ΜΕΡΟΣ ΙV ΕΙΣΠΡΑΞΗ Ή ΛΗΨΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
Αίτηση είσπραξης

11.-(1) Μετά από αίτηση της αιτούσας αρχής, η λαμβάνουσα την αίτηση αρχή στη Δημοκρατία εισπράττει απαιτήσεις, οι οποίες αποτελούν το αντικείμενο τίτλου που επιτρέπει την εκτέλεση της απαίτησης στο κράτος μέλος της αιτούσας αρχής.

(2) Όταν η αιτούσα αρχή στη Δημοκρατία, λάβει γνώση οποιασδήποτε πληροφορίας που αφορά τα γεγονότα της αίτησης είσπραξης, τη διαβιβάζει στη λαμβάνουσα την αίτηση αρχή του άλλου κράτους μέλους.

(3) Το έντυπο της αίτησης είσπραξης καθορίζεται με Γνωστοποίηση του Υπουργού που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

Προϋποθέσεις υποβολής αίτησης είσπραξης

12.-(1) Με εξαίρεση τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο εδάφιο (6) του άρθρου 15, η αιτούσα αρχή στη Δημοκρατία δε δύναται να υποβάλει αίτηση είσπραξης, εάν και καθόσον χρόνο η απαίτηση ή/ και ο τίτλος που επιτρέπει την εκτέλεση αυτής στη Δημοκρατία αμφισβητείται σε αυτή.

(2) Πριν από την υποβολή αίτησης είσπραξης πρέπει να κινηθούν οι δέουσες διαδικασίες είσπραξης, οι οποίες ισχύουν στη Δημοκρατία εκτός από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) αν είναι πρόδηλο ότι δεν υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία προς είσπραξη της απαίτησης στη Δημοκρατία ή ότι οι διαδικασίες αυτές δεν θα καταλήξουν στην εξόφληση της απαίτησης, και η αιτούσα αρχή έχει συγκεκριμένες πληροφορίες που καταδεικνύουν ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο διαθέτει περιουσιακά στοιχεία στο κράτος της λαμβάνουσας την αίτηση αρχής,

(β) εάν η εφαρμογή των διαδικασιών αυτών στη Δημοκρατία θα δημιουργούσε δυσανάλογες δυσχέρειες.

Τίτλος, ο οποίος επιτρέπει την εκτέλεση της απαίτησης και άλλα συνοδευτικά έγγραφα

13.-(1) Κάθε αίτηση είσπραξης συνοδεύεται από ενιαίο τίτλο που επιτρέπει την εκτέλεση της απαίτησης στο κράτος μέλος της λαμβάνουσας την αίτηση αρχής, ο οποίος καθορίζεται στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1189/2011.

(2) Ο ενιαίος τίτλος που επιτρέπει την εκτέλεση της απαίτησης στο κράτος μέλος της λαμβάνουσας την αίτηση αρχής αντικατοπτρίζει το ουσιώδες περιεχόμενο του αρχικού τίτλου που επιτρέπει την εκτέλεση και συνιστά τη μοναδική βάση για τα μέτρα είσπραξης και τα ασφαλιστικά μέτρα τα οποία λαμβάνονται σε αυτό το κράτος μέλος:

Νοείται ότι, ο ενιαίος τίτλος που επιτρέπει την εκτέλεση της απαίτησης δεν υπόκειται σε αναγνώριση, συμπλήρωση ή αντικατάσταση στο κράτος μέλος της λαμβάνουσας την αίτηση αρχής.

