ΟΓΔΟΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
ΤΜΗΜΑ 1 - ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ
Όροι και προϋποθέσεις ίδρυσης υποκαταστήματος στη Δημοκρατία από ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους

158. (1) Ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους δύναται να ιδρύει στη Δημοκρατία υποκατάστημα προς άσκηση ασφαλιστικών εργασιών υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης, εφ’ όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις και ακολουθούνται οι διαδικασίες του παρόντος άρθρου.

(2) Για τους σκοπούς του παρόντος Κεφαλαίου, εξομοιώνεται με υποκατάστημα κάθε μόνιμη παρουσία μιας επιχείρησης κράτους μέλους στη Δημοκρατία, έστω και αν αυτή η παρουσία δεν έχει λάβει τη μορφή υποκαταστήματος, αλλά ασκείται μέσω απλού γραφείου το οποίο διευθύνεται από το προσωπικό της ίδιας της επιχείρησης, ή από ανεξάρτητο πρόσωπο, εντεταλμένο να ενεργεί μονίμως για την επιχείρηση όπως θα ενεργούσε μια αντιπροσωπεία.

(3) Ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους που επιθυμεί να ιδρύσει υποκατάστημα στη Δημοκρατία, κοινοποιεί την πρόθεσή της στην εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της, η οποία στη συνέχεια διαβιβάζει στον Έφορο την κοινοποίηση της εν λόγω πρόθεσης, πιστοποιώντας επίσης ότι η ασφαλιστική επιχείρηση καλύπτει πράγματι τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας και τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις που καθορίζονται στα άρθρα 106 και 136 του παρόντος Νόμου, μαζί με τα πιο κάτω έγγραφα και πληροφορίες:

(α) το πρόγραμμα δραστηριοτήτων της, στο οποίο πρέπει να αναφέρονται τουλάχιστον το είδος των προτεινόμενων εργασιών και η διοικητική οργάνωση του υποκαταστήματος∙

(β) το όνομα του αντιπροσώπου, ο οποίος αποδεικνύει μέσω πληρεξουσίου εγγράφου δεόντως επικυρωμένου ότι έχει επαρκή εξουσία για να δεσμεύει, έναντι τρίτων, την ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους ή, στην περίπτωση της Lloyd’s, τους ενδιαφερόμενους ασφαλιστές, και να την ή τους αντιπροσωπεύει ενώπιον των αρχών και των δικαστηρίων της Δημοκρατίας (εφεξής καλούμενο "γενικός αντιπρόσωπος")∙

(γ) τη διεύθυνση στη Δημοκρατία, στην οποία είναι δυνατό να ζητούνται και να παραδίδονται έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων όλων των κοινοποιήσεων που απευθύνονται στον γενικό αντιπρόσωπο∙

(δ) Όσον αφορά την ένωση ασφαλιστών Lloyd’s, σε περίπτωση ενδεχόμενων διαφορών στη Δημοκρατία, οι οποίες σχετίζονται με αναληφθείσες υποχρεώσεις, δεν πρέπει να προκύπτουν για τους ασφαλισμένους δυσχέρειες μεγαλύτερες από εκείνες που ήταν ενδεχόμενο να προκύψουν εάν οι διαφορές αυτές αφορούσαν συνήθεις ασφαλιστικές επιχειρήσεις.

(4) Σε περίπτωση που ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους ασφάλισης Γενικής Φύσεως σκοπεύει να καλύπτει, μέσω του υποκαταστήματός της, τους κινδύνους που κατατάσσονται στον κλάδο αστικής ευθύνης από χερσαία μηχανοκίνητα οχήματα (Κλάδος 10, Μέρος Α, Πρώτο Παράρτημα) του παρόντος Νόμου, μη συμπεριλαμβανομένης της ευθύνης του μεταφορέα, πρέπει να υποβάλει δήλωση ότι μέσα στην προβλεπόμενη στο εδάφιο (5) προθεσμία θα ενταχθεί στο εθνικό ταμείο εγγυήσεως και στο εθνικό ταμείο ασφαλίσεως σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτων) Νόμων του 2000 όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται.

(5) Σε περίπτωση τροποποίησης του περιεχομένου μιας από τις πληροφορίες που έχουν κοινοποιηθεί σύμφωνα με τα εδάφια (3) και (4), η ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους γνωστοποιεί γραπτώς την εν λόγω τροποποίηση στον Έφορο τουλάχιστον ένα μήνα πριν πραγματοποιηθεί η τροποποίηση αυτή.

(6) Ο Έφορος, μέσα σε προθεσμία δύο μηνών από την παραλαβή όλων των απαραίτητων εγγράφων και στοιχείων που καθορίζονται στο εδάφιο (2) από την εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, δύναται να κοινοποιεί στην εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, όρους υπό τους οποίους, για λόγους δημοσίου συμφέροντος, πρέπει να ασκούνται οι δραστηριότητες της ασφαλιστικής επιχείρησης κράτους μέλους στη Δημοκρατία, τους οποίους η εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής κοινοποιεί στην ασφαλιστική επιχείρηση.

(7) Η ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους μπορεί να εγκαταστήσει το υποκατάστημα και να αρχίσει τις εργασίες της από την ημερομηνία που η εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της έλαβε κοινοποίηση του Εφόρου δυνάμει του εδαφίου (5), ή, εάν δεν έχει αποσταλεί τέτοια κοινοποίηση, δύο μήνες από την κοινοποίηση στον Έφορο των όσων καθορίζονται στο εδάφιο (2).

(8) Κανονισμοί που κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση, δύναται να καθορίζουν την υποβολή περαιτέρω εγγράφων.

