Προοίμιο

Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:

Συνοπτικός τίτλος

1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί της Αναγνώρισης της Συνδικαλιστικής Οργάνωσης και του Δικαιώματος Παροχής Συνδικαλιστικών Διευκολύνσεων για Σκοπούς Αναγνώρισης Νόμος του 2012.

Ερμηνεία

2. Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια -

"αναγνώριση" σημαίνει την αναγνώριση εγγεγραμμένης συντεχνίας από τον εργοδότη για σκοπούς διαπραγμάτευσης, σύμφωνα με την ισχύουσα πρακτική·

"διάταγμα αναγνώρισης" σημαίνει το διάταγμα που εκδίδεται από τον Έφορο Συντεχνιών, με βάση το οποίο ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να αναγνωρίσει εγγεγραμμένη συντεχνία για σκοπούς διαπραγμάτευσης για σύναψη συλλογικής σύμβασης·

"διαπραγματευτική μονάδα" σημαίνει την επιχείρηση για την οποία εγγεγραμμένη συντεχνία υποβάλλει αίτηση για έκδοση διατάγματος αναγνώρισής της από τον εργοδότη για σκοπούς διαπραγμάτευσης για σύναψη συλλογικής σύμβασης·

"Έφορος" σημαίνει τον Έφορο Συντεχνιών, τον οριζόμενο δυνάμει του περί Συντεχνιών Νόμου και περιλαμβάνει οποιοδήποτε λειτουργό ο οποίος ορίζεται και εξουσιοδοτείται να ενεργεί για σκοπούς εφαρμογής του παρόντος Νόμου·

"ημέρες" σημαίνει εργάσιμες ημέρες·

"συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι" σημαίνει τους αντιπροσώπους ή εκπρόσωπους των εργοδοτουμένων δυνάμει του περί της Σύμβασης περί των Αντιπροσώπων των Εργαζομένων (Κυρωτικού) Νόμου·

"συντεχνία ή αιτούσα συντεχνία" σημαίνει συντεχνία ή ομοσπονδία ή συνομοσπονδία εγγεγραμμένη δυνάμει του περί Συντεχνιών Νόμου·

“Υπουργός” σημαίνει τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.

Υποβολή αίτησης για αναγνώριση

3. Εγγεγραμμένη συντεχνία που επιδιώκει την αναγνώρισή της για σκοπούς διαπραγμάτευσης για τη σύναψη συλλογικής σύμβασης σε καθορισμένη διαπραγματευτική μονάδα και νοουμένου ότι ο εργοδότης αρνείται να την αναγνωρίσει για το σκοπό αυτό, δύναται να υποβάλει αίτηση στον Έφορο για την έκδοση διατάγματος αναγνώρισής της.

Συνένωση αιτήσεων

4.-(1) Η αίτηση για αναγνώριση στην ίδια διαπραγματευτική μονάδα δύναται να υποβάλλεται ξεχωριστά ή από κοινού με άλλη συντεχνία. Σε περίπτωση από κοινού υποβολής αίτησης για αναγνώριση, ο Έφορος θα τη θεωρεί ως μία αίτηση, για τους σκοπούς εφαρμογής του παρόντος Νόμου.

(2) Σε περίπτωση υποβολής δύο ή περισσότερων αιτήσεων από διαφορετικές συντεχνίες για την ίδια διαπραγματευτική μονάδα, ο Έφορος διαβουλεύεται με τις συντεχνίες που υπέβαλαν τις αιτήσεις για αναγνώριση, με στόχο τη συνένωση των αιτήσεων. Σε περίπτωση που οι ενδιαφερόμενες συντεχνίες συμφωνήσουν να συνενώσουν τις αιτήσεις τους τότε αυτές, για σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Νόμου, θα θεωρούνται ως μία αίτηση.

