4.-(1) Διά του παρόντος Νόμου και διά τους σκοπούς αυτού ιδρύεται Συμβούλιον κληθησόμενον Συμβούλιον Εμπορίας Κυπριακών Πατατών.
(2) Το Συμβούλιον είναι νομικόν πρόσωπον με διηνεκή διαδοχήν και κοινήν σφραγίδα, κέκτηται δε εξουσίαν κτήσεως, κατοχής και διαθέσεως κινητής και ακινήτου περιουσίας, συμβατικήν ικανότητα, ως και την ικανότητα του παρίστασθαι επί δικαστηρίω ως ενάγων ή εναγόμενος υπό την ιδίαν του νομικού προσώπου επωνυμίαν.
Νοείται ότι μέχρις ου παραχωρηθή σφραγίς δύναται να χρησιμοποιήται ως κοινή σφραγίς ετέρα τοιαύτη φέρουσα την επιγραφήν “Συμβούλιον Εμπορίας Κυπριακών Πατατών”.
- 59/1964
- 83/1968
5.-(1) Το Συμβούλιο διορίζεται από τον Υπουργό και απαρτίζεται από οχτώ (8) μέλη ως ακολούθως:
(α) τον Πρόεδρο·
(β) τον Γενικό Διευθυντή Γενικής Διεύθυνσης Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης του Υπουργείου Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος ή εκπρόσωπό του·
(γ) τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Ενέργειας Εμπορίου και Βιομηχανίας ή εκπρόσωπό του·
(δ) τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών και Κοινωνικών Επιχειρήσεων· και
(ε) τους επικεφαλής των ακόλουθων αγροτικών οργανώσεων:
(i) Παναγροτική Ένωση Κύπρου (ΠΕΚ)·
(ii) Ένωση Κυπρίων Αγροτών (ΕΚΑ)·
(iii) Παναγροτικός Σύνδεσμος Κύπρου· και
(iv) Νέα Αγροτική Κίνηση.
(2) Προ του διορισμού οιουδήποτε μέλους πλην των δημοσίων υπαλλήλων, ο Υπουργός δέον να συμβουλεύηται οιονδήποτε οργανισμόν ουσιαστικώς εκπροσωπούντα κατά την γνώμην αυτού τα συμφέροντα αναφορικώς προς άτινα γίνεται ο διορισμός του προσώπου τούτου ως μέλους.
- 59/1964
- 132/1987
- 69(I)/2010
- 44(I)/2026
6. Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, ο Πρόεδρος και τα λοιπά μέλη κατέχουν και κενούσι την θέσιν αυτών συμφώνως προς τους εν τω εγγράφω του διορισμού αυτών περιεχομένους όρους.
7. Πλην των δημοσίων υπαλλήλων τα λοιπά μέλη δύνανται κατά πάντα χρόνον να παραιτηθώσι της θέσεως αυτών παρά τω Συμβουλίω δι’ εγγράφου αποστελλομένου τω Υπουργώ, παύουσι δε κατέχοντες την θέσιν αυτών ευθύς άμα ως η τοιαύτη παραίτησις περιέλθη εις χείρας του Υπουργού.
8. Μέλος ούτινος η θητεία εξέπνευσεν ή ο παραιτείται της θέσεως αυτού δύναται να τύχη επαναδιορισμού.