(3) Ο ενιαίος τίτλος που επιτρέπει την εκτέλεση περιέχει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

(α) πληροφορίες αναφορικά με το συσχετισμό του με τον αρχικό τίτλο που επιτρέπει την εκτέλεση της απαίτησης, περιγραφή της απαίτησης, περιλαμβανομένων της φύσης της, της χρονικής περιόδου που καλύπτει η απαίτηση, τυχόν ημερομηνιών σχετικών με τη διαδικασία εκτέλεσης της απαίτησης καθώς και του ποσού της απαίτησης και της επιμέρους ανάλυσης αυτού σε κεφάλαιο, οφειλόμενους τόκους, κ.τ.λ.·

(β) όνομα και άλλα στοιχεία σχετικά με τον προσδιορισμό της ταυτότητας του οφειλέτη·

(γ) όνομα, διεύθυνση και άλλες λεπτομέρειες επαφής όσον αφορά:

(i) το γραφείο που είναι υπεύθυνο για τον προσδιορισμό της απαίτησης και, αν διαφέρει·

(ii) το γραφείο από το οποίο δύναται να εξασφαλιστούν περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την απαίτηση ή τις δυνατότητες αμφισβήτησης της υποχρέωσης πληρωμής.

(4) Η αίτηση είσπραξης μπορεί να συνοδεύεται από άλλα έγγραφα σχετικά με την απαίτηση, τα οποία έχουν εκδοθεί στο κράτος μέλος της αιτούσας αρχής.

(5) Με σκοπό την εκτέλεση της απαίτησης για την οποία ζητήθηκε αίτηση συνδρομής, το κράτος μέλος της λαμβάνουσας την αίτηση αρχής χρησιμοποιεί τον ενιαίο τίτλο που επιτρέπει την εκτέλεση της απαίτησης στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες αυτού.

(6) Ο αποδέκτης μπορεί να αιτηθεί να λάβει τον ενιαίο τίτλο ή αντίγραφο αυτού σε μία από τις άλλες επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το αίτημα αυτό πρέπει να υποβληθεί εντός επτά εργάσιμων ημερών από την πρώτη ημερομηνία κατά την οποία αυτός ο ενιαίος τίτλος που επιτρέπει την εκτέλεση στο κράτος μέλος που λαμβάνει την αίτηση, γνωστοποιείται στον αποδέκτη ή χρησιμοποιείται εναντίον του:

Νοείται ότι, τέτοια μεταγενέστερη διαβίβαση μίας άλλης μετάφρασης του ενιαίου τίτλου που επιτρέπει την εκτέλεση στο κράτος μέλος που λαμβάνει την αίτηση, δεν επηρεάζει το κύρος των μέτρων είσπραξης ή των ασφαλιστικών μέτρων που έχουν ήδη ληφθεί με βάση τον ενιαίο τίτλο που επιτρέπει την εκτέλεση της απαίτησης στο κράτος μέλος της λαμβάνουσας την αίτηση αρχής.

Εκτέλεση της αίτησης είσπραξης στη Δημοκρατία

14.-(1) Με σκοπό την είσπραξη, κάθε απαίτηση που αποτελεί αντικείμενο αίτησης είσπραξης τυγχάνει χειρισμού ως απαίτηση της Δημοκρατίας, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στον παρόντα Νόμο:

Νοείται ότι, η λαμβάνουσα την αίτηση αρχή στη Δημοκρατία ασκεί τις εξουσίες και διαδικασίες που προβλέπονται από τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις που ισχύουν στη Δημοκρατία για απαιτήσεις που αφορούν τον ίδιο ή, στην απουσία ιδίου, παρόμοιο φόρο ή δασμό, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στον παρόντα Νόμο.

(2) Eάν η λαμβάνουσα την αίτηση αρχή στη Δημοκρατία κρίνει ότι δεν επιβάλλονται στη Δημοκρατία οι ίδιοι ή παρόμοιοι φόροι ή δασμοί, ασκεί τις εξουσίες και τις διαδικασίες που προβλέπονται από τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις που ισχύουν στη Δημοκρατία για απαιτήσεις που αφορούν φόρους επί των προσωπικών εισοδημάτων, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στον παρόντα Νόμο.

