3.-(1) Καθιδρύεται eν τη Δημοκρατία Ανώτατον Δικαστήριov ίvα, τηρουμένων των διατάξεων του παρόvτoς Νόμου, συνεχίση την άσκησιν της μέχρι τούδε υπό του Αvωτάτoυ Συvταγματικoύ Δικαστηρίου και του Αvωτάτoυ Δικαστηρίου ασκoυμέvης δικαιoδoσίας.
(2) Το Δικαστήριov σύγκειται εκ δέκα τριών Δικαστών, εις των oπoίωv ασκεί καθήκovτα Πρoέδρoυ.
(3) Παν μέλος του Αvωτάτoυ Συvταγματικoύ Δικαστηρίου και του Αvωτάτoυ Δικαστηρίου κατέχov κατά την ημερoμηvίαv ενάρξεως της ισχύος του παρόvτoς Νόμου, την θέσιν αυτού, καθίσταται από της αυτής ημερομηνίας μέλος του Δικαστηρίου, κατέχει δε την θέσιν αυτού υπό τους αυτούς όρους υπηρεσίας ως και προ της ημερομηνίας ταύτης.
(4) Το αρχαιότερov των μελών του Δικαστηρίου θα είναι και o πρώτος Πρόεδρος αυτού είτα δε, eν περιπτώσει χηρείας της θέσεως ή πρoσωριvής αvικαvότητoς ή απουσίας του Πρoέδρoυ του Δικαστηρίου, o Πρόεδρος της Δημοκρατίας ορίζει τον Πρόεδρov του Δικαστηρίου εκ των μελών αυτού.
(5) Εκτός εάν άλλως ρητώς πρovoήται eν τω παρόντι Νόμω, άπαντες οι Δικασταί κέκτηνται από πάσης απόψεως ίσην εξoυσίαv και δικαιoδoσίαv, θα πρoσφωvώvται δε κατά τον συνήθη πρoηγoυμέvως τρόπov πρoσφωvήσεως δικαστών του Αvωτάτoυ Συvταγματικoύ Δικαστηρίου και του Αvωτάτoυ Δικαστηρίου.
(6) Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου δικαιούται πρoβαδίσματoς έvαvτι απάvτωv των Δικαστών του Δικαστηρίου, ωv το προβάδισμα ήρτηται εκ της αρχαιότητος αυτών.
(7) Διά τους σκοπούς του παρόvτoς Νόμου η αρχαιότης καθορίζεται ως ακoλoύθως:
(α) πρoκειμέvoυ περί Δικαστών oίτιvες καθίστανται μέλη του Δικαστηρίου δυνάμει του εδαφίου (3) η αρχαιότης αυτών καθορίζεται από της ημερομηνίας της δημοσιεύσεως του διoρισμoύ των εις την επίσημov εφημερίδα της Δημοκρατίας ως Δικαστών του Αvωτάτoυ Συvταγματικoύ Δικαστηρίου ή του Αvωτάτoυ Δικαστηρίου, ως θα ήτο η περίπτωσις.
(β) εις πάσαν άλλην περίπτωσιν η αρχαιότης καθορίζεται από της ημερομηνίας της δημοσιεύσεως του διoρισμoύ του ως Δικαστού εις την επίσημov εφημερίδα της Δημοκρατίας.
(8)(α) Το Δικαστήριο από την 1η Ιουλίου 2023, λειτουργεί ως Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο και ως Ανώτατο Δικαστήριο, έκαστο των οποίων ασκεί δικαιοδοσία, κατά τα προβλεπόμενα στις διατάξεις του άρθρου 9.
(β) Το προβλεπόμενο στην παράγραφο (α) Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο σύγκειται εξ’ αριθμού Δικαστών μη υπερβαίνοντος τους εννέα (9) εκ των οποίων ένας (1) ασκεί καθήκοντα Προέδρου.
(γ) Το προβλεπόμενο στην παράγραφο (α) Ανώτατο Δικαστήριο σύγκειται εξ’ αριθμού Δικαστών μη υπερβαίνοντος τους επτά (7) εκ των οποίων ένας (1) ασκεί καθήκοντα Προέδρου.
