ΜΕΡΟΣ I ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Συνοπτικός τίτλος

1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί Πολιτικής Συμβίωσης Νόμος του 2015.

Ερμηνεία

2. Στο Νόμο αυτό, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια –

«Γενικός Ληξίαρχος» και «Βοηθός Γενικός Ληξίαρχος» έχουν την έννοια που αποδίδεται στους όρους αυτούς από τον περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμο.

«Δημοκρατία» σημαίνει την Κυπριακή Δημοκρατία.

«Δικαστήριο» σημαίνει το Οικογενειακό Δικαστήριο που καθιδρύεται δυνάμει των διατάξεων του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου.

«Ειδικό Μητρώο Πολιτικής Συμβίωσης» σημαίνει το μητρώο που τηρεί ο Βοηθός Γενικός Ληξίαρχος σύμφωνα με το άρθρο 8·

«Έντυπο Πολιτικής Συμβίωσης» σημαίνει το έντυπο που υποβάλλεται στο Ληξίαρχο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6.

«Ληξίαρχος» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και περιλαμβάνει άλλο από το Ληξίαρχο εξουσιοδοτημένο λειτουργό·

«Μητρώο» σημαίνει το μητρώο που τηρεί ο Ληξίαρχος σύμφωνα με το άρθρο 7·

«περιουσία» σημαίνει την κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε οποτεδήποτε μετά τη σύναψη Πολιτικής Συμβίωσης από οποιοδήποτε από τους συμβίους·

«Πιστοποιητικό Πολιτικής Συμβίωσης» σημαίνει το πιστοποιητικό που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7·

«σύμβιοι» σημαίνει τα πρόσωπα τα οποία συνάπτουν Πολιτική Συμβίωση δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 5·

«Πολιτική Συμβίωση» σημαίνει σχέση συμβίωσης, η οποία αναγνωρίζεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου·

«συνεισφορά» σημαίνει την οποιασδήποτε μορφής συνεισφορά των συμβίων στην απόκτηση ή τη δημιουργία περιουσίας και περιλαμβάνει τη φροντίδα της οικογενειακής εστίας και των μελών της οικογένειας·

«τέκνο» σημαίνει πρόσωπο το οποίο δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο (18ο) έτος της ηλικίας του, αλλά δεν περιλαμβάνει έγγαμο πρόσωπο που δεν έχει συμπληρώσει την εν λόγω ηλικία·

«χώρα καταγωγής» σημαίνει τη χώρα της οποίας ο σύμβιος στην Πολιτική Συμβίωση κατέχει την υπηκοότητα ή, εάν ο σύμβιος είναι ανιθαγενής, τη χώρα της συνήθους διαμονής του ή τη χώρα στην οποία κατοικούσε κατά το χρονικό διάστημα των πέντε (5) ετών πριν από την ημερομηνία της εγκατάστασής του στη Δημοκρατία.