ΜΕΡΟΣ IX ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Απόδειξη με βάση πιστοποιητικό κλπ

51.—(1) Οποιοδήποτε πιστοποιητικό του Εφόρου με το οποίο βεβαιώνεται-

(α) Η εγγραφή ή μη ορισμένου προσώπου στο Μητρώο ΦΠΑ σε συγκεκριμένη ημερομηνία, ή

(β) ότι οποιαδήποτε φορολογική δήλωση που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο δεν υποβλήθηκε σε συγκεκριμένη ημερομηνία, ή

(γ) ότι οποιοσδήποτε φόρος ο οποίος οφείλεται σύμφωνα με φορολογική δήλωση που υποβλήθηκε ή βεβαίωση που έγινε με βάση τον παρόντα Νόμο δεν καταβλήθηκε,

αποτελεί ικανοποιητική μαρτυρία για το γεγονός που βεβαιώνεται με αυτό, εκτός εάν αποδειχθεί το αντίθετο.

(2) Φωτογραφία οποιουδήποτε εγγράφου το οποίο υποβλήθηκε στον Έφορο για της σκοπούς του παρόντος Νόμου και η οποία πιστοποιήθηκε από τον Έφορο ότι αποτελεί πιστό αντίγραφο του εγγράφου αυτού, γίνεται δεκτή ως απόδειξη σε οποιαδήποτε αστική ή ποινική διαδικασία, στην έκταση που γίνεται αποδεκτό και το ίδιο το έγγραφο.

Ενστάσεις

52.—(1) Οποιοδήποτε πρόσωπο μπορεί να υποβάλει ένσταση στον Υπουργό για οποιαδήποτε απόφαση, διαταγή, ειδοποίηση ή άλλη πράξη του Εφόρου, αναφορικά με τα θέματα που καθορίζονται της κανονισμούς που εκδίδονται από το Υπουργικό Συμβούλιο δυνάμει του εδαφίου (3) του παρόντος άρθρου. Η ένσταση υποβάλλεται μέσα σε τριάντα ημέρες από την ημερομηνία της κοινοποίησης στο πιο πάνω πρόσωπο της εν λόγω απόφασης, διαταγής, ειδοποίησης ή της πράξης του Εφόρου:

Νοείται ότι ο Υπουργός δεν επιλαμβάνεται οποιασδήποτε ένστασης εκτός εάν ο Έφορος βεβαιώσει ότι το πρόσωπο που υποβάλλει την ένσταση απέστειλε της της φορολογικές δηλώσεις που απαιτούνται δυνάμει του παρόντος Νόμου και κατέβαλε όλα τα ποσά που αναφέρονται σ’ αυτές ως πληρωτέα από το ίδιο ή οποιοδήποτε ποσό που ο Διευθυντής καθόρισε ως πληρωτέο φόρο ή ότι κατέθεσε ανάλογη χρηματική παρακαταθήκη στον Έφορο.

(2) Ο Υπουργός εξετάζει την ένσταση και αποφασίζει, το αργότερο μέσα σε εξήντα ημέρες από την υποβολή της, κατά πόσο αυτή θα πρέπει να γίνει δεκτή ή να απορριφθεί ή κατά πόσο η απόφαση, διαταγή, ειδοποίηση ή άλλη πράξη του Εφόρου εναντίον της οποίας υποβλήθηκε η ένσταση πρέπει και σε ποιο βαθμό να τροποποιηθεί

(3) Το Υπουργικό Συμβούλιο μπορεί να εκδώσει κανονισμούς για την καλύτερη εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου και ειδικότερα για τον καθορισμό τόσο της διαδικασίας υποβολής και εξέτασης της ένστασης όσο και των θεμάτων για τα οποία μπορεί να υποβληθεί η ένσταση.

Αδικήματα και ποινές

53.—(1) ‘Όποιος ενέχεται σε δόλια αποφυγή καταβολής φόρου ή προβαίνει σε οποιαδήποτε ενέργεια με σκοπό τη δόλια αποφυγή καταβολής φόρου από μέρους του ή από μέρους οποιουδήποτε άλλου προσώπου, υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι το τριπλάσιο του ποσού του φόρου ή σε φυλάκιση μέχρι πέντε χρόνια ή και της δύο ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής.

