5. - (1) Κάθε πρόσωπο που έχει υπηρετήσει ως κρατικός αξιωματούχος ή δικαστής ή ως υπάλληλος του δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα και έχει με οποιοδήποτε τρόπο αφυπηρετήσει ή τερματίσει την υπηρεσία ή τη θητεία του υποχρεούται να υποβάλει αίτηση στην Επιτροπή για την πρόθεσή του να αναλάβει οποιαδήποτε εργασία σε συγκεκριμένο εργοδότη στον ιδιωτικό τομέα εντός των πρώτων δύο ετών από την ημερομηνία αφυπηρέτησης ή τερματισμού της υπηρεσίας ή της θητείας του:
(2) Ο αιτητής, κατά την υποβολή της αίτησής του, υποβάλλει στοιχεία αναφορικά με τα ακόλουθα:
(α) Το όνομα του εργοδότη από τον οποίο προτίθεται να εργοδοτηθεί∙
(β) πλήρεις λεπτομέρειες για το είδος της εργασίας που προτίθεται να αναλάβει∙
(γ) τους όρους εργοδότησής του και τη σύμβαση απασχόλησής του∙
(δ) πλήρεις λεπτομέρειες των συναλλαγών που έγιναν κατά τη διάρκεια της εργοδότησής του στο δημόσιο τομέα.
(3) Ο αιτητής, μέχρι να κοινοποιηθεί η απόφαση της Επιτροπής, δε δικαιούται να αναλάβει εργασία στον ιδιωτικό τομέα.
(4) Από τη στιγμή που κοινοποιείται η απόφαση στον αιτητή, αυτός οφείλει να συμμορφώνεται με αυτή, καθώς επίσης με οποιουσδήποτε περιορισμούς ή όρους περιλαμβάνονται σε αυτήν.
(5)(α) Πρόσωπο για το οποίο λήφθηκε απόφαση της Επιτροπής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4, οφείλει ανά εξάμηνο να υποβάλλει υπεύθυνη δήλωση στην Επιτροπή με την οποία την ενημερώνει κατά πόσον εξακολουθεί να ασκεί την εργασία στην οποία αναφέρεται η απόφαση της Επιτροπής υπό τους περιορισμούς και τους όρους που έχουν τεθεί.
(β) Πρόσωπο για το οποίο λήφθηκε απόφαση της Επιτροπής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4, καθώς και ο εργοδότης του εν λόγω προσώπου, όπου αυτό εφαρμόζεται, οφείλουν να γνωστοποιούν στην Επιτροπή χωρίς καθυστέρηση κάθε ουσιώδη μεταβολή η οποία δύναται να επηρεάσει την αξιολόγηση της ύπαρξης σύγκρουσης συμφερόντων ή τη συμμόρφωση με την απόφαση ή/και τους όρους ή/και περιορισμούς της, όπως είναι η ανάθεση νέου έργου, η αλλαγή του ρόλου ή/και των καθηκόντων του εργαζομένου ή η επέκταση του ρόλου ή η αλλαγή αντισυμβαλλομένου ή πελάτη σε περίπτωση αυτοεργοδότησης.
(6) Σε περίπτωση γνωστοποίησης στην Επιτροπή ουσιώδους μεταβολής δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (β) του εδαφίου (5), η Επιτροπή επανεξετάζει την απόφασή της και δύναται να τροποποιεί ανάλογα τους όρους ή/και περιορισμούς που έχουν επιβληθεί με την εν λόγω απόφασή της.