Προοίμιο

Επειδή η Δημοκρατία έγινε μέλος του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών με Απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του, με Αριθμό 1489 (XV) και ημερομηνία 20 Σεπτεμβρίου 1960, σύμφωνα με το Άρθρο 4 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών,

και Επειδή, η Δημοκρατία απoδέχθηκε τις υποχρεώσεις που διαλαμβάνονται στον Καταστατικό Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και δεσμεύεται από αυτόν,

και Επειδή, δυνάμει του Άρθρου 25 του Καταστατικού Χάρτη τα μέλη των Ηνωμένων Εθνών συμφώνησαν να αποδέχονται και να εφαρμόζουν τις Αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών,

και Επειδή, η Δημοκρατία, με τη σύναψη της Συνθήκης Προσχώρησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία υπογράφτηκε στις 16 Απριλίου 2003 και η οποία κυρώθηκε με τον περί της Συνθήκης Προσχώρησης της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Λετονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Κυρωτικό) Νόμο του 2003, εφεξής καλούμενη «Συνθήκη Προσχώρησης», είναι κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και με την ιδιότητά της αυτή έχει αναλάβει την υποχρέωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 11 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, να υποστηρίζει ενεργά και ανεπιφύλακτα την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας της Ένωσης με πνεύμα πίστης και αμοιβαίας αλληλεγγύης,

και Επειδή, με την προσχώρηση της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση η Δημοκρατία έχει αναλάβει την υποχρέωση να συμμορφώνεται με τις Κοινές Δράσεις και τις Κοινές Θέσεις του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες υιοθετούνται με βάση τα Άρθρα 14 και 15 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση,

και Επειδή, με την προσχώρηση της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση οι Κοινοτικές Οδηγίες, οι οποίες υιοθετούνται με βάση το Άρθρο 249 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, έχουν καταστεί δεσμευτικές για τη Δημοκρατία, καθιστώντας αναγκαία την ενσωμάτωση των διατάξεών τους στην κυπριακή νομοθεσία,

και Επειδή, με την προσχώρηση της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση οι Κανονισμοί της Ευρωπαϊκής Κοινότητας  έχουν αποκτήσει άμεση ισχύ στο Κυπριακό δίκαιο και, ως εκ τούτου, παρέχουν δικαιώματα και επιβάλλουν υποχρεώσεις άμεσα σε πρόσωπα εντός της Δημοκρατίας, χωρίς την ανάγκη ενσωμάτωσης των διατάξεών τους στην Κυπριακή νομοθεσία,

και Επειδή, ορισμένες Αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Κοινότητας έχουν ομοίως τέτοια άμεση ισχύ,

και Επειδή, οι προαναφερόμενοι Κανονισμοί και Αποφάσεις, ως επί το πλείστον, δεν προβλέπουν οι ίδιοι για τις κυρώσεις οι οποίες διασφαλίζουν την εφαρμογή τους, δηλαδή δεν περιέχουν διατάξεις που δημιουργούν ποινικά αδικήματα αναφορικά με την παράβασή τους,

και Επειδή, το κοινοτικό δίκαιο απαιτεί από κάθε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περιλαμβανομένης της Δημοκρατίας, όπως εντός της επικράτειάς του, θεσπίσει τις νομικές διατάξεις που διασφαλίζουν την εφαρμογή των προαναφερόμενων Κοινοτικών Κανονισμών, Κοινοτικών Οδηγιών, Κοινοτικών Αποφάσεων, Κοινών Δράσεων και Κοινών Θέσεων, περιλαμβανομένων των κατά περίπτωση αναγκαίων διατάξεων για τη δημιουργία ποινικών αδικημάτων και τη χορήγηση διοικητικών εξουσιών, αναφορικά με την παράβαση των εν λόγω Κοινοτικών Κανονισμών, Κοινοτικών Οδηγιών, Κοινοτικών Αποφάσεων, Κοινών Δράσεων και Κοινών Θέσεων,

και Επειδή, απαιτείται να θεσπιστεί νομικό πλαίσιο για την έκδοση διατάξεων νομικής ισχύος, προς υλοποίηση υποχρεώσεων ή διακριτικής ευχέρειας, που εναποτίθενται στη Δημοκρατία από  Κοινοτικούς Κανονισμούς, Κοινοτικές Οδηγίες, Κοινοτικές Αποφάσεις, Κοινές Δράσεις και Κοινές Θέσεις και Αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών,

Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:

ΜΕΡΟΣ Ι ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Συνοπτικός τίτλος.

1.  Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί της Εισαγωγής και Εξαγωγής Ελεγχόμενων Ειδών και της Διενέργειας Ελεγχόμενων Δραστηριοτήτων Νόμος του 2011.

Ερμηνεία.

2.  Στον παρόντα Νόμο, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια-

«άδεια» σημαίνει άδεια εισαγωγής και/ή άδεια εξαγωγής για ελεγχόμενο είδος και/ή άδεια διενέργειας ελεγχόμενης δραστηριότητας που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου·

«Απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας» σημαίνει απόφαση που εκδίδεται από το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών·

«Αρμόδια Αρχή» σημαίνει τον Υπουργό, ο οποίος δύναται να ενεργεί μέσω εξουσιοδοτημένων λειτουργών του·

«διαμεσολάβηση», εκτός εάν ορίζεται ειδικότερα σε Κανονισμούς ή διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, σημαίνει κάθε δραστηριότητα που πραγματοποιείται από φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή συνεταιρισμό, όπως καθορίζεται στον περί Ομορρύθμων και Ετερορρύθμων Εταιρειών και Εμπορικών Επωνυμιών Νόμο το οποίο -

(α) διαπραγματεύεται ή διακανονίζει συναλλαγές οι οποίες ενδέχεται να περιλαμβάνουν τη μεταφορά ελεγχόμενου είδους από μία τρίτη χώρα σε οποιαδήποτε άλλη τρίτη χώρα, ή

(β) αγοράζει, πωλεί ή διακανονίζει τη μεταφορά τέτοιου ελεγχόμενου είδους ευρισκόμενου στην κατοχή του, από μία τρίτη χώρα σε οποιαδήποτε άλλη τρίτη χώρα

«διασάφηση» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από την εκάστοτε σε ισχύ τελωνειακή νομοθεσία·