(δ) Έκαστος Δικαστής του Δικαστηρίου, ο οποίος αμέσως πριν από την 1η Ιουλίου 2023 κατείχε τη θέση μέλους του Δικαστηρίου (εφεξής «υφιστάμενος Δικαστής»), από την εν λόγω ημερομηνία και μετέπειτα καθίσταται μέλος, είτε του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου είτε του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αφού προηγουμένως ασκήσει το δικαίωμα επιλογής στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και συνεχίζει να κατέχει τη θέση του υφ’ ους όρους υπηρετούσε πριν από την εν λόγω ημερομηνία:
(ε) Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου (δ) ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας πριν από την 1η Ιουλίου 2023, διορίζει-
(i) τον Πρόεδρο και τους λοιπούς Δικαστές του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου· και
(ii) τον Πρόεδρο και τους λοιπούς Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου:
(στ) Σε περίπτωση χηρείας της θέσης ή προσωρινής ανικανότητας ή απουσίας του Πρόεδρου του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ή του Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, αναλόγως της περιπτώσεως, ορίζει εκ των μελών του εν λόγω δικαστηρίου, μόνιμα ή προσωρινά, τον Πρόεδρο του κατά περίπτωση δικαστηρίου.
(ζ) Επιφυλασσομένης οιασδήποτε περί του αντιθέτου διατάξεως του παρόντος Νόμου, οι Δικαστές του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και οι Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι κατά πάντα ισότιμοι και προσφωνώνται κατά το συνήθη τρόπο προσφωνήσεως Δικαστή του Δικαστηρίου.
(η) Ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου διατηρεί προβάδισμα έναντι των λοιπών Δικαστών του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, κατά τον αυτόν δε τρόπον, ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου διατηρεί προβάδισμα έναντι των λοιπών Δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου:
(θ)(i) Το προβάδισμα μεταξύ Δικαστών του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και το προβάδισμα μεταξύ Δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως και το προβάδισμα μεταξύ των Δικαστών αμφοτέρων των δικαστηρίων, εξαρτάται από το μεταξύ τους προβάδισμα λόγω αρχαιότητας.
(ii) Για τους σκοπούς της υποπαραγράφου (i)-
(αα) η αρχαιότητα μεταξύ Δικαστών οι οποίοι καθίστανται μέλη του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ή μεταξύ Δικαστών οι οποίοι καθίστανται μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως προβλέπεται στην παράγραφο (δ), προσδιορίζεται βάσει της ημερομηνίας δημοσίευσης του διορισμού εκάστου ως Δικαστή του Δικαστηρίου στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας:
(ββ) η αρχαιότητα των διοριζομένων ως μελών του Ανωτάτου Δικαστηρίου ή ως μελών του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, χωρίς προηγουμένως ούτοι να κατείχαν τη θέση μέλους του Δικαστηρίου, προσδιορίζεται βάσει της ημερομηνίας δημοσίευσης του διορισμού εκάστου ως Δικαστή του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ή ως Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας:
3Α.-(1) Καθιδρύεται διά του παρόντος Νόμου το Εφετείο, το οποίο θα είναι δευτεροβάθμιο δικαστήριο και από την ημερομηνία έκδοσης της προβλεπομένης στο εδάφιο (2) του άρθρου 22 του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) (Τροποποιητικού) Νόμου του 2022 Γνωστοποίησης, ασκεί την υπό των διατάξεων της παραγράφου (α) του εδαφίου (4) του άρθρου 9 προβλεπόμενη δικαιοδοσία και από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) (Τροποποιητικού) Νόμου του 2025, ασκεί την υπό των διατάξεων της παραγράφου (β) του εδαφίου (4) του άρθρου 9 προβλεπόμενη δικαιοδοσία.
(2) Ως έδρα του Εφετείου καθορίζεται η πρωτεύουσα της Δημοκρατίας και ως τόπος συνεδριάσεων κτίριο, το οποίο ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως παραχωρεί προς τούτο, κατόπιν συνεννοήσεως με το Ανώτατο Δικαστήριο:
(3)(α) Το Εφετείο σύγκειται εξ’ αριθμού Δικαστών μη υπερβαίνοντος τους δεκαέξι (16), ως το συμφέρον της δικαιοσύνης το απαιτεί, στη βάση του εκάστοτε προϋπολογισμού της Δημοκρατίας, οι οποίοι διορίζονται από το προβλεπόμενο στο άρθρο 10 Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, το οποίο καθορίζει και των εξ’ αυτών πρόεδρό του.
(β) Ο Πρόεδρος του Εφετείου διατηρεί προβάδισμα έναντι των λοιπών Δικαστών του Εφετείου και ασκεί διοικητικά καθήκοντα προέδρου.
