1. Οι περί Τέκνων (Συγγένεια και Νομική Υπόσταση) Νόμοι του 1991 μέχρι 2000 θα αναφέρονται μαζί ως οι περί Τέκνων (Συγγένεια και Νομική Υπόσταση) Νόμοι του 1991 μέχρι 2000.
2. Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου-
"διαθήκη" έχει την έννοια που αποδίδει στον όρο αυτό ο περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμος.
"Δικαστήριο" σημαίνει το οικογενειακό δικαστήριο της Επαρχίας στην οποία το τέκνο έχει τη συνήθη διαμονή του.
"κληρονόμος" σημαίνει πρόσωπο το οποίο δικαιούται κληρονομικό μερίδιο σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου.
3.-(1) Συγγενείς εξ αίματος σε ευθεία γραμμή είναι τα πρόσωπα όταν το ένα κατάγεται από το άλλο.
(2) Συγγενείς εξ αίματος σε πλάγια γραμμή είναι τα πρόσωπα που χωρίς να είναι συγγενείς εξ αίματος σε ευθεία γραμμή κατάγονται από τον ίδιο ανιόντα.
(3) Η συγγένεια του προσώπου με τη μητέρα του και τους συγγενείς της δημιουργείται με μόνη τη γέννηση.
(4) Η συγγένεια του προσώπου με τον πατέρα του και τους συγγενείς του συνάγεται από το γάμο της μητέρας με τον πατέρα ή ιδρύεται με εκούσια ή δικαστική αναγνώριση.
4.-(1) O βαθμός της εξ αίματος συγγένειας σε ευθεία γραμμή ορίζεται από τον αριθμό των γεννήσεων που συνδέουν τα πρόσωπα· κάθε γέννηση συνιστά ένα βαθμό.
(2) Η συγγένεια εξ αίματος σε πλάγια γραμμή ορίζεται από τον αριθμό των γεννήσεων που συνδέουν τα πρόσωπα με τον κοινό ανιόντα.
6. Το τέκνο που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου της μητέρας του ή μέσα σε διάστημα τριακόσιων δύο ημερών από τη λύση ή την ακύρωση του, τεκμαίρεται ότι έχει πατέρα το σύζυγο της μητέρας.
6Α. Τέκνο του οποίου η σύλληψη έγινε κατά τη διάρκεια του γάμου της μητέρας από σπέρμα άλλο από εκείνο του συζύγου και με τη γραπτή συγκατάθεση του συζύγου, τεμαίρεται ως τέκνο του συζύγου.
- 187/1991
- 161(I)/2000
7. Αν μέσα στις τριακόσιες δύο ημέρες από τη λύση ή την ακύρωση του γάμου γεννηθεί τέκνο από γυναίκα που τέλεσε νέο γάμο, τεκμαίρεται ότι αυτό έχει πατέρα το δεύτερο σύζυγο, εκτός αν γίνει δεκτή αίτηση για προσβολή της πατρότητας του, οπότε τεκμαίρεται ότι είναι τέκνο του πρώτου συζύγου.
8. Η ιδιότητα του τέκνου ως τέκνου γεννημένου σε γάμο μπορεί να προσβληθεί δικαστικώς αν αποδειχθεί ότι η μητέρα δε συνέλαβε πράγματι από το σύζυγο της ή ότι κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης ήταν αδύνατο να συλλάβει από αυτόν.
9. Κρίσιμο διάστημα της σύλληψης θεωρείται στο χρονικό διάστημα που περιλαμβάνεται ανάμεσα στην τριακοσιοστή δεύτερη και την εκατοστή ογδοηκοστή πρώτη ημέρα πριν από τον τοκετό.
10.-(1) Την ιδιότητα του τέκνου ως τέκνου γεννημένου σε γάμο μπορούν να προσβάλουν:
(α)Ο σύζυγος της μητέρας,
(β)Ο πατέρας ή η μητέρα του συζύγου αν αυτός πέθανε χωρίς να έχει χάσει το δικαίωμα της προσβολής,
(γ) το τέκνο,
(δ) η μητέρα του τέκνου,
(ε) ο πρώτος σύζυγος της μητέρας σε περίπτωση που γίνεται δεκτή αίτηση για προσβολή της πατρότητας από το δεύτερο σύζυγο, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 7.
