληροφοριακή συνδρομή για την επιτέλεση της αποστολής τους∙

(στ) παρέχει στους αρμόδιους φορείς του ΓΕΕΦ την εντός των ορίων της αρμοδιότητάς της, πληροφοριακή υποστήριξη, που είναι αναγκαία για την επιχειρησιακή σχεδίαση του ΓΕΕΦ∙

(ζ) συνεργάζεται, με τις αντίστοιχες με αυτή υπηρεσίες άλλων κρατών μελών ή τρίτων χωρών ή διεθνών οργανισμών, για την αποτελεσματικότερη εκπλήρωση της αποστολής της∙ και

(η) συντάσσει, με βάση τις πληροφορίες που διαθέτει, πληροφοριακά δελτία, μελέτες και εκθέσεις, τις οποίες διαβιβάζει, στις κατά περίπτωση, αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας.

(2) Κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της ΚΥΠ, το προσωπικό της υποχρεούται, κατά τη συλλογή και επεξεργασία πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα, να τηρεί τις διατάξεις του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου του 2001, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.

Τριμελής Επιτροπή

6.-(1) Η νομιμότητα των ειδικών επιχειρησιακών δράσεων της ΚΥΠ, που αφορά θέματα θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αξιολογείται από Τριμελή Επιτροπή που διορίζει το Υπουργικό Συμβούλιο μετά από εισήγηση του Προέδρου της Δημοκρατίας:

Νοείται ότι η αξιολόγηση αυτή δεν αποτελεί εκ των προτέρων έγκριση των δράσεων της ΚΥΠ ή μέσο παράκαμψης των νόμιμων συνταγματικών διαδικασιών αλλά σκοπός της αξιολόγησης είναι η βελτίωση της άσκησης των αρμοδιοτήτων της ΚΥΠ.

(2) Την Τριμελή Επιτροπή αποτελούν ένα (1) νομομαθές πρόσωπο εγνωσμένου κύρους και ανώτατου επαγγελματικού και ηθικού επιπέδου, ως επικεφαλής, και δύο (2) πρόσωπα εγνωσμένου κύρους και ανώτατου ηθικού επιπέδου.

(3) Ο τρόπος λειτουργίας της Τριμελούς Επιτροπής διέπεται από εσωτερικούς κανόνες που ετοιμάζει η ίδια η Τριμελής Επιτροπή σε συνεργασία με τον Διοικητή και τους Υποδιοικητές.

Διορισμός, παύση και αντιμισθία Διοικητή και Υποδιοικητών

7.-(1) Το Υπουργικό Συμβούλιο, μετά από εισήγηση του Προέδρου της Δημοκρατίας, διορίζει έναν (1) πολίτη της Δημοκρατίας ως Διοικητή της ΚΥΠ και δύο (2) πολίτες της Δημοκρατίας ως Υποδιοικητές της ΚΥΠ για θητεία που λήγει το αργότερο τρεις (3) μήνες μετά τη λήξη της θητείας του Προέδρου της Δημοκρατίας:

Νοείται ότι, ανεξαρτήτως των διατάξεων του παρόντος εδαφίου, το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται, μετά από εισήγηση του Προέδρου της Δημοκρατίας, να παύσει τον Διοικητή ή και τους Υποδιοικητές όποτε αυτό κριθεί σκόπιμο.

(2) Τα πρόσωπα που διορίζονται στη θέση του Διοικητή και των Υποδιοικητών της ΚΥΠ, απαιτείται να κατέχουν, τουλάχιστον, πτυχίο σχολής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, διοικητική πείρα στο δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα και να είναι εγνωσμένου ήθους, κύρους και εντιμότητας.

(3)(α) Στον Διοικητή καταβάλλεται αποζημίωση και ωφελήματα, συμπεριλαμβανομένων συνταξιοδοτικών ωφελημάτων, ίσα με αυτά που καταβάλλονται στον Αρχηγό της Αστυνομίας.

(β) Στους Υποδιοικητές καταβάλλεται αποζημίωση και ωφελήματα, συμπεριλαμβανομένων συνταξιοδοτικών ωφελημάτων, ίσα με αυτά που καταβάλλονται στον Υπαρχηγό Αστυνομίας.

(4) Ο Διοικητής και οι Υποδιοικητές μπορούν να υποβάλουν οποτεδήποτε παραίτηση, η οποία υποβάλλεται γραπτώς και απευθύνεται στο Υπουργικό Συμβούλιο.

Διοικητής

8.-(1) Ο Διοικητής-

(α) Προΐσταται της ΚΥΠ∙

(β) διοικεί την ΚΥΠ∙

(γ) καθοδηγεί, συντονίζει, εποπτεύει και ελέγχει το έργο της ΚΥΠ∙

(δ) είναι απευθείας υπόλογος στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας∙

(ε) είναι υπεύθυνος, έναντι του Προέδρου της Δημοκρατίας, για την άσκηση των καθηκόντων και την ορθή εκπλήρωση της αποστολής της ΚΥΠ∙ και

(στ) δύναται, με απόφαση του Προέδρου της Δημοκρατίας, να ενημερώνει την άτυπη σύσκεψη του Προέδρου της Δημοκρατίας και των Αρχηγών των Κομμάτων της Βουλής των Αντιπροσώπων για τις ειδικές επιχειρησιακές δράσεις της ΚΥΠ που άπτονται εξωτερικών και εσωτερικών κινδύνων που αφορούν στην κρατική ασφάλεια και στην κρατική κυριαρχία.

(2) Ο Διοικητής υποβάλλει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τουλάχιστον μια (1) φορά τον χρόνο ή εντός οποιασδήποτε άλλης μικρότερης χρονικής περιόδου κριθεί αναγκαίο, έκθεση αναφορικά με τις δραστηριότητες της ΚΥΠ κατά τη διάρκεια της εν λόγω χρονικής περιόδου και ενημερώνει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, όταν τούτο του ζητηθεί ή όταν ο ίδιος κρίνει τούτο σκόπιμο ή αναγκαίο.

(3) Σε περίπτωση συνήθους απουσίας του Διοικητή, για υπηρεσιακούς λόγους στο εξωτερικό ή λόγω ασθενείας ή λόγω άδειας ανάπαυσης, καθήκοντα Διοικητή ασκεί ένας (1) εκ των Υποδιοικητών, τον οποίο ορίζει εκάστοτε ο Διοικητής:

Νοείται ότι σε περίπτωση που ο Διοικητής αδυνατεί, λόγω ασθένειας, να ορίσει έναν (1) εκ των δύο (2) Υποδιοικητών για να ασκεί καθήκοντα Διοικητή τότε αυτός ορίζεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

(4) Σε περίπτωση που ο Διοικητής βρίσκεται σε άδεια, πέραν της συνήθους περιόδου άδειας σύμφωνα με τους κείμενους Νόμους και Κανονισμούς ή σε περίπτωση παρατεταμένης απουσίας του από την Κύπρο ή σε περίπτωση παρατεταμένης άδειας λόγω ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής ανικανότητας ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο αδυνατεί να εκτελέσει τα καθήκοντά του ή να ασκήσει τις αρμοδιότητές του ως Διοικητής σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προτείνει και το Υπουργικό Συμβούλιο διορίζει έναν (1) εκ των δύο (2) Υποδιοικητών ως προσωρινό Διοικητή για τη χρονική περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας ο Διοικητής βρίσκεται σε τέτοια παρατεταμένη αδυναμία εκτέλεσης των καθηκόντων του:

Νοείται ότι αν οι λόγοι που οδηγούν τον Διοικητή σε αδυναμία εκτέλεσης των καθηκόντων του δεν είναι προσωρινής φύσεως ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εισηγείται στο Υπουργικό Συμβούλιο την παύση του και το διορισμό νέου Διοικητή στη θέση του.

