Προοίμιο

Για σκοπούς εναρμόνισης με την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο -

«Οδηγία 2011/7/EE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές»,

η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:

ΜΕΡΟΣ Ι ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Συνοπτικός τίτλος

1.- Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί της Καταπολέμησης των Καθυστερήσεων Πληρωμών στις Εμπορικές Συναλλαγές Νόμος του 2012.

Ερμηνεία

2.- Στον παρόντα Νόμο, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια-

«δημόσια αρχή» σημαίνει το κράτος, τις αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης, τους οργανισμούς δημοσίου δικαίου και τις ενώσεις μίας ή περισσοτέρων από αυτές τις αρχές ή ενός ή περισσοτέρων από αυτούς τους οργανισμούς δημοσίου δικαίου·

«δικαστήριο» σημαίνει επαρχιακό δικαστήριο·

«εκτελεστός τίτλος» σημαίνει κάθε απόφαση ή διαταγή πληρωμής που εκδίδεται από δικαστήριο ή άλλη αρμόδια αρχή, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που είναι προσωρινά εκτελεστές, είτε προς άμεση καταβολή είτε κατά δόσεις, η οποία παρέχει τη δυνατότητα στον πιστωτή να απαιτήσει την είσπραξη του χρέους με αναγκαστική εκτέλεση έναντι του οφειλέτη·

«εμπορική συναλλαγή» σημαίνει κάθε συναλλαγή που διενεργείται μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιων αρχών, η οποία οδηγεί στην παράδοση αγαθών ή στην παροχή υπηρεσιών, έναντι αμοιβής·

«επιτόκιο αναφοράς» σημαίνει το επιτόκιο που ορίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για τις πλέον πρόσφατες πράξεις αναχρηματοδότησης και το οποίο δημοσιεύεται στις ιστοσελίδες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου·

«επιχείρηση» σημαίνει οιαδήποτε οργάνωση εκτός των δημοσίων αρχών, που ενεργεί στα πλαίσια της ανεξάρτητης οικονομικής ή επαγγελματικής της δραστηριότητας, ακόμη και εάν αυτή ασκείται από ένα και μόνο πρόσωπο·

«Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα που λειτουργεί σύμφωνα με τη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

«καθυστέρηση πληρωμής» σημαίνει τη μη πραγματοποίηση πληρωμής μέσα στη συμβατική ή εκ του νόμου προθεσμία, εφόσον πληρούνται οι όροι του εδαφίου (1) του άρθρου 5 ή του εδαφίου (1) του άρθρου 6·

«Κεντρική Τράπεζα» σημαίνει την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου·

«νόμιμος τόκος υπερημερίας» σημαίνει τον απλό τόκο για την καθυστερημένη πληρωμή σε επιτόκιο το οποίο είναι ίσο προς το σύνολο του επιτοκίου αναφοράς συν οκτώ επιπλέον ποσοστιαίες μονάδες και ο οποίος δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού·

«οργανισμός δημόσιου δικαίου» σημαίνει κάθε οργανισμό που -

(α) έχει συσταθεί με συγκεκριμένο σκοπό την κάλυψη αναγκών γενικού συμφέροντος που δεν εμπίπτουν στο βιομηχανικό ή εμπορικό τομέα,

(β) έχει νομική προσωπικότητα και

(γ) η δραστηριότητα του χρηματοδοτείται, κατά το μεγαλύτερο μέρος, από την Κυπριακή Δημοκρατία ή τις αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλους οργανισμούς δημόσιου δικαίου ή η διαχείριση του υπόκειται σε έλεγχο των οργανισμών αυτών, είτε διοικείται, διευθύνεται ή εποπτεύεται από όργανο, του οποίου περισσότερα από τα μισά μέλη διορίζονται από το κράτος, τις αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλους οργανισμούς δημόσιου δικαίου·