«Δικαστήριο» σημαίνει αρμόδιο δικαστήριο της Δημοκρατίας·

«εισαγωγή» σημαίνει την υποβολή διασάφησης και την παράδοση ελεγχόμενου είδους για να τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία ή ανάλωση και δύναται να περιλαμβάνει την είσοδό του σε ελεύθερη ζώνη ή ελεύθερη αποθήκη, την τελωνειακή αποταμίευση και την προσωρινή εισδοχή σύμφωνα με την εκάστοτε σε ισχύ τελωνειακή νομοθεσία·

«ελεγχόμενη δραστηριότητα» σημαίνει δραστηριότητα που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Νόμου και ορίζεται ως τέτοια σε Κανονισμούς ή διάταγμα που εκδίδονται δυνάμει αυτού και στοχεύουν στην υιοθέτηση Κοινοτικού Κανονισμού, Κοινοτικής Οδηγίας  ή Κοινοτικής Απόφασης, Κοινής Δράσης ή Κοινής Θέσης ή Απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας που συνδέονται με την εισαγωγή και/ή εξαγωγή ελεγχόμενου είδους και δύναται να περιλαμβάνει την παροχή τεχνικής βοήθειας και τη διαμεσολάβηση·

«ελεγχόμενο είδος» σημαίνει –

(α) οποιοδήποτε αγαθό, περιλαμβανομένης οποιασδήποτε μορφής τεχνολογίας και λογισμικού, το οποίο υπόκειται σε περιορισμούς στην εισαγωγή και/ή εξαγωγή του, και/ή

(β) οτιδήποτε χρησιμοποιείται για την παρασκευή αγαθού που αναφέρεται στην παράγραφο (α) και το οποίο υπόκειται σε περιορισμούς στην εισαγωγή και/ή εξαγωγή του, στις περιπτώσεις που τούτο καθορίζεται ως τέτοιο σε Κανονισμούς ή διάταγμα που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου και στοχεύουν στην υιοθέτηση Κοινοτικού Κανονισμού, Κοινοτικής Οδηγίας, Κοινοτικής Απόφασης, Κοινής Δράσης ή Κοινής Θέσης ή πράξης ή απόφασης διεθνούς καθεστώτος ή οργανισμού που αναφέρεται στην παράγραφο (στ) του εδαφίου (2) του άρθρου 3,

οι οποίοι περιορισμοί επιβάλλονται με σκοπό την προώθηση των στόχων της ΚΕΠΠΑ ή την προώθηση της εξωτερικής πολιτικής της Δημοκρατίας ή την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος και/ή της διεθνούς τρομοκρατίας, όπως καθορίζεται στον παρόντα Νόμο ή σε Κανονισμούς ή διάταγμα που εκδίδονται δυνάμει αυτού και στοχεύουν στην υιοθέτηση Κοινοτικού Κανονισμού, Κοινοτικής Οδηγίας, Κοινοτικής Απόφασης, Κοινής Δράσης ή Κοινής Θέσης ή Απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας ή για τους σκοπούς που καθορίζονται στα Άρθρα 30 και 296 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας·

«εξαγωγή», έχει την έννοια την οποία αποδίδει στον όρο αυτό η εκάστοτε σε ισχύ τελωνειακή νομοθεσία και δύναται να περιλαμβάνει την ενδοκοινοτική διακίνηση, επανεξαγωγή, μεταφόρτωση και διαμετακόμιση και περιλαμβάνει τη διαβίβαση ελεγχόμενου είδους, όπου τούτο είναι πρακτικά δυνατό, μέσω λογισμικού ή άλλης τεχνολογίας με τηλεομοιότυπο, με τηλέφωνο, με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ή με οποιοδήποτε άλλο ηλεκτρονικό μέσο·

«Καταστατικός Χάρτης» σημαίνει τον Καταστατικό Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, όπως αυτός εκτίθεται στο Δεύτερο Πίνακα του περί Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών (Τροποποιήσεις) Κυρωτικού Νόμου·

«ΚΕΠΠΑ» σημαίνει την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως αυτή προσδιορίζεται με βάση τις διατάξεις του Τίτλου V της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση·

«Κοινή Δράση» σημαίνει Κοινή Δράση της Ευρωπαϊκής Ένωσης που υιοθετείται στα πλαίσια της ΚΕΠΠΑ, όπως ορίζεται στο Άρθρο 14 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Νόμου σύμφωνα με Κανονισμούς ή διάταγμα που εκδίδονται δυνάμει αυτού·

«Κοινή Θέση» σημαίνει Κοινή Θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης που υιοθετείται στα πλαίσια της ΚΕΠΠΑ, όπως ορίζεται στο Άρθρο 15 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Νόμου σύμφωνα με Κανονισμούς ή διάταγμα που εκδίδονται δυνάμει αυτού·

«Κοινοτική Απόφαση» σημαίνει Απόφαση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, κατά την έννοια του Άρθρου 249 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Νόμου σύμφωνα με Κανονισμούς ή διάταγμα που εκδίδονται δυνάμει αυτού·

«Κοινοτική Οδηγία» σημαίνει Οδηγία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, κατά την έννοια του Άρθρου 249 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Νόμου σύμφωνα με Κανονισμούς ή διάταγμα που εκδίδονται δυνάμει αυτού·

«Κοινοτικός Κανονισμός» σημαίνει Κανονισμό της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, κατά την έννοια του Άρθρου 249 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, ο οποίος εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Νόμου σύμφωνα με Κανονισμούς ή διάταγμα που εκδίδονται δυνάμει αυτού ·

«κράτος μέλος» σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

«Συμβούλιο Ασφαλείας» σημαίνει το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών που συνεστήθη δυνάμει του Άρθρου 7 του Καταστατικού Χάρτη·

«τελωνειακή νομοθεσία» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 2 του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου.

«τεχνική βοήθεια» σημαίνει κάθε τεχνική υποστήριξη που έχει σχέση με την επισκευή, την ανάπτυξη, την κατασκευή, τη συναρμολόγηση, τη δοκιμή, τη συντήρηση οποιουδήποτε ελεγχόμενου είδους ή οποιαδήποτε άλλη σχετική τεχνική υπηρεσία και δύναται να λάβει και τη μορφή εκπαίδευσης, κατάρτισης, μεταβίβασης γνώσεων ή δεξιοτήτων εργασίας ή υπηρεσιών παροχής συμβουλών και συμπεριλαμβάνει τις προφορικές μορφές βοήθειας·

«τρίτη χώρα» σημαίνει χώρα που δεν είναι κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

«Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού·

Αρμόδια Αρχή.