(3) Η λαμβάνουσα την αίτηση αρχή στη Δημοκρατία δεν υποχρεούται να παρέχει σε απαιτήσεις άλλων κρατών μελών τα προνόμια, τα οποία παρέχει σε παρόμοιες απαιτήσεις που γεννώνται στη Δημοκρατία, εκτός αν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά μεταξύ της Δημοκρατίας και άλλου κράτους μέλους ή προβλέπεται στην εθνική νομοθεσία της Δημοκρατίας και σε περίπτωση που η Δημοκρατία παρέχει προνόμια σε απαιτήσεις κάποιου κράτους μέλους, τότε αυτή δεν μπορεί να αρνηθεί την παροχή των ίδιων προνομίων στις ίδιες ή σε παρόμοιες απαιτήσεις άλλων κρατών μελών υπό τις ίδιες προϋποθέσεις.

(4) Η λαμβάνουσα την αίτηση αρχή στη Δημοκρατία εισπράττει την απαίτηση στο νόμισμα της Δημοκρατίας.

(5) Η λαμβάνουσα την αίτηση αρχή στη Δημοκρατία πληροφορεί την αιτούσα αρχή το συντομότερο δυνατόν για τις ενέργειες που έγιναν σε σχέση με την αίτηση είσπραξης.

(6) Η λαμβάνουσα την αίτηση αρχή στη Δημοκρατία επιβάλλει τόκους για εκπρόθεσμη πληρωμή από την ημερομηνία παραλαβής της αίτησης είσπραξης, σύμφωνα με τον περί του Ενιαίου Δημοσίου Επιτοκίου Υπερημερίας Νόμο.

(7) Η λαμβάνουσα την αίτηση αρχή στη Δημοκρατία δύναται, εάν οι νόμοι, οι κανονισμοί ή οι διοικητικές πρακτικές που ισχύουν στη Δημοκρατία το επιτρέπουν, να παρέχει στον οφειλέτη προθεσμία πληρωμής ή να επιτρέπει πληρωμή με δόσεις με την επιβολή τόκου και ακολούθως ενημερώνει ανάλογα την αιτούσα αρχή.

(8) Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 21 (1), η λαμβάνουσα την αίτηση αρχή εμβάζει στην αιτούσα αρχή τα ποσά που εισέπραξε σε σχέση με την απαίτηση και τους τόκους που αναφέρονται στα εδάφια (6) και (7).

Αμφισβητήσεις

15.-(1) Οι αμφισβητήσεις σχετικά με την απαίτηση, τον αρχικό τίτλο που επιτρέπει την εκτέλεση της απαίτησης στο κράτος μέλος της αιτούσας αρχής ή τον ενιαίο τίτλο που επιτρέπει την εκτέλεση της απαίτησης στο κράτος μέλος της λαμβάνουσας την αίτηση αρχής, καθώς και οι αμφισβητήσεις σχετικά με την εγκυρότητα της κοινοποίησης που διενεργήθηκε από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους της αιτούσας αρχής, εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των αρμόδιων οργάνων του κράτους μέλους της αιτούσας αρχής:

Νοείται ότι, σε περίπτωση που στα πλαίσια διαδικασίας είσπραξης της απαίτησης, ένα ενδιαφερόμενο μέρος αμφισβητήσει την απαίτηση, τον αρχικό τίτλο που επιτρέπει την εκτέλεση αυτής στο κράτος μέλος της αιτούσας αρχής ή τον ενιαίο τίτλο που επιτρέπει την εκτέλεση αυτής στο κράτος μέλος της λαμβάνουσας την αίτηση αρχής, η λαμβάνουσα την αίτηση αρχή πληροφορεί το ενδιαφερόμενο αυτό μέρος ότι πρέπει να υποβάλει την αμφισβήτηση του ενώπιον του αρμόδιου οργάνου του κράτους μέλους της αιτούσας αρχής, σύμφωνα με την ισχύουσα σε αυτό νομοθεσία.

(2) Αμφισβητήσεις σχετικά με τα μέτρα εκτέλεσης της απαίτησης, τα οποία λήφθηκαν στο κράτος μέλος της λαμβάνουσας την αίτηση αρχής ή σχετικά με την εγκυρότητα της κοινοποίησης που διενεργήθηκε από την λαμβάνουσα την αίτηση αρχή, υποβάλλονται στο αρμόδιο όργανο του κράτους μέλους της εν λόγω αρχής, σύμφωνα με την ισχύουσα σε αυτό νομοθεσία.