Οργανωτική δομή

9.-(1) Η ΚΥΠ συγκροτείται από την Κεντρική Υπηρεσία και τις Περιφερειακές Μονάδες και περιλαμβάνει Διευθύνσεις, Τμήματα και Γραφεία.

(2) Στην Κεντρική Υπηρεσία περιλαμβάνονται τα άτομα που ενεργούν ως σύνδεσμοι, που τοποθετούνται στο εξωτερικό για την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, σε ορισμένη περιφέρεια.

Αρχείο ΚΥΠ

10.-(1)(α) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (2), τα έγγραφα και το οπτικοακουστικό υλικό της ΚΥΠ αρχειοθετούνται στο Αρχείο που λειτουργεί στην ΚΥΠ για τον σκοπό αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Κρατικού Αρχείου Νόμου του 1991, του περί των Κανονισμών Ασφαλείας Διαβαθμισμένων Πληροφοριών, Εγγράφων και Υλικού και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2002 και του περί της Ασφάλειας Διαβαθμισμένων Πληροφοριών Διατάγματος του 2013, όπως αυτά εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται.

(β) Η πρόσβαση στο Αρχείο της ΚΥΠ επιτρέπεται μόνο -

(i) στο Διοικητή,

(ii) σε μέλη του προσωπικού της ΚΥΠ, στα πλαίσια της εκτέλεσης των καθηκόντων τους, και κατόπιν ειδικής εξουσιοδότησης που παραχωρείται από τον Διοικητή, και

(iii) στα μέλη της Συμβουλευτικής Επιτροπής που συστήνεται και λειτουργεί δυνάμει των διατάξεων των εδαφίων (2) και (3) του παρόντος άρθρου.

(2)(α) Οι διατάξεις των άρθρων 6, 7, 8 και 9 του περί Κρατικού Αρχείου Νόμου του 1991, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, εφαρμόζονται στην έκταση που δεν είναι αντίθετες προς τις διατάξεις του παρόντος εδαφίου.

(β)(i) Η επιλογή των εγγράφων και του οπτικοακουστικού υλικού που αναφέρονται στο εδάφιο (1) για διαφύλαξη στο Κρατικό Αρχείο γίνεται με απόφαση του Διοικητή η οποία λαμβάνεται ύστερα από εισήγηση της Συμβουλευτικής Επιτροπής που συστήνεται για τον σκοπό αυτό.

(ii) O Διοικητής δύναται να προβεί σε παρατηρήσεις επί της εισήγησης της Συμβουλευτικής Επιτροπής και σε περίπτωση που η Συμβουλευτική Επιτροπή εμμένει σε διαφορετική θέση, ο Διοικητής υποβάλλει με σχετική έκθεση το ζήτημα στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για τη λήψη τελικής απόφασης.

(γ) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου (β) του παρόντος εδαφίου, τα έγγραφα και το οπτικοακουστικό υλικό που αναφέρονται στο εδάφιο (1) μεταφέρονται αυτόματα για διαφύλαξη στο Κρατικό Αρχείο το αργότερο μετά την πάροδο τριάντα (30) ετών από την παραγωγή τους και στην περίπτωση που αυτά αποτελούν διαβαθμισμένα έγγραφα, εφόσον αυτά αποχαρακτηριστούν σύμφωνα με τις διατάξεις του περί της Ασφάλειας Διαβαθμισμένων Πληροφοριών Διατάγματος του 2013, όπως αυτό εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται:

Νοείται ότι όσα έγγραφα και οπτικοακουστικό υλικό δεν έχουν αποχαρακτηριστεί μετά την πάροδο των τριάντα (30) ετών από την παραγωγή τους ή δεν επιλεγούν για διαφύλαξη στο Κρατικό Αρχείο με βάση τη διαδικασία που προβλέπεται στις παραγράφους (β) και (γ) του παρόντος εδαφίου, αφού ενημερωθεί συνοπτικά η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως, παραμένουν στο Αρχείο της ΚΥΠ και φυλάσσονται σε κατάλληλο χώρο:

Νοείται περαιτέρω ότι όλα τα έγγραφα και το οπτικοακουστικό υλικό που επιλέγονται για διαφύλαξη στο Κρατικό Αρχείο, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος εδαφίου, είναι ανοιχτά για επιθεώρηση από το κοινό.

(δ) Κανένα έγγραφο ή άλλο οπτικοακουστικό υλικό του Αρχείου της ΚΥΠ ή που διαφυλάσσεται στο Κρατικό Αρχείο, μετά τη μεταφορά του από το Αρχείο της ΚΥΠ, δεν καταστρέφεται εκτός αν αυτό υπάρχει εις διπλούν.

(3)(α) Η δυνάμει του εδαφίου (2) Συμβουλευτική Επιτροπή απαρτίζεται από τρία (3) πρόσωπα εγνωσμένου κύρους και ανώτατου επαγγελματικού και ηθικού επιπέδου που προτείνονται από τον Διοικητή και διορίζονται από το Υπουργικό Συμβούλιο, έπειτα από εισήγηση του Προέδρου της Δημοκρατίας.

(β) Για τη συγκρότηση και κάθε αλλαγή στη σύνθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής, το Υπουργικό Συμβούλιο ενημερώνει δεόντως την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως.

(γ) Η θητεία των μελών της Συμβουλευτικής Επιτροπής είναι πενταετής και σε κάθε περίπτωση λήγει με τη λήξη της θητείας του εκάστοτε Προέδρου της Δημοκρατίας:

Νοείται ότι το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να παύσει οποιοδήποτε μέλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής οποτεδήποτε το κρίνει σκόπιμο.

(δ) Ο τρόπος λειτουργίας της Συμβουλευτικής Επιτροπής διέπεται από Κανονισμούς που εκδίδει το Υπουργικό Συμβούλιο και δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

Συνεργασία με άλλες δημόσιες αρχές

11.-(1) Η δημόσια υπηρεσία, τα νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου και οι αρχές τοπικής διοίκησης παρέχουν σε ειδικά εξουσιοδοτημένο μέλος της ΚΥΠ, κατόπιν γραπτού αιτιολογημένου αιτήματος υπογεγραμμένου από τον Διοικητή της ΚΥΠ το οποίο απευθύνεται στον Προϊστάμενο κάθε υπηρεσίας, κάθε πληροφορία, στοιχείο, έγγραφο ή συνδρομή που ζητείται για την εκπλήρωση της αποστολής και των αρμοδιοτήτων της ΚΥΠ.

(2) Οι φορείς και το προσωπικό της ΚΥΠ που αναφέρονται στο εδάφιο (1), οφείλουν να τηρούν το απόρρητο της επικοινωνίας και του περιεχομένου του αιτήματος, καθώς και των στοιχείων του προσωπικού που επιλήφθηκε του ζητήματος αυτού.