Όροι και προϋποθέσεις ίδρυσης υποκαταστήματος Κυπριακής ασφαλιστικής επιχείρησης σε άλλο κράτος μέλος

159. (1) Κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση που επιθυμεί να ιδρύσει υποκατάστημα στο έδαφος άλλου κράτους μέλους οφείλει να προβαίνει σε σχετική γνωστοποίηση της πρόθεσής της στον Έφορο.

(2) Η Κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση, συνοδεύει την γνωστοποίηση του εδαφίου (1) με τα ακόλουθα έγγραφα και πληροφορίες:

(α) Την ονομασία του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου προτίθεται να ιδρύσει υποκατάστημα∙

(β) το πρόγραμμα δραστηριοτήτων του, στο οποίο πρέπει να αναφέρονται τουλάχιστον το είδος των προτεινόμενων εργασιών και η διοικητική οργάνωση του υποκαταστήματος∙

(γ) το όνομα του προσώπου το οποίο αποδεικνύει μέσω πληρεξουσίου εγγράφου δεόντως επικυρωμένους ότι έχει επαρκή εξουσία για να δεσμεύει, έναντι τρίτων, την ασφαλιστική επιχείρηση και να την ή τους αντιπροσωπεύει ενώπιον των αρχών και των δικαστηρίων του κράτους μέλους υποδοχής (εφεξής καλούμενο "γενικός αντιπρόσωπος")∙

(δ) διεύθυνση στο κράτος μέλος υποδοχής, στην οποία είναι δυνατό να ζητούνται και να παραδίδονται έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων όλων των κοινοποιήσεων που απευθύνονται στον γενικό αντιπρόσωπο.

(3) Στην περίπτωση που η ασφαλιστική επιχείρηση δραστηριοποιείται στην ασφάλιση Γενικής Φύσεως και σκοπεύει να καλύπτει, μέσω του υποκαταστήματός της, τους κινδύνους που κατατάσσονται στον κλάδο αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα (Κλάδος 10, Μέρος Α, Πρώτο Παράρτημα του παρόντος Νόμου), μη συμπεριλαμβανομένης της ευθύνης του μεταφορέα, υποβάλλει δήλωση ότι εντός ταχθείσας από το κράτος μέλος υποδοχής προθεσμίας, θα καταστεί μέλος του εθνικού γραφείου και του εθνικού ταμείου εγγυήσεων του κράτους μέλους υποδοχής.

(4) Σε περίπτωση τροποποίησης του περιεχομένου οποιωνδήποτε των πληροφοριών που έχουν κοινοποιηθεί σύμφωνα με το εδάφιο (2) η ασφαλιστική επιχείρηση γνωστοποιεί γραπτώς την εν λόγω τροποποίηση στον Έφορο, καθώς και στην εποπτική αρχή του κράτους μέλους όπου βρίσκεται το υποκατάστημα, τουλάχιστον ένα μήνα πριν πραγματοποιηθεί η τροποποίηση αυτή, ώστε ο Έφορος να μπορεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 158 του παρόντος Νόμου.

(5) Κανονισμοί που κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση, δύναται να καθορίζουν την υποβολή περαιτέρω εγγράφων.

Γνωστοποίηση πληροφοριών

160. (1) Εκτός εάν ο Έφορος έχει λόγους να αμφιβάλλει, λαμβανομένου υπόψη του προγράμματος δραστηριοτήτων, για την επάρκεια συστήματος διακυβέρνησης ή τη χρηματοοικονομική κατάσταση της ασφαλιστικής επιχείρησης ή των απαιτήσεων ικανότητας και ήθους του γενικού αντιπροσώπου σύμφωνα με το άρθρο 44, εντός τριμήνου από την παραλαβή όλων των πληροφοριών που αναφέρονται στο εδάφιο (3) του άρθρου 158 του παρόντος Νόμου, τις διαβιβάζει στην εποπτική αρχή του κράτους μέλους υποδοχής και ενημερώνει σχετικά την ενδιαφερόμενη ασφαλιστική επιχείρηση.

(2) Ο Έφορος πιστοποιεί επίσης ότι η ασφαλιστική επιχείρηση πράγματι καλύπτει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας και τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις, που υπολογίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 106 και 136 του παρόντος Νόμου.

(3) Σε περίπτωση που ο Έφορος αρνείται την κοινοποίηση και τις πληροφορίες του εδαφίου (3) του άρθρου 158 στην εποπτική αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, γνωστοποιεί τους λόγους της άρνησής του στην ενδιαφερόμενη ασφαλιστική επιχείρηση μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από τη λήψη όλων των απαιτούμενων πληροφοριών.

(4)(α) Η άρνηση ή η παράλειψη του Εφόρου να προβεί στη σχετική κοινοποίηση στις εποπτικές αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, δύναται να προσβάλλεται με προσφυγή ενώπιον του Γενικού Διευθυντή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 347 του παρόντος Νόμου:

Νοείται ότι η πιο πάνω απόφαση του Έφορου δύναται να προσβληθεί απευθείας με προσφυγή δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος.

(β) Η απορριπτική απόφαση του Γενικού Διευθυντή επί προσφυγής που ασκείται σύμφωνα με την παράγραφο (α), δύναται να προσβληθεί με προσφυγή δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος:

Νοείται ότι, εκκρεμούσης της απόφασης του Γενικού Διευθυντή, ουδεμία προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος μπορεί να ασκηθεί.