(3) Σε περίπτωση που υποβληθεί αμφισβήτηση στο αρμόδιο όργανο του κράτους μέλους της αιτούσας αρχής σύμφωνα με το εδάφιο (1), τότε η αιτούσα αρχή πληροφορεί σχετικά τη λαμβάνουσα την αίτηση αρχή και αναφέρει την έκταση στην οποία δεν αμφισβητείται η απαίτηση.

(4) Μόλις η λαμβάνουσα την αίτηση αρχή λάβει τις πληροφορίες οι οποίες αναφέρονται στο εδάφιο (3), είτε από την αιτούσα αρχή, είτε από το ενδιαφερόμενο μέρος, αναστέλλει τη διαδικασία εκτέλεσης της απαίτησης όσον αφορά το αμφισβητούμενο μέρος της απαίτησης, εκκρεμούσης της απόφασης του αρμόδιου στο θέμα αυτό οργάνου, εκτός εάν η αιτούσα αρχή υποβάλει διαφορετικό αίτημα σύμφωνα με το εδάφιο (6).

(5) Μετά από αίτημα της αιτούσας αρχής ή σε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο από τη λαμβάνουσα την αίτηση αρχή και υπό την επιφύλαξη του άρθρου 17, η λαμβάνουσα την αίτηση αρχή στη Δημοκρατία δύναται να λάβει ασφαλιστικά μέτρα για τη διασφάλιση της είσπραξης της απαίτησης, εφόσον οι νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις που ισχύουν στη Δημοκρατία το επιτρέπουν.

(6) Η αιτούσα αρχή δύναται, σύμφωνα με τις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις και τις διοικητικές πρακτικές που ισχύουν στο κράτος μέλος όπου βρίσκεται, να ζητά από τη λαμβάνουσα την αίτηση αρχή να εισπράξει αμφισβητούμενη απαίτηση ή το αμφισβητούμενο μέρος της απαίτησης, εφόσον οι νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις και οι διοικητικές πρακτικές που ισχύουν στο κράτος μέλος της λαμβάνουσας την αίτηση αρχής το επιτρέπουν και κάθε τέτοιο αίτημα πρέπει να αιτιολογείται:

Νοείται ότι, σε περίπτωση που η έκβαση της αμφισβήτησης αποβεί ευνοϊκή για τον οφειλέτη, η αιτούσα αρχή υποχρεούται να επιστρέψει κάθε εισπραχθέν ποσό, προσαυξημένο με την τυχόν οφειλόμενη αποζημίωση, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία του κράτους μέλους της λαμβάνουσας την αίτηση αρχής.

(7) Σε περίπτωση έναρξης διαδικασίας αμοιβαίας συμφωνίας από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους της αιτούσας αρχής ή του κράτους μέλους της λαμβάνουσας την αίτηση αρχής και η έκβαση της διαδικασίας ενδέχεται να επηρεάσει την απαίτηση για την οποία ζητήθηκε συνδρομή, τα μέτρα είσπραξης αναστέλλονται ή διακόπτονται μέχρι τον τερματισμό της διαδικασίας αυτής, εκτός εάν η εν λόγω διαδικασία σχετίζεται με υπόθεση που χαρακτηρίζεται ως επείγουσα, λόγω απάτης ή αφερεγγυότητας και σε περίπτωση αναστολής ή διακοπής των μέτρων είσπραξης, εφαρμόζονται οι διατάξεις του εδαφίου (5).

Τροποποίηση ή απόσυρση της αίτησης είσπραξης

16.-(1) Η αιτούσα αρχή πληροφορεί άμεσα τη λαμβάνουσα την αίτηση αρχή για κάθε μεταγενέστερη τροποποίηση της αίτησης είσπραξης που έχει υποβάλει ή για την απόσυρσή της και αναφέρει τους λόγους για την τροποποίηση ή την απόσυρση αυτής.

