ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VΙ

ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ, ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΔΕΟΥΣΑΣ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΙΣΧΥΟΝΤΕΣ ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΔΗΛΟΥΝΤΕΣ  ΠΑΡΟΧΟΥΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΡΥΠΤΟΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

Στο παρόν παράρτημα ορίζονται-

(α) οι απαιτήσεις υποβολής στοιχείων, οι διαδικασίες δέουσας επιμέλειας και άλλοι κανόνες που πρέπει να εφαρμόζουν οι Δηλούντες Πάροχοι Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων προκειμένου η αρμόδια αρχή στη Δημοκρατίας να δύναται να κοινοποιεί, μέσω αυτόματης ανταλλαγής, τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 7ΣΤ· και

(β) οι κανόνες και διοικητικές διαδικασίες που πρέπει να διαθέτει η αρμόδια αρχή στη Δημοκρατία, προκειμένου να διασφαλίζεται η αποτελεσματική εφαρμογή των απαιτήσεων υποβολής στοιχείων και των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας που ορίζονται σε αυτό, καθώς και η συμμόρφωση προς αυτές.

ΤΜΗΜΑ I

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΗΛΟΥΝΤΩΝ ΠΑΡΟΧΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΡΥΠΤΟΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

Α.  Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, όπως ορίζεται στην υποπαράγραφο 3 της παραγράφου Β του Τμήματος IV, υπόκειται στις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας που ορίζονται στα Τμήματα II και III, αντίστοιχα, στη Δημοκρατία, εάν-

1. είναι Οντότητα που έχει λάβει άδεια από την αρμόδια αρχή στη Δημοκρατία σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 63 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 ή επιτρέπεται να παρέχει Υπηρεσίες Κρυπτοστοιχείων κατόπιν κοινοποίησης σε κράτος μέλος σύμφωνα με το Άρθρο 60 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114· ή

2. δεν είναι Οντότητα που έχει λάβει άδεια από την αρμόδια αρχή στη Δημοκρατία σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 63 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 ή επιτρέπεται να παρέχει υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων κατόπιν κοινοποίησης στη Δημοκρατία σύμφωνα με το Άρθρο 60 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 και είναι-

(α) Οντότητα ή φυσικό πρόσωπο με φορολογική κατοικία στη Δημοκρατία·

(β) Οντότητα που έχει συσταθεί ή οργανωθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία της Δημοκρατίας και είτε έχει νομική προσωπικότητα στη Δημοκρατία είτε έχει υποχρέωση να υποβάλλει φορολογικές δηλώσεις ή δηλώσεις φορολογικών πληροφοριών στην αρμόδια αρχή στη Δημοκρατία όσον αφορά το εισόδημα της Οντότητας·

(γ) Οντότητα που τελεί υπό τη διαχείριση της Δημοκρατίας· ή

(δ) Οντότητα ή φυσικό πρόσωπο που έχει συνήθη τόπο επιχειρηματικής δραστηριότητας τη Δημοκρατία.

Β. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων υπόκειται στις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας που ορίζονται στα Τμήματα II και III στη Δημοκρατία όσον αφορά τις Δηλωτέες Συναλλαγές που πραγματοποιούνται μέσω Υποκαταστήματος εγκατεστημένου στη Δημοκρατία.

Γ. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων που είναι Οντότητα κατά την έννοια των στοιχείων (β), (γ) ή (δ) της υποπαραγράφου 2 της παραγράφου Α, δεν υποχρεούται να εκπληρώσει τις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας που ορίζονται στα Τμήματα II και III στη Δημοκρατία, εάν οι εν λόγω απαιτήσεις εκπληρώνονται από τον εν λόγω Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος ή Εγκεκριμένη Δικαιοδοσία εκτός Ένωσης λόγω του ότι έχει τη φορολογική του κατοικία στο εν λόγω κράτος μέλος ή στην εν λόγω Εγκεκριμένη Δικαιοδοσία εκτός Ένωσης.

Δ. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων που είναι Οντότητα κατά την έννοια των στοιχείων (γ) ή (δ) της υποπαραγράφου 2 της παραγράφου Α δεν υποχρεούται να εκπληρώσει τις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας που ορίζονται στα Τμήματα II και III στη Δημοκρατία, εάν οι εν λόγω απαιτήσεις εκπληρώνονται από τον εν λόγω Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος ή Εγκεκριμένη Δικαιοδοσία εκτός Ένωσης, επειδή πρόκειται για Οντότητα η οποία-

(α) έχει συσταθεί ή οργανωθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους ή της Εγκεκριμένης Δικαιοδοσίας εκτός Ένωσης και

(β) είτε έχει νομική προσωπικότητα στο άλλο κράτος μέλος ή στην Εγκεκριμένη Δικαιοδοσία εκτός Ένωσης, είτε έχει υποχρέωση να υποβάλλει φορολογικές δηλώσεις ή δηλώσεις φορολογικών πληροφοριών στις φορολογικές αρχές του άλλου κράτους μέλους ή της Εγκεκριμένης Δικαιοδοσίας εκτός Ένωσης όσον αφορά το εισόδημα της Οντότητας.

Ε. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων που είναι Οντότητα κατά την έννοια του στοιχείου (δ) της υποπαραγράφου 2 της παραγράφου Α δεν υποχρεούται να εκπληρώσει τις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας που ορίζονται στα Τμήματα II και III στη Δημοκρατία, εάν οι εν λόγω απαιτήσεις εκπληρώνονται από τον εν λόγω Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος ή Εγκεκριμένη Δικαιοδοσία εκτός Ένωσης λόγω του ότι η διαχείρισή του ασκείται από το εν λόγω κράτος μέλος ή την Εγκεκριμένη Δικαιοδοσία εκτός Ένωσης.

ΣΤ. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων που είναι φυσικό πρόσωπο κατά την έννοια του στοιχείου (δ) της υποπαραγράφου 2 της παραγράφου Α δεν υποχρεούται να εκπληρώσει τις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας που ορίζονται στα Τμήματα II και III στη Δημοκρατία, εάν οι εν λόγω απαιτήσεις εκπληρώνονται από τον εν λόγω Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος ή Εγκεκριμένη Δικαιοδοσία εκτός Ένωσης λόγω του ότι έχει τη φορολογική του κατοικία στο εν λόγω κράτος μέλος ή στην εν λόγω Εγκεκριμένη Δικαιοδοσία εκτός Ένωσης.

Ζ. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων κατά την έννοια των στοιχείων (α), (β), (γ) ή (δ) της υποπαραγράφου 2 της παραγράφου Α δεν υποχρεούται να εκπληρώσει τις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας που ορίζονται στα Τμήματα II και III στη Δημοκρατία, εάν έχει υποβάλει κοινοποίηση στη Δημοκρατία στον μορφότυπο που καθορίζεται από τη Δημοκρατία, με την οποία επιβεβαιώνει ότι οι εν λόγω απαιτήσεις εκπληρώνονται από τον εν λόγω Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων σύμφωνα με τους κανόνες οποιουδήποτε άλλου κράτους μέλους ή Εγκεκριμένης Δικαιοδοσίας εκτός Ένωσης κατ’ εφαρμογή κριτηρίων που είναι ουσιαστικά παρόμοια με τα κριτήρια των στοιχείων (α), (β), (γ) ή (δ) της υποπαραγράφου 2 της παραγράφου Α.

Η. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων δεν υποχρεούται να εκπληρώσει τις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας που ορίζονται στα Τμήματα II και III στη Δημοκρατία όσον αφορά τις Δηλωτέες Συναλλαγές που πραγματοποιεί μέσω Υποκαταστήματος σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος ή Εγκεκριμένη Δικαιοδοσία εκτός Ένωσης, εάν οι εν λόγω απαιτήσεις εκπληρώνονται από το εν λόγω Υποκατάστημα σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος ή Εγκεκριμένη Δικαιοδοσία εκτός Ένωσης.

ΤΜΗΜΑ II

ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

Α. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων κατά την έννοια των παραγράφων Α και Β του Τμήματος I υποβάλλει τις πληροφορίες που ορίζονται στην παράγραφο Β του παρόντος Τμήματος στην αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας.

Β. Για κάθε σχετικό ημερολογιακό έτος ή άλλη κατάλληλη περίοδο υποβολής στοιχείων και με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των Δηλούντων Παρόχων Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων που ορίζονται στο Τμήμα I και των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας που ορίζονται στο Τμήμα III, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων υποβάλλει τις ακόλουθες πληροφορίες όσον αφορά τους οικείους Χρήστες Κρυπτοστοιχείων που είναι Δηλωτέοι Χρήστες ή έχουν Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα:

1. Το όνομα, τη διεύθυνση, το κράτος μέλος ή τα κράτη μέλη κατοικίας, τον ΑΦΤ ή τους ΑΦΤ και, στην περίπτωση φυσικού προσώπου, την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης κάθε Δηλωτέου Χρήστη και, στην περίπτωση Οντότητας για την οποία, μετά την εφαρμογή των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας που προβλέπονται στο Τμήμα III, διαπιστώνεται ότι διαθέτει ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα, την επωνυμία, τη διεύθυνση, το κράτος μέλος ή τα κράτη μέλη κατοικίας και τον ΑΦΤ ή τους ΑΦΤ της Οντότητας και το όνομα, τη διεύθυνση, το κράτος μέλος ή τα κράτη μέλη κατοικίας, τον ΑΦΤ ή τους ΑΦΤ και την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης κάθε Ελέγχοντος Προσώπου της Οντότητας που είναι Δηλωτέο Πρόσωπο καθώς και τον ρόλο ή τους ρόλους δυνάμει των οποίων κάθε τέτοιο Δηλωτέο Πρόσωπο, είναι Ελέγχον Πρόσωπο της Οντότητας·