(5) Ο Έφορος, γνωστοποιεί στην Κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση τυχόν όρους και προϋποθέσεις που έχουν τεθεί για λόγους δημοσίου συμφέροντος, από την εποπτική αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, αναφορικά με την άσκηση ασφαλιστικών δραστηριοτήτων στο εν λόγω κράτος μέλος.

(6) Η Κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να εγκαταστήσει το υποκατάστημα και να αρχίσει τις εργασίες της στο κράτος μέλος υποδοχής από την ημέρα που παραλαμβάνει τη γνωστοποίηση του εδαφίου (5) ή σε περίπτωση που δεν λαμβάνει τέτοια γνωστοποίηση, δύο μήνες από την κοινοποίηση του εδαφίου (1).

ΤΜΗΜΑ 2 - ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΠΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
Ενότητα 1 Γενικές Διατάξεις
Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στη Δημοκρατία από ασφαλιστικές επιχειρήσεις κράτους μέλους

161. (1) Ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους δύναται να ασκεί ασφαλιστικές εργασίες υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών εφ’ όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις και ακολουθούνται οι διαδικασίες του παρόντος άρθρου.

(2) Ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους που επιθυμεί να ασκήσει ασφαλιστικές εργασίες υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στη Δημοκρατία κοινοποιεί την πρόθεσή της καθώς και τη φύση των κινδύνων ή των ασφαλιστικών υποχρεώσεων που θα καλύπτει στην εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, η οποία στη συνέχεια εντός ενός μηνός κοινοποιεί στον Έφορο τα πιο κάτω έγγραφα και πληροφορίες:

(α) Βεβαίωση, στην οποία αναφέρεται ότι η ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους καλύπτει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας και τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις, που καθορίζονται στα άρθρα 106 και 136 του παρόντος Νόμου.

(β) τους ασφαλιστικούς κλάδους, στους οποίους η ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους έχει λάβει άδεια να ασκεί δραστηριότητες∙

(γ) τη φύση των κινδύνων ή των ασφαλιστικών υποχρεώσεων που η ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους προτίθεται να καλύψει στη Δημοκρατία.

(3) Σε περίπτωση τροποποίησης του περιεχομένου μιας από τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (2), ακολουθείται η ίδια διαδικασία που προβλέπεται στο εν λόγω εδάφιο.

(4) Σε περίπτωση που ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους δραστηριοποιείται στην ασφάλιση Γενικής Φύσεως και προτίθεται να παρέχει υπηρεσίες κάλυψης κινδύνων αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα (Κλάδος 10, Μέρος Α, Πρώτο Παράρτημα), πλην της ευθύνης μεταφορέα, ο Έφορος απαιτεί από την επιχείρηση όπως υποβάλλει-

(α) το όνομα και τη διεύθυνση του αντιπροσώπου που αναφέρεται παράγραφο (ι) του εδαφίου (1) του άρθρου 19∙

(β) δήλωση ότι αυτή έχει γίνει μέλος του εθνικού ταμείου ασφαλίσεως και του εθνικού ταμείου εγγυήσεως σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφαλίση Ευθύνης Έναντι Τρίτων) Νόμων του 2000, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται.

(5) Η ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους μπορεί να αρχίσει τις δραστηριότητες από την ημερομηνία κατά την οποία ενημερώνεται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής σχετικά με την κοινοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο (2).

(6) Ο Έφορος δύναται να τηρεί ειδικό Μητρώο, στο οποίο περιλαμβάνει τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και στο οποίο καταχωρεί τις καθοριζόμενες με Κανονισμούς που κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση, πληροφορίες.

(7) Κανονισμοί που κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση, δύναται να καθορίζουν την υποβολή περαιτέρω εγγράφων.

Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών από Κυπριακές ασφαλιστικές επιχειρήσεις σε άλλα κράτη μέλη

162. (1) Κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση που προτίθεται να ασκήσει για πρώτη φορά τις δραστηριότητές της υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη υποχρεούται να το γνωστοποιήσει προηγουμένως στον Έφορο, δηλώνοντας τη φύση των κινδύνων ή των ασφαλιστικών υποχρεώσεων που προτίθεται να καλύπτει.

(2) Ο Έφορος γνωστοποιεί, εντός προθεσμίας ενός μηνός από την γνωστοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο (1), στις εποπτικές αρχές του κράτους μέλους ή των κρατών μελών, στο έδαφος των οποίων η κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση προτίθεται να ασκήσει δραστηριότητες δυνάμει της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών τα ακόλουθα έγγραφα και πληροφορίες:

(α) Βεβαίωση, στην οποία αναφέρεται ότι η κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση καλύπτει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας και τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις∙

(β) τους ασφαλιστικούς κλάδους, στους οποίους η κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση έχει λάβει άδεια να ασκεί δραστηριότητες∙

(γ) τη φύση των κινδύνων ή των ασφαλιστικών υποχρεώσεων που η κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση προτίθεται να καλύψει στο κράτος ή στα κράτη μέλη υποδοχής.

(3) Ο Έφορος ενημερώνει συγχρόνως την ενδιαφερόμενη κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση σχετικά με την κοινοποίηση του εδαφίου (2).

(4) Κάθε τροποποίηση που η κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση προτίθεται να επιφέρει στα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (2), υπόκειται στη διαδικασία του παρόντος άρθρου.

(5) Σε περίπτωση που ο Έφορος δεν κοινοποιήσει τις πληροφορίες που αναφέρονται στο εδάφιο (2) εντός της προβλεπόμενης στο εν λόγω εδάφιο προθεσμίας, γνωστοποιεί στην κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση, εντός της ιδίας προθεσμίας, τους λόγους της άρνησής του.