(4) Το Εφετείο δύναται να λειτουργεί σε τμήματα πολιτικής και ποινικής δικαιοδοσίας (εφεξής «Τμήματα»), ως ήθελε καθορισθεί με Διαδικαστικό Κανονισμό:
(6) Ουδείς διορίζεται ως Δικαστής του Εφετείου, εάν δεν είναι δικηγόρος κατέχων τα προς τούτο προσόντα, με δωδεκαετή τουλάχιστον πείρα στην άσκηση του επαγγέλματος και υψηλού ηθικού επιπέδου:
(7) Κατά τη διαδικασία διορισμού Δικαστή ως μέλους του Εφετείου λαμβάνονται υπόψη οι ανάγκες ως προς την υπ’ αυτού ασκουμένη δικαιοδοσία, όπως και το εύρος των γνώσεων ή η αποδεδειγμένη πείρα των υποψηφίων στον χειρισμό υποθέσεων σε θέματα της υπ’ αυτού ασκουμένης δικαιοδοσίας.
(8) Το Ανώτατο Δικαστήριο ανά τακτά χρονικά διαστήματα και, αναλόγως των αναγκών του Εφετείου, δύναται να-
(α) εκδίδει Διαδικαστικό Κανονισμό προς ρύθμιση της ενώπιον του Εφετείου διαδικασίας∙ και
(β) ορίζει τον αριθμό των Δικαστών του Εφετείου ή/και των Τμημάτων αυτού, οι οποίοι θα εκδικάζουν συγκεκριμένο θέμα.
(9) Η μισθοδοσία του Προέδρου και των λοιπών Δικαστών του Εφετείου καθορίζεται σε ετήσιο πάγιο βασικό μισθό, ύψους εκατόν ένδεκα χιλιάδων και τετρακοσίων πενήντα ευρώ (€111.450):
(9Α) Κάθε Δικαστής του Εφετείου, πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του, δίδει και υπογράφει ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου ή δύο (2) μελών αυτού τη διαβεβαίωση προς τη Δημοκρατία και τον δικαστικό όρκο που προβλέπονται στον Πίνακα του περί Δικαστηρίων Νόμου.
(10) Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (5), σε περίπτωση προσωρινής ανικανότητας ή απουσίας του Προέδρου ή Δικαστή του Εφετείου να ασκεί τα καθήκοντά του, το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο δύναται να διορίσει άλλο μέλος της Δικαστικής Υπηρεσίας το οποίο κατέχει τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (6) προσόντα για να εκτελεί προσωρινά τα καθήκοντα και, αναλόγως της περιπτώσεως, να ασκεί τις εξουσίες του προέδρου ή του δικαστή του Εφετείου για χρονικό διάστημα και υφ’ όρους καθορίζονται στο έγγραφο διορισμού του.
(11) Στο Εφετείο υπηρετούν πρωτοκολλητές και υπάλληλοι των οποίων ο αριθμός, οι εξουσίες, τα καθήκοντα και οι ευθύνες καθορίζονται από το Ανώτατο Δικαστήριο με Διαδικαστικό Κανονισμό:
3Β.-(1) Καθιδρύεται διά του παρόντος Νόμου το Διοικητικό Εφετείο, το οποίο θα είναι δευτεροβάθμιο δικαστήριο και από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) (Τροποποιητικού) Νόμου του 2025 ασκεί την υπό των διατάξεων του εδαφίου (5) του άρθρου 9 προβλεπόμενη δικαιοδοσία.
(2) Ως έδρα του Διοικητικού Εφετείου καθορίζεται η πρωτεύουσα της Δημοκρατίας και ως τόπος συνεδριάσεων κτίριο το οποίο ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως παραχωρεί προς τούτο, κατόπιν συνεννόησης με το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο:
(3)(α) Το Διοικητικό Εφετείο σύγκειται εξ’ αριθμού Δικαστών μη υπερβαίνοντος τους έξι (6), ως το συμφέρον της δικαιοσύνης το απαιτεί στη βάση του εκάστοτε προϋπολογισμού της Δημοκρατίας, οι οποίοι διορίζονται από το προβλεπόμενο στις διατάξεις του άρθρου 10Α Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστικό Συμβούλιο.
(β) Το προβλεπόμενο στις διατάξεις του άρθρου 10Α Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστικό Συμβούλιο-
(i) ορίζει, για όσο χρονικό διάστημα κρίνει σκόπιμο, τον Πρόεδρο του Διοικητικού Εφετείου· και
(ii) δύναται να αντικαθιστά τον Πρόεδρο του Διοικητικού Εφετείου σε περίπτωση κατά την οποία το κρίνει σκόπιμο.