«οφειλόμενο ποσό» σημαίνει το κυρίως ποσό που θα έπρεπε να έχει καταβληθεί μέσα στη συμβατική ή τη νόμιμη προθεσμία πληρωμής, συμπεριλαμβανομένων των εφαρμοζόμενων φόρων, δασμών, τελών ή επιβαρύνσεων που καθορίζονται στο τιμολόγιο ή την ισοδύναμη απαίτηση πληρωμής·

«παρακράτηση της κυριότητας» σημαίνει κάθε συμβατική συμφωνία, με βάση την οποία ο πωλητής διατηρεί την κυριότητα των πωλούμενων αγαθών μέχρις ότου εξοφληθεί πλήρως το τίμημα·

«τόκος υπερημερίας» σημαίνει το νόμιμο τόκο υπερημερίας ή τον τόκο με επιτόκιο που έχει συμφωνηθεί μεταξύ επιχειρήσεων, υπό τους όρους που καθορίζονται στο άρθρο 9·

«Υπουργείο» σημαίνει το Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού.

Πεδίο εφαρμογής

3.- Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 4, ο παρών Νόμος εφαρμόζεται σ’ όλες τις πληρωμές που έχουν χαρακτήρα αμοιβής στα πλαίσια εμπορικών συναλλαγών.

Εξαιρέσεις

4.- Από την εφαρμογή του παρόντος Νόμου εξαιρούνται -

(α) οι οφειλές που αποτελούν αντικείμενο διαδικασίας πτώχευσης ή εκκαθάρισης, η οποία έχει κινηθεί κατά του οφειλέτη δυνάμει του περί Πτωχεύσεως Νόμου ή του περί Εταιρειών Νόμου, αντίστοιχα·

(β) οι συμβάσεις που έχουν συναφθεί πριν την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.

ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΜΕΤΑΞΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ
Τόκος σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής

5.-(1) Κατά τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων, ο πιστωτής δικαιούται τόκο υπερημερίας χωρίς να απαιτείται όχληση, εφόσον πληρούνται οι εξής όροι:

(α) ο πιστωτής έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νομικές του υποχρεώσεις και

(β) ο πιστωτής δεν έχει λάβει το οφειλόμενο ποσό εγκαίρως, εκτός εάν ο οφειλέτης δεν ευθύνεται για την καθυστέρηση.

(2) Το επιτόκιο αναφοράς που εφαρμόζεται-

(α) για το πρώτο εξάμηνο του σχετικού έτους είναι το επιτόκιο που ίσχυε την 1η Ιανουαρίου του εν λόγω έτους·

(β) για το δεύτερο εξάμηνο του σχετικού έτους είναι το επιτόκιο που ίσχυε την 1η Ιουλίου του εν λόγω έτους.

(3) Εφόσον πληρούνται οι όροι του εδαφίου (1):

(α) ο πιστωτής έχει δικαίωμα τόκου υπερημερίας από την ημέρα που ακολουθεί την ημερομηνία πληρωμής ή το τέλος της προθεσμίας πληρωμής που ορίζει η σύμβαση·

(β) σε περίπτωση που η ημερομηνία ή η προθεσμία πληρωμής δεν ορίζεται στη σύμβαση, ο πιστωτής έχει δικαίωμα τόκου υπερημερίας κατά την εκπνοή οιουδήποτε από τα εξής χρονικά όρια:

(i) τριάντα (30) ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία παραλαβής από τον οφειλέτη του τιμολογίου ή άλλης ισοδύναμης αίτησης για πληρωμή·

(ii) εφόσον η ημερομηνία παραλαβής του τιμολογίου ή της ισοδύναμης αίτησης για πληρωμή δεν είναι βέβαιη, τριάντα (30) ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία παραλαβής των αγαθών ή παροχής των υπηρεσιών·

(iii) εφόσον ο οφειλέτης παραλάβει το τιμολόγιο ή την ισοδύναμη αίτηση για πληρωμή πριν από τα αγαθά ή τις υπηρεσίες, τριάντα (30) ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία παραλαβής των αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών·

(iv) εφόσον προβλέπεται από τον νόμο ή τη σύμβαση διαδικασία αποδοχής ή επαλήθευσης, με την οποία διαπιστώνεται η αντιστοιχία των αγαθών ή υπηρεσιών με τα οριζόμενα στη σύμβαση, και εάν ο οφειλέτης παραλάβει το τιμολόγιο ή την ισοδύναμη αίτηση για πληρωμή νωρίτερα από την ημερομηνία ή την ίδια ημερομηνία κατά την οποία διενεργείται η αποδοχή ή η επαλήθευση, τριάντα (30) ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία αυτή.

(4) Όταν προβλέπεται διαδικασία αποδοχής ή επαλήθευσης, με την οποία διαπιστώνεται η αντιστοιχία των αγαθών ή υπηρεσιών με τα οριζόμενα στη σύμβαση, η μέγιστη διάρκεια της εν λόγω διαδικασίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις τριάντα (30) ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία παραλαβής των αγαθών ή των υπηρεσιών, εκτός εάν ρητά συμφωνήθηκε διαφορετικά στο κείμενο της σύμβασης και υπό την προϋπόθεση ότι δεν είναι κατάφωρα καταχρηστική για τον πιστωτή υπό την έννοια του άρθρου 9.

(5) Η προθεσμία πληρωμής που καθορίζεται στη σύμβαση δεν πρέπει να υπερβαίνει τις εξήντα (60) ημερολογιακές ημέρες, εκτός εάν ρητά συμφωνήθηκε διαφορετικά στο κείμενο της σύμβασης και υπό την προϋπόθεση ότι η προθεσμία που ορίζεται στη σύμβαση δεν είναι κατάφωρα καταχρηστική για τον πιστωτή, υπό την έννοια του άρθρου 9.

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΜΕΤΑΞΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΑΡΧΩΝ
Συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιων αρχών

6.-(1) Κατά τις εμπορικές συναλλαγές στις οποίες ο οφειλέτης είναι δημόσια αρχή, ο πιστωτής δικαιούται, κατά την εκπνοή της προθεσμίας που ορίζουν τα εδάφια (3), (4) ή (6), νόμιμο τόκο υπερημερίας, χωρίς να απαιτείται όχληση, εφόσον πληρούνται οι εξής όροι:

(α) ο πιστωτής έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νομικές του υποχρεώσεις και

(β) ο πιστωτής δεν έχει λάβει το οφειλόμενο ποσό εγκαίρως, εκτός εάν ο οφειλέτης δεν ευθύνεται για την καθυστέρηση.

(2) Το επιτόκιο αναφοράς που εφαρμόζεται:

(α) για το πρώτο εξάμηνο του σχετικού έτους είναι το επιτόκιο που ίσχυε την 1η Ιανουαρίου του εν λόγω έτους·

(β) για το δεύτερο εξάμηνο του σχετικού έτους είναι το επιτόκιο που ίσχυε την 1η Ιουλίου του εν λόγω έτους.

(3) Στις εμπορικές συναλλαγές στις οποίες ο οφειλέτης είναι δημόσια αρχή:

(α) η προθεσμία πληρωμής δεν υπερβαίνει κανένα από τα ακόλουθα χρονικά όρια:

(i) τριάντα (30) ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία παραλαβής από τον οφειλέτη του τιμολογίου ή άλλης ισοδύναμης αίτησης για πληρωμή·

(ii) εφόσον η ημερομηνία παραλαβής του τιμολογίου ή της ισοδύναμης αίτησης για πληρωμή δεν είναι βέβαιη, τριάντα (30) ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία της παραλαβής των αγαθών ή της παροχής των υπηρεσιών·

(iii) εφόσον ο οφειλέτης παραλάβει το τιμολόγιο ή την ισοδύναμη αίτηση για πληρωμή πριν από τα αγαθά ή τις υπηρεσίες, τριάντα (30) ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία της παραλαβής των αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών·