(2) Σε περίπτωση που η τροποποίηση της αίτησης οφείλεται σε απόφαση του αρμόδιου οργάνου, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 15(1), η αιτούσα αρχή γνωστοποιεί την απόφαση αυτή μαζί με τον αναθεωρημένο ενιαίο τίτλο που επιτρέπει την εκτέλεση της απαίτησης στο κράτος μέλος της λαμβάνουσας την αίτηση αρχής, η οποία προβαίνει στη συνέχεια στη λήψη περαιτέρω μέτρων είσπραξης με βάση τον αναθεωρημένο τίτλο.

(3) Τα μέτρα είσπραξης ή τα ασφαλιστικά μέτρα που ήδη λήφθηκαν με βάση τον αρχικό ενιαίο τίτλο που επιτρέπει την εκτέλεση της απαίτησης στο κράτος μέλος της λαμβάνουσας την αίτηση αρχής, μπορούν να συνεχιστούν με βάση τον αναθεωρημένο τίτλο, εκτός εάν η τροποποίηση της αίτησης οφείλεται στην ακυρότητα του αρχικού τίτλου που επέτρεπε την εκτέλεση στο κράτος μέλος της αιτούσας αρχής ή του αρχικού ενιαίου τίτλου που επέτρεπε την εκτέλεση της απαίτησης στο κράτος μέλος της λαμβάνουσας την αίτηση αρχής.

(4) Καθόσον αφορά τον αναθεωρημένο τίτλο, ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 13 και 15.

Αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων

17.-(1) Μετά από αίτηση της αιτούσας αρχής, η λαμβάνουσα την αίτηση αρχή στη Δημοκρατία λαμβάνει ασφαλιστικά μέτρα, εφόσον οι νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις που ισχύουν στη Δημοκρατία το επιτρέπουν και σύμφωνα με τις διοικητικές πρακτικές αυτής, για διασφάλιση της είσπραξης όταν η απαίτηση ή ο τίτλος που επιτρέπει την εκτέλεση στο κράτος μέλος της αιτούσας αρχής αμφισβητείται κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης, ή όταν η απαίτηση δεν αποτελεί ακόμη αντικείμενο τίτλου που επιτρέπει την εκτέλεση της απαίτησης στο κράτος μέλος της αιτούσας αρχής, στην έκταση που η λήψη ασφαλιστικών μέτρων είναι επίσης δυνατή, σε παρόμοιες περιπτώσεις, σύμφωνα με τις νομοθετικές διατάξεις και τις διοικητικές πρακτικές του κράτους μέλους της αιτούσας αρχής.

(2) Σε περίπτωση που έχει συνταχθεί έγγραφο, το οποίο επιτρέπει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων στο κράτος μέλος της αιτούσας αρχής και αφορά την απαίτηση για την είσπραξη της οποίας ζητείται αμοιβαία συνδρομή, αυτό επισυνάπτεται στην αίτηση για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων στο κράτος μέλος της λαμβάνουσας την αίτηση αρχής και το έγγραφο αυτό δεν υπόκειται σε αναγνώριση, συμπλήρωση ή αντικατάσταση στο κράτος μέλος της λαμβάνουσας την αίτηση αρχής.

(3) Η αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων μπορεί να συνοδεύεται από άλλα έγγραφα σχετικά με την απαίτηση, τα οποία έχουν εκδοθεί στο κράτος μέλος της αιτούσας αρχής.

(4) Ο τύπος της αίτησης λήψης ασφαλιστικών μέτρων καθορίζεται με Γνωστοποίηση του Υπουργού που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

Κανόνες που διέπουν την αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων

18. Για την εφαρμογή του άρθρου 17, εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, τα άρθρα 11(2), 14 (1) και (2), 15 και 16.