Κατά παρέκκλιση των προβλεπόμενων στην υποπαράγραφο 1, όταν ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων υποβάλλει αναφορά σε αρμόδια αρχή που χρησιμοποιεί Υπηρεσία Ταυτοποίησης και βασίζεται στην άμεση επιβεβαίωση της ταυτότητας και της κατοικίας του Δηλωτέου Προσώπου μέσω υπηρεσίας ταυτοποίησης που διατίθεται από κράτος μέλος ή την Ευρωπαϊκή Ένωση για την εξακρίβωση της ταυτότητας και όλων των φορολογικών κατοικιών του Δηλωτέου Προσώπου, οι πληροφορίες που υποβάλλονται σχετικά με το Δηλωτέο Πρόσωπο είναι το όνομα, ο αναγνωριστικός κωδικός της Υπηρεσίας Ταυτοποίησης και το κράτος μέλος ή τα κράτη μέλη έκδοσης, καθώς και ο ρόλος ή οι ρόλοι βάσει των οποίων κάθε Δηλωτέο Πρόσωπο είναι Ελέγχον Πρόσωπο της Οντότητας·

2. το όνομα, τη διεύθυνση, τον ΑΦΤ και, εάν υπάρχει, τον ατομικό αριθμό ταυτοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου 6 του άρθρου 7ΣΤ και τον παγκόσμιο αναγνωριστικό κωδικό νομικής οντότητας, σε σχέση με τον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων·

3. για κάθε είδος Δηλωτέου Κρυπτοστοιχείου για το οποίο ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων έχει πραγματοποιήσει Δηλωτέες Συναλλαγές κατά τη διάρκεια του σχετικού ημερολογιακού έτους ή άλλης κατάλληλης περιόδου υποβολής στοιχείων, κατά περίπτωση-

(α) την πλήρη ονομασία του είδους του Δηλωτέου Κρυπτοστοιχείου·

(β) το συνολικό ακαθάριστο ποσό που καταβλήθηκε, τον συνολικό αριθμό μονάδων και τον αριθμό των Δηλωτέων Συναλλαγών σε σχέση με αποκτήσεις έναντι Παραστατικού Νομίσματος·

(γ)  το συνολικό ακαθάριστο ποσό που εισπράχθηκε, τον συνολικό αριθμό μονάδων και τον αριθμό των Δηλωτέων Συναλλαγών σε σχέση με εκποιήσεις έναντι Παραστατικού Νομίσματος·

(δ)  τη συνολική πραγματική εμπορική αξία, τον συνολικό αριθμό μονάδων και τον αριθμό των Δηλωτέων Συναλλαγών σε σχέση με αποκτήσεις έναντι άλλων Δηλωτέων Κρυπτοστοιχείων·

(ε)  τη συνολική πραγματική εμπορική αξία, τον συνολικό αριθμό μονάδων και τον αριθμό των Δηλωτέων Συναλλαγών σε σχέση με εκποιήσεις έναντι άλλων Δηλωτέων Κρυπτοστοιχείων·

(στ) τη συνολική πραγματική εμπορική αξία, τον συνολικό αριθμό μονάδων και τον αριθμό των Δηλωτέων Συναλλαγών Πληρωμών Λιανικής·

(ζ) τη συνολική πραγματική εμπορική αξία, τον συνολικό αριθμό μονάδων και τον αριθμό των Δηλωτέων Συναλλαγών, και υποδιαιρούμενα ανά τύπο μεταφοράς, εφόσον είναι γνωστός στον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, όσον αφορά μεταφορές στον Δηλωτέο Χρήστη που δεν προβλέπεται στα στοιχεία (β) και (δ)·

(η) η συνολική πραγματική εμπορική αξία, τον συνολικό αριθμό μονάδων και τον αριθμό των Δηλωτέων Συναλλαγών, και υποδιαιρούμενα ανά τύπο μεταφοράς, εφόσον είναι γνωστός στον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, όσον αφορά μεταφορές από τον Δηλωτέο Χρήστη που δεν προβλέπεται στα στοιχεία (γ), (ε) και (στ)· και

(θ) τη συνολική πραγματική εμπορική αξία, καθώς και τον συνολικό αριθμό μονάδων μεταφορών που πραγματοποιεί ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων σε διευθύνσεις κατανεμημένου καθολικού που αναφέρονται στον Κανονισμό (ΕΕ) 2023/1114 και που δεν είναι γνωστό ότι συνδέονται με πάροχο υπηρεσιών εικονικών περιουσιακών στοιχείων ή χρηματοπιστωτικό ίδρυμα:

Νοείται ότι, για τους σκοπούς των στοιχείων (β) και (γ), το ποσό που καταβλήθηκε ή εισπράχθηκε αναφέρεται στο παραστατικό νόμισμα στο οποίο καταβλήθηκε ή εισπράχθηκε σε περίπτωση που τα ποσά καταβλήθηκαν ή εισπράχθηκαν σε πολλαπλά παραστατικά νομίσματα, τα ποσά αναφέρονται σε ενιαίο νόμισμα, μετατρεπόμενα κατά τον χρόνο κάθε Δηλωτέας Συναλλαγής κατά τρόπο που εφαρμόζεται με συνέπεια από τον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων:

Νοείται περαιτέρω ότι, για τους σκοπούς των στοιχείων (δ) έως (θ), η πραγματική εμπορική αξία καθορίζεται και αναφέρεται σε ενιαίο νόμισμα, αποτιμώμενη κατά τον χρόνο κάθε Δηλωτέας Συναλλαγής κατά τρόπο που εφαρμόζεται με συνέπεια από τον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων:

Νοείται έτι περαιτέρω ότι, στις υποβληθείσες πληροφορίες διευκρινίζεται το Παραστατικό Νόμισμα στο οποίο εκφράζεται κάθε ποσό.

Γ. Κατά παρέκκλιση των προβλεπόμενων στην υποπαράγραφο 1 της παραγράφου Β, ο τόπος γέννησης δεν απαιτείται να δηλώνεται, εκτός εάν ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων υποχρεούται διαφορετικά να τον λάβει και να τον δηλώσει σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

Δ. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο Β υποβάλλονται στην αρμόδια αρχή στη Δημοκρατία το αργότερο έως την 30ή Ιουνίου του έτους που έπεται του ημερολογιακού έτους το οποίο αφορούν οι πληροφορίες. Οι πρώτες πληροφορίες υποβάλλονται για το σχετικό ημερολογιακό έτος ή άλλη κατάλληλη περίοδο υποβολής στοιχείων από την 1η Ιανουαρίου 2026.

Ε. Κατά παρέκκλιση των προβλεπόμενων στις παραγράφους Α και Δ, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων κατά την έννοια των στοιχείων (α), (β), (γ) ή (δ) της υποπαραγράφου 2 της παραγράφου Α του Τμήματος I δεν υποχρεούται να παρέχει τις πληροφορίες που ορίζονται στην παράγραφο Β του παρόντος Τμήματος όσον αφορά Δηλωτέο Χρήστη ή Ελέγχον Πρόσωπο για το οποίο ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων συμπληρώνει τη δήλωση των εν λόγω πληροφοριών σε δικαιοδοσία εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης που καλύπτεται από Ισχύουσα Ειδική Συμφωνία Αρμόδιων Αρχών με το κράτος μέλος διαμονής του εν λόγω Δηλωτέου Χρήστη ή Ελέγχοντος Προσώπου.

 

ΤΜΗΜΑ III

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΔΕΟΥΣΑΣ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑΣ

Ο Χρήστης Κρυπτοστοιχείων αντιμετωπίζεται ως Δηλωτέος Χρήστης από την ημερομηνία κατά την οποία ταυτοποιείται ως τέτοιος σύμφωνα με τις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας που περιγράφονται στο παρόν Τμήμα.

Α.Διαδικασίες δέουσας επιμέλειας για ιδιώτες Χρήστες Κρυπτοστοιχείων

Οι ακόλουθες διαδικασίες εφαρμόζονται προκειμένου να καθοριστεί κατά πόσο ο ιδιώτης Χρήστης Κρυπτοστοιχείων είναι Δηλωτέος Χρήστης.

1. Κατά τη θέσπιση της σχέσης με τον ιδιώτη Χρήστη Κρυπτοστοιχείων ή σε σχέση με προϋπάρχοντες ιδιώτες Χρήστες Κρυπτοστοιχείων έως την 1η Ιανουαρίου 2027, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων λαμβάνει αυτοπιστοποίηση που επιτρέπει στον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων να προσδιορίσει τη φορολογική κατοικία ή τις φορολογικές κατοικίες του ιδιώτη Χρήστη Κρυπτοστοιχείων και να επιβεβαιώσει τον εύλογο χαρακτήρα της εν λόγω αυτοπιστοποίησης με βάση τις πληροφορίες που λαμβάνει ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, συμπεριλαμβανομένων τυχόν εγγράφων που έχουν συλλεχθεί σύμφωνα με τις σχετικές με τον Πελάτη διαδικασίες δέουσας επιμέλειας.

2. Σε περίπτωση που υπάρξει αλλαγή στις περιστάσεις σε σχέση με ιδιώτη Χρήστη Κρυπτοστοιχείων η οποία έχει ως αποτέλεσμα ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων να γνωρίζει ή να θεωρεί ευλόγως ότι η αρχική αυτοπιστοποίηση είναι λανθασμένη ή αναξιόπιστη, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων δεν δύναται να βασιστεί στην αρχική αυτοπιστοποίηση και εξασφαλίζει ισχύουσα αυτοπιστοποίηση ή εύλογη εξήγηση και, κατά περίπτωση, δικαιολογητικά έγγραφα για την εγκυρότητα της αρχικής αυτοπιστοποίησης.