(2) Οποιαδήποτε αναφορά στο εδάφιο (1) πιο πάνω στην αποφυγή καταβολής του φόρου περιλαμβάνει και αναφορά στην εξασφάλιση-

(α) Πληρωμής με βάση το άρθρο 25 του Νόμου, ή

(β) επιστροφής φόρου με βάση το άρθρο 31 του Νόμου, και οποιαδήποτε αναφορά στο εδάφιο (1) στο ποσό του φόρου θα ερμηνεύεται-

(i) Σε σχέση με τον ίδιο το φόρο ή με πληρωμή που εμπίπτει στην παράγραφο (α) πιο πάνω, ως αναφορά στο σύνολο του ποσού (αν υπάρχει) που αναληθώς διεκδικήθηκε ως πίστωση φόρου εισροών, και του ποσού (αν υπάρχει) κατά το οποίο ο φόρος εκροών αναληθώς δηλώθηκε λιγότερος, και

(ii) σε σχέση με την επιστροφή φόρου που εμπίπτει στην παράγραφο (β) πιο πάνω, ως αναφορά στο ποσό που αναληθώς διεκδικήθηκε ως επιστροφή.

(3) Όποιος,

(α) Με πρόθεση εξαπάτησης, εκδίδει, παραδίδει ή αποστέλλει για της σκοπούς του παρόντος Νόμου ή χρησιμοποιεί με άλλο τρόπο για της της σκοπούς οποιοδήποτε έγγραφο που είναι αναληθές σε κάποιο ουσιώδες στοιχείο, ή

(β) κατά την παροχή οποιασδήποτε πληροφορίας για της σκοπούς αυτού του Νόμου προβαίνει σε οποιαδήποτε δήλωση που γνωρίζει ότι είναι αναληθής σε κάποιο ουσιώδες στοιχείο ή από βαρεία αμέλεια προβαίνει σε δήλωση που είναι αναληθής σε κάποιο ουσιώδες στοιχείο,

υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι δύο χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι τρία χρόνια ή και της δύο ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής.

(4) Οποιαδήποτε αναφορά στο εδάφιο (3) πιο πάνω σε έκδοση, παράδοση ή αποστολή εγγράφου περιλαμβάνει και αναφορά σε πρόσκληση έκδοσης, παράδοσης ή αποστολής εγγράφου.

(5) Εάν στη συμπεριφορά κάποιου προσώπου κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε συγκεκριμένης περιόδου συνυπήρχε και η διάπραξη από τον ίδιο της ή περισσότερων αδικημάτων με βάση της διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων του παρόντος άρθρου, τότε, είτε είναι γνωστές είτε όχι οι λεπτομέρειες του αδικήματος ή των αδικημάτων, ο της είναι ένοχος αδικήματος με βάση το παρόν εδάφιο και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι δύο χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι τρία χρόνια ή και της δύο ποινές, της φυλάκισης και της χρηματικής.

(6) Εάν οποιοδήποτε πρόσωπο αποκτά κατοχή ή συναλλάσσεται σε σχέση με οποιαδήποτε αγαθά ή αποδέχεται την παροχή οποιωνδήποτε υπηρεσιών έχοντας λόγους να πιστεύει ότι η καταβολή του φόρου για την παράδοση των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών ή την εισαγωγή των αγαθών έχει αποφευχθεί ή πρόκειται να αποφευχθεί, υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι χίλιες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και της δύο ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής.

(7) Όποιος παραλείπει να συμμορφωθεί με της υποχρεώσεις που επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 13 μέχρι και 21 του παρόντος Νόμου ή παραδίδει αγαθά ή παρέχει υπηρεσίες κατά παράβαση των διατάξεων του εδαφίου (2) του άρθρου 35 του παρόντος Νόμου, υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι χίλιες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και της δύο ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής.