(6) Η άρνηση ή η παράλειψη του Εφόρου να προβεί στη σχετική κοινοποίηση στις εποπτικές αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, δύναται να προσβληθεί ενώπιον του Γενικού Διευθυντή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 347 του παρόντος Νόμου:

Νοείται ότι η πιο πάνω απόφαση του Εφόρου δύναται να προσβληθεί απευθείας με προσφυγή δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος.

(β) Η απορριπτική απόφαση του Γενικού Διευθυντή επί προσφυγής που ασκείται σύμφωνα με την παράγραφο (α), δύναται να προσβληθεί με προσφυγή δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος:

Νοείται ότι, εκκρεμούσης της απόφασης του Γενικού Διευθυντή, ουδεμία προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος μπορεί να ασκηθεί.

(7) Η κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να αρχίσει τις δραστηριότητες από την ημερομηνία κατά την οποία ενημερώνεται σχετικά με την κοινοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο (2).

(8) Κανονισμοί που κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση, δύναται να καθορίζουν την υποβολή περαιτέρω εγγράφων.

Ενότητα 2 Ευθύνη Αυτοκινήτου
Υποχρεωτική ασφάλιση ευθύνης αυτοκινήτου

163. (1) Ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους που δραστηριοποιείται στην ασφάλιση Γενικής Φύσεως, η οποία, μέσω εγκατάστασής της στη Δημοκρατία, καλύπτει κινδύνους, εκτός της ευθύνης μεταφορέα, που κατατάσσονται στον Κλάδο ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα (Κλάδος 10, Μέρος Α, του Πρώτου Παραρτήματος), που βρίσκονται σε άλλο κράτος μέλος, οφείλει όπως καταστεί μέλος του εθνικού του γραφείου και του εθνικού ταμείου εγγυήσεως και να συνεισφέρει στη χρηματοδότησή τους σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτων) Νόμων του 2000 όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται.

(2) Η χρηματοδοτική συνεισφορά, που αναφέρεται στο εδάφιο (1), καταβάλλεται μόνον για τους κινδύνους, εκτός της ευθύνης του μεταφορέα, της αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα που καλύπτονται από την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και υπολογίζεται επί της ίδιας βάσης όπως και για τις κυπριακές ασφαλιστικές επιχειρήσεις που καλύπτουν τους ίδιους κινδύνους και σε συνάρτηση με τα έσοδα των ασφαλιστικών επιχειρήσεων από ασφάλιστρα αυτού του κλάδου στη Δημοκρατία ή με τον αριθμό των κινδύνων του κλάδου αυτού που καλύφθηκαν στη Δημοκρατία.

(3) Ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους που παρέχει υπηρεσίες στη Δημοκρατία οφείλει να συμμορφώνεται με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου αναφορικά με την κάλυψη επαυξημένων κινδύνων, εφόσον αυτοί ισχύουν για τις κυπριακές ασφαλιστικές επιχειρήσεις.

Ισότιμη μεταχείριση των προσώπων που υποβάλλουν αίτηση αποζημίωσης

164. Ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους που δραστηριοποιείται στην ασφάλιση Γενικής Φύσεως, στη Δημοκρατία, οφείλει όπως διασφαλίζει ότι πρόσωπα που υποβάλλουν αίτηση αποζημίωσης συνεπεία γεγονότων που συνέβησαν στη Δημοκρατία, δεν θα τίθενται σε λιγότερο ευνοϊκή θέση λόγω του ότι η εν λόγω επιχείρηση καλύπτει κίνδυνο, εκτός της αστικής ευθύνης του μεταφορέα, στον κλάδο αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα (Κλάδος 10, Μέρος Α, του Πρώτου Παραρτήματος), δυνάμει της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και όχι μέσω εγκατάστασης, στη Δημοκρατία.

Αντιπρόσωπος ασφαλιστικής επιχείρησης κράτους μέλους στη Δημοκρατία

165. (1) Για τους σκοπούς του άρθρου 164 του παρόντος Νόμου, ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους που δραστηριοποιείται στην ασφάλιση Γενικής Φύσεως οφείλει να ορίζει αντιπρόσωπο με κατοικία ή εγκατάσταση στη Δημοκρατία, ο οποίος έχει ευθύνη να συλλέγει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες τις σχετικές με τις απαιτήσεις και διαθέτει επαρκείς εξουσίες για να αντιπροσωπεύει την επιχείρηση έναντι των προσώπων που υπέστησαν ζημίες και θα μπορούσαν να αξιώσουν αποζημίωση, συμπεριλαμβανομένης της πληρωμής αυτών των αποζημιώσεων, και για να την αντιπροσωπεύει ή, εφόσον απαιτείται, να φροντίζει για την αντιπροσώπευσή της ενώπιον των δικαστηρίων και των αρχών της Δημοκρατίας σχετικά με τις αποζημιώσεις αυτές.

(2) Ο αντιπρόσωπος του εδαφίου (1) είναι δυνατόν να κληθεί να αντιπροσωπεύσει την ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους που δραστηριοποιείται στην ασφάλιση Γενικής Φύσεως ενώπιον του Εφόρου σχετικά με τον έλεγχο της ύπαρξης και της ισχύος ασφαλιστηρίων που έχουν ως αντικείμενο την ασφάλιση αστικής ευθύνης από αυτοκίνητα οχήματα.

(3) Ο αντιπρόσωπος του εδαφίου (1), δεν αναλαμβάνει για λογαριασμό της επιχείρησης ασφάλισης Γενικής Φύσεως, η οποία τον διόρισε, δραστηριότητες άλλες και πέραν από εκείνες που προβλέπονται στο εδάφιο (1).