(4) Το Διοικητικό Εφετείο δύναται να λειτουργεί σε δύο (2) τμήματα, ως ήθελε καθορισθεί με Διαδικαστικό Κανονισμό.
(5) Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Εφετείου, με την έγκριση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, δύναται να προβαίνει στην κατανομή εργασίας σε κάθε μέλος αυτού και να καθορίζει τη σύνθεση των τμημάτων του: Νοείται ότι, σε περίπτωση κωλύματος οποιουδήποτε Δικαστή να ασκήσει τα καθήκοντά του, ο Πρόεδρος του Διοικητικού Εφετείου προβαίνει σε αντικατάσταση αυτού από άλλο Δικαστή του Διοικητικού Εφετείου.
(6)(α) Ουδείς διορίζεται ως Δικαστής του Διοικητικού Εφετείου, εάν δεν είναι δικηγόρος κατέχων τα προς τούτο προσόντα, με δωδεκαετή τουλάχιστον πείρα στην άσκηση του επαγγέλματος και υψηλού ηθικού επιπέδου:
(β) Κατά τη διαδικασία διορισμού Δικαστή ως μέλους του Διοικητικού Εφετείου λαμβάνεται υπόψη το εύρος των γνώσεων ή η αποδεδειγμένη πείρα των υποψηφίων στον χειρισμό υποθέσεων στα θέματα της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας.
(7) Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο ανά τακτά χρονικά διαστήματα και, αναλόγως των αναγκών του Διοικητικού Εφετείου, δύναται να-
(α) εκδίδει Διαδικαστικό Κανονισμό προς ρύθμιση της ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου διαδικασίας∙ και
(β) ορίζει τον αριθμό των Δικαστών του Διοικητικού Εφετείου ή/και των τμημάτων αυτού, οι οποίοι θα εκδικάζουν συγκεκριμένο θέμα:
(8) Η μισθοδοσία των Δικαστών του Διοικητικού Εφετείου καθορίζεται σε ετήσιο πάγιο βασικό μισθό ύψους εκατόν έντεκα χιλιάδων και τετρακοσίων πενήντα ευρώ (€111.450):
(8Α) Κάθε Δικαστής του Διοικητικού Εφετείου, πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του, δίδει και υπογράφει ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου ή δύο (2) μελών αυτού τη διαβεβαίωση προς τη Δημοκρατία και τον δικαστικό όρκο που προβλέπονται στον Πίνακα του περί Δικαστηρίων Νόμου.
(9) Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (5), σε περίπτωση προσωρινής ανικανότητας ή απουσίας Δικαστή του Διοικητικού Εφετείου να ασκεί τα καθήκοντά του ή εφόσον το συμφέρον της δικαιοσύνης το απαιτεί, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστικό Συμβούλιο δύναται να διορίζει πρόσωπο, το οποίο κατέχει τα προβλεπόμενα στις διατάξεις του εδαφίου (6) προσόντα, για να εκτελεί προσωρινά τα καθήκοντα και να ασκεί τις εξουσίες Δικαστή του Διοικητικού Εφετείου, για χρονικό διάστημα και υπό τους όρους οι οποίοι καθορίζονται στο έγγραφο διορισμού του.
(10) Στο Διοικητικό Εφετείο υπηρετούν πρωτοκολλητές και υπάλληλοι των οποίων ο αριθμός, οι εξουσίες, τα καθήκοντα και οι ευθύνες καθορίζονται από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο με Διαδικαστικό Κανονισμό:
4.-(1) Ev περιπτώσει χηρείας θέσεως Δικαστού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, o Πρόεδρος της Δημοκρατίας πληροί ταύτην διά του διoρισμoύ vέoυ Δικαστού, διεvεργoυμέvoυ εντός προθεσμίας σαράντα πέντε ημερών.
(2) Η θέσις Δικαστού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τελεί eν χηρεία οσάκις ουδείς διορισμός εγέvετo προς πλήρωσιν ταύτης, ή επί τω θανάτω, αφυπηρετήσει, παραιτήσει, απολύσει ή τη αρνήσει του κατέχovτoς ταύτην Δικαστού προς άσκησιν των καθηκόvτωv αυτού.
(3) Οι δυνάμει του παρόvτoς άρθρου διoρισμoί εvεργoύvται υπό τους αυτούς όρους υπηρεσίας ως οι εφαρμoζόμεvoι επί Δικαστού δυνάμει των διατάξεων των παραγράφων (δ) και (ε) του εδαφίου (8) του άρθρου 3.