9. Εάν ο Υπουργός πεισθή ότι οιονδήποτε μέλος πλην των δημοσίων υπαλλήλων-
(α) απουσίασε τεσσάρων συναπτών συνεδριών του Συμβουλίου άνευ της προς τούτο αδείας του Συμβουλίου· ή
(β) εκηρύχθη εις πτώχευσιν ή συνήψε συμβιβασμόν μετά των πιστωτών αυτού· ή
(γ) είναι ανίκανον λόγω φυσικής ή πνευματικής τινος νόσου· ή
(δ) κατεδικάσθη δι’ αδίκημα τι δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, ή δι’ οιονδήποτε αδίκημα εμπεριέχον το στοιχείον της απάτης· ή
(ε) παρέλειψεν άνευ ευλόγου αιτίας να γνωστοποιήση πληροφορίαν ην δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 22 υπεχρεούτο να γνωστοποιήση· ή
(στ) είναι άλλως πως ανίκανον να εκπληρώση τας αρμοδιότητας αυτού ως μέλους, ή
(ζ) έπαυσε να απολαμβάνη της εμπιστοσύνης του υποδείξαντος αυτό οργανισμού,
ούτος δύναται να κηρύξη την θέσιν του μέλους τούτου ως χηρεύσασαν, γνωστοποιεί δε το γεγονός καθ’ ον τρόπον ήθελεν ούτος κρίνει προσήκοντα· επί τούτω η ούτω χηρεύσασα θέσις δύναται να πληρωθή συμφώνως ταις διατάξεσι του άρθρου 5.
10. Ουδεμία πράξις ή διαδικασία του Συμβουλίου προσβάλλεται ως εκ του γεγονότος ότι χηρεύει η θέσις οιουδήποτε μέλους.
11.-(1) Διαρκούσης προσωρινής απουσίας του προέδρου εκ της Δημοκρατίας ή προσωρινής ανικανότητος προς εκπλήρωσιν των αρμοδιοτήτων αυτού ως προέδρου, καθήκοντα προέδρου ασκεί έτερον πρόσωπον, μέλος ή μη, διοριζόμενον προς τούτο υπό του Υπουργού.
(2) Άμα τη διενεργεία τοιούτου προσωρινού διορισμού συμφώνως ταις διατάξεσι του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου, άπασαι αι δυνάμει του παρόντος Νόμου εξουσίαι ως και πάντα τα καθήκοντα του προέδρου περιέρχονται εις το ούτω προσωρινώς διορισθέν πρόσωπον.
12. Οσάκις μέλος τι, πλην του προέδρου, είναι προσωρινώς ανίκανον προς εκπλήρωσιν των αρμοδιοτήτων αυτού ως μέλους, είτε λόγω προσωρινής απουσίας εκ της Δημοκρατίας είτε εξ ετέρας ευλόγου αιτίας, διαρκούσης της τοιαύτης ανικανότητος ο Υπουργός δύναται να διορίση προσωρινώς έτερον μέλος εις ο και περιέρχονται άπαντα τα καθήκοντα και εξουσίαι του προσωρινώς καταστάντος ανικάνου μέλους.
Νοείται ότι εάν το προσωρινώς καταστάν ανίκανον μέλος έτυχε διορισμού δυνάμει του εδαφίου (2) του άρθρου 5, ο αναπληρών τούτο διορίζεται κατά την αυτήν διαδικασίαν.
13. Εάν εις τινα ειδικήν περίπτωσιν το Συμβούλιον επιθυμή να συμβουλευθή πρόσωπον τι εφ’ οιουδήποτε ειδικού θέματος, δύναται να εκλέξη το πρόσωπον τούτο ως μέλος διά πάσαν συνεδρίαν καθ’ ην απαιτείται η παρουσία αυτού· το πρόσωπον τούτο, εν όσω διαρκή η εκλογή του, κέκτηται άπαντα τα δικαιώματα και τα προνόμια μέλους, ουχί όμως και το δικαίωμα ψήφου εφ’ οιουδήποτε θέματος.
15.-(1) Των συνεδριών του Συμβουλίου προεδρεύει, εφ’ όσον παρίσταται, ο πρόεδρος, εν απουσία δε αυτού, ο ιεραρχικά ανώτερος δημόσιος λειτουργός.
(2) Ο χρόνος και ο τόπος των συνεδριών του Συμβουλίου καθορίζεται υπό του προέδρου του Συμβουλίου.
(3) Ο Πρόεδρος συγκαλεί το ταχύτερον δυνατόν έκτακτον συνεδρίαν του Συμβουλίου άμα τη λήψει εγγράφου αιτήσεως υποβαλλομένης αυτώ υπό τριών τουλάχιστον μελών του Συμβουλίου· η έκτακτος συνεδρία συγκαλείται διά τους εν τη αιτήσει αναγραφομένους σκοπούς·
(4) Ο πρόεδρος ή ο προεδρεύων της συνεδρίας και πέντε (5) άλλα μέλη του Συμβουλίου αποτελούν απαρτία.
(5) Αι αποφάσεις του Συμβουλίου επί των ενώπιον αυτών προσαγομένων θεμάτων λαμβάνονται διά πλειοψηφίας των παρόντων και εχόντων δικαίωμα ψήφου μελών.
(6) Ο προεδρεύων της συνεδρίας κέκτηται μίαν μόνον ψήφον, εν περιπτώσει όμως ισοψηφίας κέκτηται ωσαύτως και δευτέραν νικώσαν τοιαύτην.
(7) Οποιοδήποτε πρόσωπο, περιλαμβανομένων και υπαλλήλων του Συμβουλίου, δύναται να παρίσταται στις συνεδρίες του, εφόσον έχει κληθεί να παραστεί στη συγκεκριμένη συνεδρία από το Συμβούλιο:
16.-(1) Τηρούνται πρακτικά των συνεδριών του Συμβουλίου, άτινα εφ’ όσον φέρουσι την υπογραφήν του προσώπου όστις φέρεται προεδρεύσας της συνεδρίας εις ην αφορώσι τα τοιαύτα πρακτικά, ή της συνεδρίας καθ’ ην ταύτα ανεγνώσθησαν, συνιστώσιν αποδεικτικόν στοιχείον των κατά την συνεδρίαν διεξαχθέντων η δε συνεδρία εις ην αφορώσι τα πρακτικά τεκμαίρεται μέχρις αποδείξεως του εναντίου ως νομίμως συγκληθείσα και συγκροτηθείσα.
(2) Αντίγραφο των πρακτικών εκάστης συνεδρίας του Συμβουλίου αποστέλλεται στον Υπουργό το συντομότερο δυνατό.
17. Τη εγκρίσει του Υπουργού το Συμβούλιον δύναται να εκδίδη Κανονισμούς αφορώντας εις την διεξαγωγήν των συνεδριών του Συμβουλίου, τας γνωστοποιήσεις των συνεδριών, την κατά τας συνεδρίας τηρουμένην διαδικασίαν, την φύλαξιν των πρακτικών των τοιούτων συνεδριών και την προσαγωγήν αυτών προς επιθεώρησιν.
18. Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου και των δυνάμει του άρθρου 17 γενομένων κανονισμών η ενώπιον του Συμβουλίου διαδικασία καθορίζεται υπό του Συμβουλίου.
19. Η κοινή σφραγίς του Συμβουλίου επ’ ουδενός εγγράφου τίθεται ειμή κατόπιν εξουσιοδοτήσεως παρεχομένης δι’ αποφάσεως του Συμβουλίου, η δε επίθεσις της σφραγίδος βεβαιούται διά της υπογραφής του προέδρου, ή οιουδήποτε ετέρου μέλους εις ο το Συμβούλιον παρέσχε γενικήν ή ειδικήν εξουσιοδότησιν όπως αντικαθιστά επί τούτω τον πρόεδρον, και της υπογραφής ετέρου τινός συμβούλου έχοντος την γενικήν ή ειδικήν εξουσιοδότησιν του Συμβουλίου όπως ενεργή επί τούτω.
20. Παν έγγραφον φερόμενον ως έγγραφον προσηκόντως εκδοθέν ή υπογραφέν υπό την σφραγίδα του Συμβουλίου ή διά λογαριασμόν του Συμβουλίου, γίνεται δεκτόν ως αποδεικτικόν στοιχείον, μέχρι δε αποδείξεως του εναντίου τεκμαίρεται ούτω εκδοθέν ή υπογραφέν άνευ οιασδήποτε περαιτέρω αποδείξεως.
