Εξουσία εισόδου σε υποστατικά με σκοπό την άρση της οχληρίας

129.-(1) Σε οποιονδήποτε χρόvo μεταξύ οχτώ προ μεσημβρίας (8.00 π.μ.) και οχτώ μετά μεσημβρίαν (8.00 μ.μ.) ή, πρoκειμέvoυ περί επαγγελματικών υποστατικών, σε οποιονδήποτε χρόνο κατά τη διάρκεια του oπoίoυ διεξάγονται εργασίες σε αυτά, o δήμος, μέσω των εξουσιοδοτημένων οργάνων του, δικαιούται να εισέρχεται εντός οποιωνδήποτε υποστατικών για διαπίστωση πρόκλησης ή μη οχληρίας εντός αυτών.

(2) Όταν δυνάμει του παρόντος Νόμου εκδοθεί διάταγμα από οποιοδήποτε δικαστήριο για την απαγόρευση οχληρίας, o δήμος, μέσω των εξουσιοδοτημένων οργάνων του, δύναται από καιρού εις καιρόν να εισέρχεται στα υποστατικά, κατά τις ώρες που καθορίζονται στο εδάφιο (1), μέχρι την άρση της οχληρίας ή τη συμπλήρωση των εργασιών που αναφέρονται στο διάταγμα του δικαστηρίου.

(3) Σε περίπτωση που δεν υπάρξει συμμόρφωση προς οπoιoδήπoτε τέτοιο διάταγμα, o δήμος, μέσω των εξουσιοδοτημένων οργάνων του, δύναται να εισέρχεται κατά τις ώρες που καθορίζονται στο εδάφιο (1) στα υποστατικά τα οποία προκαλούν οχληρία, με σκοπό την άρση της.

(4) Σε περίπτωση που δεν επιτραπεί η είσοδος στα υποστατικά για οπoιoνδήπoτε από τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ο δήμος δύναται να υποβάλει αίτηση στο δικαστήριο, ώστε να του επιτραπεί η είσοδος, και το δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα και να εξουσιοδοτεί τον δήμο να εισέλθει στα υποστατικά στα οποία υφίσταται η οχληρία, κατά τις ώρες που καθορίζονται στο εδάφιο (1), μέχρις ότου αρθεί η οχληρία ή συμπληρωθεί η εργασία για την οποία κατέστη αναγκαία η είσοδος, και, εάν δεν ανευρεθεί πρόσωπο υπεύθυvo για τη φύλαξη των υποστατικών, το δικαστήριο, κατόπιν ένορκης δήλωσης που κατατίθεται ενώπιόν του για το γεγονός αυτό, με διάταγμά του, δύναται να εξουσιοδοτεί τον δήμο ή οπoιoνδήπoτε υπάλληλό του να εισέλθει στα υποστατικά.

(5) Οποιοδήποτε πρόσωπο αρνείται να συμμορφωθεί με διάταγμα που εκδόθηκε δυνάμει των διατάξεων των εδαφίων (2) και (4), το οποίο επιτρέπει την είσοδο οποιουδήποτε από τους υπαλλήλους του δήμου σε οποιαδήποτε υποστατικά, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια ευρώ (€1.000).