Δικαίωμα άρνησης παροχής συνδρομής

19.-(1) Όταν η λαμβάνουσα την αίτηση αρχή βρίσκεται στη Δημοκρατία, αυτή δεν υποχρεούται:

(α) να παρέχει την προβλεπόμενη από τα άρθρα 11 έως 17 συνδρομή, εάν η είσπραξη της απαίτησης λόγω της κατάστασης του οφειλέτη, μπορεί να δημιουργήσει σοβαρές οικονομικές ή κοινωνικές δυσχέρειες στη Δημοκρατία, εφόσον οι νόμοι, οι κανονισμοί και οι διοικητικές πρακτικές που ισχύουν στη Δημοκρατία επιτρέπουν τέτοια εξαίρεση για παρόμοιες απαιτήσεις που γεννήθηκαν στη Δημοκρατία·

(β) να παρέχει την προβλεπόμενη από τα άρθρα 6 και 8 έως 17 συνδρομή, εάν η υποβαλλόμενη βάσει των άρθρων 6, 8, 9, 11 ή 17 αρχική αίτηση συνδρομής, αφορά απαιτήσεις παλαιότερες των πέντε ετών από την ημερομηνία κατά την οποία η απαίτηση κατέστη πληρωτέα στο κράτος μέλος της αιτούσας αρχής μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αρχικής αίτησης συνδρομής:

Νοείται ότι, όταν αμφισβητείται η απαίτηση ή ο αρχικός τίτλος που επιτρέπει την εκτέλεση της απαίτησης στο κράτος μέλος της αιτούσας αρχής, η προθεσμία των πέντε ετών θεωρείται ότι αρχίζει από τη στιγμή κατά την οποία το κράτος μέλος της αιτούσας αρχής αποφαίνεται ότι η απαίτηση ή ο τίτλος που επιτρέπει την εκτέλεση δεν μπορεί πλέον να αμφισβητηθεί:

Νοείται περαιτέρω ότι, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους της αιτούσας αρχής αναβάλλουν την πληρωμή ή καταρτίζουν πρόγραμμα πληρωμών σε δόσεις, η προθεσμία των πέντε ετών θεωρείται ότι αρχίζει από τη στιγμή που λήγει η συνολική προθεσμία πληρωμής·

(γ) να παρέχει τη συνδρομή, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στη παράγραφο (β) του παρόντος εδαφίου, σε σχέση με απαιτήσεις που είναι παλαιότερες των δέκα ετών, από την ημερομηνία κατά την οποία η απαίτηση κατέστη πληρωτέα στο κράτος μέλος της αιτούσας αρχής·

(δ) να παρέχει συνδρομή εάν το συνολικό ποσό των απαιτήσεων που καλύπτονται από τον παρόντα Νόμο, για το οποίο ζητείται συνδρομή είναι κατώτερο των χιλίων πεντακοσίων ευρώ (€1500).

(2) Η λαμβάνουσα την αίτηση αρχή πληροφορεί την αιτούσα αρχή για τους λόγους που αρνείται να ικανοποιήσει την αίτηση συνδρομής.

Παραγραφή

20.-(1) Τα θέματα που αφορούν την παραγραφή διέπονται αποκλειστικά από την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία του κράτους μέλους της αιτούσας αρχής.

(2)(α) Όσον αφορά την αναστολή, διακοπή ή παράταση της προθεσμίας παραγραφής, οι ενέργειες είσπραξης που πραγματοποιούνται από τη λαμβάνουσα την αίτηση αρχή ή για λογαριασμό της, σύμφωνα με την αίτηση συνδρομής και έχουν ως αποτέλεσμα την αναστολή, διακοπή ή παράταση της προθεσμίας παραγραφής σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία του κράτους μέλους της λαμβάνουσας την αίτηση αρχής, θεωρείται ότι έχουν το ίδιο αποτέλεσμα στο κράτος μέλος της αιτούσας αρχής, νοούμενου ότι προβλέπεται αντίστοιχη διάταξη σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία του κράτους μέλους της αιτούσας αρχής.