Β. Διαδικασίες δέουσας επιμέλειας για Οντότητες-Χρήστες ΚρυπτοστοιχείωνΓια να προσδιοριστεί κατά πόσο η Οντότητα-Χρήστης Κρυπτοστοιχείων είναι Δηλωτέος Χρήστης ή Οντότητα, εκτός από Εξαιρούμενο Πρόσωπο ή Ενεργή Οντότητα, με ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα, εφαρμόζονται οι ακόλουθες διαδικασίες:

1. Προσδιορισμός κατά πόσο η Οντότητα-Χρήστης Κρυπτοστοιχείων είναι Δηλωτέο Πρόσωπο.

(α) Κατά τον καθορισμό της σχέσης με την Οντότητα-Χρήστη Κρυπτοστοιχείων ή σε σχέση με Προϋπάρχουσες Οντότητες Χρήστες Κρυπτοστοιχείων έως την 1η Ιανουαρίου 2027, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων λαμβάνει αυτοπιστοποίηση που επιτρέπει στον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων να προσδιορίσει τη φορολογική κατοικία ή τις φορολογικές κατοικίες της Οντότητας-Χρήστη Κρυπτοστοιχείων και να επιβεβαιώσει τον εύλογο χαρακτήρα της εν λόγω αυτοπιστοποίησης με βάση τις πληροφορίες που λαμβάνει ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, συμπεριλαμβανομένων τυχόν εγγράφων που συλλέγονται σύμφωνα με τις σχετικές με τον Πελάτη διαδικασίες δέουσας επιμέλειας.  Εάν η Οντότητα-Χρήστης Κρυπτο-στοιχείων πιστοποιεί ότι δεν έχει φορολογική κατοικία, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων μπορεί να βασιστεί στον τόπο άσκησης της πραγματικής διοίκησης ή στη διεύθυνση του κεντρικού γραφείου για τον προσδιορισμό της κατοικίας της Οντότητας-Χρήστη Κρυπτοστοιχείων

(β) Εάν από την αυτοπιστοποίηση προκύπτει ότι η Οντότητα-Χρήστης Κρυπτοστοιχείων είναι κάτοικος κράτους μέλους, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων αντιμετωπίζει την Οντότητα-Χρήστη Κρυπτοστοιχείων ως Δηλωτέο Χρήστη, εκτός εάν εύλογα προσδιορίσει, βάσει της αυτοπιστοποίησης ή των πληροφοριών που έχει στην κατοχή του ή που είναι διαθέσιμες στο κοινό, ότι η Οντότητα-Χρήστης Κρυπτοστοιχείων είναι Εξαιρούμενο Πρόσωπο.

2. Προσδιορισμός κατά πόσο η Οντότητα διαθέτει ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα. Σε περίπτωση Οντότητας-Χρήστη Κρυπτοστοιχείων, εκτός από Εξαιρούμενο Πρόσωπο, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων προσδιορίζει εάν διαθέτει ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα, εκτός εάν διαπιστώσει ότι η Οντότητα-Χρήστης Κρυπτοστοιχείων είναι Ενεργή Οντότητα, βάσει αυτοπιστοποίησης από την Οντότητα-Χρήστη Κρυπτοστοιχείων.

(α) Προσδιορισμός των Ελεγχόντων Προσώπων της Οντότητας-Χρήστη Κρυπτοστοιχείων.

Προκειμένου να προσδιοριστούν τα Ελέγχοντα Πρόσωπα της Οντότητας-Χρήστη Κρυπτοστοιχείων, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων δύναται να βασίζεται σε πληροφορίες που συλλέγονται και τηρούνται σύμφωνα με τις σχετικές με τον Πελάτη διαδικασίες δέουσας επιμέλειας, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω διαδικασίες είναι σύμφωνα με τις διατάξεις του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου.  Εάν ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων δεν υποχρεούται εκ του νόμου να εφαρμόζει σχετικές με τον Πελάτη διαδικασίες δέουσας επιμέλειας που είναι σύμφωνα με τις διατάξεις του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου, εφαρμόζει ουσιαστικά παρόμοιες διαδικασίες για τον σκοπό του προσδιορισμού των Ελεγχόντων Προσώπων.

(β)  Προσδιορισμός κατά πόσο ένα Ελέγχον Πρόσωπο Οντότητας-Χρήστη Κρυπτοστοιχείων είναι Δηλωτέο Πρόσωπο.

Για να καθοριστεί κατά πόσο Ελέγχον Πρόσωπο είναι Δηλωτέο Πρόσωπο, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων στηρίζεται στην αυτοπιστοποίηση από την Οντότητα-Χρήστη Κρυπτοστοιχείων ή στο Ελέγχον Πρόσωπο που επιτρέπει στον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων να προσδιορίσει τη φορολογική κατοικία ή τις φορολογικές κατοικίες του Ελέγχοντος Προσώπου και να επιβεβαιώσει τον εύλογο χαρακτήρα της εν λόγω αυτοπιστοποίησης με βάση τις πληροφορίες που λαμβάνει ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, συμπεριλαμβανομένων τυχόν εγγράφων που συλλέγονται σύμφωνα με τις σχετικές με τον Πελάτη διαδικασίες δέουσας επιμέλειας.

3. Σε περίπτωση που υπάρξει αλλαγή στις περιστάσεις σε σχέση με Οντότητα-Χρήστη Κρυπτοστοιχείων ή τα οικεία Ελέγχοντα Πρόσωπα, η οποία έχει ως αποτέλεσμα ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων να γνωρίζει ή να θεωρεί ευλόγως ότι η αρχική αυτοπιστοποίηση είναι λανθασμένη ή αναξιόπιστη, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων δεν δύναται να βασιστεί στην αρχική αυτοπιστοποίηση και εξασφαλίζει ισχύουσα αυτοπιστοποίηση ή εύλογη εξήγηση και, κατά περίπτωση, δικαιολογητικά έγγραφα για την εγκυρότητα της αρχικής αυτοπιστοποίησης.

Γ. Απαιτήσεις για την εγκυρότητα των αυτοπιστοποιήσεων

1.  Η αυτοπιστοποίηση που παρέχεται από ιδιώτη Χρήστη Κρυπτοστοιχείων ή Ελέγχον Πρόσωπο είναι έγκυρη μόνον εφόσον έχει υπογραφεί ή επιβεβαιωθεί με άλλο τρόπο από τον ιδιώτη Χρήστη Κρυπτοστοιχείων ή το Ελέγχον Πρόσωπο, έχει ημερομηνία το αργότερο κατά την ημερομηνία παραλαβής και περιέχει τις ακόλουθες πληροφορίες όσον αφορά τον ιδιώτη Χρήστη Κρυπτοστοιχείων ή το Ελέγχον Πρόσωπο:

(α) Όνομα και επώνυμο·

(β) διεύθυνση κατοικίας·

(γ) κράτος μέλος ή κράτη μέλη φορολογικής κατοικίας·

(δ) για κάθε Δηλωτέο Πρόσωπο, τον ΑΦΤ για κάθε κράτος μέλος·

(ε) ημερομηνία γέννησης.

Η αυτοπιστοποίηση που παρέχεται από Οντότητα-Χρήστη Κρυπτοστοιχείων ή Ελέγχον Πρόσωπο είναι έγκυρη μόνον εφόσον έχει υπογραφεί ή επιβεβαιωθεί με άλλο τρόπο από την Οντότητα-Χρήστη Κρυπτοστοιχείων, έχει ημερομηνία το αργότερο κατά την ημερομηνία παραλαβής και περιέχει τις ακόλουθες πληροφορίες όσον αφορά την Οντότητα-Χρήστη Κρυπτοστοιχείων:

(α) Επωνυμία·

(β) διεύθυνση·

(γ) κράτος μέλος ή κράτη μέλη φορολογικής κατοικίας·

(δ) για κάθε Δηλωτέο Πρόσωπο, τον ΑΦΤ για κάθε κράτος μέλος·

(ε) στην περίπτωση Οντότητας-Χρήστη Κρυπτοστοιχείων εκτός Ενεργής Οντότητας ή Εξαιρούμενου Προσώπου, τις πληροφορίες που περιγράφονται στην υποπαράγραφο 1 σχετικά με κάθε Ελέγχον Πρόσωπο της Οντότητας Χρήστη Κρυπτοστοιχείων, εκτός εάν το Ελέγχον Πρόσωπο έχει παράσχει αυτοπιστοποίηση σύμφωνα με την υποπαράγραφο 1, καθώς και τους ρόλους δυνάμει των οποίων κάθε Δηλωτέο Πρόσωπο είναι Ελέγχον Πρόσωπο της Οντότητας, εάν δεν έχει ήδη προσδιοριστεί με βάση τις σχετικές με τον Πελάτη διαδικασίες δέουσας επιμέλειας·

(στ)  κατά περίπτωση, πληροφορίες σχετικά με τα κριτήρια που πληροί για να αντιμετωπιστεί ως Ενεργή Οντότητα ή Εξαιρούμενο Πρόσωπο.

Δ. Γενικές απαιτήσεις δέουσας επιμέλειας

1. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων που είναι επίσης Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου δύναται να βασίζεται στις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας που ολοκληρώνονται δυνάμει των Τμημάτων IV και VI του Παραρτήματος I για τους σκοπούς των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας σύμφωνα με το παρόν Τμήμα. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων δύναται επίσης να βασίζεται σε αυτοπιστοποίηση που έχει ήδη συλλεχθεί για άλλους φορολογικούς σκοπούς, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω αυτοπιστοποίηση πληροί τις απαιτήσεις της παραγράφου Γ.

2. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων δύναται να βασίζεται σε τρίτο μέρος για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων δέουσας επιμέλειας που ορίζονται στο παρόν Τμήμα, αλλά οι υποχρεώσεις αυτές εξακολουθούν να εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Δηλούντος Παρόχου Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων.