3.-(1) Η Αρμόδια Αρχή διασφαλίζει την εφαρμογή στη Δημοκρατία των Κοινοτικών Κανονισμών και Κοινοτικών Αποφάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Νόμου σύμφωνα με Κανονισμούς ή διάταγμα που εκδίδονται δυνάμει αυτού.

(2) Η Αρμόδια Αρχή διασφαλίζει ότι, στον τομέα της ρύθμισης της εισαγωγής και/ή εξαγωγής ελεγχόμενου είδους και της διενέργειας ελεγχόμενης δραστηριότητας, λαμβάνονται δέοντα μέτρα, περιλαμβανομένης της έκδοσης Κανονισμών και διαταγμάτων όπως καθορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 21 και 22, για σκοπούς–

(α) εθνικής ασφάλειας και για τους σκοπούς που καθορίζονται στα Άρθρα 30 και 296 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας·

(β) εφαρμογής των  Αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας·

(γ) εφαρμογής των Κοινοτικών Οδηγιών·

(δ) εφαρμογής των Κοινοτικών Κανονισμών και Κοινοτικών Αποφάσεων, όπου αυτό απαιτείται·

(ε) εφαρμογής των Κοινών Θέσεων και των Κοινών Δράσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που υιοθετούνται στα πλαίσια της ΚΕΠΠΑ·

(στ) εφαρμογής και εκπλήρωσης οποιασδήποτε άλλης διεθνούς υποχρέωσης και/ή δέσμευσης της Δημοκρατίας, την οποία έχει αναλάβει, ως συμβαλλόμενο μέρος διεθνών καθεστώτων ή οργανισμών, συμπεριλαμβανομένης της Αυστραλιανής Ομάδας (Australia Group), της Ομάδας Προμηθευτών Πυρηνικών Υλικών (Nuclear Suppliers Group) και του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ) ή με την κύρωση άλλων διεθνών συνθηκών.

(3) Για σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων του εδαφίου (2), δύναται να καθορίζονται όροι ή προϋποθέσεις αναφορικά με την εισαγωγή ή εξαγωγή ελεγχόμενου είδους ή τη διενέργεια ελεγχόμενης δραστηριότητας, περιλαμβανομένης και της προηγούμενης εξασφάλισης άδειας, καθώς και της υποχρεωτικής εκπλήρωσης ειδικών κριτηρίων, ως προϋπόθεσης για την εξέταση της αίτησης για έκδοση τέτοιας άδειας.

(4) Ο Υπουργός δύναται να εξουσιοδοτεί Τμήμα ή Υπηρεσία ή Κλάδο ή Μονάδα του Υπουργείου του να ασκεί το σύνολο ή μέρος των αρμοδιοτήτων και εξουσιών που παρέχονται στην Αρμόδια Αρχή δυνάμει του παρόντος Νόμου:

Νοείται ότι, ο Υπουργός δύναται να ασκεί ανά πάσα στιγμή τις αρμοδιότητες και/ή εξουσίες που έχει ούτως αναθέσει.

ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΑΔΕΙΟΔΟΤΗΣΗ
Απαγόρευση εισαγωγής ή εξαγωγής ελεγχόμενων ειδών ή διενέργειας ελεγχόμενης δραστηριότητας.

4.-(1) Απαγορεύεται η εισαγωγή και/ή η εξαγωγή ελεγχόμενου είδους ή  η διενέργεια ελεγχόμενης δραστηριότητας σε σχέση με ελεγχόμενο είδος, που υπόκειται σε γενική και ανεπιφύλακτη απαγόρευση εισαγωγής ή εξαγωγής, όπως καθορίζεται σε σχετικό διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του παρόντος Νόμου.

(2) Απαγορεύεται η εισαγωγή και/ή η εξαγωγή ελεγχόμενου είδους ή η διενέργεια ελεγχόμενης δραστηριότητας σε σχέση με ελεγχόμενο είδος που υπόκειται σε γενική και ανεπιφύλακτη απαγόρευση εισαγωγής ή εξαγωγής που επιβλήθηκε με Κοινοτικό Κανονισμό ή Κοινοτική Απόφαση όπως καθορίζεται σε Κανονισμούς ή διάταγμα που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου.

Απαγόρευση εισαγωγής ή εξαγωγής ή διενέργειας ελεγχόμενης δραστηριότητας χωρίς άδεια.

5.  Απαγορεύεται η εισαγωγή και/ή η εξαγωγή ελεγχόμενου είδους ή η διενέργεια ελεγχόμενης δραστηριότητας σε σχέση με ελεγχόμενο είδος, που υπόκειται σε άδεια, όπως καθορίζεται σε Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 21 και στοχεύουν στην υιοθέτηση Κοινοτικού Κανονισμού, Κοινοτικής Οδηγίας, Κοινοτικής Απόφασης, Κοινής Θέσης ή Κοινής Δράσης ή Απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας, χωρίς την εξασφάλιση προηγουμένως της απαιτούμενης άδειας από την Αρμόδια Αρχή.

Αίτηση για έκδοση άδειας.

6.-(1) Στις περιπτώσεις που ελεγχόμενο είδος ή ελεγχόμενη δραστηριότητα υπόκεινται σε άδεια η Αρμόδια Αρχή δύναται να απαιτεί όπως κάθε αιτητής για έκδοση άδειας -

(α) υποβάλλει αίτηση σε καθορισμένο έντυπο που συνοδεύεται από όλα τα απαραίτητα έγγραφα, περιλαμβανομένων εμπορικών εγγράφων, όπως η σύμβαση πώλησης, η επιβεβαίωση της παραγγελίας, το τιμολόγιο, οι τεχνικές προδιαγραφές και οποιοδήποτε άλλο συναφές έγγραφο

(β) παρέχει οποιεσδήποτε σχετικές πληροφορίες κρίνονται αναγκαίες από την Αρμόδια Αρχή, για την ορθή ενάσκηση των αρμοδιοτήτων και καθηκόντων της που απορρέουν από τον παρόντα Νόμο και

(γ) παρουσιάζει άμεσα οποιαδήποτε άλλα έγγραφα ή πληροφορίες του ζητηθούν.