(3) Σε περίπτωση που οι συντεχνίες που υπέβαλαν τις αιτήσεις για αναγνώριση δεν συμφωνήσουν στη συνένωση των αιτήσεών τους, τότε ο ΄Εφορος εφαρμόζει τη διαδικασία του παρόντος Νόμου σε σχέση με την αίτηση που υποβλήθηκε πρώτη, νοουμένου ότι από την προκαταρκτική εξέταση της αίτησης από τον Έφορο, προκύπτει ότι ικανοποιούνται κατ’ αρχήν τα κριτήρια του άρθρου 7. Αφού εξετάσει την αίτηση που υποβλήθηκε πρώτη, ο Έφορος προβαίνει, με βάση την ίδια διαδικασία, σε προκαταρκτική εξέταση και των υπολοίπων αιτήσεων κατά προτεραιότητα, με βάση τη χρονική σειρά υποβολής τους.

Προκαταρκτική εξέταση από τον ΄Εφορο

5.-(1) Εντός περιόδου που δεν υπερβαίνει τις πέντε μέρες από τη λήψη της αίτησης για αναγνώριση, ο Έφορος διενεργεί προκαταρκτική εξέταση για να ελέγξει κατά πόσο πληρούνται τα από το άρθρο 7 καθοριζόμενα κριτήρια αποδοχής αίτησης για αναγνώριση της συνδικαλιστικής οργάνωσης για σκοπούς διαπραγμάτευσης και πληροφορεί ανάλογα την ενδιαφερόμενη συντεχνία για το αποτέλεσμα της προκαταρκτικής εξέτασης.

(2) Αν από την προκαταρκτική εξέταση ο Έφορος ικανοποιηθεί ότι πληρούνται τα από το άρθρο 7 καθοριζόμενα κριτήρια, αποστέλλει αντίγραφο της αίτησης στον εργοδότη, με κοινοποίηση στη συντεχνία. Κατά την κοινοποίηση της αίτησης στον εργοδότη, ο Έφορος δεν θα κοινοποιεί πληροφορίες ή στοιχεία που αναφέρονται ονομαστικά σε οποιοδήποτε εργοδοτούμενο που απασχολείται στην διαπραγματευτική μονάδα του εργοδότη.

Υποχρέωση του εργοδότη για αποστολή ονομαστικού καταλόγου του προσωπικού

6. Ο εργοδότης με την λήψη της κοινοποιηθείσας από τον Έφορο αίτησης της συντεχνίας, είναι υποχρεωμένος να αποστείλει εντός πέντε (5) ημερών ονομαστικό κατάλογο του συνόλου του προσωπικού που απασχόλησε, κάτω από οποιοδήποτε καθεστώς απασχόλησης, κατά τους τελευταίους έξι (6) μήνες πριν την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για αναγνώριση. Τα στοιχεία που θα αποστέλλονται με τον ονομαστικό κατάλογο πρέπει να περιλαμβάνουν ονοματεπώνυμο, διεύθυνση, αριθμό ταυτότητας ή διαβατηρίου, καθώς και στοιχεία αναφορικά με το καθεστώς απασχόλησης του κάθε εργοδοτούμενου:

Νοείται ότι σε περίπτωση που προκύψει διαφωνία σε σχέση με τον καθορισμό του κριτηρίου αποδοχής της αίτησης που προβλέπεται στο εδάφιο (β) του άρθρου 7 του παρόντος Νόμου, ή σε σχέση με τον καταρτισμό του καταλόγου με τα ονόματα των εργοδοτουμένων που έχουν δικαίωμα ψήφου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 10 του παρόντος Νόμου, ο Έφορος δικαιούται να ζητήσει οποιαδήποτε στοιχεία και έγγραφα κρίνει αναγκαία από οποιαδήποτε δημόσια υπηρεσία, αρχή, ή συντεχνία, η οποία υποχρεούται να του τα παράσχει.