ΤΜΗΜΑ IV

ΟΡΙΣΜΟΙ

Α. Δηλωτέο Κρυπτοστοιχείο

1. “Δηλωτέο Κρυπτοστοιχείο” σημαίνει κάθε Κρυπτοστοιχείο εκτός από Ψηφιακό Νόμισμα Κεντρικής Τράπεζας, Ηλεκτρονικό Χρήμα ή κάθε Κρυπτοστοιχείο για το οποίο ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων έχει προσδιορίσει επαρκώς ότι δεν δύναται να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς πληρωμής ή επένδυσης.

2. “Ηλεκτρονικό Χρήμα”, για τους σκοπούς του παρόντος Παραρτήματος, σημαίνει κάθε Κρυπτοστοιχείο το οποίο-

(α) αποτελεί ψηφιακή αναπαράσταση ενός ενιαίου Παραστατικού Νομίσματος·

(β) εκδίδεται κατά την παραλαβή χρηματικών ποσών με σκοπό την πραγματοποίηση πράξεων πληρωμής·

(γ) αντιπροσωπεύεται από απαίτηση έναντι του εκδότη εκφρασμένη στο ίδιο Παραστατικό Νόμισμα·

(δ) γίνεται αποδεκτό έναντι πληρωμής από φυσικό ή νομικό πρόσωπο άλλο από τον εκδότη· και

(ε) βάσει των κανονιστικών απαιτήσεων στις οποίες υπόκειται ο εκδότης, εξαγοράζεται ανά πάσα στιγμή και στην ονομαστική αξία για το ίδιο Παραστατικό Νόμισμα κατόπιν αιτήματος του κατόχου του προϊόντος:

Νοείται ότι, στον παρόντα ορισμό δεν περιλαμβάνεται προϊόν που δημιουργείται με αποκλειστικό σκοπό τη διευκόλυνση τους μεταφοράς χρηματικών ποσών από έναν πελάτη σε άλλο πρόσωπο σύμφωνα με τους οδηγίες του πελάτη:

Νοείται περαιτέρω ότι, ένα προϊόν δεν δημιουργείται με αποκλειστικό σκοπό τη διευκόλυνση τους μεταφοράς χρηματικών ποσών εάν, κατά τη συνήθη πορεία των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της μεταβιβάζουσας οντότητας, τα κεφάλαια που συνδέονται με το εν λόγω προϊόν διατηρούνται για διάστημα μεγαλύτερο των εξήντα (60) ημερών από τη λήψη των οδηγιών για τη διευκόλυνση τους μεταφοράς ή, εάν δεν ληφθούν οδηγίες, τα κεφάλαια που συνδέονται με το εν λόγω προϊόν διατηρούνται για διάστημα μεγαλύτερο των εξήντα (60) ημερών από τη λήψη τους.

3. “Κεντρική Τράπεζα” σημαίνει κάθε ίδρυμα το οποίο, είτε διά νόμου είτε με την έγκριση της κυβέρνησης, αποτελεί, εκτός από την κυβέρνηση της δικαιοδοσίας αυτή καθαυτή, την κύρια αρχή έκδοσης μέσων προοριζόμενων να κυκλοφορήσουν ως νόμισμα:

Νοείται ότι, στα ιδρύματα αυτά δύναται να περιλαμβάνονται όργανα διακριτά από την κυβέρνηση της δικαιοδοσίας, είτε βρίσκονται υπό την πλήρη ή μερική κυριότητα της δικαιοδοσίας είτε όχι.

4. “Κρυπτοστοιχείο” σημαίνει το κρυπτοστοιχείο όπως ορίζεται στο Άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο 5) του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114.

5. “Ψηφιακό Νόμισμα Κεντρικής Τράπεζας” σημαίνει κάθε ψηφιακό Παραστατικό Νόμισμα που εκδίδεται από κεντρική τράπεζα ή άλλη νομισματική αρχή.

B. Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων

1. “Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων” σημαίνει κάθε Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων και κάθε Φορέα Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων που παρέχει μία ή περισσότερες υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων που υλοποιούν Συναλλαγές Ανταλλαγής εκ μέρους ή για λογαριασμό Δηλωτέου Χρήστη.

2. “Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων” σημαίνει πάροχο υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, όπως ορίζεται στo Άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο 15) του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114.

3. “Υπηρεσία Κρυπτοστοιχείων” σημαίνει υπηρεσία κρυπτοστοιχείων, όπως ορίζεται στο Άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο 16) του Κανονισμού 2023/1114, περιλαμβανομένης της δέσμευσης κρυπτοστοιχείων και του δανεισμού κρυπτοστοιχείων.

4. “Φορέας Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων» σημαίνει  πάροχο υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που δεν είναι Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων.

Γ. Δηλωτέα Συναλλαγή

1.“Δηλωτέα Συναλλαγή” σημαίνει κάθε-

(α) Συναλλαγή Ανταλλαγής· και

(β) μεταβίβαση Δηλωτέων Κρυπτοστοιχείων.

2. “Δηλωτέα Συναλλαγή Πληρωμών Λιανικής” σημαίνει Μεταβίβαση Δηλωτέων Κρυπτοστοιχείων έναντι αγαθών ή υπηρεσιών, αξίας άνω των πενήντα χιλιάδων δολαρίων ΗΠΑ ($50.000) ή το αντίστοιχο ποσό σε άλλο νόμισμα.

3. “Μεταβίβαση” σημαίνει συναλλαγή με την οποία μεταφέρεται Δηλωτέο Κρυπτοστοιχείο από ή προς τη διεύθυνση ή λογαριασμό κρυπτοστοιχείων ενός Χρήστη Κρυπτοστοιχείων, πλην εκείνου που τηρείται από τον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων για λογαριασμό του ίδιου Χρήστη Κρυπτοστοιχείων, περίπτωση κατά την οποία, βάσει των γνώσεων που έχει στη διάθεσή του ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων κατά τον χρόνο της συναλλαγής, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων δεν δύναται να προσδιορίσει ότι η συναλλαγή είναι Συναλλαγή Ανταλλαγής.

4. “Παραστατικό Νόμισμα” σημαίνει επίσημο νόμισμα μιας δικαιοδοσίας, το οποίο εκδίδεται από δικαιοδοσία ή από ορισθείσα κεντρική τράπεζα ή νομισματική αρχή μιας δικαιοδοσίας, όπως αντιπροσωπεύεται από τραπεζογραμμάτια ή κέρματα ή από χρήμα σε διάφορες ψηφιακές μορφές, περιλαμβανομένων των τραπεζικών αποθεμάτων, των Ψηφιακών Νομισμάτων Κεντρικής Τράπεζας, το χρήμα εμπορικών τραπεζών και τα προϊόντα ηλεκτρονικού χρήματος (Ηλεκτρονικό Χρήμα).

5.  “Συναλλαγή Ανταλλαγής” σημαίνει οποιαδήποτε-(α)  ανταλλαγή μεταξύ Δηλωτέων Κρυπτοστοιχείων και Παραστατικών Νομισμάτων· και(β) ανταλλαγή μεταξύ ενός ή περισσότερων μορφών Δηλωτέων Κρυπτοστοιχείων.

Δ.  Δηλωτέος Χρήστης

1.  “Δηλωτέο Πρόσωπο” σημαίνει πρόσωπο κράτους μέλους εκτός από Εξαιρούμενο Πρόσωπο.

2.  “Δηλωτέος Χρήστης” σημαίνει Χρήστη Κρυπτοστοιχείων που είναι Δηλωτέο Πρόσωπο κάτοικος κράτους μέλους.

3.  “Ελέγχοντα Πρόσωπα” σημαίνει φυσικά πρόσωπα που ασκούν έλεγχο επί Οντότητας:

Νοείται ότι, στην περίπτωση καταπιστεύματος, ελέγχον πρόσωπο σημαίνει τον καταπιστευματοπάροχο ή τους καταπιστευματοπαρόχους, τον καταπι-στευματοδόχο ή τους καταπιστευματοδόχους, τον προστάτη ή τους προστάτες, εφόσον υπάρχουν, τον δικαιούχο ή τους δικαιούχους ή την τάξη ή τις τάξεις των δικαιούχων και οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο ή πρόσωπα ασκούν τον τελικό πραγματικό έλεγχο επί του καταπιστεύματος:

Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση νομικού μορφώματος που δεν είναι καταπίστευμα, ελέγχον πρόσωπο σημαίνει πρόσωπο που βρίσκεται σε ισοδύναμες ή παρόμοιες θέσεις.

Ο όρος “Ελέγχοντα Πρόσωπα” ερμηνεύεται κατά τρόπο συνεπή προς τον όρο “πραγματικός δικαιούχος”, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου, σε σχέση με τους Δηλούντες Παρόχους Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων.

4.   “Ενεργή Οντότητα” σημαίνει οποιαδήποτε Οντότητα πληροί οποιοδήποτε από τα ακόλουθα κριτήρια:

(α) το ποσοστό του παθητικού εισοδήματος για το προηγούμενο ημερολογιακό έτος ή άλλη κατάλληλη περίοδο υποβολής στοιχείων είναι μικρότερο του πενήντα τοις εκατό (50%) του ακαθάριστου εισοδήματος της Οντότητας και το ποσοστό των περιουσιακών στοιχείων που παράγουν παθητικό εισόδημα ή διακρατούνται για την παραγωγή παθητικού εισοδήματος κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος ή άλλη αντίστοιχη περίοδο υποβολής στοιχείων είναι μικρότερο του πενήντα τοις εκατό (50%) των περιουσιακών στοιχείων της Οντότητας·

(β) κατ’ ουσία, όλες οι δραστηριότητες της Οντότητας συνίστανται στην κατοχή, εν όλω ή εν μέρει, των εν κυκλοφορία τίτλων κεφαλαίου μίας ή περισσότερων θυγατρικών με δραστηριότητες σε επιχειρηματικούς κλάδους ή τομείς διάφορους από αυτούς των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων ή στην παροχή χρηματοδότησης και υπηρεσιών προς αυτήν ή αυτές· στην κατηγορία αυτή δεν δύναται να υπαχθεί Οντότητα η οποία λειτουργεί ή εμφανίζεται ως επενδυτικό κεφάλαιο, όπως για παράδειγμα ιδιωτικό επενδυτικό κεφάλαιο, εταιρεία επιχειρηματικού κεφαλαίου ή κεφάλαιο εξαγορών μέσω μόχλευσης, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός επενδύσεων σκοπός του οποίου είναι να αποκτήσει ή να χρηματοδοτήσει εταιρείες και να διατηρεί στη συνέχεια δικαιώματα στις εταιρείες αυτές ως τίτλους κεφαλαίου για επενδυτικούς σκοπούς·

(γ)  η Οντότητα δεν έχει ακόμη επιχειρηματική δραστηριότητα και δεν έχει προηγούμενο ιστορικό λειτουργίας, αλλά επενδύει κεφάλαιο σε περιουσιακά στοιχεία με σκοπό την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας διάφορης από αυτήν των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, εφόσον η εν λόγω εξαίρεση δεν εφαρμόζεται στην Οντότητα μετά την πάροδο εικοσιτεσσάρων μηνών από την ημερομηνία αρχικής σύστασης της Οντότητας·

(δ) η Οντότητα δεν υπήρξε χρηματοoικονομικό ίδρυμα κατά τα τελευταία πέντε έτη και βρίσκεται σε εξέλιξη η διαδικασία ρευστοποίησης των περιουσιακών της στοιχείων ή η Οντότητα αναδιοργανώνεται με σκοπό να εξακολουθήσει να δραστηριοποιείται ή να δραστηριοποιηθεί εκ νέου σε επιχειρηματικό τομέα άλλον από αυτόν των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων·

(ε) η Οντότητα ασκεί κυρίως δραστηριότητες χρηματοδότησης και αντιστάθμισης κινδύνου με ή για Συνδεόμενες Οντότητες που δεν είναι χρηματοοικονομικά ιδρύματα και δεν παρέχει υπηρεσίες χρηματοδότησης ή αντιστάθμισης κινδύνου σε Οντότητα που δεν είναι Συνδεόμενη Οντότητα, εφόσον ο όμιλος οποιασδήποτε τέτοιας Συνδεόμενης Οντότητας δραστηριοποιείται κυρίως σε χώρο άλλον από αυτόν των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων· ή

(στ) η Οντότητα πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

(i) έχει συσταθεί και λειτουργεί εντός της δικαιοδοσίας όπου έχει την κατοικία της αποκλειστικά για θρησκευτικούς, φιλανθρωπικούς, επιστημονικούς, καλλιτεχνικούς, πολιτιστικούς, αθλητικούς ή εκπαιδευτικούς σκοπούς ή έχει συσταθεί και λειτουργεί εντός της δικαιοδοσίας όπου έχει την κατοικία της και αποτελεί επαγγελματική οργάνωση, σύνδεσμο επιχειρήσεων, εμπορικό επιμελητήριο, οργάνωση εργαζομένων, οργάνωση αγροτικών ή οπωροκηπευτικών εκμεταλλεύσεων, ένωση πολιτών ή οργάνωση που λειτουργεί αποκλειστικά για την προαγωγή της κοινωνικής ευημερίας·

(ii) απαλλάσσεται από φόρο εισοδήματος στη δικαιοδοσία όπου έχει την κατοικία της·

(iii) δεν διαθέτει μετόχους ή μέλη που έχουν δικαιώματα κυριότητας ή επικαρπίας επί των εσόδων ή των περιουσιακών της στοιχείων·

(iv) η ισχύουσα νομοθεσία της δικαιοδοσίας όπου έχει την κατοικία της η Οντότητα ή τα συστατικά έγγραφα της Οντότητας δεν επιτρέπουν οποιαδήποτε διανομή εσόδων ή περιουσιακών στοιχείων της Οντότητας σε φυσικό πρόσωπο ή μη φιλανθρωπική Οντότητα ή τη χρήση των εσόδων ή περιουσιακών στοιχείων προς όφελός τους, εκτός αν η διανομή ή χρήση αυτή γίνεται στο πλαίσιο της άσκησης των φιλανθρωπικών δραστηριοτήτων της Οντότητας ή ως πληρωμή εύλογης αμοιβής για την παροχή υπηρεσιών ή ως πληρωμή τιμήματος για την πραγματική εμπορική αξία ιδιοκτησίας που αγόρασε η Οντότητα· και

(v) η ισχύουσα νομοθεσία της δικαιοδοσίας όπου έχει την κατοικία της η Οντότητα ή τα συστατικά έγγραφα της Οντότητας απαιτούν, σε περίπτωση εκκαθάρισης ή διάλυσης, να διανέμονται όλα τα περιουσιακά στοιχεία της Οντότητας σε κρατική οντότητα ή σε άλλη μη κερδοσκοπική οργάνωση ή να περιέρχονται στην κυβέρνηση της δικαιοδοσίας όπου έχει την κατοικία της η Οντότητα ή σε άλλη διοικητική υποδιαίρεση.

5.  “Ιδιώτης Χρήστης Κρυπτοστοιχείων” σημαίνει Χρήστη Κρυπτοστοιχείων που είναι φυσικό πρόσωπο.

6.  “Οντότητα-Χρήστης Κρυπτοστοιχείων” σημαίνει Χρήστη Κρυπτοστοιχείων που είναι Οντότητα.

7. “Πρόσωπο κράτους μέλους» σχετικά με κάθε κράτος μέλος σημαίνει Οντότητα ή φυσικό πρόσωπο με κατοικία σε οποιοδήποτε κράτος μέλος σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους ή κληρονομία θανόντος, ο οποίος ήταν κάτοικος οποιουδήποτε κράτους μέλους:

Νοείται ότι, για τους σκοπούς των διατάξεων του παρόντος ορισμού, οντότητες όπως συνεταιρισμοί, συνεταιρισμοί περιορισμένης ευθύνης ή παρόμοια νομικά μορφώματα, τα οποία δεν έχουν κατοικία για φορολογικούς σκοπούς λογίζονται ως κάτοικοι στη δικαιοδοσία όπου βρίσκεται ο τόπος άσκησης της πραγματικής διοίκησής τους.

8. “Προϋπάρχουσα Οντότητα-Χρήστης Κρυπτοστοιχείων” σημαίνει  Οντότητα-Χρήστης Κρυπτοστοιχείων που έχει συνάψει σχέση με τον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων κατά την 31η Δεκεμβρίου 2025.

9. “Προϋπάρχων Ιδιώτης Χρήστης Κρυπτοστοιχείων” σημαίνει ιδιώτης Χρήστης Κρυπτοστοιχείων που έχει συνάψει σχέση με τον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων κατά την 31η Δεκεμβρίου 2025.

10.“Χρήστης Κρυπτοστοιχείων” σημαίνει φυσικό πρόσωπο ή Οντότητα που είναι πελάτης Δηλούντος Παρόχου Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων για τη διενέργεια Δηλωτέων Συναλλαγών:

Νοείται ότι, φυσικό πρόσωπο ή Οντότητα, πλην  Χρηματοοικονομικού Ιδρύματος ή Δηλούντος Παρόχου Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, που ενεργεί ως Χρήστης Κρυπτοστοιχείων προς όφελος ή για λογαριασμό άλλου φυσικού προσώπου ή Οντότητας ως αντιπρόσωπος, θεματοφύλακας, εντολοδόχος, υπογράφων, σύμβουλος επενδύσεων ή ενδιάμεσος δεν λογίζεται Χρήστης Κρυπτοστοιχείων και το εν λόγω άλλο φυσικό πρόσωπο ή Οντότητα λογίζεται Χρήστης Κρυπτοστοιχείων:

Νοείται περαιτέρω ότι, όταν ένας Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων παρέχει υπηρεσία που εκτελεί Δηλωτέες Συναλλαγές Πληρωμών Λιανικής για έμπορο ή εξ ονόματός του, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων αντιμετωπίζει επίσης τον πελάτη που είναι ο αντισυμβαλλόμενος του εμπόρου για τις εν λόγω Δηλωτέες Συναλλαγές Πληρωμών Λιανικής ως τον Χρήστη Κρυπτοστοιχείων σε σχέση με τις εν λόγω Δηλωτέες Συναλλαγές Πληρωμών Λιανικής, υπό την προϋπόθεση ότι ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων υποχρεούται να επαληθεύσει την ταυτότητα του εν λόγω πελάτη στο πλαίσιο της Δηλωτέας Συναλλαγής Πληρωμών Λιανικής σύμφωνα με τον περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμο.

Ε. Εξαιρούμενο Πρόσωπο

1.“αξία εξαγοράς” σημαίνει το μεγαλύτερο από τα δύο ακόλουθα ποσά:

(i) το ποσό που δικαιούται να λάβει ο λήπτης της ασφάλισης σε περίπτωση εξαγοράς ή λύσης του συμβολαίου, χωρίς αφαίρεση τυχόν ποινής εξαγοράς ή δανείου ληφθέντος δυνάμει του ασφαλιστήριου συμβολαίου· και

(ii) το ποσό που δύναται να δανείζεται ο λήπτης της ασφάλισης δυνάμει του συμβολαίου ή σε σχέση με το συμβόλαιο αυτό.

Ανεξαρτήτως των προβλεπόμενων στην παρούσα παράγραφο, στον παρόντα ορισμό δεν περιλαμβάνονται τα ποσά που είναι καταβλητέα δυνάμει ασφαλιστήριου συμβολαίου:

(α) αποκλειστικά λόγω θανάτου του φυσικού προσώπου που ήταν ασφαλισμένο με συμβόλαιο ασφάλισης ζωής·

(β) ως παροχή λόγω προσωπικής βλάβης ή ασθένειας ή άλλη παροχή που χορηγείται ως αποζημίωση για οικονομική ζημία προκαλούμενη με την επέλευση του περιστατικού που καλύπτεται από την ασφάλιση·

(γ) ως επιστροφή καταβληθέντων ασφαλίστρων (μείον το κόστος των ασφαλιστικών τελών, είτε έχουν όντως επιβληθεί είτε όχι) δυνάμει ασφαλιστήριου συμβολαίου, εξαιρουμένου του συνδεδεμένου με επενδύσεις συμβολαίου ασφάλισης ζωής ή προσόδων, λόγω ακύρωσης ή λύσης του συμβολαίου, μείωσης της έκθεσης σε κινδύνους κατά την περίοδο ισχύος του συμβολαίου, ή διόρθωσης καταχώρισης ή παρόμοιου σφάλματος σε σχέση με τα ασφάλιστρα που καταβάλλονται για το συμβόλαιο·

(δ) ως μέρισμα υπέρ του λήπτη της ασφάλισης εξαιρουμένου του μερίσματος λύσης, εφόσον το μέρισμα σχετίζεται με ασφαλιστήριο συμβόλαιο δυνάμει του οποίου καταβλητέες είναι μόνον οι παροχές που περιγράφονται στο στοιχείο (β)· ή

(ε) ως επιστροφή προκαταβληθέντος ασφαλίστρου ή ποσού κατατεθειμένου για την κάλυψη μελλοντικών ασφαλίστρων στο πλαίσιο ασφαλιστήριου συμβολαίου για το οποίο το ασφάλιστρο καταβάλλεται τουλάχιστον ετησίως, εάν το ποσό του προκαταβληθέντος ασφαλίστρου ή του κατατεθειμένου για την κάλυψη μελλοντικών ασφαλίστρων ποσού δεν υπερβαίνει το επόμενο ετήσιο ασφάλιστρο που θα πρέπει να καταβληθεί δυνάμει του συμβολαίου.

2. “Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο” σημαίνει κάθε συμβόλαιο, εξαιρουμένων των Συμβολαίων Προσόδων, βάσει του οποίου ο ασφαλιστής συμφωνεί να καταβάλει ποσό όταν επέλθει καθορισμένο περιστατικό που αφορά θάνατο, ασθένεια, ατύχημα, ζημιά ή κίνδυνο σχετιζόμενο με ακίνητη περιουσία.

3. “Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με Αξία Εξαγοράς” σημαίνει κάθε Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο, εξαιρουμένου του συμβολαίου αντασφάλισης ζημιών μεταξύ δύο ασφαλιστικών εταιρειών, που έχει αξία εξαγοράς.

4. “διεθνής οργανισμός” σημαίνει κάθε διεθνή οργανισμό ή υπηρεσία ή όργανο που τελεί υπό την πλήρη κυριότητα αυτού, περιλαμβανομένου κάθε διακυβερνητικού οργανισμού, περιλαμβανομένων των υπερεθνικών-

(α) που απαρτίζεται κατά κύριο λόγο από κυβερνήσεις·

(β) που έχει συνάψει συμφωνία έδρας ή παρεμφερή επί της ουσίας συμφωνία με τη δικαιοδοσία· και

(γ) του οποίου το εισόδημα δεν καταλήγει προς όφελος ιδιωτών.

5.“Εξαιρούμενο Πρόσωπο” σημαίνει-

(α) Οντότητα, οι τίτλοι κεφαλαίου της οποίας αποτελούν αντικείμενο τακτικής διαπραγμάτευσης σε μία ή περισσότερες αναγνωρισμένες αγορές κινητών αξιών·

(β) Οντότητα που είναι Συνδεόμενη Οντότητα Οντότητας που περιγράφεται στο στοιχείο (α)·

(γ) κρατική οντότητα·

(δ) διεθνή οργανισμό·

(ε) κεντρική τράπεζα· ή

(στ) Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα, εκτός από Επενδυτική Οντότητα που περιγράφεται στο στοιχείο (β) της υποπαραγράφου 6.

6. “Επενδυτική Οντότητα” σημαίνει κάθε Οντότητα-

(α) η οποία ασκεί κατά κύριο λόγο ως δραστηριότητα μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες εργασίες ή πράξεις για λογαριασμό ή εξ ονόματος πελάτη:

(i) Διαπραγμάτευση σε μέσα της χρηματαγοράς (επιταγές, γραμμάτια, πιστοποιητικά καταθέσεων, παράγωγα κ.λπ.), συνάλλαγμα, μέσα σε συνάλλαγμα, επιτόκια και δείκτες, κινητές αξίες, συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης επί βασικών εμπορευμάτων·

(ii) ατομική και συλλογική διαχείριση χαρτοφυλακίου· ή

(iii) άλλες δραστηριότητες επένδυσης ή διαχείρισης Χρηματοοικονομικών Περιουσιακών Στοιχείων, χρημάτων ή Δηλωτέων Κρυπτοστοιχείων εξ ονόματος τρίτων· ή

(β) το ακαθάριστο εισόδημα της οποίας προκύπτει κατά κύριο λόγο από επενδύσεις, επανεπενδύσεις ή αγοραπωλησίες Χρηματοοικονομικών Περιουσιακών Στοιχείων ή Δηλωτέων Κρυπτοστοιχείων, εάν την Οντότητα διαχειρίζεται άλλη Οντότητα που είναι Ίδρυμα Καταθέσεων, Ίδρυμα Θεματοφυλακής, Καθορισμένη Ασφαλιστική Εταιρεία ή Επενδυτική Οντότητα κατά την έννοια του στοιχείου (α):

Νοείται ότι, Οντότητα θεωρείται ότι ασκεί κατά κύριο λόγο ως δραστηριότητα μία ή περισσότερες από τις εργασίες που περιγράφονται στο στοιχείο (α) ή το ακαθάριστο εισόδημά της προκύπτει κατά κύριο λόγο από επενδύσεις, επανεπενδύσεις ή αγοραπωλησίες Χρηματοοικονομικών Περιουσιακών Στοιχείων ή Δηλωτέων Κρυπτοστοιχείων για τους σκοπούς του στοιχείου (β), εάν το ακαθάριστο εισόδημά της από τις σχετικές εργασίες ισούται ή υπερβαίνει το πενήντα τοις εκατό (50%) του ακαθάριστου εισοδήματός της κατά το βραχύτερο από τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα:

(i) την τριετία που λήγει την 31η Δεκεμβρίου του έτους που προηγείται του έτους του προσδιορισμού· ή

(ii) το διάστημα κατά το οποίο υφίσταται η Οντότητα:

Νοείται ότι, για τους σκοπούς των διατάξεων του σημείου (iii) του στοιχείου (α), ο ορισμός “άλλες δραστηριότητες επένδυσης ή διαχείρισης Χρηματοοικονομικών Περιουσιακών Στοιχείων, χρημάτων ή Δηλωτέων Κρυπτοστοιχείων εξ ονόματος τρίτων” δεν περιλαμβάνει την παροχή υπηρεσιών που υλοποιούν Συναλλαγές Ανταλλαγής εκ μέρους ή για λογαριασμό πελατών:

Νοείται περαιτέρω ότι, στον παρόντα ορισμό δεν περιλαμβάνονται Οντότητες που αποτελούν ενεργές οντότητες σύμφωνα με τις διατάξεις των στοιχείων (β) έως (δ) της υποπαραγράφου 10 της παραγράφου Δ.

Η παρούσα παράγραφος ερμηνεύεται κατά τρόπο σύμφωνο με την παρεμφερή διατύπωση του όρου “χρηματοπιστωτικό ίδρυμα”, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου.

7. “Ίδρυμα Θεματοφυλακής” σημαίνει κάθε Οντότητα που αναπτύσσει δραστηριότητα της οποίας ουσιώδης πτυχή είναι η φύλαξη χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων για λογαριασμό τρίτων. Η φύλαξη χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων για λογαριασμό τρίτων συνιστά ουσιώδη πτυχή της δραστηριότητας Οντότητας εάν το ακαθάριστο εισόδημα της Οντότητας από τη φύλαξη χρηματοοικονομικών στοιχείων και από συναφείς χρηματοοικονομικές υπηρεσίες ισούται ή υπερβαίνει το είκοσι τοις εκατό (20%) του ακαθάριστου εισοδήματός της κατά το βραχύτερο από τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα:

(i) την τριετία που λήγει την 31η Δεκεμβρίου ή την τελευταία ημέρα μη ημερολογιακής ετήσιας λογιστικής περιόδου πριν από το έτος του προσδιορισμού· ή

(ii) το διάστημα κατά το οποίο υφίσταται η Οντότητα.

8. “Ίδρυμα Καταθέσεων” σημαίνει κάθε Οντότητα η οποία-

(α) δέχεται καταθέσεις στο σύνηθες πλαίσιο τραπεζικών ή παρεμφερών δραστηριοτήτων· ή

(β) κατέχει Ηλεκτρονικό Χρήμα ή Ψηφιακά Νομίσματα Κεντρικής Τράπεζας προς όφελος των πελατών.

9. “Καθορισμένη Ασφαλιστική Εταιρεία” σημαίνει κάθε Οντότητα η οποία είναι ασφαλιστική εταιρεία ή η εταιρεία συμμετοχών που ελέγχει ασφαλιστική εταιρεία που προσφέρει Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με Αξία Εξαγοράς ή Συμβόλαιο Προσόδων ή υποχρεούται να καταβάλλει πληρωμές δυνάμει τέτοιου είδους συμβολαίων.

10.“Κρατική οντότητα” σημαίνει  κυβέρνηση δικαιοδοσίας, κάθε πολιτική υποδιαίρεση δικαιοδοσίας περιλαμβανομένων των πολιτειών, των επαρχιών, των περιφερειών και των δήμων ή κάθε υπηρεσία ή όργανο που τελεί υπό την πλήρη κυριότητα δικαιοδοσίας ή ενός ή περισσοτέρων εκ των προαναφερόμενων. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται τα συνιστώντα μέρη, οι ελεγχόμενες οντότητες και οι πολιτικές υποδιαιρέσεις δικαιοδοσιών.

