Σημείωση
1Παρατηρήσεις Υπηρεσίας Αναθεωρήσεως και Ενοποιήσεως της Κυπριακής Νομοθεσίας

1. Σκοπός του Νόμου αυτού ήταν να εφαρμόσει στην Κύπρο τις πρόνοιες της Διεθνούς Σύμβασης για την καταστολή της Κιβδηλείας η οποία υπεγράφη στη Γενεύη στις 20 Απριλίου 1929. Ένας άλλος σκοπός του Νόμου ήταν η εξομοίωση ορισμένων ποινών σχετικά με κιβδηλεία κερμάτων και χαρτονομισμάτων.

2. Με το Νόμο αυτό επιφέρονται σημαντικές τροποποιήσεις στον Ποινικό Κώδικα Κεφ. 154 (Κεφ. 13 στην Έκδοση Νόμων του 1949) και στον περί Νομίσματος Νόμο Κεφ. 197 (Κεφ. 69 στην Έκδοση Νόμων του 1949).

3. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 12 η ισχύς του εν λόγω Νόμου θα άρχιζε σε ημερομηνία που θα οριζόταν από τον (Κυβερνήτη) Υπουργικό Συμβούλιο και μέχρι τότε θα παρέμενε σε ισχύ ο Νόμος Counterfeit Currency (Convention) Law 1936 (28 του 1936).

4. Ο Νόμος του 1936 επιφέρει και αυτός τροποποιήσεις στον Ποινικό Κώδικα και στον περί Νομίσματος Νόμο και σκοπός της θέσπισης του ήταν ο ίδιος όπως και στο μεταγενέστερο νόμο του 1959. Η ισχύς του Νόμου αυτού (του 1936) θα αρχίσει σε ημερομηνία που ο Κυβερνήτης ήθελε ορίσει με γνωστοποίηση του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης.

5. Δεν κατέστη δυνατή η εξεύρεση τέτοιας γνωστοποίησης είτε για το Νόμο του 1936 είτε για το Νόμο του 1959. Φαίνεται όμως ότι οι Νόμοι αυτοί τέθηκαν ποτέ σε ισχύ και αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι το 1965 θεσπίστηκε ο περί Κυρώσεως της Συμβάσεως και του Πρωτοκόλλου προς Καταστολή της Παραχαράξεως και Κιβδηλείας Νόμου του 1965 (22 του 1965).

6. Ενόψει των πιο πάνω οι πρόνοιες της Σύμβασης αυτής θα πρέπει να διαβάζονται μαζί με τον Ποινικό Κώδικα (Κεφ. 154) και τον περί Νομίσματος Νόμο (Κεφ. 197). Θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι μερικές από τις πρόνοιες της Σύμβασης ίσως να μην είναι εφαρμόσιμες χωρίς τη θέσπιση ειδικής Νομοθεσίας. Αναφέρεται στο άρθρο 3 ότι ορισμένες πράξεις θα θεωρούνται ως παραβάσεις κοινού δικαίου χωρίς όμως να προβλέπεται οποιαδήποτε ποινή.

7. Οι παραπομπές στο Νόμο αυτό στο Κεφ. 13 (Ποινικός Κώδικας) και Κεφ. 69 (Περί Νομίσματος Νόμος) αναφέρονται στα Κεφάλαια στην έκδοση Νόμων του 1949, τα οποία στην έκδοση Νόμων του 1959 είναι Κεφάλαια 154 και 197, αντίστοιχα.