Κριτήρια αποδοχής αιτήσεων για αναγνώριση

7. Προκειμένου ο Έφορος να αποδεχτεί μία αίτηση για αναγνώριση πρέπει να πληρούνται τα ακόλουθα κριτήρια:

(α) Να διευκρινίζεται σε αυτήν επαρκώς η διαπραγματευτική μονάδα,

(β) ο εργοδότης να απασχολούσε στη διαπραγματευτική μονάδα για την οποία υποβάλλεται η αίτηση αναγνώρισης τουλάχιστον τριάντα (30) εργοδοτούμενους κατά μέσο όρο κατά τους τελευταίους έξι μήνες πριν την ημερομηνία υποβολής της αίτησης,

(γ) τουλάχιστον το 25% των εργοδοτουμένων που απασχολούνται στη διαπραγματευτική μονάδα κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης να είναι μέλη της αιτούσας συντεχνίας, και

(δ) να μην εκκρεμεί διαδικασία μεσολάβησης, σύμφωνα με την ισχύουσα πρακτική, με θέμα το δικαίωμα της οργάνωσης ή της αναγνώρισης της συνδικαλιστικής οργάνωσης, ενώπιον του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων:

Νοείται ότι για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ο αριθμός των εργοδοτουμένων που απασχολούνται στη διαπραγματευτική μονάδα κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης καθορίζεται με βάση τον μέσο αριθμό εργοδοτουμένων ανά μήνα που απασχολούνται με σύμβαση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου ή με μερική απασχόληση είτε κάτω από τέτοιες περιστάσεις, από τις οποίες να μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτουμένου. Συμβάσεις εργασίας εργοδοτουμένων ορισμένου χρόνου συνολικής διάρκειας έξι τουλάχιστον μηνών κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για αναγνώριση ή συμβάσεις εργασίας εργοδοτουμένων με μερική απασχόληση, των οποίων η συνολική απασχόληση δεν αποτελεί ευκαιριακή απασχόληση σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Εργοδοτουμένων με Μερική Απασχόληση (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου, ανάγονται σε πλήρη απασχόληση όσον αφορά τον υπολογισμό του αριθμού των εργοδοτουμένων της επιχείρησης:

Νοείται περαιτέρω ότι, κατά τον υπολογισμό του ποσοστού που αναφέρεται στο εδάφιο (γ) του άρθρου 7, αν υπάρχει δεκαδικό ψηφίο, τότε στρογγυλοποιείται προς τα πάνω, αν το πρώτο δεκαδικό ψηφίο είναι ίσο ή μεγαλύτερο του πέντε (5). Στην περίπτωση που το πρώτο δεκαδικό ψηφίο είναι μικρότερο από πέντε (5), τότε το ποσοστό στρογγυλοποιείται προς τα κάτω.

Ένσταση εργοδότη σε σχέση με την αίτηση για αναγνώριση

8.-(1) Οποιοσδήποτε εργοδότης δεν συμφωνεί ως προς το κατά πόσο πληρούνται τα κριτήρια που αναφέρονται στο άρθρο 7 του παρόντος Νόμου, δύναται εντός δέκα (10) ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης σ’ αυτόν της αίτησης να υποβάλει σχετική ένσταση προς τον Έφορο, επεξηγώντας τους λόγους πάνω στους οποίους στηρίζεται η ένσταση του.

(2) Για την εξέταση της ένστασης ο Έφορος καλεί τη συντεχνία και τον εργοδότη σε κοινές ή κατ’ ιδίαν συναντήσεις στο γραφείο του προκειμένου να εξεταστούν οι λόγοι της ένστασης.

Αποδοχή ή μη αίτησης για αναγνώριση

9.-(1) Ο Έφορος, με την εκπνοή της κατά το εδάφιο (1) του άρθρου 8 προθεσμίας ή εντός δεκαπέντε ημερών από την ημερομηνία αποστολής της αίτησης στον εργοδότη, ενημερώνει γραπτώς και τις δυο πλευρές, με αιτιολογημένη απάντηση, κατά πόσο η αίτηση γίνεται αποδεκτή ή όχι.