21. Συμβάσεις και έγγραφα ων η σύναψις ή έκδοσις υπό προσώπου ετέρου ή νομικού τοιούτου δεν απαιτεί την επίθεσιν σφραγίδος, δύνανται να συναφθώσιν ή εκδοθώσιν διά λογαριασμόν του Συμβουλίου υπό παντός προσώπου έχοντος την επί τούτω γενικήν ή ειδικήν εξουσιοδότησιν του Συμβουλίου.
22. Το γεγονός ότι μέλος τι είναι εν των συμβαλλομένων ή κέκτηται συμφέρον επί συμβάσεως συναφθείσης μετά του Συμβουλίου δεν επάγεται ακυρότητα της τοιαύτης συμβάσεως, το δε μέλος ουδεμίαν υποχρέωσιν επέχει εκ μόνου του γεγονότος ότι είναι μέλος του Συμβουλίου να λογοδοτήση εις το Συμβούλιον διά το εκ της συμβάσεως πραγματοποιηθέν υπ’ αυτού κέρδος· το μέλος όμως οφείλει όπως αμελλητί γνωστοποιήση τω Συμβουλίω παν συμφέρον όπερ τούτο έχει ή κτάται εφ’ οιασδήποτε συμβάσεως, εφ’ όσον τούτο αντίκειται καθ’ οιονδήποτε τρόπον προς τα καθήκοντα αυτού ως μέλους, ουδέν δικαίωμα δε ψήφου κέκτηται εφ’ οιουδήποτε θέματος αφορώντος εις την ως είρηται σύμβασιν·εάν μέλος παρά ταύτα ψηφίση, η ψήφος αυτού ουδόλως λαμβάνεται υπ’ όψιν.
Νοείται ότι ουδέν μέλος στερείται του δικαιώματος της ψήφου επί τινος θέματος αφορώντος εις την γενικήν πολιτικήν του Συμβουλίου εφ’ οιουδήποτε ζητήματος, εκ μόνου του λόγου ότι η επί τοιούτου θέματος απόφασις επηρεάζει ή δύναται να επηρεάση συμβάσεις συναφθείσας ή συναφθησομένας μεταξύ αυτού και του Συμβουλίου.
23. Όλες οι πράξεις και αποφάσεις του Συμβουλίου είναι έγκυρες, ανεξάρτητα του ότι είναι δυνατόν μεταγενέστερα να αποκαλυφθεί η ύπαρξη παρατυπίας ως προς την εκλογή ή τον διορισμό του μέλους του Συμβουλίου ή του προσώπου που ενεργεί ως μέλος ή του ότι τα μέλη ή οποιοδήποτε από τα μέλη του Συμβουλίου δεν ήταν ικανά να είναι μέλη του Συμβουλίου, ωσάν κάθε πρόσωπο, να είχε δεόντως εκλεγεί ή διοριστεί στο Συμβούλιο και να ήταν ικανό να είναι μέλος του.
25.-(1) Με την έναρξη της ισχύος του περί Εμπορίας Κυπριακών Πατατών (Τροποποιητικού) Νόμου 2026 το Συμβούλιο συνεχίζει να λειτουργεί με το υφιστάμενο κατά τον εν λόγω χρόνο προσωπικό και δεν δύναται να διορίζει νέο μόνιμο προσωπικό.
(2) Το Συμβούλιο δύναται-
(α) να χορηγεί στους υπαλλήλους του συντάξεις, βοηθήματα ή επιδόματα αποχωρήσεως και να επιβάλλει σε αυτούς αναγκαστική εισφορά σε οποιοδήποτε σύστημα συντάξεων ή εισφορών· και
(β) να διαχειρίζεται γραφεία, αποθήκες ή συσκευαστήρια στη Δημοκρατία ή στο εξωτερικό, ανάλογα με τις ανάγκες του, ύστερα από εισήγηση του Προέδρου και έγκριση του Συμβουλίου.