(8) Όποιος παραλείπει, αρνείται ή καθυστερεί να καταβάλει τον οφειλόμενο φόρο ή να υποβάλει φορολογική δήλωση στον τύπο και με τον τρόπο καθώς και στο χρόνο που καθορίζονται στα εδάφια (1) και (12) του άρθρου 25 του παρόντος Νόμου και σε οποιουσδήποτε κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει των προνοιών των εδαφίων (1), (2) και (12) του ίδιου άρθρου, υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι χίλιες λίρες (£1,000) ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα (12) μήνες ή και της δύο ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής:

Νοείται ότι για της σκοπούς του παρόντος εδαφίου οποιαδήποτε αναφορά στον «οφειλόμενο φόρο» περιλαμβάνει και αναφορά στην πρόσθετη χρηματική επιβάρυνση ή στον τόκο που επιβάλλεται δυνάμει των προνοιών του εδαφίου (14) του άρθρου 25 και του άρθρου 38 του παρόντος Νόμου.

(9) Όποιος εκδίδει τιμολόγιο χωρίς να είναι-

(α) Εγγεγραμμένος στο Μητρώο ΦΠΑ σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο,

(β) υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο με βάση της διατάξεις των εδαφίων (5) και (6) του άρθρου 46,

(γ) πρόσωπο που ενεργεί σύμφωνα με της διατάξεις κανονισμών που εκδίδονται με βάση την παράγραφο (στ) του εδαφίου (1) του άρθρου 33, ή

(δ) πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό της Δημοκρατίας, και στο τιμολόγιο αυτό φαίνεται οποιοδήποτε ποσό ως φόρος ή οποιοδήποτε ποσό που θα αποδοθεί ως φόρος, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι χίλιες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και της δύο ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής.

(10) Τηρουμένων των διατάξεων των προηγούμενων εδαφίων του παρόντος άρθρου, όποιος παραλείπει να συμμορφωθεί με της υποχρεώσεις που επιβάλλουν οι πρόνοιες των άρθρων 39 και 40 του παρόντος Νόμου, ή οποιωνδήποτε κανονισμών ή διαταγμάτων που εκδίδονται με βάση τα εν λόγω άρθρα υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι χίλιες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και της δύο ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής.

(11) Τα εδάφια (1), (2) και (4) του άρθρου 176 και τα άρθρα 177 και 178 του περί Τελωνείων και Φόρων Καταναλώσεως Νόμου του 1967 (τελωνειακή δίωξη, απόδειξη ορισμένων ζητημάτων και εξουσία της συμβιβασμό αδικημάτων) εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, σε σχέση με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη που συνιστά αδίκημα για το οποίο επιβάλλεται ποινή με βάση τον παρόντα Νόμο, οποιαδήποτε δε αναφορά σε δασμό ή φόρο που γίνεται της πιο πάνω διατάξεις θα ερμηνεύεται, για της σκοπούς του παρόντος Νόμου, ως αναφορά σε φόρο προστιθέμενης αξίας και οποιαδήποτε αναφορά στο Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων θα ερμηνεύεται ως αναφορά στον Έφορο.

Ποινική ευθύνη νομικώνπροσώπων

54. Σε περίπτωση κατά την οποία οποιοδήποτε από τα αναφερόμενα στον παρόντα Νόμο αδικήματα διαπράττεται από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα αυτό φέρουν, εκτός από τα ίδια τα νομικά πρόσωπα-

(α) Όλα τα μέλη του διοικητικού ή διαχειριστικού συμβουλίου ή της επιτροπής που διαχειρίζεται της υποθέσεις του νομικού προσώπου

(β) ο γενικός διευθυντής ή ο διευθυντής ή ο διευθύνων σύμβουλος του νομικού προσώπου, και η ποινική δίωξη για το αδίκημα μπορεί να στραφεί εναντίον της εταιρείας και εναντίον όλων ή οποιουδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα.

Πολιτική αγωγή

55. Οποιοδήποτε ποσό το οποίο, σύμφωνα με της διατάξεις του παρόντος Νόμου, οφείλεται στη Δημοκρατία ως φόρος, μπορεί να διεκδικηθεί με αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο.