(α) “συνιστόν μέρος” δικαιοδοσίας σημαίνει κάθε πρόσωπο, οργανισμό, υπηρεσία, γραφείο, ταμείο, όργανο ή άλλο φορέα, ανεξαρτήτως ονομασίας, που αποτελεί διοικούσα αρχή δικαιοδοσίας. Τα καθαρά έσοδα της διοικούσας αρχής πιστώνονται στον λογαριασμό της ή σε άλλους λογαριασμούς της δικαιοδοσίας και κανένα μερίδιό τους δεν καταλήγει προς όφελος ιδιώτη:

Νοείται ότι, στον παρόντα ορισμό δεν περιλαμβάνονται φυσικά πρόσωπα ασκούντα εξουσία ή κατέχοντα επίσημες ή διοικητικές θέσεις τα οποία ενεργούν ως ιδιώτες ή υπό την προσωπική τους ιδιότητα·

(β) “ελεγχόμενη Οντότητα” σημαίνει κάθε Οντότητα που είναι διακριτή ως προς τη μορφή της από τη δικαιοδοσία ή συνιστά άλλως διακριτή νομική οντότητα, υπό την προϋπόθεση ότι-

(i) η Οντότητα τελεί υπό την πλήρη κυριότητα και τον πλήρη έλεγχο μίας ή περισσότερων κρατικών οντοτήτων είτε άμεσα είτε μέσω μίας ή περισσότερων ελεγχόμενων οντοτήτων·

(ii) τα καθαρά έσοδα της Οντότητας πιστώνονται στον λογαριασμό της ή στους λογαριασμούς ενός ή περισσότερων κρατικών οντοτήτων και κανένα μερίδιο του εισοδήματός της δεν καταλήγει προς όφελος ιδιώτη· και

(iii) με τη διάλυσή της, τα περιουσιακά στοιχεία της Οντότητας περιέρχονται σε μία ή περισσότερες κρατικές οντότητες.

(γ) Το εισόδημα δεν θεωρείται ότι καταλήγει προς όφελος ιδιωτών εάν τα πρόσωπα αυτά είναι οι προβλεπόμενοι δικαιούχοι κρατικού προγράμματος και οι δραστηριότητες του προγράμματος εκτελούνται υπέρ της κοινής ωφέλειας του γενικού πληθυσμού ή αφορούν τη διαχείριση ορισμένης πτυχής της διακυβέρνησης.

Kατά παρέκκλιση των ανωτέρω, το εισόδημα θεωρείται ότι καταλήγει προς όφελος ιδιωτών εάν προκύπτει από τη χρήση κρατικής οντότητας για την άσκηση εμπορικών δραστηριοτήτων, όπως, παραδείγματος χάριν, εμπορικών τραπεζικών δραστηριοτήτων, μέσω των οποίων παρέχονται χρηματοοικονομικές υπηρεσίες σε ιδιώτες.

11. “Συμβόλαιο Προσόδων” σημαίνει κάθε συμβόλαιο βάσει του οποίου ο ασφαλιστής συμφωνεί να καταβάλλει πληρωμές για χρονική περίοδο που καθορίζεται εν όλω ή εν μέρει σε σχέση με το προσδόκιμο ζωής ενός ή περισσότερων φυσικών προσώπων, περιλαμβανομένων συμβολαίων που θεωρούνται συμβόλαια προσόδων σύμφωνα με τους νόμους, τους κανονισμούς ή τις πρακτικές της Δημοκρατίας ή της δικαιοδοσίας όπου συνάπτεται το συμβόλαιο και βάσει της οποίας ο ασφαλιστής συμφωνεί να καταβάλλει πληρωμές για μια σειρά ετών.

12. “Συμμετοχικό δικαίωμα” σημαίνει, στην περίπτωση συνεταιρισμού που είναι χρηματοοικονομικό  ίδρυμα, δικαίωμα είτε επί του κεφαλαίου είτε επί των κερδών του συνεταιρισμού:

Νοείται ότι, στην περίπτωση καταπιστεύματος που είναι χρηματοοικονομικό ίδρυμα, συμμετοχικό δικαίωμα θεωρείται ότι κατέχει οποιοδήποτε πρόσωπο λογίζεται καταπιστευματοπάροχος ή δικαιούχος του συνόλου ή μέρους του καταπιστεύματος ή οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο έχει τον τελικό πραγματικό έλεγχο του καταπιστεύματος.  Το Δηλωτέο Πρόσωπο λογίζεται δικαιούχος καταπιστεύματος εάν έχει το δικαίωμα να λαμβάνει άμεσα ή έμμεσα (επί παραδείγματι, μέσω εντολοδόχου) υποχρεωτική διανομή ή μπορεί να λαμβάνει, άμεσα ή έμμεσα, προαιρετική διανομή από το καταπίστευμα.

13. “Χρηματοοικονομικό Περιουσιακό Στοιχείο” περιλαμβάνει τίτλους, όπως μερίδιο στο μετοχικό κεφάλαιο εταιρειών, εταιρικά δικαιώματα ή δικαιώματα επικαρπίας σε ευρείας συμμετοχής ή εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά προσωπικές εταιρείες ή καταπιστεύματα, γραμμάτια, ομολογίες, μη εγγυημένα ομόλογα ή άλλα αποδεικτικά οφειλής, εταιρικά δικαιώματα, εμπορεύματα, συμβάσεις ανταλλαγής περιλαμβανομένων των συμβάσεων ανταλλαγής επιτοκίων, συμβάσεων ανταλλαγής νομισμάτων, συμβάσεων ανταλλαγής επιτοκίων διαφορετικής βάσης, συμβάσεων ανώτατου ορίου επιτοκίου, συμβάσεων κατώτατου ορίου επιτοκίου, συμβάσεων ανταλλαγής εμπορευμάτων, συμβάσεων ανταλλαγής μετοχών, συμβάσεων ανταλλαγής συνδεόμενων με δείκτες μετοχών και παρεμφερών συμφωνιών, ασφαλιστήρια συμβόλαια ή συμβόλαια προσόδων, ή κάθε δικαίωμα, περιλαμβανομένων των συμβάσεων μελλοντικής εκπλήρωσης, των προθεσμιακών συμβάσεων ή συναφών δικαιωμάτων προαίρεσης, επί τίτλου, Δηλωτέου Κρυπτοστοιχείου, εταιρικού δικαιώματος, εμπορεύματος, σύμβασης ανταλλαγής, Ασφαλιστήριου Συμβολαίου ή Συμβολαίου Προσόδων:

Νοείται ότι, στον παρόντα ορισμό δεν περιλαμβάνονται μη συνδεόμενα με οφειλή άμεσα δικαιώματα επί ακίνητης περιουσίας.

14. “Χρηματοοικονομικό Ίδρυμα” σημαίνει κάθε Ίδρυμα Θεματοφυλακής, Ίδρυμα Καταθέσεων, Επενδυτική Οντότητα ή Καθορισμένη Ασφαλιστική Εταιρεία.

ΣΤ. Διάφορα

1. “Αριθμός Φορολογικής Ταυτότητας” ή “ΑΦΤ” σημαίνει τον αριθμό φορολογικής ταυτότητας ή λειτουργικό ισοδύναμο σε περίπτωση που δεν υπάρχει αριθμός φορολογικής ταυτότητας. Ο ΑΦΤ είναι κάθε αριθμός ή κωδικός που χρησιμοποιεί η αρμόδια αρχή για την ταυτοποίηση φορολογουμένου.

2. “Εγκεκριμένη Δικαιοδοσία εκτός Ένωσης” σημαίνει μη ενωσιακή δικαιοδοσία που εφαρμόζει Ισχύουσα Ειδική Συμφωνία Αρμόδιων Αρχών με τις αρμόδιες αρχές όλων των κρατών μελών, που χαρακτηρίζονται ως δηλωτέες δικαιοδοσίες σε κατάλογο που δημοσιεύεται από την εκτός Ένωσης δικαιοδοσία.

3. “Ισχύουσα Ειδική Συμφωνία Αρμόδιων Αρχών” σημαίνει συμφωνία μεταξύ της αρμόδιας αρχής της Δημοκρατίας και μιας δικαιοδοσίας εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την οποία απαιτείται η αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών αντίστοιχων με εκείνες που προσδιορίζονται στην παράγραφο Β του Τμήματος II.

4. “Οντότητα” σημαίνει νομικό πρόσωπο ή νομικό μόρφωμα, περιλαμβανομένων εταιρείας, συνεταιρισμού, καταπιστεύματος ή ιδρύματος.

5.   Μια οντότητα είναι “Συνδεόμενη Οντότητα” μιας άλλης Οντότητας εάν οποιαδήποτε εκ των δύο Οντοτήτων ελέγχει την άλλη ή οι δύο Οντότητες τελούν υπό κοινό έλεγχο και, για τον σκοπό αυτό, “έλεγχος” περιλαμβάνει την άμεση ή έμμεση κυριότητα ποσοστού μεγαλύτερου του πενήντα τοις εκατό (50%) των δικαιωμάτων ψήφου και αξίας της Οντότητας.

6. “Σχετικές με τον Πελάτη διαδικασίες δέουσας επιμέλειας” σημαίνει τις σχετικές με τον Πελάτη διαδικασίες δέουσας επιμέλειας ενός Δηλούντος Παρόχου Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων σύμφωνα με τις διατάξεις του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης των Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου ή παρόμοιες απαιτήσεις στις οποίες υπόκειται ο εν λόγω Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων.

7. “Υπηρεσία Ταυτοποίησης” σημαίνει την ηλεκτρονική διαδικασία που διατίθεται δωρεάν από κράτος μέλος ή την Ευρωπαϊκή Ένωση σε Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητας και της φορολογικής κατοικίας Χρήστη Κρυπτοστοιχείων.

