39Α.-(1) Σε περίπτωση που η Ανεξάρτητη Αρχή κατά της Διαφθοράς δυνάμει των διατάξεων του περί της Σύστασης και Λειτουργίας της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς Νόμου, υποβάλει στον Έφορο έκθεσή της, στην οποία καταγράφονται ευρήματα που δύναται να καταδεικνύουν εμπλοκή αξιωματούχου ή δημόσιου λειτουργού σε ενδεχόμενη διάπραξη αδικημάτων διαφθοράς, τότε ο Έφορος δύναται εντός του πλαισίου των εξουσιών και των αρμοδιοτήτων του να προβεί σε φορολογικό έλεγχο του εν λόγω αξιωματούχου ή δημόσιου λειτουργού, για την επαλήθευση των δηλωθέντων εισοδημάτων του και τη διερεύνηση των περιουσιακών του στοιχείων.
(2) Ο ως άνω προβλεπόμενος έλεγχος του Εφόρου περιορίζεται στα φορολογικά έτη τα οποία κατά την κρίση του συνδέονται αιτιωδώς με τα ευρήματα της έκθεσης της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς.
(3) Ο ως άνω προβλεπόμενος έλεγχος του Εφόρου διενεργείται αποκλειστικά για σκοπούς εφαρμογής της φορολογικής νομοθεσίας και δεν επηρεάζει ούτε περιορίζει τις αρμοδιότητες του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.
(4) Ο Έφορος καταγράφει τα αποτελέσματα του ελέγχου που διενεργεί σε ειδική έκθεση, την οποία διαβιβάζει στον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και στην Ανεξάρτητη Αρχή κατά της Διαφθοράς.
Για σκοπούς του παρόντος άρθρου, ο όρος «δημόσιος λειτουργός» έχει την έννοια που αποδίδεται σε αυτόν από τις διατάξεις του άρθρου 4 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου.