Συνοπτικός τίτλος

1. Ο Νόμος αυτός θα αναφέρεται ως ο περί της Προστασίας των Δικαιωμάτων των Εργοδοτουμένων σε Περίπτωση Αφερεγγυότητας του Εργοδότη Νόμος του 2001.

Ερμηνεία

2. Στο Νόμο αυτό, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια—

«αφερέγγυος εργοδότης» σημαίνει νομικό ή φυσικό πρόσωπο για το οποίο έχει υποβληθεί αίτηση στο αρμόδιο Δικαστήριο για την έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του όσον αφορά φυσικό πρόσωπο ή για την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης όσον αφορά νομικό πρόσωπο και είτε έχει εκδοθεί από το αρμόδιο Δικαστήριο τέτοιο διάταγμα ή το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο εργοδότης έπαυσε να διεξάγει οποιαδήποτε εργασία και δεν υπήρχε ικανοποιητική περιουσία η οποία να δικαιολογεί την έκδοση σχετικού διατάγματος·

«Διευθυντής» σημαίνει το Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων·

«Επιτροπή» σημαίνει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων·

«εργοδοτούμενος» σημαίνει πρόσωπο που απασχολείται για άλλο πρόσωπο είτε με βάση σύμβαση εργασίας ή μαθητείας είτε κάτω από τέτοιες περιστάσεις από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτουμένου και δεν περιλαμβάνει πρόσωπα που απασχολούνται από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο δε όρος «εργοδότης» θα ερμηνεύεται ανάλογα·

«ημερομίσθιο» περιλαμβάνει κάθε χρηματική αντιμισθία από την απασχόληση εργοδοτουμένου ή κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση δεκτικό χρηματικής αποτίμησης, εξαιρουμένων όμως έκτακτων προμηθειών και χαριστικών (ex-gratia) πληρωμών·

«κράτος μέλος» σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή/και χώρα που είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, η οποία υπογράφτηκε στο Οπόρτο τη 2α Μαΐου 1992, όπως αυτή προσαρμόστηκε από το Πρωτόκολλο που υπογράφτηκε στις Βρυξέλλες τη 17η Μαρτίου 1993 και όπως αυτή εκάστοτε τροποποιείται·

«Συμβούλιο» σημαίνει το Συμβούλιο του Ταμείου που καθιδρύεται με βάση τον Κανονισμό 3 των περί της Προστασίας των Δικαιωμάτων των Εργοδοτουμένων σε Περίπτωση Αφερεγγυότητας του Εργοδότη Κανονισμών·

«Ταμείο» σημαίνει το Ταμείο για την προστασία των δικαιωμάτων των εργοδοτουμένων σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, που ιδρύεται με βάση το άρθρο 7·

«Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.

Δικαιούχοι

3.—(1) Εργοδοτούμενος του οποίου η απασχόληση τερματίζεται γιατί ο εργοδότης του κατέστη αφερέγγυος δικαιούται σε πληρωμή από το Ταμείο:

Νοείται ότι εργοδοτούμενος ο οποίος κατά την κρίση του Διευθυντή έχει ιδιαίτερους δεσμούς και κοινά συμφέροντα με τον εργοδότη του που καταλήγουν σε συμπαιγνία μεταξύ τους δε θα δικαιούται σε πληρωμή από το Ταμείο.

Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση αφερεγγυότητας εργοδότη, ο οποίος ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα στο έδαφος δύο ή/και περισσοτέρων κρατών μελών, το Ταμείο υποχρεούται σε πληρωμή των εργοδοτουμένων εκείνων που ασκούσαν συνήθως εργασία στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

(2) Δε δικαιούται σε πληρωμή από το Ταμείο-

(α) Εργοδοτούμενος ο οποίος είναι μέτοχος και μέλος Διοικητικού Συμβουλίου σε εταιρεία η οποία τέθηκε υπό εκούσια εκκαθάριση.

(β) Εργοδοτούμενος ο οποίος απασχολείται από τα Ιδρύματα των Ναυτικών, Στρατιωτικών και Αεροπορικών Δυνάμεων (Ν.Α.Α.Φ.Ι.) της Κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου.