(2) Το δικαίωμα προσβολής παύει να υφίσταται μετά το θάνατο των προσώπων που έχουν αυτό το δικαίωμα.
11.-(1) Η προσβολή της πατρότητας αποκλείεται:
(α) Για το σύζυγο της μητέρας, όταν περάσει ένας χρόνος αφότου πληροφορήθηκε τον τοκετό και τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι η σύλληψη του τέκνου δεν έγινε από αυτόν, και, σε κάθε περίπτωση όταν περάσουν 5 χρόνια από τον τοκετό.
(β) Για τον πατέρα ή τη μητέρα του συζύγου όταν περάσει ένας χρόνος αφότου έμαθαν το θάνατο του τελευταίου και τη γέννηση του τέκνου.
(γ) Για το τέκνο όταν περάσει ένας χρόνος από την ενηλικίωση του.
(δ) Για τη μητέρα όταν περάσει ένας χρόνος από τον τοκετό ή εφόσο υπάρχει εύλογη αιτία για τη μη προσβολή, όταν περάσουν πέντε χρόνια από τον τοκετό.
(ε) Για το δότη στην περίπτωση σύλληψης τέκνου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6Α.
- 187/1991
- 161(I)/2000
13.-(1) Το τέκνο που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του αποκτά αναδρομικά από τη γέννηση του, τη νομική κατάσταση και τα δικαιώματα τέκνου γεννημένου σε γάμο απέναντι στους γονείς και τους συγγενείς τους, αν οι γονείς τελέσουν μεταγενέστερα γάμο μεταξύ τους και το τέκνο είχε αναγνωρισθεί ή αναγνωρίζεται μετά την τέλεση του γάμου εκούσια ή δικαστικά ως τέκνο του συζύγου.
(2) Η προβλεπόμενη στο εδάφιο (1) εκούσια αναγνώριση μπορεί να προσβληθεί για το λόγο ότι ο σύζυγος της μητέρας δεν είναι ο πατέρας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18.
14. Αν το τέκνο δε ζει κατά το χρόνο της τέλεσης του γάμου των γονέων του, δεν επηρεάζονται τα αποτελέσματα του άρθρου 13 ως προς τους κατιόντες του.
15. Η πατρική αναγνώριση τέκνου που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του επιτυγχάνεται με-
(α) Εκούσια αναγνώριση · ή
(β) δικαστική αναγνώριση.
16.-(1) Ο πατέρας μπορεί να αναγνωρίσει ως δικό του το τέκνο που γεννήθηκε χωρίς γάμο, εφόσον συναινεί σ' αυτό η μητέρα.
(2)Αν η μητέρα έχει πεθάνει ή δεν έχει δικαιοπρακτική ικανότητα η αναγνώριση γίνεται με μόνη τη δήλωση του πατέρα.
(3) Αν ο πατέρας έχει πεθάνει ή δεν έχει δικαιοπρακτική ικανότητα η αναγνώριση μπορεί να γίνει από τον παππού ή τη γιαγιά της πατρικής γραμμής.
(4) Αν το τέκνο έχει πεθάνει η αναγνώριση ενεργεί υπέρ των κατιόντων του.
17.-(1) Η αναγνώριση από τον πατέρα ή τους γονείς του γίνεται με ένορκη δήλωση ενώπιον του Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου ή με διαθήκη.
(2) Η συναίνεση της μητέρας παρέχεται με ένορκη δήλωση ενώπιον του Πρωτοκολλητή ή, σε περίπτωση που η μητέρα δε βρίσκεται στην Κύπρο, ενώπιον των αρμόδιων προξενικών αρχών της Δημοκρατίας ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο θα καθορίσουν διαδικαστικοί κανονισμοί.