(iv) εφόσον προβλέπεται από τον νόμο ή τη σύμβαση διαδικασία αποδοχής ή επαλήθευσης, με την οποία διαπιστώνεται η αντιστοιχία των αγαθών ή υπηρεσιών με τα οριζόμενα στη σύμβαση, και εάν ο οφειλέτης παραλάβει το τιμολόγιο ή την ισοδύναμη αίτηση για πληρωμή νωρίτερα από την ημερομηνία ή την ίδια ημερομηνία κατά την οποία διενεργείται η αποδοχή ή η επαλήθευση, τριάντα (30) ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία αυτή·

(β) η ημερομηνία παραλαβής του τιμολογίου δεν αποτελεί αντικείμενο συμβατικής συμφωνίας μεταξύ του οφειλέτη και του πιστωτή.

(4) Οι προθεσμίες πληρωμής όπως αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (3) μπορούν να παραταθούν σε εξήντα (60) το πολύ ημερολογιακές ημέρες, για:

(α) κάθε δημόσια αρχή που ασκεί οικονομική δραστηριότητα βιομηχανικής ή εμπορικής φύσης, με την προσφορά αγαθών και υπηρεσιών στην αγορά, και η οποία υπόκειται, ως δημόσια επιχείρηση, στις απαιτήσεις διαφάνειας των περί Ελέγχου των Κρατικών Ενισχύσεων (Διαφάνεια Χρηματοοικονομικών Σχέσεων μεταξύ του Δημοσίου και των Δημοσίων Επιχειρήσεων) Κανονισμών του 2007·

(β) δημόσιες επιχειρήσεις που παρέχουν υγειονομική μέριμνα και είναι κατάλληλα αναγνωρισμένες για το σκοπό αυτό.

(5) Η διάρκεια της διαδικασίας αποδοχής ή επαλήθευσης κατά την υποπαράγραφο (iv) της παραγράφου (α) του εδαφίου (3) δεν πρέπει να υπερβαίνει τις τριάντα (30) ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία παραλαβής των αγαθών ή των υπηρεσιών, εκτός εάν ρητά συμφωνήθηκε διαφορετικά στο κείμενο της σύμβασης και σε οποιαδήποτε έγγραφα υποβολής προσφοράς και με την προϋπόθεση ότι δεν είναι κατάφωρα καταχρηστική για τον πιστωτή υπό την έννοια του άρθρου 9.

(6) Η προθεσμία πληρωμής που ορίζεται στη σύμβαση δεν δύναται να είναι μεγαλύτερη από τα χρονικά όρια που προβλέπονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (3), εκτός εάν ρητά συμφωνήθηκε διαφορετικά στο κείμενο της σύμβασης και με την προϋπόθεση ότι τούτο δικαιολογείται αντικειμενικά από την ιδιαίτερη φύση ή τα χαρακτηριστικά της σύμβασης και ότι σε κάθε περίπτωση η προθεσμία δεν θα υπερβαίνει τις εξήντα (60) ημερολογιακές ημέρες.

Χρονοδιαγράμματα πληρωμής

7. Ο παρών Νόμος ισχύει με την επιφύλαξη της δυνατότητας των συμβαλλομένων να συμφωνήσουν, τηρουμένων των σχετικών διατάξεων της κυπριακής νομοθεσίας, σε χρονοδιαγράμματα πληρωμής που θα προβλέπουν την καταβολή του οφειλόμενου ποσού σε δόσεις. Στις περιπτώσεις αυτές, εάν οποιαδήποτε από τις δόσεις δεν καταβληθεί έως τη συμφωνημένη ημερομηνία, ο τόκος και η αποζημίωση που προβλέπει ο παρών Νόμος υπολογίζονται με αποκλειστική βάση τα ληξιπρόθεσμα ποσά.