(4) Ο διορισμός του αντιπροσώπου δεν συνιστά καθ’ εαυτόν άνοιγμα υποκαταστήματος για τους σκοπούς του άρθρου 158 του παρόντος Νόμου.

(5) Σε περίπτωση που η ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους δεν έχει διορίσει αντιπρόσωπο, ο Έφορος δύναται να εγκρίνει τον αντιπρόσωπο για τον διακανονισμό των ζημιών ο οποίος ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμων 2000 όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, ως αντιπρόσωποι δυνάμει του παρόντος άρθρου.

ΤΜΗΜΑ 2Α - ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΠΛΑΤΦΟΡΜΕΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ
Ειδοποίηση

165Α.-(1) Σε περίπτωση κατά την οποία ο Έφορος προτίθεται να χορηγήσει άδεια λειτουργίας σε κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση ή κυπριακή αντασφαλιστική επιχείρηση, της οποίας το πρόγραμμα δραστηριοτήτων υποδεικνύει ότι μέρος των δραστηριοτήτων της θα βασίζεται στην ελευθερία παροχής υπηρεσιών ή στην ελευθερία εγκατάστασης σε άλλο κράτος μέλος και το εν λόγω πρόγραμμα δραστηριοτήτων της υποδεικνύει επίσης ότι οι εν λόγω δραστηριότητες ενδέχεται να είναι σημαντικές σε σχέση με την αγορά του κράτους μέλους υποδοχής, ειδοποιεί σχετικά την ΕΙΟΡΑ και την εποπτική αρχή του σχετικού κράτους μέλους υποδοχής.

(2) Ο Έφορος, μαζί με την ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο (1), ειδοποιεί την ΕΙΟΡΑ και την εποπτική αρχή του σχετικού κράτους μέλους υποδοχής, σε περίπτωση κατά την οποία εντοπίζει επιδείνωση των χρηματοοικονομικών συνθηκών ή άλλους αναδυόμενους κινδύνους που προκαλεί μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, η οποία εκτελεί δραστηριότητες με βάση την ελευθερία παροχής υπηρεσιών ή την ελευθερία εγκατάστασης που μπορεί να έχουν διασυνοριακές επιπτώσεις. ο Έφορος, για τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις άλλου κράτους μέλους που λειτουργούν στη Δημοκρατία υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ή ελεύθερης εγκατάστασης, δύναται να ειδοποιήσει το άλλο κράτος μέλος, σε περίπτωση κατά την οποία έχει σοβαρές και βάσιμες ανησυχίες όσον αφορά την προστασία των καταναλωτών και δύναται να παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΙΟΡΑ και να ζητήσει τη συνδρομή της σε περίπτωση κατά την οποία δεν μπορεί να εξευρεθεί διμερής λύση.

(3) Οι ειδοποιήσεις που προβλέπονται στα εδάφια (1) και (2) είναι αρκούντως λεπτομερείς, ώστε να καθίσταται δυνατή η ορθή εκτίμηση.

(4) Οι ειδοποιήσεις που προβλέπονται στα εδάφια (1) και (2), δεν θίγουν την εποπτική εντολή του Εφόρου που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο.

Πλατφόρμες συνεργασίας

165Β.-(1) Ο Έφορος, σε περίπτωση δικαιολογημένων ανησυχιών περί αρνητικών επιπτώσεων για τους λήπτες ασφάλισης, δύναται να υποβάλει αίτημα στην ΕΙΟΡΑ για την εκ μέρους της δημιουργία και συντονισμό πλατφόρμας συνεργασίας για την ενίσχυση της ανταλλαγής πληροφοριών και την προώθηση της συνεργασίας μεταξύ των σχετικών εποπτικών αρχών σε περίπτωση κατά την οποία ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση εκτελεί ή προτίθεται να εκτελέσει δραστηριότητες που βασίζονται στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών ή στην ελευθερία εγκατάστασης και σε περίπτωση κατά την οποία-

(α) οι δραστηριότητες αυτές είναι σημαντικές σε σχέση με την αγορά του κράτους μέλους υποδοχής.

(β) έχει γίνει ειδοποίηση από τον Έφορο, ως η εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης βάσει του εδαφίου (2) του άρθρου 165Α, για επιδείνωση των χρηματοοικονομικών συνθηκών ή για άλλους αναδυόμενους κινδύνους ή.

(γ) το ζήτημα έχει παραπεμφθεί στην ΕΙΟΡΑ βάσει του εδαφίου (2) του άρθρου 165Α.

(2) Το εδάφιο (1) και το Άρθρο 152β της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ δεν θίγει το δικαίωμα του Εφόρου μαζί με τις σχετικές εποπτικές αρχές να δημιουργήσουν πλατφόρμα συνεργασίας σε περίπτωση κατά την οποία όλοι συμφωνούν για αυτό.

(3) Η σύσταση πλατφόρμας συνεργασίας δυνάμει των διατάξεων των εδαφίων (1) και (2) δεν θίγει την εποπτική εντολή του Εφόρου όπως προβλέπεται στον παρόντα Νόμο.(4) Με την επιφύλαξη του Άρθρου 35 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, κατόπιν αιτήματος της ΕΙΟΡΑ, ο Έφορος παρέχει, εγκαίρως, όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την ορθή λειτουργία της πλατφόρμας συνεργασίας.

ΤΜΗΜΑ 3 - ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΕΦΟΡΟΥ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΣΚΟΥΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
Ενότητα 1 Ασφάλιση
Γλώσσα εγγράφων

166. Ο Έφορος δύναται να απαιτεί από ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους όπως του παρέχει, σε επίσημη γλώσσα της Δημοκρατίας, τις πληροφορίες αναφορικά με τη δραστηριότητα της ασφαλιστικής επιχείρησης που λειτουργεί στη Δημοκρατία.