(γ) Εργοδοτούμενος που δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στην Κύπρο αν ο εργοδότης του εργοδοτουμένου αυτού-

(i) Δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στην Κύπρο ούτε διεξάγει τις εργασίες του σ' αυτή, ή

(ii) είναι εταιρεία που ανήκει αποκλειστικά σε μη μόνιμους κάτοικους Κύπρου, της οποίας η διοίκηση και ο έλεγχος διεξάγεται στην Κύπρο, αλλά οι υπόλοιπες δραστηριότητές της διεξάγονται εκτός Κύπρου.

(δ) Εργοδοτούμενος που δεν έχει τη μόνιμη διαμονή του στην Κύπρο και υπηρετεί ως πλοίαρχος ή μέλος του πληρώματος Κυπριακού πλοίου ή ως κυβερνήτης ή μέλος πληρώματος αεροσκάφους του οποίου ο ιδιοκτήτης ή ο διαχειριστής έχει ως κύριο τόπο διεξαγωγής των εργασιών του την Κύπρο.

(ε)  Εργοδοτούμενος, ο οποίος κατέχει μόνος ή από κοινού με συγγενείς του μέχρι του πρώτου βαθμού ένα ουσιώδες μέρος της επιχείρησης ή της εγκατάστασης του εργοδότη και ασκεί σημαντική επιρροή στις δραστηριότητες του.

Ύψος πληρωμής

4.—(1) Η πληρωμή που δικαιούται ο εργοδοτούμενος σύμφωνα με το εδάφιο (1) του άρθρου 3, περιλαμβάνει-

(α) Τα οφειλόμενα ημερομίσθια των δεκατριών τελευταίων εβδομάδων της απασχόλησής του τα οποία περιλαμβάνονται στην περίοδο των τελευταίων εβδομήντα οκτώ εβδομάδων πριν από την ημερομηνία της αφερεγγυότητας του εργοδότη του.

(β) Σε περίπτωση που ο εργοδότης κατέχει πιστοποιητικό εξαίρεσης από την καταβολή εισφορών στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών, την αναλογία των οφειλόμενων αδειών για τις δεκατρείς τελευταίες εβδομάδες της απασχόλησής του που περιλαμβάνονται στην περίοδο των τελευταίων εβδομήντα οκτώ εβδομάδων πριν από την ημερομηνία αφερεγγυότητας του εργοδότη του:

Νοείται ότι εισφορές που οφείλονται από τον αφερέγγυο εργοδότη στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών αναφορικά με τα ημερομίσθια που αναφέρονται πιο πάνω θα καταβάλλονται από το Ταμείο στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών.

(γ) Την αναλογία του δέκατου τρίτου και του δέκατου τέταρτου μισθού, 53ης έως 56ης εβδομάδας που οφείλεται στον εργοδοτούμενο για τις δεκατρείς τελευταίες εβδομάδες της απασχόλησής του που περιλαμβάνονται στην περίοδο των τελευταίων εβδομήντα οκτώ εβδομάδων πριν από την ημερομηνία αφερεγγυότητας του εργοδότη του.

(2) Κατά τον υπολογισμό της εβδομαδιαίας αμοιβής, οποιοδήποτε ποσό που υπερβαίνει το τετραπλάσιο του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών, όπως τούτο καθορίζεται στους περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμους του 1980 μέχρι 1999, δε λαμβάνεται υπόψη.

Παραγραφή απαίτησης

5.—(1) Όταν ένα πρόσωπο που δικαιούται σε πληρωμή από το Ταμείο δεν την εισπράττει την ημέρα κατά την οποία η πληρωμή είναι εισπρακτέα το δικαίωμά του να εισπράξει την πληρωμή παραγράφεται μετά την παρέλευση έξι μηνών από την ημέρα αυτή:

Νοείται ότι η πιο πάνω προθεσμία παρατείνεται για περίοδο που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες αν το πρόσωπο που δικαιούται στην πληρωμή αποδείξει εύλογη αιτία για την καθυστέρηση στην είσπραξη της πληρωμής για όλη τη χρονική περίοδο μετά την εκπνοή των πρώτων έξι μηνών.

(2) Για σκοπούς του άρθρου αυτού η ημέρα κατά την οποία η πληρωμή είναι εισπρακτέα σημαίνει την πρώτη ημέρα κατά την οποία με σκοπό την εξόφληση της πληρωμής που οφείλεται στο δικαιούχο τίθενται στη διάθεσή του μετρητά ή είναι εξαργυρωτέα επιταγή που εκδόθηκε στο όνομά του.