(3) Άρνηση, παρέλκυση, αμέλεια, ατελής ή μη έγκαιρη ανταπόκριση σε αίτημα υπηρεσιακής συνδρομής, για το οποίο νόμιμα η ΚΥΠ ζητά πληροφορίες, συνιστούν πειθαρχικό παράπτωμα, και προκειμένου για-

(α) Δημόσιο υπάλληλο εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 73 έως 86 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου του 1990, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται ∙ ή

(β) υπάλληλο, λειτουργό ή μέλος νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου ή αρχής τοπικής διοίκησης, εφαρμόζονται οι αντίστοιχες, κατά περίπτωση, διατάξεις της οικείας νομοθεσίας που ρυθμίζει θέματα πειθαρχικών παραπτωμάτων ή και ποινικών αδικημάτων, ανάλογα με την περίπτωση και έχει εφαρμογή για το συγκεκριμένο υπάλληλο, λειτουργό ή μέλος.

Συνεργασία με νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου

12.-(1) Οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου καθώς και οποιοσδήποτε ιδιωτικός φορέας εφαρμόζει τα όσα αναφέρονται στα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 11 του παρόντος Νόμου.

(2) Τα πρόσωπα που αναφέρονται στο εδάφιο (1) οφείλουν όπως μη παρέχουν είτε εκ προθέσεως είτε εξ αμελείας, ψευδείς, ελλιπείς, ανακριβείς ή παραπλανητικές πληροφορίες στην ΚΥΠ ή συνδράμουν μη ικανοποιητικά την ΚΥΠ.

Στελέχωση της ΚΥΠ

13.-(1) Το προσωπικό της ΚΥΠ δύναται να αποτελείται από-

(α) Πρόσωπα που κατέχουν θέση στην ΚΥΠ∙

(β) πρόσωπα που συνήψαν σύμβαση παροχής υπηρεσιών στην ΚΥΠ σύμφωνα με το άρθρο 20 του παρόντος Νόμου∙

(γ) μέλη του στρατού, εν ενεργεία αξιωματικοί ή υπαξιωματικοί της Εθνικής Φρουράς, τα οποία, κατόπιν απόσπασης ή τοποθέτησής τους στο Υπουργείο Άμυνας, παρέχουν τις υπηρεσίες τους στην ΚΥΠ∙ και

(δ) μέλη της αστυνομίας τα οποία, κατόπιν μετάθεσής τους στο Αρχηγείο Αστυνομίας Κύπρου, παρέχουν τις υπηρεσίες τους στην ΚΥΠ.

(2) Οποιαδήποτε άλλα θέματα αφορούν το προσωπικό της ΚΥΠ ρυθμίζονται με εσωτερικούς κανονισμούς ή/και αποφάσεις ή/και διαταγές, συμπεριλαμβανομένων κανόνων και οδηγιών που εκδίδει ο Διοικητής.

Προστασία του υπηρεσιακού καθεστώτος των μελών του προσωπικού της ΚΥΠ

14. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου νόμου, διατηρείται το απόρρητο αναφορικά με το υπηρεσιακό καθεστώς των μελών του προσωπικού της ΚΥΠ:

Νοείται ότι απαγορεύεται η δημοσίευση ή η με οποιοδήποτε τρόπο αποκάλυψη της ιδιότητας μέλους του προσωπικού της ΚΥΠ ως και το περιεχόμενο ή μέρος του περιεχομένου οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης η οποία περιλαμβάνει αναφορά στο όνομά του ή στην ιδιότητα ή/και στα καθήκοντά του ως μέλους του προσωπικού της ΚΥΠ, για σκοπούς διασφάλισης της εθνικής και δημόσιας ασφάλειας και της τήρησης των κανόνων ασφαλείας των μελών του προσωπικού της ΚΥΠ.

Εκπαίδευση των μελών του προσωπικού της ΚΥΠ

15.-(1) Για την αποτελεσματικότερη εκτέλεση των καθηκόντων τους, τα μέλη του προσωπικού της ΚΥΠ εκπαιδεύονται, επιμορφώνονται και εξειδικεύονται σε σχολή εκπαίδευσης της ΚΥΠ η οποία ιδρύεται και λειτουργεί σύμφωνα με εσωτερικούς κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 33 του παρόντος Νόμου.

(2) Το προσωπικό δύναται, περαιτέρω, να εκπαιδευτεί ή μετεκπαιδευτεί σε σχολές της Εθνικής Φρουράς και της Αστυνομίας ή άλλων δημόσιων και ιδιωτικών υπηρεσιών ή φορέων εντός ή εκτός της Δημοκρατίας.

Υπηρεσιακός οπλισμός προσωπικού της ΚΥΠ

16.-(1) To προσωπικό της ΚΥΠ δύναται να φέρει υπηρεσιακό οπλισμό για σκοπούς εκτέλεσης των καθηκόντων του, προστασίας του και φύλαξης των εγκαταστάσεων της ΚΥΠ.

(2) Tο προσωπικό της ΚΥΠ εκπαιδεύεται στη χρήση όπλων και οπτικών και ακουστικών μέσων συλλογής πληροφοριών για σκοπούς εκπλήρωσης της αποστολής της.

(3) Για σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Νόμου και σύμφωνα με την παράγραφο (στ) του άρθρου 33, ο Διοικητής ορίζει με κανόνες την έκδοση και χορήγηση αδειών οπλοφορίας και οπλοκατοχής σε μέλη του προσωπικού της ΚΥΠ που εμπίπτουν στις διατάξεις των υποπαραγράφων (α), (β) και (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 13 καθώς επίσης τα κριτήρια και τους όρους χορήγησης αυτών των αδειών.

Ανώτατο Συμβούλιο

17.-(1) Καθιδρύεται Ανώτατο Συμβούλιο, που αποτελείται από τον Διοικητή, ως πρόεδρο, και τους δύο (2) Υποδιοικητές, ως μέλη, για να επιλαμβάνεται όλων των ζητημάτων που αφορούν το προσωπικό της ΚΥΠ, συμπεριλαμβανομένων-

(α) Το διορισμό προσώπου σε θέση στην ΚΥΠ∙

(β) τη σύναψη συμβάσεων παροχής υπηρεσιών∙

(γ) την επικύρωση διορισμού σε θέση στην ΚΥΠ, κατόπιν παρέλευσης διετούς περιόδου δοκιμασίας∙

(δ) την προαγωγή σε θέση στην ΚΥΠ∙

(ε) την αφυπηρέτηση από θέση στην ΚΥΠ, και

(στ) τον έλεγχο σε δεύτερο βαθμό των αποφάσεων του Πειθαρχικού Συμβουλίου.

(2) Τα πρόσωπα που απαρτίζουν το Ανώτατο Συμβούλιο και τα πρόσωπα που διορίζονται από αυτό ελέγχονται και τυγχάνουν έγκρισης σε επίπεδο εξουσιοδότησης «άκρως απόρρητο», σύμφωνα με τις διατάξεις της σχετικής νομοθεσίας.