Προηγούμενη κοινοποίηση και προηγούμενη έγκριση

167. (1) Δεν επιτρέπεται στον Έφορο να απαιτεί την προηγούμενη έγκριση ή τη συστηματική ανακοίνωση των γενικών και ειδικών όρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, των τιμολογίων ή, στην περίπτωση της ασφάλισης Ζωής, των τεχνικής φύσεως στοιχείων που χρησιμοποιούνται ως βάση για τον υπολογισμό των τιμολογίων και των τεχνικών προβλέψεων ή των υποδειγμάτων και άλλων εντύπων που ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους προτίθεται να χρησιμοποιήσει στις σχέσεις της με τους αντισυμβαλλομένους.

(2) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (1), ο Έφορος, για σκοπούς ελέγχου της τήρησης των διατάξεων του παρόντος Νόμου αναφορικά με τις ασφαλιστικές συμβάσεις, απαιτεί, όποτε κρίνει αυτό σκόπιμο, από κάθε ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους που επιθυμεί να πραγματοποιήσει ασφαλιστικές εργασίες στη Δημοκρατία την κοινοποίηση των όρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων ή των άλλων εγγράφων που προτίθεται να χρησιμοποιήσει, χωρίς η συμμόρφωση με την απαίτηση αυτή να συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση της δραστηριότητας από την σχετική ασφαλιστική επιχείρηση.

(3) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (1), ο Έφορος δύναται να απαιτεί την προηγούμενη κοινοποίηση ή έγκριση της προτεινόμενης αύξησης των ασφαλίστρων, στα πλαίσια εφαρμογής ενός γενικού συστήματος ελέγχου των τιμών.

Ασφαλιστικές επιχειρήσεις κράτους μέλους που παραβιάζουν τον παρόντα Νόμο

168. (1) Σε περίπτωση που ο Έφορος διαπιστώνει ότι ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους η οποία έχει υποκατάστημα ή λειτουργεί υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στη Δημοκρατία δεν τηρεί τις διατάξεις του παρόντος Νόμου που ισχύουν για την περίπτωσή της, καλεί την εν λόγω ασφαλιστική επιχείρηση να θέσει τέρμα στην παράβαση του Νόμου.

(2) Σε περίπτωση που η ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους δεν τερματίσει την παράβαση εντός προθεσμίας που καθορίζεται από τον Έφορο, ο Έφορος ενημερώνει σχετικά τις εποπτικές αρχές του κράτους μέλους καταγωγής και ζητά ενημέρωση από τις εν λόγω αρχές αναφορικά με τα μέτρα που θα ληφθούν εκ μέρους τους.

(3) Σε περίπτωση που, παρά τα ληφθέντα μέτρα από τις εποπτικές αρχές του κράτους μέλους καταγωγής ή σε περίπτωση που τα εν λόγω μέτρα έχουν αποδειχθεί ανεπαρκή ή σε περίπτωση που δεν έχουν ληφθεί οποιαδήποτε μέτρα και η ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους εξακολουθεί να παραβιάζει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου που τυγχάνουν εφαρμογής στην περίπτωσή της, ο Έφορος δύναται, αφού ενημερώσει σχετικά την εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής να επιβάλλει στην ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους οποιεσδήποτε διοικητικές κυρώσεις προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, για την πρόληψη ή την καταστολή νέων παρατυπιών και, εφόσον κρίνει ότι είναι απόλυτα αναγκαίο, να απαγορεύει τη σύναψη νέων ασφαλιστικών συμβάσεων από την επιχείρηση αυτή στη Δημοκρατία.

(4) Ο Έφορος, εφόσον συντρέχουν οι συνθήκες του εδαφίου (3), δύναται επίσης να παραπέμψει το θέμα στην EIOPA και να ζητήσει τη βοήθειά της σύμφωνα με τις διατάξεις του ο άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και σε τέτοια περίπτωση η EIOPA μπορεί να ενεργήσει σύμφωνα με τις εξουσίες που της ανατίθενται με το εν λόγω άρθρο.

(5) Οποιεσδήποτε διοικητικές κυρώσεις ή άλλα μέτρα ληφθούν από τον Έφορο δυνάμει του εδαφίου (3) κοινοποιούνται στην ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

(6) Τα εδάφια (1) μέχρι (3) δεν επηρεάζουν το δικαίωμα του Εφόρου, σε επείγουσες περιπτώσεις, να λαμβάνει τα κατάλληλα προσωρινά μέτρα για την πρόληψη ή την καταστολή παρατυπιών από ασφαλιστικές επιχειρήσεις κράτους μέλους στη Δημοκρατία, περιλαμβανομένης της δυνατότητας να απαγορεύει χωρίς προηγούμενη προειδοποίηση της εποπτικής αρχής τους κράτους μέλους καταγωγής, τη σύναψη νέων ασφαλιστικών συμβάσεων από ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους στη Δημοκρατία:

Νοείται ότι, ο Έφορος κοινοποιεί την εν λόγω απαγόρευση στην εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής αμέσως μόλις αυτό καταστεί δυνατό μετά την επιβολή της.

(7) Σε περίπτωση που η ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους που έχει διαπράξει την παράβαση του παρόντος Νόμου διαθέτει εγκατάσταση ή περιουσιακά στοιχεία στη Δημοκρατία, ο Έφορος δύναται να επιβάλει, τις σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, διοικητικές κυρώσεις επί της εγκατάστασης, περιλαμβανομένου και του περιορισμού της ελεύθερης διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης που βρίσκεται στη Δημοκρατία.