Εκχώρηση των εξουσιών του Διευθυντή

6. Καθετί το οποίο υποχρεούται ο Διευθυντής ή δικαιούται να ενεργήσει με βάση το Νόμο και τους Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει αυτού μπορεί να διενεργηθεί από οποιουσδήποτε από τους οριζόμενους με βάση το άρθρο 65 των περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμων του 1980 μέχρι 1999 Επιθεωρητές ή από άλλους λειτουργούς του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων τους οποίους ο Διευθυντής ήθελε εξουσιοδοτήσει για το σκοπό αυτό.

Ίδρυση Ταμείου

7.—(1) Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου ιδρύεται Ταμείο για την προστασία των δικαιωμάτων των εργοδοτουμένων σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη καλούμενο «το Ταμείο».

(2) (α) Το Ταμείο κέκτηται νομική προσωπικότητα και την ικανότητα να συμβάλλεται, να παρίσταται στο Δικαστήριο ως ενάγον ή εναγόμενο και να προβαίνει σε κάθε αναγκαία ενέργεια για τη λειτουργία του.

(β) Ειδικότερα, και χωρίς επηρεασμό της γενικότητας των προηγούμενων, το Ταμείο κέκτηται την ικανότητα να υποβάλλει αιτήσεις στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών και να τυγχάνει ακρόασης απ' αυτό.

Κανονισμοί

8.—(1) Το Υπουργικό Συμβούλιο εκδίδει Κανονισμούς για τη ρύθμιση οποιουδήποτε θέματος το οποίο χρήζει ή είναι επιδεκτικό καθορισμού δυνάμει του παρόντος Νόμου για τη ρύθμιση και διοίκηση του Ταμείου. Το Ταμείο ενεργεί όλες τις πράξεις του σύμφωνα με τους Κανονισμούς.

(2) Οι Κανονισμοί που αφορούν τη ρύθμιση και διοίκηση του Ταμείου δύνανται να καθορίζουν μεταξύ άλλων-

(α) Τον τρόπο χρηματοδότησης του Ταμείου.

(β) Τον τρόπο κατά τον οποίο, και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες, πληρωμή από το Ταμείο θα καταβάλλεται σε εργοδοτουμένους.

(γ) Την ίδρυση Συμβουλίου του Ταμείου, τον τρόπο λειτουργίας του και τον καθορισμό των αρμοδιοτήτων του.

(δ) Τον έλεγχο και διαχείριση του Ταμείου.

(ε) Καθετί που είναι αναγκαίο, επακόλουθο, παρεμπίπτον ή συμπληρωματικό προς τα θέματα που αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους του παρόντος εδαφίου.

(στ) Καθετί που είναι αναγκαίο για την καλύτερη πραγμάτωση των σκοπών του Ταμείου.

(3) Προτού εκδόσει τους Κανονισμούς ή οποιεσδήποτε τροποποιήσεις σ' αυτούς, το Υπουργικό Συμβούλιο συμβουλεύεται, διά του Υπουργού, το Εργατικό Συμβουλευτικό Σώμα και το Συμβούλιο του Ταμείου.

Εξαίρεση Ταμείου από την πληρωμή τελωνειακών δασμών, τελών, φόρων

9. Το Ταμείο εξαιρείται-

(α) Από την πληρωμή κάθε τελωνειακού δασμού ή τέλους που πληρώνεται με βάση την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία που αφορά σε πληρωμή τέτοιου δασμού ή τέλους επί μηχανημάτων, περιλαμβανομένων τμημάτων, εξαρτημάτων και ανταλλακτικών αυτών, συσκευών, οχημάτων, οργάνων, εργαλείων, εφοδίων και κάθε φύσεως υλικών που εισάγονται για ιδίαν χρήση του Ταμείου και δεν προορίζονται για πώληση στο κοινό,

(β) από την πληρωμή τελών χαρτοσήμου που πληρώνονται με βάση την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία που αφορά σε πληρωμή τελών χαρτοσήμου,

(γ) από την πληρωμή κάθε Κυβερνητικού φόρου ή τέλους τοπικής αρχής.