Γενικές προϋποθέσεις διορισμού, τοποθέτησης, απόσπασης ή παροχής υπηρεσιών στην ΚΥΠ

18. Ουδείς διορίζεται σε θέση στην ΚΥΠ ή τοποθετείται ή αποσπάται ή παρέχει υπηρεσίες στην ΚΥΠ, εκτός εάν-

(α) Είναι πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας,

(β) έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του,

(γ) έχει εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις ή έχει απαλλαγεί νόμιμα από αυτές,

(δ) έχει πιστοποιηθεί από κυβερνητικό ιατρικό λειτουργό, ύστερα από ιατρική εξέταση, ως κατάλληλος για τη θέση από πλευράς υγείας,

(ε) δεν έχει καταδικαστεί για γενεσιουργό αδίκημα με βάση τις διατάξεις του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται,

(στ) κατέχει τα προσόντα που καθορίζονται στο οικείο σχέδιο υπηρεσίας, εφόσον πρόκειται για θέση,

(ζ) δεν έχει παραβιάσει τις διατάξεις του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου του 2001, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και

(η) δεν έχει απολυθεί ή δεν έχουν τερματισθεί οι υπηρεσίες του στο παρελθόν από τη δημόσια υπηρεσία ή από οποιαδήποτε υπηρεσία ή σώμα ασφαλείας της Δημοκρατίας ή άλλου κράτους μέλους ή τρίτης χώρας ή από οργανισμό δημόσιου δικαίου της Δημοκρατίας ή άλλου κράτους μέλους ή τρίτης χώρας ή από περιφερειακό ή διεθνή οργανισμό, λόγω διάπραξης πειθαρχικού παραπτώματος.

Προσωπικό που κατέχει θέση στην ΚΥΠ

19.-(1) Η διάρθρωση και ο ανώτατος αριθμός των θέσεων στην ΚΥΠ, περιλαμβάνονται στον προϋπολογισμό της ΚΥΠ.

(2) Ο διορισμός, η προαγωγή, η επικύρωση διορισμού ή προαγωγής, η άσκηση πειθαρχικού ελέγχου και τα σχέδια υπηρεσίας του προσωπικού που κατέχει θέση στην ΚΥΠ ρυθμίζονται με Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου 34.

(3) Η επιλογή για διορισμό και προαγωγή στην ΚΥΠ γίνεται με γνώμονα τη δίκαιη μεταχείριση όλων των υποψηφίων, ώστε να επιλέγονται οι πλέον άξιοι και κατάλληλοι, τηρουμένης της γενικής αρχής της ισότητας και της δυνατότητας του προσώπου που θα επιλεγεί να επιτελέσει με επάρκεια και εχεμύθεια τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα που θα του ανατεθούν προς εκτέλεση του σκοπού και της αποστολής της ΚΥΠ.

(4) Η σύνταξη των εκθέσεων αξιολόγησης του προσωπικού που κατέχει θέση στην ΚΥΠ, γίνονται από τον άμεσα προϊστάμενο του ατόμου που αξιολογείται και υποβάλλονται στον Διοικητή.

Προσωπικό με σύμβαση παροχής υπηρεσιών

20. Η διαδικασία για τη σύναψη σύμβασης παροχής υπηρεσιών με τα πρόσωπα τα οποία αναφέρονται στην υποπαράγραφο (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 13 του παρόντος Νόμου, γίνεται από το Ανώτατο Συμβούλιο και στο συμβόλαιο αυτό καθορίζεται η διάρκειά του, οι απολαβές, οι όροι παροχής των υπηρεσιών αυτών, οι προϋποθέσεις αναστολής της παροχής των υπηρεσιών αυτών και/ή τερματισμού τους καθώς και λοιποί όροι.

Μέλη της αστυνομίας που παρέχουν υπηρεσίες στην ΚΥΠ

21.-(1)(α) Ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε διατάξεις του περί Αστυνομίας Νόμου του 2004, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, μέλος της αστυνομίας δύναται να παρέχει υπηρεσίες στην ΚΥΠ, κατόπιν αιτήματος του Διοικητή και με τη σύμφωνη γνώμη του Αρχηγού Αστυνομίας.

(β) Οι διατάξεις του περί Αστυνομίας Νόμου του 2004, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και οι Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει αυτού, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, εφαρμόζονται σε σχέση με μέλος της αστυνομίας που παρέχει υπηρεσίες στην ΚΥΠ, εκτός εάν προνοείται διαφορετικά στον παρόντα Νόμο.

(γ) Μέλος της αστυνομίας που παρέχει υπηρεσίες στην ΚΥΠ, δύναται να εκτελεί ειδικά καθήκοντα που δεν προβλέπονται στον περί Αστυνομίας Νόμο του 2004, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και στους Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει αυτού, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, μόνον κατόπιν αιτήματος του Διοικητή και με τη σύμφωνη γνώμη του μέλους της αστυνομίας και του Αρχηγού Αστυνομίας.

(2) Μέλος της αστυνομίας που παρέχει υπηρεσίες στην ΚΥΠ εξακολουθεί να κατέχει τη θέση από την οποία αποσπάται και τον βαθμό του, και η υπηρεσία μέλους της αστυνομίας στην ΚΥΠ θεωρείται ως υπηρεσία στη θέση και στον βαθμό που αυτός κατέχει στην Αστυνομία, για όλους τους σκοπούς του περί Αστυνομίας Νόμου του 2004, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, συμπεριλαμβανομένων προσαυξήσεων, προαγωγών, απολαβών και ωφελημάτων, συνταξιοδοτικών και άλλων ωφελημάτων, υπόκειται όμως στον ιεραρχικό διοικητικό και επιχειρησιακό έλεγχο του Διοικητή σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

(3) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του περί Αστυνομίας Νόμου του 2004, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, σε μέλος της αστυνομίας που παρέχει υπηρεσίες στην ΚΥΠ, δυνατό να ανατεθούν διευθυντικά, εποπτικά, διοικητικά και άλλα καθήκοντα σύμφωνα με την ιεραρχία της ΚΥΠ και λαμβάνοντας υπόψη τη θέση του στη δομή της Αστυνομίας.

(4) Οι απολαβές μέλους της αστυνομίας που παρέχει υπηρεσίες στην ΚΥΠ καταβάλλονται από την Αστυνομία.

(5) Η παροχή υπηρεσιών μέλους της αστυνομίας στην ΚΥΠ τερματίζεται οποτεδήποτε το κρίνει σκόπιμο ο Διοικητής και το μέλος της αστυνομίας επιστρέφει στo Αρχηγείο Αστυνομίας.

(6)(α) Για τη σύνταξη των ετήσιων εκθέσεων αξιολόγησης μέλους της αστυνομίας που παρέχει υπηρεσίες στην ΚΥΠ, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία οι σχετικές διατάξεις του περί Αστυνομίας Νόμου του 2004, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται.

(β) Σε περίπτωση που άμεσα προϊστάμενος του μέλους της αστυνομίας, δεν είναι αξιωματικός της Αστυνομίας, η αξιολόγηση γίνεται από το ιεραρχικά ανώτερο μέλος της Αστυνομίας, αφού συμβουλευτεί τον άμεσα προϊστάμενό του.

(γ) Οι ετήσιες εκθέσεις αξιολόγησης των μελών της αστυνομίας, αποστέλλονται στο Αρχηγείο Αστυνομίας.

(7)(α) Σε περίπτωση κατά την οποία υφίσταται ισχυρισμός για ενδεχόμενη διάπραξη πειθαρχικού αδικήματος από μέλος της αστυνομίας που παρέχει υπηρεσίες στην ΚΥΠ, ο Διοικητής ενημερώνει αμέσως, γραπτώς, τον Βοηθό Αρχηγό που θα οριστεί από τον Αρχηγό Αστυνομίας για να ενεργήσει σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Αστυνομίας Νόμου του 2004, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται και των περί Αστυνομίας (Πειθαρχικών) Κανονισμών του 1989, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται.