8. “Υποκατάστημα” σημαίνει μονάδα, επιχείρηση ή γραφείο Δηλούντος Παρόχου Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων που λογίζεται υποκατάστημα σύμφωνα με το κανονιστικό καθεστώς μιας δικαιοδοσίας ή που άλλως ρυθμίζεται από τη νομοθεσία μιας δικαιοδοσίας χωριστά από άλλα γραφεία, μονάδες ή υποκαταστήματα του Δηλούντος Παρόχου Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων:

Νοείται ότι, όλες οι μονάδες, επιχειρήσεις ή τα γραφεία ενός Δηλούντος Παρόχου Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων σε μια ενιαία δικαιοδοσία λογίζονται ως ενιαίο υποκατάστημα.

ΤΜΗΜΑ V

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΔΕΟΥΣΑΣ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑΣ

Α.  Κανόνες για την επιβολή των απαιτήσεων συλλογής και  επαλήθευσης που ορίζονται στο Tμήμα IIΙ

1. Σε περίπτωση κατά την οποία Χρήστης Κρυπτοστοιχείων δεν παρέχει τα στοιχεία που απαιτούνται  δυνάμει των διατάξεων του Τμήματος IIΙ μετά από δύο (2) υπενθυμίσεις κατόπιν του αρχικού αιτήματος από τον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, αλλά όχι πριν από την παρέλευση προθεσμίας εξήντα (60) ημερών, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων δεν επιτρέπει στον Χρήστη Κρυπτοστοιχείων να πραγματοποιήσει Δηλωτέες Συναλλαγές.

Β. Κανόνες που επιβάλλουν στους Δηλούντες Παρόχους Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων την υποχρέωση τήρησης αρχείων σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνουν και τυχόν πληροφοριών στις οποίες βασίζονται για την τήρηση των απαιτήσεων υποβολής στοιχείων και των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας, καθώς και κατάλληλα μέτρα για την πρόσβαση στα αρχεία αυτά.

1. Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων τηρεί αρχεία σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνει και τυχόν πληροφορίες στις οποίες στηρίζεται για την τήρηση των απαιτήσεων υποβολής στοιχείων και των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας που προβλέπονται στα Τμήματα II και ΙΙΙ.  Τα εν λόγω αρχεία παραμένουν διαθέσιμα για επαρκώς μεγάλο χρονικό διάστημα και σε κάθε περίπτωση για τουλάχιστον πέντε (5) έτη, αλλά όχι πάνω από δέκα (10) έτη από τη λήξη της Περιόδου εντός της οποίας ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων απαιτείται να δηλώσει τις πληροφορίες εφόσον αυτές είναι δηλωτέες σύμφωνα με τα προβλεπόμενα του Τμήματος ΙΙ.

2. Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων υποβάλλει στοιχεία, προκειμένου να εξασφαλίσει την υποβολή όλων των απαραίτητων στοιχείων στην αρμόδια αρχή ώστε αυτή να είναι σε θέση να συμμορφωθεί με την απαίτηση κοινοποίησης στοιχείων σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 7ΣΤ.

Η αρμόδια αρχή στη Δημοκρατία έχει το δικαίωμα να εκδίδει γενικές ή ειδικές εντολές για σκοπούς εφαρμογής της παρούσας παραγράφου.

Γ. Διοικητική διαδικασία για τη χορήγηση άδειας σε Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων

Η αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας, η οποία χορηγεί άδεια σε Παρόχους Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων ή εποπτεύει Παρόχους Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων που παρέχουν Υπηρεσίες Κρυπτοστοιχείων κατόπιν κοινοποίησης στην εν λόγω αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2023/1114, κοινοποιεί στην αρμόδια βάσει του εδαφίου (5) του άρθρου 2 αρχή στη Δημοκρατία, κατάλογο όλων των  εν λόγω Παρόχων Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων τακτικά και το αργότερο πριν από την 31η Δεκεμβρίου του σχετικού ημερολογιακού έτους ή άλλης κατάλληλης περιόδου υποβολής στοιχείων.

Δ. Διοικητική διαδικασία για μία μόνο καταχώριση ενός Φορέα Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων

1. Φορέας Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων που είναι Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων κατά την έννοια της υποπαραγράφου 3 της παραγράφου Β του Τμήματος IV καταχωρίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (6) του άρθρου 7ΣΤ, από την αρμόδια αρχή στη Δημοκρατία σύμφωνα με τις διατάξεις της υποπαραγράφου 2 της παραγράφου Α του Τμήματος Ι ή της παραγράφου Β του Τμήματος Ι, πριν από τη λήξη της περιόδου εντός της οποίας ο εν λόγω Φορέας Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων υποβάλλει τις πληροφορίες που ορίζονται στην παράγραφο Β του Τμήματος II. Εάν ο εν λόγω Φορέας Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων πληροί τις προϋποθέσεις της υποπαραγράφου 2 της παραγράφου Α του Τμήματος Ι ή της παραγράφου Β του Τμήματος I και σε άλλα κράτη μέλη εκτός της Δημοκρατίας, καταχωρίζεται από την αρμόδια αρχή ενός από αυτά τα κράτη μέλη, σύμφωνα με το εδάφιο (6) του άρθρου 7ΣΤ πριν από τη λήξη της περιόδου εντός της οποίας ο εν λόγω Φορέας Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων υποβάλλει τις πληροφορίες που ορίζονται στην παράγραφο Β του Τμήματος II.

Κατά παρέκκλιση των προβλεπόμενων στην υποπαράγραφο 1, ο Φορέας Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων που είναι Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων κατά την έννοια της υποπαραγράφου 3 της παραγράφου Β του Τμήματος IV δεν καταχωρίζεται από την αρμόδια αρχή στη Δημοκρατία στην οποία ο εν λόγω Φορέας Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων δεν υποχρεούται να εκπληρώσει τις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας που ορίζονται στα Τμήματα II και III, δυνάμει των παραγράφων Γ, Δ, Ε, ΣΤ, Ζ ή Η του Τμήματος I λόγω της εκπλήρωσης των απαιτήσεων αυτών από τον εν λόγω Φορέα Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος.

2. Ο Φορέας Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων γνωστοποιεί στην αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας τα ακόλουθα στοιχεία:

(α) Όνομα·

(β) ταχυδρομική διεύθυνση·

(γ) ηλεκτρονικές διευθύνσεις και ιστοσελίδες·

(δ) κάθε ΑΦΤ που έχει χορηγηθεί στον Δηλούντα Φορέα Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων·

(ε) τα κράτη μέλη των οποίων είναι κάτοικοι οι Δηλωτέοι  Χρήστες κατά την έννοια των σημείων Α και Β του Τμήματος IIΙ·

(στ) κάθε Εγκεκριμένη Δικαιοδοσία εκτός Ένωσης όπως αυτή αναφέρεται στα σημεία Γ, Δ, Ε, ΣΤ ή Η του Τμήματος I.

3. Ο Φορέας Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων γνωστοποιεί στην αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας τυχόν αλλαγές στα στοιχεία που παρέχονται δυνάμει της υποπαραγράφου 2.

4. Η αρμόδια αρχή στη Δημοκρατία χορηγεί ατομικό αριθμό ταυτοποίησης στον Δηλούντα Φορέα Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων και τον γνωστοποιεί στις αρμόδιες αρχές όλων των κρατών μελών με ηλεκτρονικά μέσα.

5. Η αρμόδια αρχή στη Δημοκρατία δύναται να διαγράψει από το κεντρικό μητρώο Φορέα Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων στις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) Ο Φορέας Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων γνωστοποιεί στην αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας ότι δεν διεξάγει πλέον δηλωτέους χρήστες στην Ένωση·

(β) ελλείψει της γνωστοποίησης που προβλέπεται στο στοιχείο (α), υπάρχει λόγος να θεωρείται ότι η δραστηριότητα ενός Φορέα Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων έχει διακοπεί·

(γ) ο Φορέας Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην υποπαράγραφο 4 της παραγράφου Β του Τμήματος ΙV·

(δ) η Δημοκρατία ανακάλεσε την καταχώριση στην αρμόδια αρχή της σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην υποπαράγραφο 7.

6. Η αρμόδια αρχή στη Δημοκρατία ενημερώνει πάραυτα την Επιτροπή σχετικά με κάθε Φορέα Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων κατά την έννοια της υποπαραγράφου 4 της παραγράφου Β του Τμήματος IV ο οποίος έχει Δηλωτέους Χρήστες που κατοικούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ δεν έχει καταχωριστεί σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο.Σε περίπτωση που Φορέας Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων δεν συμμορφώνεται με την υποχρέωση καταχώρισης ή η καταχώρισή του έχει ανακληθεί σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην υποπαράγραφο 6, η αρμόδια αρχή στη Δημοκρατία λαμβάνει, με την επιφύλαξη του άρθρου 22Δ, αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά μέτρα που να επιβάλλουν την τήρηση της συμμόρφωσης εντός της δικαιοδοσίας τους.

7. Σε περίπτωση κατά την οποία Φορέας Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων δεν συμμορφώνεται με την υποχρέωση υποβολής στοιχείων σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο Β του Τμήματος ΙΙ μετά από δύο (2) υπενθυμίσεις από την αρμόδια αρχή στη Δημοκρατία, η αρμόδια αρχή στη Δημοκρατία λαμβάνει, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 22Δ, τα αναγκαία μέτρα για να ανακαλέσει την καταχώριση του Φορέα Εκμετάλλευσης Κρυπτοστοιχείων που είχε γίνει σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (6) του άρθρου 7ΣΤ.

Η καταχώριση ανακαλείται το αργότερο μετά την παρέλευση ενενήντα (90) ημερών, αλλά όχι πριν από την παρέλευση τριάντα (30) ημερών από τη δεύτερη υπενθύμιση.