Αποζημίωση γιαέξοδα είσπραξης

8.-(1) Ο πιστωτής, εφόσον καθίσταται απαιτητός τόκος υπερημερίας σε εμπορικές συναλλαγές σύμφωνα με το άρθρο 5 ή το άρθρο 6, δικαιούται να λάβει από τον οφειλέτη το σταθερό ποσό των σαράντα (40) ευρώ. Το ποσό αυτό είναι απαιτητό χωρίς να απαιτείται όχληση και ως αποζημίωση για τα έξοδα είσπραξης του πιστωτή.

(2) Ο πιστωτής δικαιούται, επιπλέον του ποσού που αναφέρεται στο εδάφιο (1), να ζητήσει από τον οφειλέτη εύλογη αποζημίωση για οποιαδήποτε σχετικά υπολειπόμενα έξοδα είσπραξης πάνω από το ποσό αυτό, που οφείλονται στην καθυστερημένη πληρωμή του οφειλέτη. Αυτό δύναται να περιλαμβάνει δαπάνες που οφείλονται, μεταξύ άλλων, στη χρήση δικηγόρου ή οργανισμού είσπραξης οφειλών.

ΜΕΡΟΣ ΙV ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΟΙ ΟΡΟΙ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ, ΡΗΤΡΑ ΠΑΡΑΚΡΑΤΗΣΗΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ
Καταχρηστικός χαρακτήρας συμφωνιών

9.-(1) Εάν συμβατικός όρος ή πρακτική, που αφορά την ημερομηνία ή την προθεσμία πληρωμής, το επιτόκιο για την καθυστέρηση της πληρωμής ή την αποζημίωση για τα έξοδα είσπραξης, έχει κατάφωρα καταχρηστικό χαρακτήρα για τον πιστωτή τότε είτε δεν έχει εκτελεστό χαρακτήρα είτε γεννά αξίωση αποζημίωσης. Για την εκτίμηση του τυχόν κατάφωρα καταχρηστικού χαρακτήρα συμβατικού όρου ή πρακτικής για τον πιστωτή, υπό την έννοια του εδαφίου (1), συνεκτιμώνται όλες οι περιστάσεις της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων:

(α) τυχόν κατάφωρης παρέκκλισης από τα συναλλακτικά ήθη, αντίθετης προς την καλή πίστη και τη συναλλακτική δεοντολογία·

(β) της φύσης του προϊόντος ή της υπηρεσίας· και

(γ) του εάν ο οφειλέτης διαθέτει οποιοδήποτε αντικειμενικό λόγο απόκλισης από τον νόμιμο τόκο υπερημερίας, από την προθεσμία πληρωμής κατά το εδάφιο (5) του άρθρου 5, την παράγραφο (α) του εδαφίου (3) του άρθρου 6, το εδάφιο (4) του άρθρου 6 και το εδάφιο (6) του άρθρου 6 ή από την καταβολή του ποσού που αναφέρεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 8.

(2) Για τους σκοπούς του εδαφίου (1), συμβατικός όρος ή πρακτική που αποκλείει τη χρέωση τόκου για την καθυστέρηση της πληρωμής θεωρείται ότι έχει κατάφωρα καταχρηστικό χαρακτήρα.

(3) Για τους σκοπούς του εδαφίου (1), συμβατικός όρος ή πρακτική που αποκλείει την αποζημίωση για τα έξοδα είσπραξης σύμφωνα με το άρθρο 8 θεωρείται ότι έχει κατάφωρα καταχρηστικό χαρακτήρα.

(4) Το Υπουργείο διασφαλίζει, προς όφελος των δανειστών και των ανταγωνιστών, την ύπαρξη επαρκών και αποτελεσματικών μέσων ώστε να αποτρέπεται η συνέχιση της χρησιμοποίησης συμβατικών όρων και πρακτικών κατάφωρα καταχρηστικών κατά την έννοια του εδαφίου (1).