(8) Κάθε μέτρο που λαμβάνεται δυνάμει του παρόντος άρθρου και το οποίο συνεπάγεται κυρώσεις ή περιορισμούς στην άσκηση ασφαλιστικών εργασιών, θα πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένο και να κοινοποιείται στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση και στην αρμόδια εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής.

(9) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν επηρεάζουν την εφαρμογή των ποινικής φύσεως διατάξεων που ισχύουν στη Δημοκρατία, περιλαμβανομένων και των ποινικών διατάξεων του παρόντος Νόμου.

(10) Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις κράτους μέλους υποβάλλουν στον Έφορο, εφόσον αυτός το ζητήσει, οποιοδήποτε έγγραφο τους ζητηθεί για σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

(11) ο Έφορος διατηρεί το δικαίωμα σε περίπτωση έσχατης ανάγκης να προσφύγει στις εποπτικές ή και στις διπλωματικές αρχές του κράτους ή των κρατών στα οποία είναι εγκατεστημένη η επιχείρηση.

(12) Ο Έφορος ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την EIOPA για τον αριθμό και το είδος των περιπτώσεων στις οποίες υπήρξε άρνηση βάσει των άρθρων 158 και 161 του παρόντος Νόμου ή στις οποίες ελήφθησαν μέτρα βάσει των εδαφίων (3), (5) και (6).

Κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση που ασκεί δικαίωμα εγκατάστασης ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών σε άλλα κράτη μέλη και παραβιάζει τις νομοθετικές διατάξεις των εν λόγω κρατών μελών

169. Σε περίπτωση που ο Έφορος ενημερωθεί από εποπτική αρχή του κράτους μέλους ή των κρατών μελών υποδοχής, αναφορικά με την παραβίαση των νομοθετικών διατάξεων των εν λόγω κρατών από Κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση που ασκεί δικαίωμα εγκατάστασης ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών σε άλλο κράτος μέλος ή άλλα κράτη μέλη, λαμβάνει το συντομότερο δυνατό όλα τα κατάλληλα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, περιλαμβανομένης της επιβολής διοικητικών κυρώσεων, για να τερματιστεί η παράβαση και ενημερώνει για τα μέτρα αυτά την εποπτική αρχή του κράτους μέλους ή των κρατών μελών υποδοχής, ανάλογα με την περίπτωση.

Διαφήμιση

170. Ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους, η οποία ασκεί δικαίωμα ελεύθερης εγκατάστασης ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στη Δημοκρατία, μπορεί να διαφημίζει τις υπηρεσίες της υπό τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που καθορίζονται με Κανονισμούς που κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση και που ισχύουν για κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας.

Φορολόγηση ασφαλιστηρίων

171. (1) Κάθε ασφαλιστήριο που παρέχει κάλυψη-

(α) σε κινδύνους που βρίσκονται στη Δημοκρατία, κατά την έννοια του ορισμού “Κράτος Μέλος όπου ευρίσκεται ο κίνδυνος”· ή

(β) σε ασφαλιστικές υποχρεώσεις, που βρίσκονται στη Δημοκρατία, κατά την έννοια του ορισμού “Κράτος Μέλος ασφαλιστικής υποχρέωσης”,

και ανεξάρτητα από το δίκαιο που διέπει την ασφαλιστική σύμβαση δυνάμει του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Ιουνίου 2008 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι), υπόκειται στους έμμεσους φόρους, τέλη χαρτοσήμου ή δικαιώματα αποκλειστικά προς όφελος της Δημοκρατίας ή τρίτων, καθώς και εισφορές προς όφελος οποιουδήποτε οργανισμού ή ταμείου ή οργάνωσης, που προβλέπονται από τον περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμο του 2002, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και εισπράττεται σύμφωνα με τις διατάξεις του ίδιου Νόμου.

(2) Για τους σκοπούς του εδαφίου (1), τα κινητά αγαθά που περιλαμβάνονται σε ακίνητο το οποίο βρίσκεται στο έδαφος της Δημοκρατίας, εκτός από τα κινητά αγαθά υπό εμπορική διαμετακόμιση, θεωρούνται ότι αποτελούν κίνδυνο που ευρίσκεται στη Δημοκρατία, ακόμη και αν το ακίνητο και το περιεχόμενό του δεν καλύπτονται από το ίδιο ασφαλιστήριο.

Ενότητα 2 Αντασφάλιση
Αντασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους που δεν τηρεί τις διατάξεις του παρόντος Νόμου

172. (1) Σε περίπτωση που ο Έφορος διαπιστώνει ότι αντασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους η οποία έχει υποκατάστημα ή λειτουργεί υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στη Δημοκρατία, δεν τηρεί τις διατάξεις του παρόντος Νόμου που ισχύουν για την περίπτωσή της, καλεί την εν λόγω αντασφαλιστική επιχείρηση να θέσει τέρμα στην παράβαση του Νόμου εντός συγκεκριμένης προθεσμίας και αναφέρει τις διαπιστώσεις του στην εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της επιχείρησης, ώστε αυτή να λάβει τα κατάλληλα μέτρα.