(2) Σε περίπτωση που η αίτηση δεν γίνει αποδεκτή από τον Έφορο, λόγω μη ικανοποίησης των κριτηρίων που καθορίζονται στο άρθρο 7 ή λόγω αποδοχής της ένστασης του εργοδότη, όπως καθορίζεται στο άρθρο 8, καμία νέα αίτηση που αφορά αναγνώριση για τη συγκεκριμένη διαπραγματευτική μονάδα δεν μπορεί να υποβληθεί από την αιτούσα συντεχνία προτού παρέλθει χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών από την ημερομηνία που απορρίφθηκε η τελευταία αίτηση από τον Έφορο.

Απόφαση του Εφόρου για διεξαγωγή μυστικής ψηφοφορίας

10.-(1) Με την αποδοχή της αίτησης, ο Έφορος ενημερώνει γραπτώς τις ενδιαφερόμενες πλευρές για την απόφασή του να διεξαγάγει μυστική ψηφοφορία στη διαπραγματευτική μονάδα για να διαφανεί αν το προσωπικό θέλει να εκπροσωπείται από την αιτούσα συντεχνία για σκοπούς συλλογικής διαπραγμάτευσης, υπό την επίβλεψη του ιδίου ή εξουσιοδοτημένου λειτουργού του και τις πληροφορεί για την ημερομηνία, την ώρα, το χώρο διεξαγωγής της μυστικής ψηφοφορίας και για τον κατάλογο με τα ονόματα των εργοδοτουμένων της διαπραγματευτικής μονάδας που με βάση τα εξασφαλισθέντα στοιχεία δικαιούνται να ψηφίσουν:

Νοείται ότι στις περιπτώσεις κατά τις οποίες πέραν του 50% των εργοδοτουμένων στην επιχείρηση είναι ήδη μέλη της αιτούσας συντεχνίας, ο Έφορος εκδίδει διάταγμα αναγνώρισης, χωρίς να χρειάζεται η διεξαγωγή μυστικής ψηφοφορίας και κοινοποιεί την απόφασή του και στις δύο πλευρές.

(2) Η μυστική ψηφοφορία διεξάγεται το αργότερο μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την ημερομηνία της επιστολής, με την οποία ο Έφορος ενημερώνει τις δύο πλευρές για την απόφασή του για διεξαγωγή μυστικής ψηφοφορίας.

Διεξαγωγή της μυστικής ψηφοφορίας και έκδοση διατάγματος αναγνώρισης

11.-(1) Ο Έφορος κατά την καθορισμένη ημερομηνία, ώρα και τόπο, διεξαγωγής της μυστικής ψηφοφορίας παραδίδει σφραγισμένο από τον ίδιο ψηφοδέλτιο στον κάθε δικαιούχο εργαζόμενο με βάση τον κατάλογο των εργοδοτουμένων που δικαιούνται να ψηφίσουν και διεξάγεται η μυστική ψηφοφορία:

Νοείται ότι δεν επιτρέπεται στον εργοδότη ή σε εκπρόσωπό του να παρευρίσκονται στον καθορισμένο χώρο κατά την διάρκεια διεξαγωγής της μυστικής ψηφοφορίας.

(2) Με την ολοκλήρωση της ψηφοφορίας, η κάλπη ανοίγεται από τον Έφορο στην παρουσία δύο εκπροσώπων της κάθε πλευράς και αυτός προβαίνει στην καταμέτρηση των ψήφων.

(3) Αν το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας καταδείξει ότι πέραν του 50% των όσων έλαβαν μέρος στην ψηφοφορία ψήφισε υπέρ και το ποσοστό αυτό αποτελεί τουλάχιστον το 40% του συνόλου των εργοδοτουμένων που είχαν δικαίωμα ψήφου, τότε ο Έφορος εκδίδει διάταγμα αναγνώρισης.