(2) Η Αρμόδια Αρχή δύναται να απαιτεί όπως η αίτηση συνοδεύεται από τα πιο κάτω παραστατικά:

(α) Διεθνές Πιστοποιητικό Εισαγωγής ή Πιστοποιητικό Τελικού Χρήστη (End User Certificate).

(β) υπεύθυνη δήλωση του αιτητή ότι θα προσκομίσει στην Αρμόδια Αρχή εντός καθορισμένης χρονικής περιόδου από την ημερομηνία πραγματοποίησης της εξαγωγής, αποδεικτικά στοιχεία, δεόντως θεωρημένα από τις αρχές της χώρας προορισμού, με τα οποία πιστοποιείται, ότι το ελεγχόμενο είδος έχει φθάσει στη δηλωθείσα χώρα προορισμού ή ότι το ελεγχόμενο είδος με το οποίο συνδέεται η διενέργεια ελεγχόμενης δραστηριότητας έχει φθάσει στη δηλωθείσα χώρα προορισμού (Post Shipment Control).

(γ) υπεύθυνη δήλωση του αιτητή ότι δεν θα αλλάξει ο προορισμός του ελεγχόμενου είδους ή του ελεγχόμενου είδους με το οποίο συνδέεται η διενέργεια ελεγχόμενης δραστηριότητας.

(δ) σε περίπτωση που ο αιτητής ή οποιοσδήποτε εμπλεκόμενος είναι νομικό πρόσωπο, πιστοποιητικό σύστασής του και κατάλογο των μετόχων ή συνεταίρων ή μελών του και των διευθυντών του.

(3)  Η Αρμόδια Αρχή δύναται να απαιτεί από τον αιτητή να υποβάλει μετάφραση οποιουδήποτε αποδεικτικού εγγράφου στην ελληνική ή αγγλική γλώσσα, αν κρίνει τούτο αναγκαίο για την καλύτερη εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου.

Έκδοση άδειας.

7.-(1) Άδεια που απαιτείται κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου εκδίδεται σε καθορισμένο έντυπο και δύναται να είναι εξατομικευμένη, συνολική ή γενική, μεταβιβάσιμη ή μη μεταβιβάσιμη και να ισχύει για συγκεκριμένη χρονική περίοδο.

(2)   Η Αρμόδια Αρχή έχει τη διακριτική εξουσία –

(α) να εκδίδει ή να αρνείται την έκδοση τέτοιας άδειας·

(β) να εκδίδει τέτοια άδεια υπό όρους που καθορίζονται σε αυτή, τους οποίους κρίνει αναγκαίους·

(γ) να ακυρώνει, να αναστέλλει ή να τροποποιεί την εκδοθείσα άδεια ή τους όρους υπό τους οποίους αυτή εκδόθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9.

Τήρηση μητρώου.

8.  Η Αρμόδια Αρχή τηρεί ενημερωμένο μητρώο, στο οποίο καταχωρείται κάθε άδεια που εκδίδει, καθώς και μητρώο των προσώπων που διενεργούν ελεγχόμενη δραστηριότητα, στο οποίο περιλαμβάνονται όλες οι απαραίτητες πληροφορίες, τηρουμένων των διατάξεων του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου και τα πιο πάνω στοιχεία φυλάσσονται για περίοδο τουλάχιστον επτά (7) ετών.

Ακύρωση, τροποποίηση και αναστολή άδειας.

9.-(1)  Σε περίπτωση που διαπιστώνεται μη συμμόρφωση ή παράβαση των όρων άδειας, η Αρμόδια Αρχή ακυρώνει ή τροποποιεί την άδεια, αφού ενημερώσει σχετικά τον ενδιαφερόμενο και του δώσει την ευκαιρία να ακουστεί.

(2) Η Αρμόδια Αρχή, δύναται να αναστείλει άδεια που εκδόθηκε δυνάμει του παρόντος Νόμου, για χρονική περίοδο που δεν υπερβαίνει την αναφερόμενη στο εδάφιο (3) και, αν κρίνει τούτο αναγκαίο, να εμποδίσει με άλλο τρόπο να πραγματοποιηθεί η εισαγωγή και/ή η εξαγωγή και/ή η διενέργεια ελεγχόμενης δραστηριότητας, όταν, μεταγενέστερα της έκδοσης της άδειας, δημιουργηθεί βάσιμη υποψία ή προκύψουν πληροφορίες ότι –

(α) υφίσταται σοβαρός κίνδυνος παρεκτροπής της εν λόγω εισαγωγής και/ή εξαγωγής και/ή διενέργειας ελεγχόμενης δραστηριότητας αναφορικά με τον εγκριθέντα προορισμό και την τελική χρήση του ελεγχόμενου είδους ή της ελεγχόμενης δραστηριότητας ή/και

(β) οι διεθνείς συνθήκες έχουν αλλάξει σημαντικά από την ημερομηνία έκδοσης της άδειας κατά τρόπο που επιβάλλεται η αναθεώρηση της άδειας ή/και

(γ) έχουν προκύψει νέες σημαντικές πληροφορίες ή οι περιστάσεις έχουν αλλάξει σημαντικά αφότου χορηγήθηκε η άδεια κατά τρόπο που επιβάλλεται η αναθεώρηση της άδειας ή/και

(δ) επηρεάζεται δυσμενώς το εθνικό συμφέρον της Δημοκρατίας ή κράτους μέλους ή άλλης φίλιας χώρας.

(3)  Σε περίπτωση που αποφασίζεται η αναστολή άδειας δυνάμει του εδαφίου (2), η Αρμόδια Αρχή αποφασίζει είτε την οριστική ακύρωση ή την τροποποίηση της άδειας, είτε την οριστική άρση της αναστολής, εντός χρονικής περιόδου τριάντα (30) εργάσιμων ημερών από την αρχική απόφαση για αναστολή, η οποία δύναται να παραταθεί για περίοδο εξήντα (60) εργάσιμων ημερών σε αιτιολογημένες περιπτώσεις.

Νοείται ότι, με την πάροδο της χρονικής περιόδου των τριάντα (30) εργάσιμων ημερών και της περιόδου της παράτασης, χωρίς λήψη σχετικής απόφασης από την Αρμόδια Αρχή, αίρεται η αναστολή και η συναλλαγή μπορεί να πραγματοποιηθεί αμέσως.