(β) Σε περίπτωση που ασκηθεί πειθαρχική δίωξη εναντίον μέλους της αστυνομίας που παρέχει υπηρεσίες στην ΚΥΠ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27 ή πειθαρχική δίωξη ύστερα από ποινική δίωξη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 28 ή σε περίπτωση που το μέλος αυτό τεθεί σε διαθεσιμότητα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 29 του παρόντος Νόμου, εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του περί Αστυνομίας Νόμου του 2004, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται και των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται.

Μέλη του στρατού που αποσπώνται ή τοποθετούνται στην ΚΥΠ

22.-(1)(α) Ο Διοικητής δύναται να ζητά την απόσπαση ή την τοποθέτηση οποιουδήποτε μέλους του στρατού στην ΚΥΠ και ενημερώνει προς τούτο τον Υπουργό Άμυνας, ο οποίος αποφασίζει για τα περαιτέρω.

(β) Οι διατάξεις του περί Στρατού της Δημοκρατίας Νόμου του 1990, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, εφαρμόζονται σε σχέση με μέλος του στρατού που αποσπάται ή τοποθετείται στην ΚΥΠ, εκτός εάν προνοείται διαφορετικά στον παρόντα Νόμο.

(γ) Μέλος του στρατού που αποσπάται ή τοποθετείται στην ΚΥΠ, δύναται να εκτελεί ειδικά καθήκοντα που δεν προβλέπονται στην οικεία νομοθεσία, μόνον κατόπιν αιτήματος του Διοικητή και με τη σύμφωνη γνώμη του μέλους του στρατού και του Υπουργού Άμυνας.

(2) Μέλος του στρατού που αποσπάται ή τοποθετείται στην ΚΥΠ, εξακολουθεί να κατέχει την οργανική θέση και τον βαθμό που είχε πριν την απόσπαση ή την τοποθέτησή του και η υπηρεσία του θεωρείται ως υπηρεσία στην οργανική θέση και στον βαθμό που αυτός κατέχει στον Στρατό, για όλους τους σκοπούς του περί Στρατού της Δημοκρατίας Νόμου του 1990, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, συμπεριλαμβανομένων προσαυξήσεων, προαγωγών, απολαβών και ωφελημάτων, συνταξιοδοτικών και άλλων ωφελημάτων, υπόκειται όμως στον ιεραρχικό διοικητικό και επιχειρησιακό έλεγχο του Διοικητή της ΚΥΠ σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

(3) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του περί Στρατού της Δημοκρατίας Νόμου του 1990, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, σε μέλος του στρατού που αποσπάται ή τοποθετείται στην ΚΥΠ, δυνατό να ανατεθούν διευθυντικά, εποπτικά, διοικητικά και άλλα καθήκοντα σύμφωνα με την ιεραρχία της ΚΥΠ και λαμβάνοντας υπόψη τη θέση του στη δομή του Στρατού της Δημοκρατίας.

(4) Οι απολαβές μέλους του στρατού που αποσπάται ή τοποθετείται στην ΚΥΠ καταβάλλονται από τον Στρατό της Δημοκρατίας.

(5) Ο Διοικητής δύναται να τερματίσει, οποτεδήποτε το κρίνει σκόπιμο, τις υπηρεσίες μέλους του στρατού που είναι αποσπασμένο ή τοποθετημένο στην ΚΥΠ και ενημερώνει προς τούτο τον Υπουργό Άμυνας, ο οποίος αποφασίζει για τα περαιτέρω.

(6) Η σύνταξη των ετήσιων εκθέσεων μέλους του στρατού που αποσπάται ή τοποθετείται στην ΚΥΠ διενεργείται κατ’ αναλογία των σχετικών διατάξεων του περί Στρατού της Δημοκρατίας Νόμου του 1990, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.

(7) Σε περίπτωση που ασκηθεί πειθαρχική δίωξη εναντίον μέλους του στρατού που έχει αποσπαστεί ή τοποθετηθεί στην ΚΥΠ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27 ή πειθαρχική δίωξη ύστερα από ποινική δίωξη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 28 ή σε περίπτωση που το μέλος αυτό τεθεί σε διαθεσιμότητα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 29 του παρόντος Νόμου, εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του περί Στρατού της Δημοκρατίας Νόμου του 1990, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, καθώς και οι διατάξεις του περί της Εθνικής Φρουράς Νόμου του 2011, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.

Χρόνος υπηρεσίας των μελών του στρατού και της αστυνομίας

23. Ο χρόνος υπηρεσίας των μελών του στρατού που αποσπώνται ή τοποθετούνται στην ΚΥΠ και των μελών της αστυνομίας που παρέχουν υπηρεσίες στην ΚΥΠ θεωρείται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στον Στρατό της Δημοκρατίας ή στην Αστυνομία, αντίστοιχα.

Ανάθεση καθηκόντων ή αποστολής εντός ή και εκτός της Δημοκρατίας

24.-(1) Ο Διοικητής δύναται, για την εκπλήρωση των αρμοδιοτήτων της ΚΥΠ, να αναθέτει σε μέλη του προσωπικού που κατέχουν θέση στην ΚΥΠ ή και σε μέλη του προσωπικού της ΚΥΠ που κατέχουν σύμβαση παροχής υπηρεσιών στην ΚΥΠ οποιαδήποτε αποστολή ή την άσκηση καθηκόντων οπουδήποτε στην Κύπρο ή στο εξωτερικό ή σε διπλωματική ή άλλη αποστολή της Δημοκρατίας στο εξωτερικό ή σε υπηρεσία ή σε οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε διεθνή οργανισμό.

(2)(α) Ενεργώντας δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1), ο Διοικητής, ταυτόχρονα, αποφασίζει και καθορίζει τα καθήκοντα και τις εξουσίες που θα αναθέσει στο μέλος του προσωπικού της ΚΥΠ στην Κύπρο ή στο εξωτερικό καθώς και τη χρονική διάρκεια της ανάθεσης.

(β) Η δυνάμει της παραγράφου (α) απόφαση δυνατό να αναθεωρηθεί οποτεδήποτε κατά την κρίση του Διοικητή.

(3) Προκειμένου περί αποστολής ή άσκησης καθηκόντων στο εξωτερικό, καταβάλλονται από την ΚΥΠ τα εκάστοτε επιδόματα ή άλλα ωφελήματα, κατόπιν έγκρισης του Υπουργικού Συμβουλίου.

(4) Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων (1) έως (3) του παρόντος άρθρου, μέλος του προσωπικού της ΚΥΠ που υπηρετεί στη Δημοκρατία ή στο εξωτερικό, δυνάμει του παρόντος άρθρου, εξακολουθεί καθ’ όλη τη διάρκεια της υπηρεσίας αυτής να θεωρείται ότι υπηρετεί στην ΚΥΠ και υπόκειται στον ιεραρχικό έλεγχο του Διοικητή και στις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

Υποχρέωση εχεμύθειας

25.-(1) Ο Διοικητής, οι Υποδιοικητές και τα μέλη του προσωπικού της ΚΥΠ έχουν υποχρέωση εχεμύθειας σε σχέση με τα έγγραφα, τις πληροφορίες ή άλλα στοιχεία των οποίων λαμβάνουν γνώση στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων τους ή/και λόγω της απασχόλησης τους στην ΚΥΠ.

