28.-(1) Πρόσωπο το οποίο εσκεμμένως προβαίνει σε ψευδή ή ανακριβή δήλωση για σκοπούς απόκτησης άδειας ίδρυσης ή/και άδειας λειτουργίας Μονάδας διαπράττει αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τριάντα χιλιάδες ευρώ (€30.000) ή και με τις δύο (2) αυτές ποινές.
(2) Πρόσωπο το οποίο παρέχει εσκεμμένως ψευδείς ή ανακριβείς πληροφορίες ή στοιχεία σε σχέση με διάταξη του παρόντος Νόμου ή/και πρόνοιας των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών, που δεν εμπίπτει στις διατάξεις του εδαφίου (1), διαπράττει ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τριάντα χιλιάδες ευρώ (€30.000) ή και με τις δύο (2) αυτές ποινές:
(3) Παράλειψη, πράξη ή ενέργεια που γίνεται κατά παράβαση απαγορευτικής ή επιτακτικής διάταξης του παρόντος Νόμου ή/και πρόνοιας των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες ευρώ (€20.000) ή και με τις δύο (2) αυτές ποινές.
(4) Πρόσωπο το οποίο-
(α) ιδρύει ή/και λειτουργεί Μονάδα κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή/και των προνοιών των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών∙
(β) παραλείπει να αποστείλει στον Έφορο ετήσια έκθεση ή/και δεν την αποστέλλει σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20∙
(γ) αρνείται ή παραλείπει να κλείσει και να διατηρήσει κλειστή Μονάδα σε σχέση με την οποία έχει εκδοθεί διάταγμα δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 6, ή παρακωλύει ή παρεμποδίζει τον Έφορο να προβεί σε ενέργεια την οποία θεωρεί σκόπιμη ή παραλείπει να συμμορφωθεί προς απαίτηση προσηκόντως επιβαλλόμενη δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 6,
είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τέσσερα (4) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις σαράντα χιλιάδες ευρώ (€40.000) ή και στις δύο (2) αυτές ποινές, και, σε περίπτωση κατά την οποία η παράβαση συνεχίζεται μετά την καταδίκη του, υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια ευρώ (€1.000) για κάθε ημέρα κατά την οποία συνεχίζεται η παράβαση.