(3) Το δικαίωμα της μητέρας να αρνηθεί τη συναίνεση της περιορίζεται μόνο στην περίπτωση που ισχυρίζεται ότι το πρόσωπο που επιδιώκει να προβεί στην αναγνώριση δεν είναι ο βιολογικός πατέρας του τέκνου.
(4) Η εκούσια αναγνώριση δεν μπορεί να ανακληθεί.
(5) Αν η συναίνεση της μητέρας δοθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, η αναγνώριση θεωρείται ότι συντελέστηκε και γίνονται οι ανάλογες αλλαγές στα ληξιαρχικά βιβλία.
18.-(1) Το τέκνο και σε περίπτωση θανάτου οι κατιόντες του, δικαιούνται να προσβάλουν την εκούσια αναγνώριση για το λόγο ότι αυτός που δηλώθηκε ως πατέρας δεν είναι πραγματικά ο πατέρας.
(2) Στην περίπτωση όπου η μητέρα έχει πεθάνει ή δεν έχει δικαιοπρακτική ικανότητα την αναγνώριση δικαιούνται να προσβάλουν οι γονείς της και στην περίπτωση του εδαφίου (3) του άρθρου 16 ο παππούς ή η γιαγιά που δεν έχει προβεί στην αναγνώριση.
(3)Την εκούσια αναγνώριση δικαιούται να προσβάλει το πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι είναι ο αληθινός πατέρας του τέκνου.
19.-(1) Η προσβολή της αναγνώρισης αποκλείεται αν περάσουν έξι μήνες αφότου πληροφορήθηκε την αναγνώριση αυτός που την προσβάλλει.
(2) Η προσβολή αποκλείεται σε κάθε περίπτωση αν περάσουν τρία χρόνια από την αναγνώριση ή προκειμένου για προσβολή από τέκνο που κατά την αναγνώριση ήταν ανήλικο, τρία χρόνια από την ενηλικίωση του.
20.-(1) Η μητέρα έχει δικαίωμα να ζητήσει με αίτηση της προς το Δικαστήριο την αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου της που γεννήθηκε χωρίς γάμο της με τον πατέρα του.
(2) Το αναφερόμενο στο εδάφιο (1) δικαίωμα έχει και το τέκνο.
(3) Όταν η μητέρα αρνείται την προβλεπόμενη από το εδάφιο (1) του άρθρου 16 συναίνεση της, δικαίωμα δικαστικής αναγνώρισης έχουν επίσης ο πατέρας, και στην περίπτωση του εδαφίου 3 του άρθρου 16 ο παππούς και η γιαγιά της πατρικής γραμμής.
21 .-(1) Η αίτηση της μητέρας για δικαστική αναγνώριση στρέφεται κατά του πατέρα ή των κληρονόμων του.
(2) Η αίτηση του τέκνου για δικαστική αναγνώριση στρέφεται κατά του γονέα που δεν έχει προβεί στην αναγκαία για την εκούσια αναγνώριση δήλωση, ή κατά των κληρονόμων του.
(3) Η αίτηση του πατέρα ή των γονέων του για δικαστική αναγνώριση στρέφεται κατά της μητέρας ή των κληρονόμων της.
22.-(1) Το δικαίωμα της μητέρας να ζητήσει τη δικαστική αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου της παραγράφεται όταν περάσουν πέντε χρόνια από τον τοκετό.
(2) Αν η μητέρα ήταν έγγαμη κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης του τέκνου, το δικαίωμα της να ζητήσει τη δικαστική αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου της από το βιολογικό του πατέρα παραγράφεται, όταν περάσουν πέντε χρόνια από την ημέρα που έγινε αμετάκλητη η απόφαση που δέχεται την προσβολή της πατρότητας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8.
(3) Το δικαίωμα του τέκνου να ζητήσει τη δικαστική αναγνώριση του παραγράφεται τρία χρόνια μετά την ενηλικίωση του.