(2) Σε περίπτωση που, παρά τα ληφθέντα από την εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής μέτρα, η αντασφαλιστική επιχείρηση εξακολουθεί να παραβιάζει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου που ισχύουν στην περίπτωσή της ή σε περίπτωση που τα μέτρα τα οποία έχουν επιβληθεί από την εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της επιχείρησης είναι ανεπαρκή, ο Έφορος, αφού ενημερώσει σχετικά την εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, επιβάλλει οποιεσδήποτε διοικητικές κυρώσεις προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, για την πρόληψη ή την καταστολή νέων παρατυπιών, και, εφόσον τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο, την απαγόρευση της σύναψης νέων συμβάσεων αντασφάλισης από την επιχείρηση αυτή στο έδαφος της Δημοκρατίας.

(3) Κάθε μέτρο που λαμβάνεται δυνάμει του παρόντος άρθρου και το οποίο συνεπάγεται κυρώσεις ή περιορισμούς στην άσκηση αντασφαλιστικών εργασιών, θα πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένο και να κοινοποιείται στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση κράτους μέλους σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, και στην αρμόδια εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής.

(4) Ο Έφορος δύναται, σε σχέση με την εφαρμογή του εδαφίου (2), να παραπέμψει το θέμα στην EIOPA και να ζητήσει τη βοήθειά της σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.

Κυπριακή αντασφαλιστική επιχείρηση που ασκεί δικαίωμα εγκατάστασης ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών σε άλλο κράτος μέλος και παραβιάζει τις νομοθετικές διατάξεις των εν λόγω κρατών μελών

173.-(1) Σε περίπτωση που ο Έφορος ενημερωθεί από εποπτική αρχή του κράτους μέλους ή των κρατών μελών υποδοχής, αναφορικά με την παραβίαση των νομοθετικών διατάξεων των εν λόγω κρατών από Κυπριακή αντασφαλιστική επιχείρηση που ασκεί δικαίωμα εγκατάστασης ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών σε άλλο ή άλλα κράτη μέλη, λαμβάνει το συντομότερο δυνατό όλα τα αναγκαία μέτρα, περιλαμβανομένης της επιβολής διοικητικών κυρώσεων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, για να τερματιστεί η παράβαση και ενημερώνει για τα μέτρα αυτά την εποπτική αρχή του κράτους μέλους ή των κρατών μελών υποδοχής, ανάλογα με την περίπτωση.

(2) Ο Έφορος δύναται να παραπέμψει το θέμα στην EIOPA και να ζητήσει τη βοήθειά της σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.

(3) Κάθε μέτρο που λαμβάνεται από τον Έφορο δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, το οποίο συνεπάγεται κυρώσεις ή περιορισμούς στην άσκηση αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων αιτιολογείται και ανακοινώνεται στην ενδιαφερόμενη αντασφαλιστική επιχείρηση.

ΤΜΗΜΑ 4 - ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Στατιστικά στοιχεία διασυνοριακών δραστηριοτήτων

174. (1) Κάθε κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση που παρέχει ασφαλιστικές εργασίες υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης ή/και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών σε άλλο κράτος μέλος, γνωστοποιεί στον Έφορο, κάνοντας διάκριση μεταξύ των εργασιών που πραγματοποιούνται υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης και εκείνων που πραγματοποιούνται υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, το ποσό των ασφαλίστρων, των απαιτήσεων και των προμηθειών, πριν από την αφαίρεση του ποσού της αντασφάλισης, ανά κράτος μέλος, ως ακολούθως:

(α) για τις ασφάλειες Γενικής Φύσεως, ανά κατηγορία δραστηριοτήτων, σύμφωνα με την αντίστοιχη κατ' εξουσιοδότηση πράξη·

(β) για τις ασφάλειες Ζωής, ανά κατηγορία δραστηριοτήτων, σύμφωνα με την αντίστοιχη κατ' εξουσιοδότηση πράξη.

(2) Όσον αφορά τον κλάδο ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα (Κλάδος 10, Μέρος Α, του Πρώτου Παραρτήματος), μη συμπεριλαμβανομένης της αστικής ευθύνης του μεταφορέα, η σχετική επιχείρηση γνωστοποιεί επίσης στον Έφορο τη συχνότητα και το μέσο κόστος των ασφαλιστικών απαιτήσεων.

(3) Ο Έφορος γνωστοποιεί, εντός εύλογης προθεσμίας και σε συγκεντρωτική βάση, τα στοιχεία που αναφέρονται στο πρώτο και δεύτερο εδάφιο στις εποπτικές αρχές κάθε ενδιαφερόμενου κράτους μέλους που του υποβάλλει σχετικό αίτημα.

ΤΜΗΜΑ 5 - ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ ΣΕ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗΣ
Εκκαθάριση Κυπριακών ασφαλιστικών επιχειρήσεων

175. Σε περίπτωση εκκαθάρισης Κυπριακής ασφαλιστικής επιχείρησης, οι υποχρεώσεις που απορρέουν από ασφαλιστικές συμβάσεις που έχουν συναφθεί από υποκατάστημά της ή στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών σε άλλο κράτος μέλος, εκπληρώνονται κατά τον ίδιο τρόπο όπως και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τις υπόλοιπες ασφαλιστικές συμβάσεις της επιχείρησης ανεξάρτητα από την ιθαγένεια των ασφαλισμένων και των δικαιούχων.

Εκκαθάριση κυπριακών αντασφαλιστικών επιχειρήσεων

176. Σε περίπτωση εκκαθάρισης Κυπριακής αντασφαλιστικής επιχείρησης, οι υποχρεώσεις που απορρέουν από συμβάσεις που έχουν συναφθεί από υποκατάστημά της ή στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών σε άλλο κράτος μέλος, εκπληρώνονται κατά τον ίδιο τρόπο όπως και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τις υπόλοιπες αντασφαλιστικές συμβάσεις της εν λόγω επιχείρησης.