(2) Τα πρόσωπα που αναφέρονται στο εδάφιο (1) έχουν υποχρέωση εχεμύθειας για διαβαθμισμένα έγγραφα, πληροφορίες ή άλλα στοιχεία και μετά την αποχώρησή τους ή την παύση τους ή τον τερματισμό των υπηρεσιών τους από την ΚΥΠ, για όσο χρόνο διαρκεί η διαβάθμιση.

(3)(α) Τα μέλη του προσωπικού της ΚΥΠ δεν επιτρέπεται να καταθέτουν ως μάρτυρες σε οποιαδήποτε δικαστήρια ή ενώπιον οποιασδήποτε αρχής για θέματα, πληροφορίες, γεγονότα ή πρόσωπα που αφορούν στην ΚΥΠ, χωρίς την προηγούμενη έγκριση του Διοικητή.

(β) Δικαστήριο ή αρμόδια αρχή ενώπιον της οποίας διεξάγεται ακροαματική διαδικασία, στην οποία καταθέτει μέλος του προσωπικού της ΚΥΠ, δύναται να αποφασίσει τη διεξαγωγή της διαδικασίας κεκλεισμένων των θυρών για λόγους που αφορούν την εθνική ασφάλεια ή το δημόσιο συμφέρον της Δημοκρατίας ή τη διασφάλιση της προστασίας του προσωπικού της ΚΥΠ.

(4) Η ΚΥΠ, κατά παρέκκλιση από κάθε νομοθεσία, γενική ή ειδική διάταξη, εξαιρείται από την υποχρέωση να γνωστοποιεί σε άλλες δημόσιες υπηρεσίες, νομικά πρόσωπα δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου και ανεξάρτητες αρχές, πληροφορίες ή στοιχεία των αρχείων της, εφόσον ο Διοικητής κρίνει ότι η δημοσιοποίησή τους ενδέχεται να βλάψει το δημόσιο συμφέρον ή και την ασφάλεια των μελών του προσωπικού της.

Συμμετοχή μελών του προσωπικού της ΚΥΠ σε σωματεία, ιδρύματα ή/και διοικητικά συμβούλια

26. Τα μέλη του προσωπικού της ΚΥΠ οφείλουν να ενημερώνουν τον Διοικητή προτού συμμετάσχουν ως μέλη διοικητικού συμβουλίου σωματείου ή και ιδρύματος ή και νομικού προσώπου δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου.

Πειθαρχική δίωξη μελών του προσωπικού της ΚΥΠ

27.-(1) Μέλος του προσωπικού της ΚΥΠ υπόκειται σε πειθαρχική δίωξη από την ΚΥΠ, σε περίπτωση που-

(α) Διαπράξει αδίκημα που ενέχει έλλειψη τιμιότητας ή ηθική αισχρότητα, ή

(β) ενεργήσει ή παραλείψει να ενεργήσει με τρόπο που ισοδυναμεί με παράβαση οποιουδήποτε από τα καθήκοντα ή τις υποχρεώσεις του ως μέλους του προσωπικού της ΚΥΠ δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου:

Νοείται ότι για τα μέλη της αστυνομίας που παρέχουν υπηρεσίες στην ΚΥΠ και τα μέλη του στρατού που αποσπώνται ή τοποθετούνται στην ΚΥΠ εφαρμόζονται οι διατάξεις του εδαφίου (7) του άρθρου 21 και του εδαφίου (7) του άρθρου 22 του παρόντος Νόμου, αντίστοιχα.

(2)(α) Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, συστήνεται Πειθαρχικό Συμβούλιο το οποίο αποτελείται από τον άμεσα προϊστάμενο του καταγγελλόμενου και δύο (2) ιεραρχικά προϊσταμένους του άμεσα προϊσταμένου του καταγγελλόμενου.

(β) Ο τρόπος λειτουργίας και οι σχετικές διαδικασίες του Πειθαρχικού Συμβουλίου ρυθμίζονται με Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 34.

(3) Δεν μπορεί να ασκηθεί πειθαρχική δίωξη εναντίον μέλους του προσωπικού της ΚΥΠ για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα για το οποίο ήδη βρέθηκε ένοχο ή για το οποίο αθωώθηκε.

(4) Δεν επιτρέπεται η επιβολή περισσότερων της μίας (1) πειθαρχικής ποινής για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα, εκτός εάν τούτο προνοείται από τους σχετικούς Κανονισμούς που εκδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 34 του παρόντος Νόμου ή τους οικείους νόμους ή τους κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει αυτών αναφορικά με τα μέλη της αστυνομίας που παρέχουν υπηρεσίες στην ΚΥΠ και τα μέλη του στρατού που αποσπώνται ή τοποθετούνται στην ΚΥΠ.

(5) Μέλος του προσωπικού της ΚΥΠ το οποίο απέβαλε την ιδιότητά του αυτή με οποιοδήποτε τρόπο, δεν διώκεται πειθαρχικώς, αλλά σε περίπτωση που είχε αρχίσει πειθαρχική διαδικασία πριν την αποβολή της ιδιότητάς του, αυτή συνεχίζεται και μετά τη λύση της σχέσης μέλους του προσωπικού, εξαιρουμένης της περίπτωσης θανάτου του μέλους αυτού.

(6) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν επηρεάζουν με οποιοδήποτε τρόπο την εφαρμογή οποιουδήποτε σε ισχύ νόμου ο οποίος περιέχει ποινικές διατάξεις.

Πειθαρχική δίωξη μέλους του προσωπικού της ΚΥΠ ύστερα από ποινική δίωξη

28.-(1) Μέλος του προσωπικού της ΚΥΠ που διώχτηκε για ποινικό αδίκημα και δεν βρέθηκε ένοχο δεν μπορεί να διωχθεί πειθαρχικά για την ίδια κατηγορία, μπορεί όμως να διωχθεί για πειθαρχικό παράπτωμα που προκύπτει από τη διαγωγή του η οποία σχετίζεται με την ποινική υπόθεση, αλλά δεν εγείρει το ίδιο θέμα όπως εκείνο της κατηγορίας για την ποινική δίωξη.

(2) Σε περίπτωση άσκησης ποινικής δίωξης εναντίον μέλους του προσωπικού της ΚΥΠ που κατέχει θέση στην ΚΥΠ, η εν λόγω ποινική δίωξη δεν επηρεάζει την άσκηση ή τη συνέχιση πειθαρχικής δίωξης εναντίον του, έστω και αν οι λόγοι άσκησης ή συνέχισης της πειθαρχικής δίωξης σχετίζονται με την ποινική δίωξη.

Διαθεσιμότητα μελών του προσωπικού της ΚΥΠ

29.-(1) Σε περίπτωση που διαταχθεί έρευνα για πιθανή διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος εναντίον μέλους του προσωπικού της ΚΥΠ ή με την έναρξη αστυνομικής έρευνας με σκοπό την ποινική δίωξη εναντίον μέλους του προσωπικού της ΚΥΠ, προκειμένου για-

(α) Μέλος του προσωπικού της ΚΥΠ που κατέχει θέση στην ΚΥΠ και εμπίπτει στις διατάξεις της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 13, εφαρμόζονται οι διατάξεις των εδαφίων (2) έως (4) του παρόντος άρθρου,

(β) μέλος του προσωπικού της ΚΥΠ που συνήψε σύμβαση παροχής υπηρεσιών στην ΚΥΠ και εμπίπτει στις διατάξεις της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 13, εφαρμόζονται οι όροι που περιέχονται στο συμβόλαιό του αναφορικά με τη δυνατότητα αναστολής ή/και τερματισμού των υπηρεσιών του, ή

(γ) μέλος της αστυνομίας που παρέχει υπηρεσίες στην ΚΥΠ ή μέλος του στρατού που είναι αποσπασμένο ή τοποθετημένο στην ΚΥΠ και που εμπίπτει στις διατάξεις των παραγράφων (γ) και (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 13 αντίστοιχα, εφαρμόζονται οι διατάξεις του εδαφίου (5) του παρόντος άρθρου.