Δαπάνες Διοίκησης

9Α. Όλες οι δαπάνες που διενεργούνται από το Διευθυντή ή οποιοδήποτε εξουσιοδοτημένο απ’ αυτόν πρόσωπο δυνάμει του άρθρου 6,  σε σχέση με τη διαχείριση του Ταμείου, καλύπτονται από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας:

Νοείται ότι το ποσό το οποίο ο Διευθυντής ήθελε υπολογίσει, σύμφωνα με στοιχεία που παρέχει ο Γενικός Λογιστής, ότι αντιστοιχεί στις δαπάνες που αναφέρονται στο εδάφιο (1), καταβάλλεται από το Ταμείο στο Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας σε χρόνο και με τρόπο που καθορίζει ο Γενικός Λογιστής.

Αδικήματα και ποινές

10.—(1) Κάθε πρόσωπο το οποίο-

(α) Σε γνώση του ή από αμέλεια υποβάλλει οποιαδήποτε απαίτηση για πληρωμή από το Ταμείο όταν η απαίτηση αυτή είναι ψευδής ως προς οποιοδήποτε στοιχείο αυτής, ή

(β) σε γνώση του ή από αμέλεια κάμνει προφορικά ή γραπτώς οποιαδήποτε ψευδή βεβαίωση σε σχέση με τέτοια απαίτηση, ή

(γ) παρουσιάζει για εξέταση σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια απαίτηση, οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο γνωρίζει ότι εσκεμμένα έχει παραποιηθεί,

είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή και στις δύο ποινές αυτές.

(2) Κάθε πρόσωπο το οποίο σε γνώση του ή από αμέλεια υποβοηθά οποιοδήποτε πρόσωπο να διαπράξει ή να αποπειραθεί να διαπράξει οποιοδήποτε από τα στο εδάφιο (1) οριζόμενα αδικήματα, είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή και στις δύο ποινές αυτές.

(3) Κάθε ποσό που πρέπει να καταβληθεί στο Ταμείο κατόπιν απόφασης του Δικαστηρίου με βάση το παρόν άρθρο εισπράττεται ως χρηματική ποινή.

Ποικίλες διατάξεις

11.—(1) Πληρωμές για παράνομη απόλυση και προειδοποίηση δεν καταβάλλονται από το Ταμείο.

(2) Τα δικαιώματα των εργοδοτουμένων και του Κεντρικού Ταμείου Αδειών έναντι του αφερέγγυου εργοδότη αναφορικά με κάθε πληρωμή που τους καταβλήθηκε από το Ταμείο μεταβιβάζονται στο Ταμείο.

(3) Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφασίζει πάνω σ' όλες τις διαφορές αστικής φύσεως που αναφύονται σαν αποτέλεσμα της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οποιωνδήποτε κανονισμών που έχουν εκδοθεί δυνάμει του Νόμου.

(4) Ο προσωρινός εκκαθαριστής ή παραλήπτης της περιουσίας του αφερέγγυου εργοδότη θα ειδοποιεί γραπτώς τους επηρεαζόμενους εργοδοτουμένους σχετικά με την κατάσταση στην οποία περιήλθε ο εργοδότης τους, το αργότερο μέσα σε ένα μήνα από τη γνωστοποίηση σε αυτό του διορισμού του.

Συνεργασία αρμόδιας αρχής με Επιτροπή και κράτη μέλη

12.-(1)(α) Για καλύτερη εφαρμογή της δεύτερης επιφύλαξης του εδαφίου (1) του άρθρου 3, ο Υπουργός και το Συμβούλιο δύνανται να ζητούν από τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών τις απαραίτητες πληροφορίες που, κατά την κρίση τους, χρειάζονται για τον προσδιορισμό της κατάστασης αφερεγγυότητας του εργοδότη σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο.

(β) Οι τυχόν αποφάσεις του Υπουργού ή του Συμβουλίου αναφορικά με τον προσδιορισμό της κατάστασης αφερεγγυότητας εργοδότη στις περιπτώσεις που αφορούν τη δεύτερη επιφύλαξη του εδαφίου (1) του άρθρου 3, και για τις οποίες η διαδικασία αφερεγγυότητας του εργοδότη έχει αρχίσει σε άλλο κράτος μέλος, πρέπει να είναι σύμφωνες με την εξέλιξη τέτοιας διαδικασίας, βάσει της πληροφόρησης που λαμβάνεται δυνάμει της παραγράφου (α).

(2) Ο Υπουργός κοινοποιεί στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη τα στοιχεία του Συμβουλίου.