Αναστολή υποβολής Αιτήσεων

12. Σε περίπτωση που το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας καταδείξει ότι δεν συγκεντρώθηκε το προβλεπόμενο στο εδάφιο (3) του άρθρου 11 ποσοστό, τότε ο Έφορος ενημερώνει γραπτώς τις δύο πλευρές και καμία νέα αίτηση για αναγνώριση για τη συγκεκριμένη διαπραγματευτική μονάδα δεν θα γίνεται αποδεκτή για περίοδο δύο (2) ετών από την ημερομηνία διεξαγωγής της ψηφοφορίας, εκτός και αν τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, ο Έφορος πειστεί ότι η αιτούσα συντεχνία με την υποβολή νέας αίτησης αναγνώρισης έχει ήδη οργανώσει πέραν του 50% των εργοδοτουμένων που απασχολούνται στη διαπραγματευτική μονάδα οπότε εκδίδει διάταγμα αναγνώρισης:

Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Έφορος κατά την εξέταση νέας αίτησης αποφανθεί ότι η αιτούσα συντεχνία δεν έχει οργανώσει το απαιτούμενο ποσοστό μελών, τότε η αίτηση θα απορρίπτεται και καμία νέα αίτηση δεν θα μπορεί να υποβάλλεται προτού παρέλθει το κατά το παρόν άρθρο χρονικό περιθώριο των δύο (2) ετών.

Δικαίωμα πρόσβασης στις περιπτώσεις που έχει υποβληθεί αίτηση για αναγνώριση συντεχνίας

13. Στην περίπτωση που ο Έφορος έχει ειδοποιήσει τις δύο πλευρές για την πρόθεση του να διενεργηθεί μυστική ψηφοφορία, η συντεχνία δικαιούται να οργανώνει συγκεντρώσεις στους χώρους της διαπραγματευτικής μονάδας για την οποία υποβλήθηκε η αίτηση, όπως θα συμφωνηθεί μεταξύ των δύο πλευρών ή όπως θα καθοριστεί από τον Έφορο:

Νοείται ότι η συντεχνία θα ενημερώνει έγκαιρα τον εργοδότη για τα ονόματα των συνδικαλιστικών εκπροσώπων οι οποίοι θα επισκέπτονται τους χώρους εργασίας, καθώς και την ακριβή ημερομηνία και ώρα διεξαγωγής οποιασδήποτε συγκέντρωσης, νοουμένου ότι αυτές θα διεξαχθούν στο χώρο εργασίας, ώστε να καθίσταται δυνατό ο εργοδότης να παραχωρεί τις αναγκαίες διευκολύνσεις. Αν κρίνεται αναγκαίο από τη συντεχνία η διαδικασία ενημέρωσης του εργοδότη μπορεί να γίνεται μέσω του Εφόρου:

Νοείται περαιτέρω ότι κατά τη διεξαγωγή των συγκεντρώσεων δεν θα παρακωλύεται η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης.

Καθήκον ενημέρωσης

14. Ο Έφορος μεριμνά για -

(α) την παροχή πληροφοριών, συμβουλών και υποδείξεων προς τους εργοδότες και τους εργοδοτούμενους, σχετικά με τον αποτελεσματικό τρόπο τήρησης των διατάξεων του παρόντος Νόμου˙

(β) την αναφορά προς τον Υπουργό προβλημάτων που δημιουργούνται κατά την εφαρμογή του Νόμου και την υποβολή προτάσεων σχετικά με μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την αντιμετώπισή τους.

Εξουσίες του Εφόρου ή εξουσιοδοτημένου λειτουργού

15.-(1) Ο Έφορος για τους σκοπούς της εφαρμογής του παρόντος Νόμου, δύναται -

(α) να συνοδεύεται από μέλος της αστυνομίας, αν έχει αιτιολογημένα εύλογη αιτία να πιστεύει ότι θα παρεμποδισθεί στην άσκηση των εξουσιών του ή στην εκτέλεση των καθηκόντων του, οπόταν η αστυνομία έχει υποχρέωση να διαθέτει ένα ή περισσότερα μέλη της για να τον συνοδεύουν˙

(β) να συνοδεύεται από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ήθελε κρίνει αναγκαίο.