(4) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (5) του παρόντος άρθρου, σε περίπτωση που τα ουσιώδη γεγονότα που μπορούν να οδηγήσουν το τέκνο στην ταυτότητα του υποτιθέμενου πατέρα του περιέρχονται για πρώτη φορά σε γνώση του μετά την εκπνοή της τριετούς περιόδου από την ημερομηνία της ενηλικίωσής του ή την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Τέκνων (Συγγένεια και Νομική Υπόσταση) Νόμου του 1991 που προβλέπεται στα εδάφια (3) του παρόντος άρθρου και (1) του άρθρου 25, αντίστοιχα, για την παραγραφή του δικαιώματος τέκνου σε δικαστική αναγνώριση της πατρότητάς του, τότε η εν λόγω περίοδος για παραγραφή του δικαιώματος αρχίζει από την ημερομηνία που τα γεγονότα περιήλθαν για πρώτη φορά σε γνώση του τέκνου αντί από την ημερομηνία ενηλικίωσης ή έναρξης της ισχύος του πιο πάνω Νόμου.
(5) Η τριετής περίοδος για παραγραφή του δικαιώματος τέκνου σε δικαστική αναγνώριση της πατρότητάς του αρχίζει από την ημερομηνία που προβλέπεται στο εδάφιο (4) του παρόντος άρθρου αντί από την ημερομηνία ενηλικίωσης ή έναρξης της ισχύος του περί Τέκνων (Συγγένεια και Νομική Υπόσταση) Νόμου του 1991, μόνο σε περίπτωση που το τέκνο που ζητά δυνάμει του πιο πάνω εδαφίου δικαστική αναγνώριση μετά την εκπνοή της τριετούς περιόδου από την ενηλικίωση ή την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του πιο πάνω Νόμου, ανάλογα με την περίπτωση, ικανοποιεί το δικαστήριο -
(α) ότι τα ουσιώδη γεγονότα που θα μπορούσαν να το οδηγήσουν στην ταυτότητα του υποτιθέμενου πατέρα του πράγματι περιήλθαν για πρώτη φορά σε γνώση του μετά την εκπνοή της πιο πάνω τριετούς περιόδου από την ημερομηνία ενηλικίωσης ή έναρξης της ισχύος του πιο πάνω Νόμου, ανάλογα με την περίπτωση, και
(β) δεν κατέστη δυνατόν να περιέλθουν τα εν λόγω γεγονότα σε γνώση του νωρίτερα παρά τις εύλογες προσπάθειες που λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών του συνθηκών, δυνατοτήτων και μέσων στη διάθεσή του, κατέβαλε για διερεύνηση της πατρότητάς του.
(6) Οι διατάξεις των εδαφίων (4) και (5) του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται επίσης-
(α) σε περιπτώσεις στις οποίες τα ουσιώδη γεγονότα που θα μπορούσαν να οδηγήσουν το τέκνο στην ταυτότητα του υποτιθέμενου πατέρα περιήλθαν για πρώτη φορά σε γνώση του πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Τέκνων (Συγγένεια και Νομική Υπόσταση) (Τροποποιητικού) Νόμου του 2008, οπόταν και η τριετής περίοδος των εδαφίων (3) του παρόντος άρθρου και (1) του άρθρου 25, υπολογίζεται από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του πιο πάνω τροποποιητικού νόμου, αντί από την ημερομηνία κατά την οποία τα γεγονότα περιήλθαν για πρώτη φορά σε γνώση του τέκνου που προβλέπεται στο εδάφιο (4) του παρόντος άρθρου, και
(β) σε υποθέσεις που κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Τέκνων (Συγγένεια και Νομική Υπόσταση) (Τροποποιητικού) Νόμου του 2008 εκκρεμούν σε δικαστήρια και έχει εγερθεί σ’ αυτές από διάδικο ή το δικαστήριο, ή έχει εκδικαστεί και εκκρεμεί για απόφαση πρωτόδικα ή κατ’ έφεση δυνάμει του εδαφίου (3) του παρόντος άρθρου ή του εδαφίου (1) του άρθρου 25, ανάλογα με την περίπτωση, θέμα παραγραφής του δικαιώματος του τέκνου να ζητήσει δικαστική αναγνώριση της πατρότητάς του, ή εγείρεται σ’ αυτές τέτοιο θέμα από διάδικο ή το δικαστήριο πρωτόδικα ή κατ’ έφεση, μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του πιο πάνω τροποποιητικού νόμου.
(7) Σε περιπτώσεις που εμπίπτουν στις διατάξεις της παραγράφου (α) του εδαφίου (6) του παρόντος άρθρου, αλλά λόγω παραγραφής δυνάμει του εδαφίου (3), ή του εδαφίου (1) του άρθρου 25, ανάλογα με τη περίπτωση, είχε απορριφθεί ή αποσυρθεί αίτηση του τέκνου για δικαστική αναγνώριση της πατρότητάς του πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Τέκνων (Συγγένεια και Νομική Υπόσταση) (Τροποποιητικού) Νόμου του 2008, το γεγονός της απόρριψης ή απόσυρσης της αίτησης δεν αποτελεί λόγο για απόρριψη τυχόν εκ νέου αίτησης του τέκνου για δικαστική αναγνώριση της πατρότητάς του κατ’ επίκληση των εδαφίων (4) και (5) και της παραγράφου (α) του εδαφίου (6) του παρόντος άρθρου.
(8) Το δικαίωμα του πατέρα ή των γονέων του να ζητήσουν τη δικαστική αναγνώριση παραγράφεται τρία χρόνια αφότου η μητέρα αρνήθηκε να δώσει τη συγκατάθεση της για εκούσια αναγνώριση.
(9) Στην περίπτωση του άρθρου 13 το δικαίωμα δικαστικής αναγνώρισης δεν υπόκειται σε παραγραφή.
24.-(1) Το Ανώτατο Δικαστήριο μπορεί να εκδίδει διαδικαστικό κανονισμό για τον καθορισμό του τύπου των δικογράφων και τη ρύθμιση διαδικαστικών θεμάτων.
(2) Μέχρι τη θέσπιση του διαδικαστικού κανονισμού, σύμφωνα με το εδάφιο (1), η αίτηση για δικαστική αναγνώριση τέκνου, θα υποβάλλεται στον τύπο "Αίτηση διά Εναρκτήριου Κλήσεως" και θα διέπεται από τις πρόνοιες των θεσμών της πολιτικής δικονομίας.
24Α.- (1) Σε οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του παρόvτoς Νόμου, το Δικαστήριο δύναται, μετά από αίτηση από οποιοδήποτε από τα μέρη στη διαδικασία, να δώσει οδηγίες για τη διεξαγωγή αιματoλoγικώv ή γεvετικώv εξετάσεων για να διαπιστωθεί κατά πόσο oπoιoσδήπoτε διάδικος είναι ή όχι βιoλoγικός πατέρας του τέκvoυ και για τη λήψη, εντός της προθεσμίας που θα ορίσει το Δικαστήριο, δείγματος αίματος ή άλλου γεvετικoύ υλικού από το τέκvo, τη μητέρα του τέκvoυ, και οποιοδήποτε διάδικο o oπoίoς, στην περίπτωση αίτησης για δικαστική αvαγvώριση τέκvoυ φέρεται ως πατέρας του τέκvoυ και στην περίπτωση αίτησης για πρoσβoλή της πατρότητας είναι o τεκμαιρόμεvoς πατέρας του τέκvoυ ή από οποιοδήποτε από τα πρόσωπα αυτά.
(2) Το πρόσωπο που έχει την ευθύνη για τη διενέργεια της αιματoλoγικής ή γενετικής εξέτασης για σκοπούς υλoπoίησης των oδηγιώv του Δικαστηρίου δυνάμει του παρόvτoς άρθρου, μετά την oλoκλήρωση της εξέτασης θα υποβάλει έκθεση στο Δικαστήριο το οποίο έδωσε τις οδηγίες στην όποια θα αναφέρει:
(α) τα αποτελέσματα της εξέτασης·
(β) κατά πόσο o διάδικος τον οποίο αφορά η εξέταση διαπιστώνεται να είναι ή να μην είναι o πατέρας του τέκvoυ· και
(γ) την αξία του απoτελέσματoς της εξέτασης σε σχέση με το ζήτημα της διαπίστωσης κατά πόσο o διάδικος είναι ή δεν είναι o πατέρας του τέκvoυ.