Προσφυγή στο δικαστήριο από οργανώσεις με έννομο συμφέρον

10. Οργανώσεις ή νόμιμα συνιστώμενοι οργανισμοί ή σύνδεσμοι που είναι επισήμως αναγνωρισμένοι ότι εκπροσωπούν τα συμφέροντα επιχειρήσεων ή έχουν έννομο συμφέρον, είτε δυνάμει νόμου είτε δυνάμει του καταστατικού τους, να εκπροσωπούν τα συμφέροντα επιχειρήσεων, δύνανται να προσφεύγουν στο δικαστήριο ή σε άλλο αρμόδιο όργανο, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι συμβατικοί όροι διατυπωμένοι για γενική χρήση είναι κατάφωρα καταχρηστικοί κατά την έννοια του άρθρου 9.

Υποχρεώσεις διαφάνειας

11.-(1) Το Υπουργείο διασφαλίζει πλήρη διαφάνεια όσον αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον παρόντα Νόμο.

(2) Το Υπουργείο μπορεί να -

(α) χρησιμοποιεί, εφόσον απαιτείται, τον ειδικευμένο τύπο, εκστρατείες πληροφόρησης ή κάθε άλλο αποτελεσματικό μέσο για να αποκτήσουν οι επιχειρήσεις αυξημένη επίγνωση των τρόπων επανόρθωσης για τις καθυστερήσεις πληρωμής μεταξύ των επιχειρήσεων·

(β) ενθαρρύνει την κατάρτιση κωδικών έγκαιρης πληρωμής, με πρόβλεψη σαφώς καθορισμένων προθεσμιών πληρωμής και κατάλληλης διαδικασίας για τη διευθέτηση κάθε αμφισβητούμενης πληρωμής ή κάθε πρωτοβουλία που αντιμετωπίζει το ζήτημα των καθυστερήσεων πληρωμής και συμβάλλει στην καλλιέργεια νοοτροπίας έγκαιρων πληρωμών.

Παρακράτηση της κυριότητας

12. Ο πωλητής διατηρεί την κυριότητα των αγαθών μέχρις ότου εξοφληθεί πλήρως το τίμημα, εφόσον έχει συμφωνηθεί ρητώς μεταξύ των συμβαλλομένων, πριν από την παράδοση των αγαθών, ρήτρα παρακράτησης της κυριότητας:

Νοείται ότι η παρακράτηση της κυριότητας σύμφωνα με το παρόν άρθρο είναι σύμφωνη με τις εφαρμοστέες διατάξεις του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, όπως αυτό ισχύει στη Δημοκρατία.

Έκδοση εκτελεστού τίτλου

13.-(1) Ο εκτελεστός τίτλος μπορεί να εκδίδεται, μεταξύ άλλων με ταχεία διαδικασία και ασχέτως του ύψους της οφειλής, κανονικά εντός ενενήντα (90) ημερολογιακών ημερών από την κατάθεση της αγωγής ή αίτησης του δανειστή στο δικαστήριο ή σε άλλη αρμόδια αρχή, εφόσον δεν υπάρχει αμφισβήτηση της οφειλής ή πτυχών της:

Νοείται ότι οι όροι που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο είναι οι ίδιοι για όλους τους πιστωτές που βρίσκονται εγκατεστημένοι στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

(2) Κατά τον υπολογισμό της κατά το εδάφιο (1) προθεσμίας δεν λαμβάνονται υπόψη τα εξής:

(α) οι προθεσμίες κοινοποίησης ή επίδοσης εγγράφων·

(β) οι καθυστερήσεις για τις οποίες ευθύνεται ο πιστωτής, όπως ο χρόνος που δαπανάται για τη διόρθωση αιτήσεων.

(3) Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1896/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, για τη θέσπιση διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής.

ΜΕΡΟΣ V ΠΟΙΚΙΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Κατάργηση Νόμου

14. Ο περί της Καταπολέμησης των Καθυστερήσεων Πληρωμών στις Εμπορικές Συναλλαγές Νόμος του 2003 καταργείται.