(γ) να προβαίνει σε ελέγχους, έρευνες, ανακρίσεις ή εξετάσεις, όπως θεωρεί αναγκαίο, για τη διαπίστωση της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Νόμου, και ιδίως -

(i) να απαιτεί από οποιοδήποτε πρόσωπο, για το οποίο έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι μπορεί να παράσχει πληροφορίες ή διευκρινίσεις σχετιζόμενες με την εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου, να απαντά σε σχετικές ερωτήσεις, μόνο του ή στην παρουσία οποιουδήποτε άλλου προσώπου, την οποία μπορεί ο ΄Εφορος να απαιτήσει ή να επιτρέψει, καθώς και να απαιτεί από το πρόσωπο αυτό να υπογράφει δήλωση ότι οι πληροφορίες, οι διευκρινήσεις και οι απαντήσεις του είναι αληθείς·

(ii) να απαιτεί από οποιοδήποτε πρόσωπο στο χώρο εργασίας να του παρέχει, για θέματα τα οποία είναι υπό τον έλεγχο ή την ευθύνη του προσώπου αυτού, τις διευκολύνσεις και τη βοήθεια που είναι αναγκαίες για την ενάσκηση από τον ίδιο οποιασδήποτε από τις εξουσίες που προκύπτουν από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου·

(2) Κατά τη διάρκεια της, κατά το εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου, επίσκεψής του για έλεγχο, έρευνα, ανάκριση ή διενέργεια εξετάσεων, ο Έφορος θα ενημερώνει τον εργοδότη ή εκπρόσωπό του για την παρουσία του, εκτός εάν θεωρεί ότι αυτό θα επηρεάσει δυσμενώς την εκτέλεση των καθηκόντων του.

Ενέργειες του Εφόρου σε περίπτωση υποβολής παραπόνου

16.-(1) Ο Έφορος μπορεί να δέχεται παράπονα σχετικά με διαφορά που πιθανόν να προκύψει από την εφαρμογή του παρόντος Νόμου, από οποιοδήποτε πρόσωπο θεωρεί ότι θίγεται από τη διαφορά αυτή, καθώς και για λογαριασμό τέτοιου προσώπου από πρόσωπο που είναι εξουσιοδοτημένο, και αμέσως μόλις του υποβληθεί τέτοιο παράπονο, ακολουθεί τη διαδικασία που προνοείται στα εδάφια (2), (3) και (4), νοουμένου ότι η υπόθεση δεν έχει προσαχθεί σε δικαστήριο.

(2) Ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχει ο Νόμος, ο Έφορος ερευνά με κάθε πρόσφορο τρόπο το παράπονο που του έχει υποβληθεί, και ιδίως καλεί το πρόσωπο, κατά του οποίου υποβάλλεται το παράπονο, καθώς και κάθε άλλο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο που έχει αρμοδιότητα ή ευθύνη γι' αυτό, να παράσχει πληροφορίες, διευκρινίσεις ή οποιοδήποτε στοιχείο κατέχει ή είναι υπό τον έλεγχο του, που εξυπηρετούν ή διευκολύνουν την διερεύνηση του παραπόνου και επιχειρεί να διευθετήσει τη διαφορά.

(3) Εάν επιτευχθεί η διευθέτηση της διαφοράς σύμφωνα με το εδάφιο (2), ο Έφορος συντάσσει πρακτικό διευθέτησης της διαφοράς, το οποίο υπογράφεται και από τα δύο μέρη.

(4) Εάν δεν επιτευχθεί η διευθέτηση της διαφοράς σύμφωνα με το εδάφιο (2), ο ΄Εφορος συντάσσει πρακτικό, στο οποίο αναγράφει όλες τις ενέργειες και διαπιστώσεις του, και το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών σε διαδικασία ενώπιόν του.

(5) Τηρουμένων των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου, από την ημέρα της υποβολής του, κατά το εδάφιο (1), παραπόνου, μέχρι την ημέρα που συντάχθηκε το προβλεπόμενο στο εδάφιο (4) πρακτικό, διακόπτεται η τυχόν ισχύουσα προθεσμία προσφυγής στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών του προσώπου που έχει υποβάλει ή για λογαριασμό του οποίου υποβλήθηκε το παράπονο, καθώς και η περίοδος παραγραφής της απαίτησής του.

