29.-(1) Πρόσωπο το οποίο-
(α) εσκεμμένα παρακωλύει, παρεμποδίζει ή παρενοχλεί τον Έφορο ή εντεταλμένο επιθεωρητή κατά την άσκηση των δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των προνοιών των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών εξουσιών ή καθηκόντων του∙
(β) παραλείπει να συμμορφωθεί προς απαίτηση προσηκόντως επιβαλλόμενη δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 6∙
(γ) χωρίς εύλογη αιτία παραλείπει να δώσει στον Έφορο ή σε εντεταλμένο επιθεωρητή βοήθεια ή πληροφορία την οποία εύλογα ζητούν για σκοπούς εκπλήρωσης των καθηκόντων τους δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή/και των προνοιών των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών,
είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000) ή και στις δύο (2) αυτές ποινές.
(2) Πρόσωπο το οποίο, παρέχοντας οποιαδήποτε πληροφορία προς τον Έφορο ή εντεταλμένο επιθεωρητή, προβαίνει σε δήλωση η οποία γνωρίζει ότι είναι παραπλανητική ή ανακριβής, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα (12) μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή και στις δύο (2) αυτές ποινές.