(2)(α) Το Πειθαρχικό Συμβούλιο μπορεί, εάν το δημόσιο συμφέρον και η κρατική ασφάλεια το απαιτούν, με την έναρξη της πειθαρχικής διαδικασίας να αποφασίζει τη διαθεσιμότητα μέλους του προσωπικού της ΚΥΠ κατά τη διάρκεια της έρευνας:

Νοείται ότι η διάρκεια της διαθεσιμότητας στην οποία τίθεται το μέλος του προσωπικού της ΚΥΠ κατά τη διάρκεια της έρευνας, δεν μπορεί να υπερβεί τους τρεις (3) μήνες, μπορεί όμως, αν συντρέχει σοβαρός λόγος, να παραταθεί για άλλους τρεις (3) μήνες.

(β) Σε περίπτωση που μετά το τέλος της έρευνας αποφασιστεί η ποινική ή η πειθαρχική δίωξη του μέλους του προσωπικού της ΚΥΠ, το Πειθαρχικό Συμβούλιο δύναται, αν το δημόσιο συμφέρον το απαιτεί, να το θέσει σε διαθεσιμότητα μέχρι την ολοκλήρωση της υπόθεσης.

(3) Το μέλος του προσωπικού της ΚΥΠ που τίθεται σε διαθεσιμότητα ειδοποιείται από το Πειθαρχικό Συμβούλιο, γραπτώς, το συντομότερο δυνατό και καλείται σε ακρόαση σε καθορισμένο χρόνο και τόπο με σκοπό να καταθέσει προφορικώς ή/και γραπτώς ενώπιον του εν λόγω Συμβουλίου τους λόγους για τους οποίους δεν πρέπει να τεθεί σε διαθεσιμότητα.

(4)(α) Οι εξουσίες, τα προνόμια και τα ωφελήματα του μέλους του προσωπικού της ΚΥΠ που τίθεται σε διαθεσιμότητα αναστέλλονται κατά τη διάρκεια της περιόδου της διαθεσιμότητάς του.

(β) Το Πειθαρχικό Συμβούλιο δύναται, κατά την κρίση του, να επιτρέψει στο μέλος του προσωπικού της ΚΥΠ να λαμβάνει τουλάχιστον το μισό των απολαβών του:

Νοείται ότι σε περίπτωση που το μέλος του προσωπικού της ΚΥΠ απαλλαγεί ή από την έρευνα δεν αποδειχτεί πειθαρχική υπόθεση εναντίον του, η διαθεσιμότητα τερματίζεται και το μέλος του προσωπικού της ΚΥΠ δικαιούται ολόκληρο το ποσό των απολαβών τις οποίες θα έπαιρνε αν δεν ετίθετο σε διαθεσιμότητα:

Νοείται περαιτέρω ότι σε περίπτωση που το μέλος του προσωπικού της ΚΥΠ βρεθεί ένοχο, το Πειθαρχικό Συμβούλιο αποφασίζει, λαμβάνοντας υπόψη τη βαρύτητα του αδικήματός του, κατά πόσο θα επιστραφεί σ’ αυτό οποιοδήποτε μέρος των απολαβών του.

(5) Σε περίπτωση που το μέλος του προσωπικού της ΚΥΠ αποτελεί μέλος της αστυνομίας που παρέχει υπηρεσίες στην ΚΥΠ ή μέλος του στρατού που είναι αποσπασμένο ή τοποθετημένο στην ΚΥΠ, η ΚΥΠ μπορεί δυνάμει του παρόντος Νόμου, αν το δημόσιο συμφέρον το απαιτεί, να ζητήσει από την αρμόδια αρχή όπως, δυνάμει του οικείου νόμου, ανάλογα με την περίπτωση, το θέσει σε διαθεσιμότητα κατά τη διάρκεια της έρευνας και σε τέτοια περίπτωση εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του οικείου νόμου.

Ποινικά αδικήματα

30.-(1) Άνευ επηρεασμού των διατάξεων του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, μέλος του προσωπικού της ΚΥΠ το οποίο, με αθέμιτο τρόπο ή χωρίς εξουσιοδότηση, αποκαλύπτει ή κοινοποιεί πληροφορίες ή δεδομένα σε μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δέκα (10) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (€500.000) ή και στις δύο αυτές ποινές μαζί.

(2) Οποιοδήποτε πρόσωπο συνδράμει στη δημοσιοποίηση ή δημοσιοποιεί με οποιοδήποτε τρόπο διαβαθμισμένα έγγραφα ή στοιχεία που αφορούν την υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού και τον εξοπλισμό της ΚΥΠ είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δέκα (10) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (€500.000) ή και στις δύο αυτές ποινές μαζί.

(3) Οποιοδήποτε πρόσωπο παραβιάζει την υποχρέωση εχεμύθειας ή τήρησης του απορρήτου που προβλέπεται στις διατάξεις του παρόντος Νόμου είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα επτά (7) έτη και σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€350.000) ή και στις δύο αυτές ποινές μαζί.

(4) Οποιοδήποτε πρόσωπο παρέχει στην ΚΥΠ, εκ προθέσεως ψευδείς ή παραπλανητικές πληροφορίες είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τέσσερα (4) έτη και σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες ευρώ (€100.000) ή και στις δύο ποινές μαζί.

Προϋπολογισμός

31.-(1) (α) Το σύνολο των εξόδων της ΚΥΠ καλύπτονται από τον κρατικό προϋπολογισμό και για τον σκοπό αυτό το σύνολο των προϋπολογιζόμενων κατ’ έτος δαπανών της ΚΥΠ περιλαμβάνεται σε χωριστό Κεφάλαιο του κρατικού προϋπολογισμού και παρατίθεται αναλυτικά σε επεξηγηματικό μνημόνιο το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτού:

Νοείται ότι για το τρέχον οικονομικό έτος, που άρχισε την 1η Ιανουαρίου 2016 και λήγει την 31η Δεκεμβρίου 2016, εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του περί Προϋπολογισμού του 2016 Νόμου του 2015.

(β) Με την κατάθεση του κρατικού προϋπολογισμού στη Βουλή των Αντιπροσώπων, σύμφωνα με τις διατάξεις των Άρθρων 81 και 167 του Συντάγματος, το Κεφάλαιο του κρατικού προϋπολογισμού που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του παρόντος εδαφίου εξετάζεται από την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως και ψηφίζεται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων.

(2) Κανένα ποσό δε διατίθεται από το αναφερόμενο στο εδάφιο (1) Κεφάλαιο, χωρίς να ληφθεί η εκ των προτέρων εξουσιοδότηση της Βουλής των Αντιπροσώπων για τη διενέργεια της δαπάνης αυτής, που δίνεται ύστερα από εισηγητική πρόταση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως, αφού η τελευταία ενημερωθεί αρμοδίως.

(3) Οι προϋπολογιζόμενες δαπάνες του αναφερόμενου στο εδάφιο (1) Κεφαλαίου κατά Ομάδα Λογαριασμών και Άρθρο παρατίθενται αναλυτικά σε επεξηγηματικό μνημόνιο, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του Προϋπολογισμού.

(4) Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων (2) και (3), είναι δυνατή η ανακατανομή εγκεκριμένων δαπανών κάτω από την ίδια Ομάδα Λογαριασμών, νοουμένου ότι το συνολικό ποσό που θα δαπανηθεί για τις υπηρεσίες, σκοπούς ή προγράμματα που προβλέπονται στο επεξηγηματικό μνημόνιο, δε θα υπερβαίνει το συνολικό ποσό που έχει χορηγηθεί για την Ομάδα αυτή του Λογαριασμού.

(5) Η διενέργεια δαπάνης για υπηρεσίες, σκοπούς ή προγράμματα που δεν προβλέπονται στο επεξηγηματικό μνημόνιο είναι δυνατή, εφόσον εγκριθεί σχετική τροποποίηση του επεξηγηματικού μνημονίου, τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων (2) και (3).

Νομική εκπροσώπηση

32. Αγωγές από την ΚΥΠ εvαvτίov οποιουδήπoτε πρoσώπoυ εγείροvται εv ovόματι τoυ Γεvικoύ Εισαγγελέα της Δημoκρατίας και αγωγές εκ μέρoυς οποιουδήπoτε πρoσώπoυ κατά της ΚΥΠ εγείροvται εvαvτίov τoυ Γεvικoύ Εισαγγελέα της Δημoκρατίας ως εvαγoμέvoυ.

Εσωτερικοί κανονισμοί, αποφάσεις ή και διαταγές

33. Ο Διοικητής δύναται να καθορίζει με εσωτερικούς κανονισμούς ή/και αποφάσεις ή/και διαταγές, συμπεριλαμβανομένων κανόνων και οδηγιών-

(α) Το χαρακτηρισμό, με την έκδοση σχετικής διαταγής, οποιουδήποτε εγγράφου που συντάσσεται από μέλος του προσωπικού της ΚΥΠ, ως διαβαθμισμένο θεσμικό κείμενο για σκοπούς διασφάλισης του δημοσίου συμφέροντος και της ασφάλειας του προσωπικού της ΚΥΠ,

(β) την εξουσιοδότηση του προσωπικού της ΚΥΠ σε σχέση με τον χειρισμό διαβαθμισμένων πληροφοριών, εγγράφων και υλικού,

(γ) την κωδικοποίηση των ονομάτων των μελών του προσωπικού της ΚΥΠ,

(δ) την κατάρτιση επιτροπών και συμβουλευτικών σωμάτων, από μέλη του προσωπικού της ΚΥΠ, στις οποίες να εκχωρεί, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που κρίνει σκόπιμο να καθορίσει, οποιεσδήποτε από τις αρμοδιότητές του,

(ε) την ίδρυση και τη λειτουργία σχολών εκπαίδευσης του προσωπικού της ΚΥΠ,

(στ) την έκδοση και τη χορήγηση αδειών οπλοφορίας και οπλοκατοχής σε μέλη του προσωπικού της ΚΥΠ,

(ζ) άλλα ζητήματα αναφορικά με την εσωτερική λειτουργία της ΚΥΠ.

Κανονισμοί

34.-(1) Για σκοπούς καλύτερης εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Νόμου, το Υπουργικό Συμβούλιο εκδίδει Κανονισμούς οι οποίοι εγκρίνονται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων και δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

(2) Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου (1), οι Κανονισμοί αυτοί δύνανται να προβλέπουν, μεταξύ άλλων-

(α) Τον τρόπο λειτουργίας της Συμβουλευτικής Επιτροπής,

(β) τα σχέδια υπηρεσίας, τη διαδικασία διορισμού, προαγωγής, επικύρωσης διορισμού ή προαγωγής και την άσκηση πειθαρχικού ελέγχου για τα μέλη του προσωπικού που κατέχουν θέση στην ΚΥΠ,

(γ) τη διαδικασία αξιολόγησης των μελών του προσωπικού της ΚΥΠ,

(δ) την ιατρική περίθαλψη των μελών του προσωπικού της ΚΥΠ,

(ε) τη μισθοδοτική τοποθέτηση μέλους του προσωπικού της ΚΥΠ που διορίζεται, προάγεται ή αποσπάται σε άλλη θέση ή για την εκτέλεση άλλων καθηκόντων,

(στ) τον τρόπο αναπροσαρμογής του μισθού μέλους του προσωπικού της ΚΥΠ, του οποίου η θέση αναβαθμίζεται ή υποβαθμίζεται συνεπεία αναδιοργάνωσης,

(ζ) τον χρόνο εργασίας μέλους του προσωπικού της ΚΥΠ, τις εργάσιμες ώρες, τις αργίες, τις άδειες απουσίας και ασθένειας,

(η) τον τρόπο και τις διαδικασίες λειτουργίας του Πειθαρχικού Συμβουλίου.

(3) Οι Κανονισμοί που προβλέπονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2) του παρόντος άρθρου κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση το αργότερο την 1η Ιανουαρίου 2017.

Μεταβατικές διατάξεις

35.-(1) Οποιαδήποτε αναφορά σε οποιοδήποτε νόμο, κανονιστική ή ατομική διοικητική πράξη που αφορά στην Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΚΥΠ), που ιδρύθηκε με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου υπ’ αριθμό 9955 και ημερομηνίας 4 Σεπτεμβρίου 1970, θεωρείται ως αναφορά στην Κυπριακή Υπηρεσία Πληροφοριών (ΚΥΠ) που θεσπίζεται με τον παρόντα Νόμο.

(2) Οποιαδήποτε κανονιστική ή ατομική διοικητική πράξη ή απόφαση έχει εκδοθεί ή ληφθεί από ή στα πλαίσια της λειτουργίας της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΚΥΠ) που ιδρύθηκε με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου η οποία αναφέρεται στο εδάφιο (1), στην έκταση που δεν είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, εξακολουθεί να ισχύει μέχρις ότου ρητά τροποποιηθεί ή ανακληθεί ή καταργηθεί από τον Διοικητή της ΚΥΠ.

(3) Πρόσωπο το οποίο κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΚΥΠ) που ιδρύθηκε με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, η οποία αναφέρεται στο εδάφιο (1), συνεχίζει να υπηρετεί σε αυτή με βάση τον παρόντα Νόμο μέχρι τον τερματισμό της υπηρεσίας του ή την παύση του.

(4) Η προηγούμενη υπηρεσία οποιουδήποτε προσώπου, το οποίο κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΚΥΠ), που ιδρύθηκε με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου η οποία αναφέρεται στο εδάφιο (1), συνεχίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (3) και σε περίπτωση διορισμού του σε θέση στην ΚΥΠ, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, θεωρείται, τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου και του Κανονισμού Εσωτερικής Λειτουργίας της Υπηρεσίας, για σκοπούς μισθοδοσίας, ωφελημάτων, ευδόκιμης υπηρεσίας, προαγωγής, σύνταξης και φιλοδωρημάτων, ως υπηρεσία δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.