Υποχρέωση εργοδότη και συνδικαλιστικού εκπροσώπου για παροχή διευκολύνσεων

17. (1) Κάθε εργοδότης ή αντιπρόσωπός του και κάθε συνδικαλιστικός εκπρόσωπος ή/και εργοδοτούμενος στον εργοδότη αυτό πρέπει, όταν το ζητά ο ΄Εφορος, να δίνει σ’ αυτόν κάθε πληροφορία, βιβλίο, αρχείο, πιστοποιητικό ή άλλο έγγραφο ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο έχει στην κατοχή του σχετικά με τα ρυθμιζόμενα στον παρόντα Νόμο θέματα.

(2) Ο εργοδότης, οι αντιπρόσωποί του ή οι εργοδοτούμενοι σ’ αυτόν πρέπει γενικά να παρέχουν οποιεσδήποτε διευκολύνσεις που απαιτούνται από τον Έφορο, οι οποίες είναι απαραίτητες για την είσοδο, εξέταση, έρευνα, ή άλλη άσκηση εξουσίας δυνάμει του παρόντος Νόμου, σχετικά με την επιχείρηση του εργοδότη αυτού.

Υποχρέωση του Εφόρου για εχεμύθεια

18. Ο ΄Εφορος στα πλαίσια εξέτασης παραπόνου οφείλει να θεωρεί και να χειρίζεται ως απόρρητο κάθε ζήτημα και κάθε πληροφορία, γραπτή ή προφορική, που περιήλθε σε γνώση του κατά τη διεκπεραίωση του έργου του και δεν αποκαλύπτει ή μεταδίδει οποιοδήποτε τέτοιο ζήτημα ή πληροφορία.

Άρνηση εργοδότη να προσέλθει σε διαπραγματεύσεις μετά την έκδοση διατάγματος αναγνώρισης

19. Σε περίπτωση που εργοδότης, μετά την έκδοση διατάγματος αναγνώρισης, αρνείται να προσέλθει στις διαπραγματεύσεις, ή αρνείται να διαπραγματευτεί καλόπιστα, ή αρνείται να συναντηθεί και κατ' επέκταση αρνείται να αναγνωρίσει τους εκπροσώπους των εργαζομένων, τότε η επηρεαζόμενη συντεχνία έχει δικαίωμα -

(α) να υποβάλει παράπονο στον Έφορο, σύμφωνα με τις πρόνοιες του παρόντος Νόμου, ή

(β) να αποταθεί στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων, με την υποβολή αίτησης για μεσολάβηση σε εργατική διαφορά:

Νοείται ότι σε περίπτωση που συντεχνία προχωρήσει με την επιλογή υπό την παράγραφο (β), τότε για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο βρίσκεται σε εξέλιξη η διαδικασία της μεσολάβησης δεν θα είναι δυνατό αυτή να καταφύγει στην επιλογή υπό την παράγραφο (α).

Αρμόδιο δικαστήριο

20. Αρμόδιο δικαστήριο για την επίλυση οποιασδήποτε αστικής φύσεως διαφοράς, που προκύπτει από την εφαρμογή του παρόντος Νόμου, είναι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών.

Αδικήματα και ποινές

21.-(1) Οποιοσδήποτε εργοδότης:

(α) αρνείται να αναγνωρίσει τη συντεχνία μετά την έκδοση διατάγματος αναγνώρισης,

(β) μετά την έκδοση διατάγματος αναγνώρισης, αρνείται να διεξαγάγει διαπραγματεύσεις με σκοπό τη σύναψη συλλογικής σύμβασης.