Επίδοση ειδοποιήσεων

56. Οποιαδήποτε ειδοποίηση από τον Έφορο για της σκοπούς του παρόντος Νόμου μπορεί να επιδοθεί προσωπικά στο πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται ή να σταλεί σ’ αυτό με συστημένη επιστολή στη συνηθισμένη διεύθυνση της κατοικίας ή της επιχείρησης του.

Κανονισμοί

57.—(1) Επιπρόσθετα από της περιπτώσεις που προβλέπονται ρητά στον παρόντα Νόμο, το Υπουργικό Συμβούλιο μπορεί να εκδίδει και οποιουσδήποτε της κανονισμούς ή διατάγματα για τον καθορισμό ή τη ρύθμιση οποιουδήποτε θέματος το οποίο μπορεί ή πρέπει να καθοριστεί ή ρυθμιστεί σύμφωνα με της διατάξεις του παρόντος Νόμου και γενικότερα για σκοπούς καλύτερης εφαρμογής των διατάξεων του Νόμου αυτού.

(2) Κανονισμοί που εκδίδονται με βάση τον. Παρόντα Νόμο μπορούν να περιέχουν και διατάξεις για την επιβολή ποινών της περιπτώσεις παράβασής της, σε καμιά της περίπτωση δεν μπορούν να προβλέπουν ποινή βαρύτερη από τη βαρύτερη ποινή η οποία προβλέπεται στον παρόντα Νόμο.

Η εφαρμογή των διατάξεων του εδαφίου (14) του άρθρου 25 του βασικού νόμου με τον παρόντα Νόμο αναστέλλεται για την περίοδο που αρχίζει από την ημερομηνία έναρξης της εφαρμογής του βασικού νόμου και λήγεις της 10 Φεβρουαρίου 1993:

Νοείται ότι οποιαδήποτε ποσά θα έχουν εισπραχθεί υπό μορφή επιβάρυνσης από τον Έφορο μέχρι της 10 Φεβρουαρίου 1993 κατ’ εφαρμογή του εδαφίου (14) του άρθρου 25 του βασικού νόμου επιστρέφονται στα πρόσωπα από τα οποία έχουν εισπραχθεί είτε υπό μορφή πίστωσης, της προβλέπεται στα εδάφια (3) και (6) του βασικού νόμου, είτε σε μετρητά.

Ημερομηνία έναρξης ισχύος του Νόμου

58.—(1) Ο παρών Νόμος θα τεθεί σε εφαρμογή σε ημερομηνία που θα καθοριστεί με διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου το οποίο θα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας έξι τουλάχιστο μήνες πριν την εν λόγω ημερομηνία.

(2) Ανεξάρτητα από της διατάξεις του εδαφίου (1), το Υπουργικό Συμβούλιο μπορεί με διάταγμά του που θα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας να θέσει σε εφαρμογή της διατάξεις του Μέρους III ή οποιεσδήποτε από αυτές, καθώς και της διατάξεις του εδαφίου (7) του άρθρου 53, έξι τουλάχιστο μήνες πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος των υπόλοιπων διατάξεων του Νόμου η οποία το καθοριστεί σύμφωνα με το εδάφιο (1). Οι πρόνοιες του άρθρου αυτού τίθενται σε ισχύ από της δημοσιεύσεως του παρόντος Νόμου στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

Ρυθμίσεις σε περίπτωση αλλαγής του φορολογικού συντελεστή και σε ορισμένες της περιπτώσεις

59.—(1) Οι πιο κάτω διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται της περιπτώσεις που επέρχεται οποιαδήποτε αλλαγή και ο όρος «αλλαγή» στο άρθρο αυτό σημαίνει –

(α) Αύξηση ή μείωση των φορολογικών συντελεστών που καθορίζονται στα εδάφια (1) και (3) του άρθρου 22·

(β) τροποποίηση ή διαφοροποίηση αναφορικά με την περιγραφή ή τη μεταχείριση οποιωνδήποτε παραδόσεων αγαθών ή παροχών υπηρεσιών οι οποίες εξαιρούνται από το φόρο ή οι οποίες επιβαρύνονται με μηδενικό συντελεστή.