(β) Σε περίπτωση που στην ισχύουσα νομοθεσία του κράτους μέλους της λαμβάνουσας την αίτηση αρχής δεν προβλέπεται δυνατότητα αναστολής, διακοπής ή παράτασης της προθεσμίας παραγραφής, οι ενέργειες είσπραξης που πραγματοποιούνται από τη λαμβάνουσα την αίτηση αρχή ή για λογαριασμό της, σύμφωνα με την αίτηση συνδρομής και οι οποίες, αν είχαν πραγματοποιηθεί από την αιτούσα αρχή ή για λογαριασμό της στο κράτος μέλος όπου αυτή βρίσκεται, θα είχαν ως αποτέλεσμα την αναστολή, διακοπή ή παράταση της προθεσμίας παραγραφής, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία του κράτους μέλους της αιτούσας αρχής, θεωρούνται, όσον αφορά αυτό το αποτέλεσμα, ότι έχουν πραγματοποιηθεί σε αυτό το τελευταίο κράτος μέλος:

Νοείται ότι, οι παράγραφοι (α) και (β) δεν επηρεάζουν το δικαίωμα των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους της αιτούσας αρχής να λαμβάνουν μέτρα για την αναστολή, διακοπή ή παράταση της προθεσμίας παραγραφής σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία αυτού του κράτους μέλους.

(3) Η αιτούσα αρχή και η λαμβάνουσα την αίτηση αρχή ενημερώνει η μια την άλλη για οποιεσδήποτε ενέργειες με τις οποίες διακόπτεται, αναστέλλεται ή παρατείνεται η προθεσμία παραγραφής της απαίτησης για την οποία έχει ζητηθεί η είσπραξη ή η λήψη ασφαλιστικών μέτρων ή για ενέργειες οι οποίες ενδέχεται να έχουν αυτό το αποτέλεσμα.

Έξοδα

21.-(1) Πέραν των ποσών που προβλέπονται στο άρθρο 14(8), η λαμβάνουσα την αίτηση αρχή στη Δημοκρατία επιδιώκει να εισπράξει από το ενδιαφερόμενο πρόσωπο και να παρακρατήσει τα συνδεόμενα με την είσπραξη έξοδα με τα οποία επιβαρύνθηκε, σύμφωνα με τις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις που ισχύουν στη Δημοκρατία.

(2) Η Δημοκρατία παραιτείται, με βάση την αρχή της αμοιβαιότητας, από τυχόν απαίτηση για απόδοση των εξόδων που προέκυψαν από την αμοιβαία συνδρομή την οποία παρέχει σε άλλο κράτος μέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και την Οδηγία 2010/24/ΕΕ.

(3) Σε περίπτωση που η είσπραξη της απαίτησης παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσκολία, χαρακτηρίζεται από πολύ μεγάλο ποσό εξόδων ή συνδέεται με την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, η αιτούσα αρχή και η λαμβάνουσα την αίτηση αρχή μπορούν, ειδικά για κάθε περίπτωση, να συμφωνούν διακανονισμό απόδοσης εξόδων.

(4) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (2) του παρόντος άρθρου, το κράτος μέλος της αιτούσας αρχής παραμένει υπεύθυνο έναντι του κράτους μέλους της λαμβάνουσας την αίτηση αρχής για όλα τα έξοδα και τις ζημίες που υπέστη κατόπιν ενεργειών που κρίθηκαν αβάσιμες, είτε ως προς την ύπαρξη της απαίτησης, είτε ως προς την εγκυρότητα του τίτλου που επιτρέπει την εκτέλεση της απαίτησης ο οποίος εκδόθηκε από την αιτούσα αρχή ή/και των ληφθέντων ασφαλιστικών μέτρων.

(5) Ο Υπουργός με απόφασή του ορίζει τουλάχιστον ένα λειτουργό δεόντως εξουσιοδοτημένο να διακανονίζει την απόδοση εξόδων που αναφέρονται στο εδάφιο (2) και το όνομα και η διεύθυνση του εν λόγω λειτουργού κοινοποιείται στην Επιτροπή.