(γ) παρακωλύει ή εμποδίζει εκπροσώπους των εργοδοτουμένων κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους ή στερεί το δικαίωμα πρόσβασης των εκπροσώπων των εργαζομένων σε διαδικασία αναγνώρισης,

(δ) παρακωλύει ή εμποδίζει τους εκπροσώπους των εργαζομένων να έχουν πρόσβαση στους εργοδοτούμενους, ή προβαίνει σε οποιεσδήποτε ενέργειες που σκοπό έχουν να εκφοβίσουν ή να επηρεάσουν την ελεύθερη βούληση των εργοδοτουμένων του κατά τη διαδικασία αναγνώρισης,

(ε) προβαίνει κατά τη διάρκεια διαδικασίας αναγνώρισης σε μονομερή αλλαγή των όρων εργοδότησης των εργοδοτουμένων της διαπραγματευτικής μονάδας, εκτός αυτών που προκύπτουν από προσωπικές συμφωνίες ή την πρακτική της επιχείρησης ή τη νομοθεσία,

είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000).

(2) Οποιοδήποτε πρόσωπο -

(α) παρεμποδίζει τον Έφορο κατά την άσκηση οποιασδήποτε εξουσίας που παρέχεται σ’ αυτόν από το Νόμο˙

(β) αρνείται να απαντήσει ή απαντά ψευδώς σε οποιαδήποτε έρευνα, για την οποία παρέχεται εξουσία από το Νόμο˙

(γ) παραλείπει να παρουσιάσει οποιοδήποτε αρχείο, πιστοποιητικό, βιβλίο ή άλλο έγγραφο ή στοιχείο που απαιτείται να παρουσιάσει σύμφωνα με το Νόμο˙

(δ) παρεμποδίζει ή αποπειράται να παρεμποδίσει οποιοδήποτε πρόσωπο από του να παρουσιασθεί ενώπιον του Εφόρου ή να εξετασθεί από αυτόν,

είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης, τιμωρείται με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τους τρεις (3) μήνες ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή και με τις δύο αυτές ποινές.

Νομικά πρόσωπα, οργανισμοί

22. Αν τα προβλεπόμενα από τον παρόντα Νόμο αδικήματα διαπράττονται από νομικό πρόσωπο ή οργανισμό, ποινική ευθύνη φέρουν ο διευθύνων σύμβουλος, πρόεδρος, διευθυντής ή, γραμματέας ή άλλος παρόμοιος αξιωματούχος του νομικού προσώπου ή οργανισμού, εφόσον αποδειχθεί ότι το αδίκημα έχει διαπραχθεί με τη συγκατάθεση, σύμπραξη ή ανοχή του, ο οποίος θα τιμωρείται κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 21 του παρόντος Νόμου, καθώς και το νομικό πρόσωπο ή ο οργανισμός, που θα τιμωρείται μόνο με τη χρηματική ποινή που προβλέπεται από το εδάφιο αυτό.

Έκδοση διατάγματος συμμόρφωσης

23. Το Δικαστήριο μπορεί, κατά την επιβολή ποινής που θεωρεί αρμόζουσα σε οποιοδήποτε πρόσωπο, επιπρόσθετα με την επιβολή ποινής, να εκδώσει διάταγμα, διατάσσοντας το πρόσωπο να συμμορφωθεί με τον παρόντα Νόμο μέσα σε τέτοια χρονική περίοδο, όπως μπορεί να καθορίζεται στο διάταγμα. Σε περίπτωση που η παράβαση συνεχίζεται μετά τη λήξη της χρονικής περιόδου που αρχικά καθορίστηκε στο διάταγμα ή παρατάθηκε με τροποποιητικό διάταγμα, τότε το πρόσωπο αυτό θα υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν πρέπει να υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τους τρεις (3) μήνες ή και στις δύο ποινές.

24. (1) Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να εκδίδει Κανονισμούς για την καλύτερη εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή για τη ρύθμιση κάθε θέματος, το οποίο είναι δυνατό να ρυθμισθεί με Κανονισμούς.

(2) Οι Κανονισμοί δυνατό να προνοούν για τον καθορισμό τελών, που να βαρύνουν τις δύο πλευρές, ή να προνοούν για διαδικασία ηλεκτρονικής ή με άλλες μεθόδους διενέργεια ψηφοφορίας.