(3) Το Δικαστήριο μπορεί καθ΄ οιονδήποτε χρόvo να ακυρώσει ή διαφoρoπoιήσει οποιαδήποτε πρoηγoύμεvη οδηγία έχει εκδώσει με βάση το παρόν άρθρο.
(4) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (5) πιο κάτω, η λήψη δείγματος αίματος ή άλλου γεvετικoύ υλικού από οποιοδήποτε πρόσωπο για σκοπούς υλoπoίησης των oδηγιώv του Δικαστηρίου για τη διενέργεια αιματoλoγικώv ή γεvετικώv εξετάσεων δεν μπορεί να γίνει χωρίς τη συγκατάθεση του προσώπου αυτού.
(5) Η συγκατάθεση οποιουδήποτε ανηλίκου ηλικίας 16 ετών και πάνω για τη λήψη από αυτό δείγματος αίματος ή άλλου γεvετικoύ υλικού θα είναι το ίδιο έγκυρη ως αν o αvήλικoς να ήταν νόμιμης ηλικίας και όταν o αvήλικoς έχει δώσει σύμφωνα με της διατάξεις του παρόντος εδαφίου τέτοια συγκατάθεση, δε θα είναι απαραίτητο να ληφθεί οποιαδήποτε άλλη συγκατάθεση από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο για τη λήψη τέτoιoυ δείγματος ή υλικού από τον αvήλικo.
(6) Η λήψη δείγματος αίματος ή άλλου γεvετικoύ υλικού από αvήλικo ηλικίας κάτω των 16 ετών μπορεί να γίνει εφόσov συvαιvεί το πρόσωπο ή τα πρόσωπα τα όποια ασκoύv τη γovική του μέριμνα ή, αν αυτοί ή ένας από αυτούς αρvηθoύv να δώσoυv τέτοια συγκατάθεση, μετά από άδεια του Δικαστηρίου.
(7)Όταν το Δικαστήριο δώσει οδηγίες με βάση το εδάφιο (1) ανωτέρω και οποιοδήποτε πρόσωπο αρνηθεί ή παραλείψει να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια η όποια είναι αναγκαία για την υλoπoίηση των oδηγιώv αυτών, το Δικαστήριο δύναται να εξάγει οποιοδήποτε συμπέρασμα από την άρνηση ή παράλειψη αυτή το οποίο φαίνεται στο Δικαστήριο να είναι εύλoγo υπό τις περιστάσεις:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο κατovoμάζεται σε οδηγίες που εκδόθηκαν με βάση το εδάφιο (1) ανωτέρω παραλείπει να συvαιvέσει στη λήψη δείγματος αίματος ή άλλου γεvετικoύ υλικού από το ίδιο ή σε περίπτωση που οποιοδήποτε πρόσωπο αρνείται να συvαιvέσει στη λήψη δείγματος αίματος ή άλλου γεvετικoύ υλικού από οποιοδήποτε αvήλικo του oπoίoυ ασκεί τη γovική μέριμνα και το οποίο κατovoμάζεται στις οδηγίες, το πρόσωπο αυτό θα θεωρείται ότι έχει αρνηθεί ή παραλείψει να προβεί σε ενέργεια αναγκαία για υλoπoίηση των oδηγιώv του Δικαστηρίου
25.-(1) Στις περιπτώσεις που στον παρόντα Νόμο γίνεται αναφορά σε προθεσμίες μέσα στις οποίες μπορεί ένα πρόσωπο να ενασκήσει τα δικαιώματα ή να λάβει τα μέτρα που ο Νόμος αυτός προνοεί, οι προθεσμίες αυτές αρχίζουν να υπολογίζονται από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.
(2) Όλες οι υποθέσεις που εκκρεμούν κατά την ημερομηνία που τίθεται σε εφαρμογή ο παρών Νόμος θα συνεχιστούν και θα εκδικαστούν από το δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμούν, αλλά με βάση τις πρόνοιες του παρόντος Νόμου.
- 187/1991
- 213/1991