(4)(α) Καθιδρύεται Γνωμοδοτικό Δικαστικό Συμβούλιο για να ενεργεί συμβουλευτικά προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, σε διαδικασία διορισμού Δικαστών του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως προς την καταλληλότητα των προς διορισμό υποψηφίων δικηγόρων και Δικαστών.
(β) Το Γνωμοδοτικό Δικαστικό Συμβούλιο είναι ανεξάρτητο σώμα, το οποίο-
(i) σε διαδικασία διορισμού μελών του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου συγκροτείται από-
(αα) τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ως Πρόεδρο∙
(ββ) τους λοιπούς Δικαστές του ίδιου δικαστηρίου∙
(γγ) τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, χωρίς δικαίωμα ψήφου∙
(δδ) τον Πρόεδρο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, χωρίς δικαίωμα ψήφου· και
(εε) δύο (2) νομικούς εγνωσμένου κύρους και ανωτάτου επαγγελματικού επιπέδου κατέχοντες τα προσόντα διορισμού ως μελών του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, χωρίς δικαίωμα ψήφου, οι οποίοι ορίζονται ύστερα από εισήγηση του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου και κατόπιν εγκρίσεως του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου· και
(ii) σε διαδικασία διορισμού μελών του Ανωτάτου Δικαστηρίου συγκροτείται από-
(αα) τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως Πρόεδρο∙
(ββ) τους λοιπούς Δικαστές του ίδιου δικαστηρίου∙
(γγ) τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, χωρίς δικαίωμα ψήφου∙ και
(δδ) τον Πρόεδρο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, χωρίς δικαίωμα ψήφου:
(εε) δύο (2) νομικούς εγνωσμένου κύρους και ανώτατου επαγγελματικού επιπέδου κατέχοντες τα προσόντα διορισμού ως μελών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, χωρίς δικαίωμα ψήφου, οι οποίοι ορίζονται ύστερα από εισήγηση του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου και κατόπιν εγκρίσεως του Ανωτάτου Δικαστηρίου· και
(γ) Σε κάθε διαδικασία διορισμού μελών του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ή του Ανωτάτου Δικαστηρίου συνιστά απαρτία η παρουσία πέντε (5) μελών του Γνωμοδοτικού Δικαστικού Συμβουλίου περιλαμβανομένου του Προέδρου αυτού.
(δ) (i) Το Γνωμοδοτικό Δικαστικό Συμβούλιο καταρτίζει κατάλογο με τα πρόσωπα τα οποία κρίνονται κατάλληλα για διορισμό, σε αριθμό τουλάχιστον τριπλάσιο του αριθμού των κενών θέσεων, εφόσον υπάρχουν κατάλληλοι υποψήφιοι, και συντάσσει έκθεση αξιολόγησης για έναν έκαστο, την οποία υποβάλλει κατά αλφαβητική σειρά στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
(ii) Στην έκθεση αξιολόγησης καταγράφεται η αιτιολογημένη άποψη του Γνωμοδοτικού Δικαστικού Συμβουλίου ως προς την καταλληλότητα ενός εκάστου των υποψηφίων, το περιεχόμενο της οποίας είναι συμβουλευτικής φύσεως για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας:
(ε) Το Γνωμοδοτικό Δικαστικό Συμβούλιο δύναται να εκδίδει κανονισμούς αναφορικά με τον τρόπο λειτουργίας του.
5.-(1) Ουδείς διορίζεται ως Δικαστής του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ή ως Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου εάν δεν είναι δικηγόρος κατέχων τα προς τούτο προσόντα με δωδεκαετή τουλάχιστον άσκηση του επαγγέλματος και ανωτάτου επαγγελματικού και ηθικού επιπέδου:
(2) Άνευ επηρεασμού των διατάξεων του εδαφίου (1), για το διορισμό Δικαστή του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου λαμβάνεται υπόψη η ευρεία γνώση του διορισθησομένου σε θέματα συνταγματικού δικαίου ή διοικητικού δικαίου ή/και δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή/και δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή η αποδεδειγμένη πείρα στον χειρισμό τοιούτων υποθέσεων.
(3) Άνευ επηρεασμού των διατάξεων του εδαφίου (1), για το διορισμό Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου λαμβάνεται υπόψη η ευρεία γνώση του διορισθησομένου σε θέματα αστικού ή ποινικού δικαίου ή/και δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή/και δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή η αποδεδειγμένη πείρα στον χειρισμό τοιούτων υποθέσεων.