(2) Σε περίπτωση κατά την οποία –

(α) Οποιαδήποτε παράδοση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών που επηρεάζεται από την αλλαγή θα εθεωρείτο, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι διατάξεις των εδαφίων (4) και (5) του άρθρου 11, ότι έχει πραγματοποιηθεί, με βάση τα εδάφια (2) και (3) του άρθρου 11, εξ ολοκλήρου ή μερικώς σε τέτοιο χρόνο ώστε να μην επηρεάζεται από την αλλαγή· ή

(β) οποιαδήποτε παράδοση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών που δεν επηρεάζεται από την αλλαγή θα εθεωρείτο, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι διατάξεις των εδαφίων (4) και (5) του άρθρου 11, ότι έχει πραγματοποιηθεί, με βάση τα εδάφια (2) και (3) του άρθρου 11, εξ ολοκλήρου ή μερικώς, σε τέτοιο χρόνο ώστε να μην επηρεάζεται από την αλλαγή , τότε, αν το πρόσωπο που πραγματοποιεί την παράδοση ή την παροχή το επιλέξει, ο φορολογικός συντελεστής με τον οποίον επιβαρύνεται η παράδοση ή η παροχή ή οποιοδήποτε ζήτημα εγείρεται αναφορικά με το αν η εν λόγω παράδοση ή παροχή επιβαρύνεται με μηδενικό συντελεστή ή είναι εξαιρούμενη θα αποφασίζεται χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα εδάφια (4) και (5) του άρθρου 11.

(3) Οι διατάξεις του εδαφίου (2) πιο πάνω αναφορικά με το δικαίωμα επιλογής δεν ισχύουν για οποιαδήποτε περίπτωση η οποία-

(α) Εμπίπτει της διατάξεις του εδαφίου (10) του άρθρου 6 του Νόμου· ή

(β) αφορά ετοιμασία εγγράφου από υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο που απευθύνεται της τον εαυτό του και το οποίο υπέχει θέση φορολογικού τιμολογίου.

(4) Αν, σε περίπτωση οποιαδήποτε αλλαγής, το φορολογικό τιμολόγιο που αφορά την παράδοση ή την παροχή σχετικά με την οποία έχει πραγματοποιηθεί επιλογή με βάση το εδάφιο (2) πιο πάνω είχε εκδοθεί πριν από την ημερομηνία της επιλογής, το πρόσωπο που πραγματοποιεί την παράδοση ή την παροχή εκδίδει στο πρόσωπο της το οποίο αυτή πραγματοποιείται, μέσα σε 14 μέρες από την ημερομηνία της αλλαγής, έγγραφο που τιτλοφορείται Πιστωτική Σημείωση και στο οποίο περιέχονται τα ακόλουθα:

(α) Ο αναγνωριστικός αριθμός και η ημερομηνία έκδοσης της Πιστωτικής Σημείωσης·

(β) το όνομα, η διεύθυνση και ο αριθμός εγγραφής του προσώπου που πραγματοποιεί την παράδοση ή την παροχή·

(γ) το όνομα και η διεύθυνση του προσώπου της το οποίο πραγματοποιείται η παράδοση ή η παροχή·

(δ) ο αναγνωριστικός αριθμός και η ημερομηνία έκδοσης του φορολογικού τιμολογίου·

(ε) επαρκής περιγραφή των αγαθών που παραδόθηκαν ή των υπηρεσιών που παρασχέθηκαν· και

(στ) το ποσό που πιστώνεται αναφορικά με το φόρο.

(5) Το εδάφιο (2) του παρόντος άρθρου θα εφαρμόζεται ως εάν η αναφορά στα εδάφια (4) και (5) του άρθρου 11 περιλαμβάνει και αναφορά της Κανονισμούς 3 μέχρι 10 των περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Χρόνος Παράδοσης ή Παροχής) Κανονισμών του 1991.

(6) Το Υπουργικό Συμβούλιο μπορεί με Κανονισμούς να καθορίζει το χρόνο κατά τον οποίο η παράδοση αγαθών ή η παροχή υπηρεσιών θα θεωρείται ότι λαμβάνει χώρα της περιπτώσεις που επέρχεται οποιαδήποτε αλλαγή.