Υποχρεώσεις του κατόχου άδειας.

10.-(1) Ο κάτοχος άδειας υποχρεούται να –

(α) προσκομίσει άμεσα στην Αρμόδια Αρχή οποιαδήποτε άδεια εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, όταν του ζητηθεί ή όταν λήξει η άδεια ή όταν εισαχθεί ή εξαχθεί ολόκληρη η ποσότητα ελεγχόμενου είδους, για την οποία εκδόθηκε η άδεια ή όταν δεν προτίθεται να τη χρησιμοποιήσει

(β) παρουσιάσει, εντός σαράντα οκτώ (48) ωρών, στοιχεία που κατά την κρίση της Αρμόδιας Αρχής αποδεικνύουν απόλυτα τη δημιουργία συμβατικής υποχρέωσης σε περίπτωση που τούτο θα ήταν καθοριστικό για την αναστολή, ακύρωση ή τροποποίηση της άδειας.

(2)  Κάθε κάτοχος άδειας τηρεί αναλυτικά βιβλία και καταστάσεις αναφορικά με τις εισαγωγές ή εξαγωγές ελεγχόμενου είδους ή τη διενέργεια ελεγχόμενης δραστηριότητας και τα εν λόγω βιβλία και καταστάσεις περιλαμβάνουν συμβόλαια και εμπορικά έγγραφα όπως τιμολόγια, δηλωτικά, έγγραφα μεταφοράς ή άλλα παραστατικά εισαγωγής ή εξαγωγής που περιέχουν επαρκή στοιχεία για την εξακρίβωση –

(α) του είδους και του σκοπού της ελεγχόμενης δραστηριότητας.

(β) της περιγραφής και ποσότητας του ελεγχόμενου είδους.

(γ) της επωνυμίας και της διεύθυνσης όλων των εμπλεκομένων μερών στην εισαγωγή και/ή στην εξαγωγή και/ή στη διενέργεια ελεγχόμενης δραστηριότητας

(δ) της τελικής χρήσης και του τελικού χρήστη του ελεγχόμενου  είδους ή της ελεγχόμενης δραστηριότητας.

(3) Τα βιβλία ή οι καταστάσεις καθώς και τα έγγραφα που αναφέρονται στο εδάφιο (2), φυλάσσονται από τον κάτοχο της άδειας για περίοδο τουλάχιστον επτά (7) ετών από τη λήξη του ημερολογιακού έτους εντός του οποίου έλαβε χώρα η εισαγωγή και/ή η εξαγωγή και/ή η διενέργεια ελεγχόμενης δραστηριότητας και, κατόπιν αιτήσεώς της, η Αρμόδια Αρχή έχει πρόσβαση σε αυτά για σκοπούς ελέγχου της τήρησης των διατάξεων του παρόντος Νόμου.

Εξουσία απαίτησης παροχής πληροφοριών και προσαγωγής στοιχείων, εγγράφων κλπ.

11.  Η Αρμόδια Αρχή δύναται, με γραπτή γνωστοποίηση, όταν τούτο κρίνεται αναγκαίο για την καλύτερη ρύθμιση της εισαγωγής και/ή της εξαγωγής ελεγχόμενου είδους και/ή της διενέργειας ελεγχόμενης δραστηριότητας και την πιστή εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου, να απαιτεί από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή συνεταιρισμό, όπως αυτός καθορίζεται στον περί Ομόρρυθμων και Ετερόρρυθμών Εταιρειών και Εμπορικών Επωνυμιών Νόμο, που ασκεί επαγγελματική επιχείρηση ή δραστηριοποιείται στον τομέα της εμπορίας ελεγχόμενων ειδών ή διενεργεί ελεγχόμενες δραστηριότητες να κοινοποιεί προς αυτήν σε τακτή χρονική περίοδο, στοιχεία μαζί με τα απαραίτητα αποδεικτικά έγγραφα, στα οποία να αναφέρεται η ποσότητα, η αξία και άλλες πληροφορίες σχετικά με τα ελεγχόμενα είδη που έχουν εισαχθεί ή εξαχθεί ή σχετικά με τη διενέργεια ελεγχόμενης δραστηριότητας κατά τη διάρκεια της υπό αναφορά χρονικής περιόδου, όπως καθορίζεται στη σχετική γνωστοποίηση.

Στέρηση δικαιώματος υποβολής αίτησης για άδεια.

12. Πρόσωπο είναι δυνατό, με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής, να στερηθεί του δικαιώματος υποβολής αίτησης για παροχή άδειας, είτε μόνιμα, είτε για καθορισμένη χρονική περίοδο, σε περίπτωση που–

(α) έχει καταδικασθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση για αδίκημα που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο·

(β) έχει διαπράξει παράπτωμα κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή εν γνώσει του προέβη σε αναληθείς δηλώσεις κατά την παροχή πληροφοριών όπως αποδεδειγμένα διαπιστώθηκε με οποιοδήποτε μέσο ενδέχεται να διαθέτει η Αρμόδια Αρχή·

(γ) δεν συμμορφώθηκε με όρους που καθορίζονται στην άδεια που κατέχει κατά τρόπο που αξιολογείται από την Αρμόδια Αρχή ως σοβαρή παράλειψη.

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΚΑΙ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΕΛΕΓΧΟΥ
Εξουσίες έρευνας και συνεργασία με άλλες αρχές της Δημοκρατίας.

13.-(1) Για σκοπούς εφαρμογής του παρόντος Νόμου, η Αρμόδια Αρχή δύναται να διενεργεί έρευνα, σε συνεργασία, όπου απαιτείται, με άλλες αρχές της Δημοκρατίας και προς τούτο, είναι δυνατό να διεξάγονται επιτόπιες επιθεωρήσεις.

(2) Με σκοπό τη διακρίβωση της εκπλήρωσης οποιασδήποτε υποχρέωσης η οποία απορρέει από τον παρόντα Νόμο και τους  εκδιδόμενους δυνάμει αυτού Κανονισμούς ή διάταγμα, στα πλαίσια της έρευνας που αναφέρεται στο εδάφιο (1) είναι δυνατή:

(α) η είσοδος, έρευνα και επιθεώρηση σε οποιοδήποτε υποστατικό, μεταφορικό μέσο ξηράς, θάλασσας ή αέρα ή άλλο χώρο, καθώς και η διαταγή περιορισμού ή μεταφοράς  μεταφορικού μέσου ή ελεγχόμενου είδους σε οποιοδήποτε μέρος υποδειχθεί

(β) η εξέταση και το άνοιγμα οποιασδήποτε συσκευασίας

(γ) η εξέταση οποιωνδήποτε στοιχείων, καταχωρημένων σε βιβλία, έντυπα, έγγραφα ή σε άλλο μηχανικό, ηλεκτρικό ή ηλεκτρονικό σύστημα δεδομένων

(δ) η λήψη αντιγράφων, φωτοτυπιών και αποσπασμάτων από τα αναφερόμενα στην παράγραφο (γ), νοουμένου, ότι κρίνεται εύλογα, ότι τα αποσπάσματα αυτά ενδεχομένως να χρειαστούν για αποδεικτικούς σκοπούς σε ποινική διαδικασία

(ε) η επιβεβαίωση ότι το ελεγχόμενο είδος που εξήχθη έφθασε  στον τελικό χρήστη και ότι η χρήση του είναι αυτή που έχει δηλωθεί ή ότι έχει διενεργηθεί η ελεγχόμενη δραστηριότητα σε σχέση με το υπό αναφορά ελεγχόμενο είδος (Post Shipment Control)·

(στ) η κατακράτηση ή δέσμευση, για όσο χρόνο κρίνεται αναγκαίο, οποιουδήποτε αντικειμένου ή ελεγχόμενου είδους με σκοπό την εξυπηρέτηση της έρευνας.

(3) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (2), δεν επιτρέπεται η είσοδος σε κατοικία ή η άσκηση σε κατοικία οποιασδήποτε άλλης εξουσίας που χορηγείται δυνάμει του εδαφίου (2), παρά μόνο κατόπιν παρουσίασης δικαστικού εντάλματος.

(4)  Κάθε πρόσωπο που –

(α) κατέχει ή είναι υπεύθυνο οποιουδήποτε υποστατικού ή άλλου χώρου ή μεταφορικού μέσου καθώς και οποιοδήποτε πρόσωπο απασχολείται σε τέτοιο υποστατικό ή χώρο ή μεταφορικό μέσο, και/ή

(β) κατέχει ή ασκεί κατοχή ή έλεγχο επί ελεγχόμενου είδους ή προσφέρει σχετική υπηρεσία και/ή διενεργεί ελεγχόμενη δραστηριότητα,

σε σχέση με το οποίο διεξάγεται έρευνα δυνάμει των εδαφίων (1) και (2), έχει υποχρέωση να παρέχει οποιαδήποτε πληροφορία κατέχει και διευκόλυνση, την οποία η Αρμόδια Αρχή εύλογα απαιτεί και/ή έχει εξουσία να απαιτεί και να λαμβάνει.

(5)  Κάθε εξουσιοδοτημένος λειτουργός, ο οποίος διενεργεί έρευνα δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, έχει υποχρέωση να επιδεικνύει, εφόσον του ζητηθεί, πιστοποιητικό της ιδιότητάς του.

ΜΕΡΟΣ ΙV ΚΥΡΩΣΕΙΣ - ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Αδικήματα.

14.- (1) Πρόσωπο το οποίο, κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών ή διατάγματος, –

(α) εισάγει και/ή εξάγει ή αποπειράται να εισαγάγει και/ή να εξαγάγει ελεγχόμενο είδος ή διενεργεί ελεγχόμενη δραστηριότητα, παρά τη γενική απαγόρευση της εισαγωγής και/ή εξαγωγής του συγκεκριμένου ελεγχόμενου είδους ή της διενέργειας ελεγχόμενης δραστηριότητας, ή

(β) εισάγει ή εξάγει ή αποπειράται να εισαγάγει και/ή να εξαγάγει ελεγχόμενο είδος του οποίου η εισαγωγή και/ή η εξαγωγή περιορίζεται ή ρυθμίζεται, ή διενεργεί ελεγχόμενη δραστηριότητα κατά παράβαση οποιασδήποτε διάταξης του παρόντος Νόμου ή Κανονισμών ή διατάγματος που εκδίδονται δυνάμει αυτού, ή

(γ) παραβαίνει ή δεν συμμορφώνεται με τους όρους που καθορίζονται στην άδεια που κατέχει, ή

(δ) δηλώνει ή καταθέτει πληροφορίες ή παρουσιάζει έγγραφα τα οποία γνωρίζει, ότι είναι αναληθή ή είναι αναληθή όσον αφορά κάποιο στοιχείο τους για να επιτύχει την έκδοση άδειας, ή

(ε) αποκρύπτει, καταστρέφει ή παραποιεί πληροφορία, στοιχεία, βιβλίο, έντυπο ή έγγραφο, ή παρέχει ψευδή, ελλιπή, ανακριβή ή παραπλανητική πληροφορία, στοιχεία, βιβλίο, έντυπο ή έγγραφο, ή αρνείται να προσκομίσει οποιοδήποτε από τα πιο πάνω που απαιτούνται στο πλαίσιο έρευνας που διενεργείται με βάση της διατάξεις του άρθρου  13,

είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες ευρώ (€100.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.

(2)  Πρόσωπο το οποίο –

(α) παραλείπει να παρουσιάσει την άδεια, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 10, και/ή

(β) δεν τηρεί αναλυτικά βιβλία και καταστάσεις των εισαγωγών ή εξαγωγών ή της διενέργειας ελεγχόμενης δραστηριότητας όπως καθορίζεται στις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 10, και/ή

(γ) παραλείπει να υποβάλει στοιχεία, τα οποία του ζητήθηκαν  δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 11, και/ή

(δ) εσκεμμένα παρεμποδίζει ή παρακωλύει την Αρμόδια Αρχή ή οποιοδήποτε άλλο εξουσιοδοτημένο κρατικό λειτουργό κατά την άσκηση των εξουσιών ή την εκτέλεση των καθηκόντων τους βάσει του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών ή διατάγματος ή με οποιοδήποτε φιλοδώρημα, δωροδοκία, υπόσχεση ή άλλο κίνητρο εμποδίζει ή αποπειράται να εμποδίσει οποιοδήποτε τέτοιο πρόσωπο από τη δέουσα άσκηση των εξουσιών ή την εκτέλεση των καθηκόντων του,

είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις επτά χιλιάδες ευρώ (€7.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.

Εξουσίες Δικαστηρίου.

15.-(1)  Δικαστήριο που εκδικάζει ποινικό αδίκημα που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο έχει εξουσία να εκδίδει οποιοδήποτε ενδιάμεσο ή τελικό διάταγμα, απαγορευτικό ή αποτρεπτικό ή προστακτικό που τερματίζει την αναστολή ή επιβάλλει τη μη επανάληψη της πράξης ή της παράλειψης, που συνιστά το ποινικό αδίκημα.

(2) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας του εδαφίου (1), εάν πρόσωπο καταδικαστεί για αδίκημα προβλεπόμενο στον  παρόντα Νόμο, το Δικαστήριο το οποίο καταδικάζει το εν λόγω πρόσωπο δύναται, εάν κρίνει τούτο δέον, ως εκ των περιστάσεων της υπόθεσης, να διατάξει όπως το ελεγχόμενο είδος και όλα όσα αφορούν την εισαγωγή και/ή εξαγωγή ελεγχόμενου είδους ή την διενέργεια ελεγχόμενης δραστηριότητας δημευθούν:

Νοείται ότι, οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου δεν εφαρμόζονται σε σχέση με ελεγχόμενο είδος το οποίο κατακρατείται ή κατάσχεται ως υποκείμενο σε δήμευση  σύμφωνα με τις διατάξεις του  άρθρου 17  του παρόντος Νόμου.

Ποινική ευθύνη.

16.  Σε περίπτωση που διαπράττεται ποινικό αδίκημα που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο, από νομικό πρόσωπο ή από πρόσωπο που ενεργεί εκ μέρους νομικού προσώπου, και αποδεικνύεται, είτε ότι έχει διαπραχθεί με τη συγκατάθεση ή συνενοχή ή έγκριση, είτε ότι έχει διευκολυνθεί από την επιδειχθείσα αμέλεια φυσικού προσώπου το οποίο, κατά το χρόνο διάπραξης του ποινικού αδικήματος, κατέχει θέση συμβούλου, διευθυντή ή γραμματέα στο νομικό πρόσωπο ή εμφανίζεται ότι ενεργεί με τέτοια ιδιότητα, το εν λόγω φυσικό πρόσωπο είναι ένοχο του ίδιου ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται στην ποινή που προβλέπεται για το αδίκημα αυτό.

Κατάσχεση και δήμευση ελεγχόμενων ειδών.

17.-(1) Τελωνειακός λειτουργός δύναται, αφού ενημερώσει την Αρμόδια Αρχή και για διευκόλυνση της ενάσκησης από αυτόν ή από εξουσιοδοτημένο λειτουργό του, οποιασδήποτε από τις εξουσίες που του χορηγούνται από τον παρόντα Νόμο, να κατακρατεί για περίοδο που δεν υπερβαίνει τις τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες, ελεγχόμενα είδη τα οποία εισάγονται ή προορίζονται για εξαγωγή και τα οποία δημιουργούν εύλογες υποψίες για παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου.

(2)  Η Αρμόδια Αρχή διενεργεί έρευνα για οτιδήποτε κατακρατείται δυνάμει του παρόντος άρθρου για διαπίστωση της παράβασης, όπως καθορίζεται στις διατάξεις του άρθρου 13, σε συνεργασία, όπου απαιτείται, με άλλες αρχές της Δημοκρατίας και η έρευνα καταλήγει σε πόρισμα εντός τριάντα (30) εργάσιμων ημερών.

(3)  Εάν από το πόρισμα της έρευνας που αναφέρεται στο εδάφιο (2) διαπιστωθεί η παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου, τα ελεγχόμενα είδη κατάσχονται ως υποκείμενα σε δήμευση, σύμφωνα με τις διατάξεις της τελωνειακής νομοθεσίας, ενώ σε αντίθετη περίπτωση αποδεσμεύονται:

Νοείται ότι, εάν το πόρισμα της έρευνας αναφέρεται σε δυνατότητα θεραπείας της παράβασης, παρέχεται στον ενδιαφερόμενο εύλογος χρόνος για θεραπεία της παράβασης.

(4) Σε περίπτωση που η προθεσμία των τριάντα εργάσιμων (30) ημερών παρέλθει χωρίς η Αρμόδια Αρχή να λάβει οποιαδήποτε μέτρα δυνάμει του παρόντος άρθρου, ο Διευθυντής του Τμήματος Τελωνείων διατάσσει πάραυτα την αποδέσμευση των ελεγχόμενων ειδών.

(5) Τα έξοδα αποθήκευσης ή κατακράτησης που προκύπτουν από την εφαρμογή του παρόντος άρθρου βαραίνουν τον εισαγωγέα ή εξαγωγέα, ανάλογα με την περίπτωση.

Διενέργεια ανακρίσεων.

18. Οι διατάξεις της εκάστοτε σε ισχύ τελωνειακής νομοθεσίας που διέπουν τη διενέργεια ανακρίσεων, εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, σε σχέση με τα αδικήματα που καθορίζονται στις διατάξεις των παραγράφων (α) και (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 14 που αφορούν την εισαγωγή ή εξαγωγή ελεγχόμενου είδους.

Τεκμήρια.

19.-(1)  Σε περίπτωση άσκησης ποινικής δίωξης δυνάμει του παρόντος Νόμου –

(α) απόδειξη, ότι ελεγχόμενο είδος βρισκόταν σε υποστατικό ή άλλο χώρο, που χρησιμοποιείται για την αποθήκευση με σκοπό την  εισαγωγή και/ή εξαγωγή, αποτελεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία, ότι προοριζόταν για εισαγωγή και/ή εξαγωγή·

(β) απόδειξη ότι προϊόν, που είναι ελεγχόμενο είδος και το οποίο δεν πληροί οποιαδήποτε διάταξη του παρόντος Νόμου ή εκδιδόμενων  δυνάμει  αυτού Κανονισμών ή διατάγματος ή Κοινοτικού Κανονισμού, Κοινοτικής Οδηγίας ή Κοινοτικής Απόφασης, είναι μέρος μιας παρτίδας ή αποστολής ελεγχόμενου είδους της ίδιας περιγραφής ή κατηγορίας αποτελεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι όλα τα προϊόντα που είναι ελεγχόμενα είδη σε εκείνη την παρτίδα ή αποστολή δεν πληρούν τη συγκεκριμένη διάταξη.

(2) Κάθε εξουσιοδοτημένος λειτουργός που διενεργεί έρευνα δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 13, ασκεί τις εξουσίες του βάσει των τεκμηρίων τα οποία καθορίζονται στο εδάφιο (1).

Συμβιβασμός αδικημάτων.

20. Η εξουσία που παρέχεται στον Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων για συμβιβασμό αδικημάτων, δυνάμει της τελωνειακής νομοθεσίας εφαρμόζεται, τηρουμένων των αναλογιών, σε σχέση με τα ποινικά αδικήματα που αφορούν την εισαγωγή και/ή εξαγωγή ελεγχόμενου είδους και καθορίζονται στις διατάξεις των παραγράφων (α) και (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 14.

ΜΕΡΟΣ V ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Εξουσία έκδοσης Κανονισμών.

21.-(1)  Το Υπουργικό Συμβούλιο έχει εξουσία να εκδίδει Κανονισμούς, οι οποίοι δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, για τον καθορισμό κάθε θέματος το οποίο χρήζει ή είναι δεκτικό καθορισμού, καθώς και για την καλύτερη εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου.

(2)  Ειδικότερα, και χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου (1), οι Κανονισμοί δύνανται να προβλέπουν για  οποιαδήποτε από τα ακόλουθα θέματα -

(α) τον καθορισμό ελεγχόμενου είδους ή ελεγχόμενης δραστηριότητας που υπόκειται σε άδεια, ή χωρίς επηρεασμό των διατάξεων της παραγράφου (β) του άρθρου 22, των οποίων η εισαγωγή ή εξαγωγή ή η διενέργεια ελεγχόμενης δραστηριότητας απαγορεύεται

(β) την επιβολή όρων για σκοπούς παροχής άδειας και, ειδικότερα, για  τον καθορισμό προϋποθέσεων αναφορικά με την εισαγωγή ή εξαγωγή ελεγχόμενου είδους ή τη διενέργεια ελεγχόμενης δραστηριότητας, καθώς και οποιαδήποτε ειδικότερα κριτήρια θα εφαρμόζονται κατά την εξέταση της αίτησης για έκδοση τέτοιας άδειας, για σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 3:

(γ) την ίδρυση συμβουλευτικών επιτροπών, προς διευκόλυνση του έργου της Αρμόδιας Αρχής όταν τούτο κρίνεται απαραίτητο:

Νοείται ότι, στην περίπτωση που εκδίδονται Κανονισμοί δυνάμει του παρόντος άρθρου, δυνατό να καθορίζεται σ’ αυτούς κατηγορία ελεγχόμενου είδους ή ελεγχόμενης δραστηριότητας, που θα υπόκειται στις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

(3) Οι αναφερόμενοι στο παρόν άρθρο Κανονισμοί τίθενται σε ισχύ κατά την ημερομηνία της δημοσίευσής τους στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ή, αν οι ίδιοι το προβλέπουν, σε μεταγενέστερη ημερομηνία.

Εξουσία έκδοσης διαταγμάτων.

22. Ο Υπουργός έχει εξουσία να εκδίδει διάταγμα, το οποίο δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, για σκοπούς ρύθμισης των ακόλουθων θεμάτων -

(α) την επιβολή γενικού ή μερικού εμπορικού αποκλεισμού (embargo) προς μία τρίτη χώρα αναφορικά με ελεγχόμενο είδος ή ελεγχόμενη δραστηριότητα, όπως καθορίζεται σε Κοινοτικό Κανονισμό, Κοινοτική Απόφαση, Κοινή Θέση ή Κοινή Δράση ή σε Απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας·

(β) τον καθορισμό ελεγχόμενου είδους ή ελεγχόμενης δραστηριότητας, το οποίο ελεγχόμενο είδος ή ελεγχόμενη δραστηριότητα υπόκειται σε γενική και ανεπιφύλακτη απαγόρευση εισαγωγής ή εξαγωγής που επιβλήθηκε με  Κοινοτικό Κανονισμό, Κοινοτική Απόφαση, Κοινή Θέση ή Κοινή Δράση ή με Απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας

(γ) την τροποποίηση των Παραρτημάτων των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 21, όταν αυτό προβλέπεται στους Κανονισμούς.

Συμβουλευτικές υπηρεσίες και συνδρομή κυβερνητικών τμημάτων και/ή εμπειρογνωμόνων.

23.  Η Αρμόδια Αρχή, στο πλαίσιο άσκησης των αρμοδιοτήτων που της παρέχει ο παρών Νόμος, δύναται να ζητά τις απόψεις και τη συνδρομή εκπρόσωπων των κυβερνητικών τμημάτων, που δύνανται να συνεισφέρουν με εξειδικευμένη γνώση, τεχνογνωσία και εμπειρία σε σχέση με τα είδη προς εισαγωγή, εξαγωγή ή τη διενέργεια ελεγχόμενης δραστηριότητας, καθώς και εμπειρογνωμόνων ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου δύναται να συνδράμει στο έργο της και/ή είναι ικανό να τη συμβουλεύσει.

Συνεργασία με άλλα κράτη μέλη ή τρίτες χώρες.

24. Η Αρμόδια Αρχή δύναται να συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών ή τρίτων χωρών με σκοπό την καλύτερη εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου και ειδικότερα τέτοια συνεργασία δυνατό να αφορά την-

(α) εξακρίβωση της γνησιότητας οποιασδήποτε άδειας ή πιστοποιητικού, το οποίο προσκομίζεται σε αυτήν και έχει εκδοθεί από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους ή τρίτης χώρας·

(β) ανταλλαγή στοιχείων αναφορικά με αιτήσεις για έκδοση άδειας που εγκρίθηκαν ή απορρίφθηκαν·

(γ) ανταλλαγή στοιχείων αναφορικά με επικίνδυνους τελικούς χρήστες ή τελικές χρήσεις·

(δ) ανταλλαγή απόψεων αναφορικά με την σκοπιμότητα έγκρισης ή απόρριψης μιας αίτησης για έκδοση άδειας.