Προοίμιο

Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:

Συνοπτικός τίτλος

1. Ο Νόμος αυτός θα αναφέρεται ως ο περί Κρατικών Υπαλλήλων (Αύξηση Μισθών και Συντάξεων) Νόμος του 2007.

Ερμηνεία

2. Στο Νόμο αυτό, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια -

«Αστυνομία» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Αστυνομίας Νόμου·

«βασικός μισθός» σημαίνει το μισθό, τον οποίο ο κρατικός υπάλληλος δικαιούται να λάβει με βάση την καθορισμένη για τη θέση του με τον Προϋπολογισμό ή με ειδικό Νόμο μισθοδοτική κλίμακα ή πάγιο μισθό, όπως αυτός διαμορφώνεται με βάση τις διατάξεις της παραγράφου (α) του άρθρου 3 του περί Αναδιαρθρώσεως του Κρατικού Μισθολογίου (Ενσωμάτωση Γενικών Αυξήσεων και Μέρους του Τιμαριθμικού Επιδόματος και Ρύθμιση Άλλων Συναφών Θεμάτων) Νόμου·

«δημόσια εκπαιδευτική υπηρεσία» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμου·

«δημόσια υπηρεσία» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου και περιλαμβάνει τη Δικαστική Υπηρεσία, καθώς και υπηρεσία στις θέσεις του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, του Γενικού Ελεγκτή της Δημοκρατίας, του Γενικού Λογιστή της Δημοκρατίας και των Βοηθών τους·

«κρατικός υπάλληλος» σημαίνει αυτόν που κατέχει θέση στη δημόσια υπηρεσία ή στη δημόσια εκπαιδευτική υπηρεσία ή στην Αστυνομία ή στο Στρατό είτε μόνιμα είτε προσωρινά είτε με αναπλήρωση·

«Στρατός» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί του Στρατού της Δημοκρατίας Νόμου·

«σύνταξη» σημαίνει οποιαδήποτε ετήσια σύνταξη που πληρώνεται περιοδικά δυνάμει των Νόμων που βρίσκονται εκάστοτε σε ισχύ και αναφέρονται στις συντάξεις των κρατικών υπαλλήλων και περιλαμβάνει σύνταξη εξαρτωμένων·

«σύνταξη εξαρτωμένων» σημαίνει σύνταξη που καταβάλλεται στο χήρο, στη χήρα ή και στα τέκνα κρατικού υπαλλήλου ή συνταξιούχου που απεβίωσε, δυνάμει οποιουδήποτε από τους Νόμους που βρίσκονται εκάστοτε σε ισχύ και αναφέρονται στις συντάξεις των κρατικών υπαλλήλων·

«συνταξιούχος» σημαίνει πρόσωπο στο οποίο χορηγήθηκε σύνταξη δυνάμει οποιουδήποτε από τους Νόμους που βρίσκονται εκάστοτε σε ισχύ και αναφέρονται στις συντάξεις των κρατικών υπαλλήλων.

Αύξηση βασικών μισθών κρατικών υπαλλήλων

3.-(1) Ο βασικός μισθός των κρατικών υπαλλήλων αυξάνεται από την 1η Ιανουαρίου 2007 κατά ένα τοις εκατόν (1%), με κατώτατο ποσό αύξησης εβδομήντα οκτώ λίρες (Λ.Κ.78) το χρόνο.

(2) Με γενική αύξηση του ίδιου ύψους και από την ίδια ημερομηνία που αναφέρεται στο εδάφιο (1) αυξάνεται και ο βασικός μισθός οποιουδήποτε προσώπου απασχολείται στη δημόσια υπηρεσία ή στη δημόσια εκπαιδευτική υπηρεσία ή στην Αστυνομία ή στο Στρατό πάνω σε έκτακτη βάση ή με σύμβαση, όχι, όμως, με μίσθωση υπηρεσιών, σύμφωνα με τον περί της Σύναψης Συμβάσεων (Προμήθειες, Έργα και Υπηρεσίες) Νόμο.

(3) Η γενική αύξηση που αναφέρεται στο εδάφιο (1) λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του τιμαριθμικού επιδόματος και τον καθορισμό των συντάξιμων απολαβών, για τους σκοπούς των Νόμων που αναφέρονται στις συντάξεις των κρατικών υπαλλήλων.

Αύξηση συντάξεων συνταξιούχων κρατικών υπαλλήλων

4. Ανεξαρτήτως των διατάξεων των Νόμων που αναφέρονται στις συντάξεις των κρατικών υπαλλήλων, συντάξεις που χορηγήθηκαν σε συνταξιούχους κρατικούς υπαλλήλους κατά ή πριν την 1η Ιανουαρίου 2007, αυξάνονται από την 1η Ιανουαρίου 2007 με ποσό ίσο προς ένα τοις εκατόν (1%) αυτών.