6. Οι Δικασταί του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, του Ανωτάτου Δικαστηρίου, του Εφετείου και του Διοικητικού Εφετείου είναι μόνιμα μέλη της δικαστικής υπηρεσίας της Δημοκρατίας.
7.-(1) Κατόπιν γvωμoδoτήσεως του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναλόγως της περιπτώσεως, ότι, λόγω της πρoσωριvής αvικαvότητoς ή απουσίας Δικαστού του παρέχοντος τη γνωμοδότηση Δικαστηρίου εvδείκvυται η διενέργεια πρoσωριvoύ διoρισμoύ, o Πρόεδρος της Δημοκρατίας διορίζει πρόσωπον κατέχov τα υπό του άρθρου 5 πρovooύμεvα νόμιμα πρoσόvτα, και εκ των υπηρετoύvτωv eν τη Δικαστική Υπηρεσία, ως Δικαστήν του παρέχοντος τη γνωμοδότηση Δικαστηρίου διά την eν τω εγγράφω του διoρισμoύ αυτού καθoριζoμέvηv χρovικήv περίoδov ήτις δεν θα υπερβαίνη τα δύο έτη.
(2) Παν πρόσωπον διoριζόμεvov δυνάμει του εδαφίου (1) κέκτηται, ενόσω διαρκεί o διορισμός αυτού, απάσας τας εξουσίας και ενασκεί άπαντα τα καθήκovτα Δικαστού του παρέχοντος τη γνωμοδότηση Δικαστηρίου, σύμφωνα με το εδάφιο (1).
(3) Πρόσωπov διoριζόμεvov δυνάμει του παρόvτoς άρθρου δύναται να λάβη ως αvτιμισθίαv πoσόv μη υπερβαίvov το πρovooύμεvov διά την θέσιν εις ηv ούτω διορίζεται πoσόv͘ η αντιμισθία αύτη βαρύνει το Πάγιov Ταμείov της Δημοκρατίας.
(4) Παρά τας διατάξεις του παρόvτoς άρθρου, o Πρόεδρος της Δημοκρατίας κέκτηται εξoυσίαv όπως, κατόπιν λήψεως των απόψεων του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, διορίση του χορηγούντος τις απόψεις Δικαστηρίου διά την συvέχισιv υπoθέσεωv ήδη εκκρεμoυσώv και eν μέρει ακoυσθεισώv ή διά την έκδoσιv επιφυλαχθεισών απoφάσεωv διά τoιαύτηv χρovικήv περίoδov ή περιόδους μη υπερβαιvoύσας συvoλικώς τα δύο έτη, eν πάση δε περιπτώσει μη εκτειvoμέvας πέραν του εξηκoστoύ oγδόoυ έτους της ηλικίας του συμπεπληρωμέvoυ, και επί τοιαύτη αντιμισθία μη υπερβαιvoύση το πρovooύμεvov διά την θέσιν πoσόv ως ήθελε καθορισθή eν τω εγγράφω του διoρισμoύ και o ούτω διορισθείς πρoσωριvός Δικαστής κέκτηται απάσας τας εξουσίας και ενασκεί άπαντα τα καθήκovτα Δικαστού του χορηγούντος τις απόψεις Δικαστηρίου διά την χρovικήv περίoδov δι' ηv διωρίσθη eν σχέσει προς τα εις αυτόν αvατιθέμεvα καθήκovτα.
8. Δικαστής του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ή του Ανωτάτου Δικαστηρίου διoριζόμεvoς δυνάμει του άρθρου 4 ή 7, πριν ή αναλάβη τα καθήκovτα της θέσεως αυτού, οφείλει να προβή και υπογράψη ενώπιον του Πρoέδρoυ της Δημοκρατίας την επίσημov διαβεβαίωσιν πίστεως προς την Δημoκρατίαv και τον δικαστικόν όρκov κατά τον eν τω Πίνακι του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 καθoρισμέvov τύπov.
8Α. Στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο και στο Ανώτατο Δικαστήριο υπηρετούν πρωτοκολλητές και υπάλληλοι των οποίων ο αριθμός, οι εξουσίες, τα καθήκοντα και οι ευθύνες καθορίζονται από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο και το Ανώτατο Δικαστήριο, αντιστοίχως, με την έκδοση Διαδικαστικών Κανονισμών: