Ετήσιες και ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις.

142. (1)(α) Οι σύμβουλοι μεριμνούν ώστε να καταρτίζεται για κάθε εταιρεία ένα πλήρες σύνολο οικονομικών  καταστάσεων, ως το σύνολο αυτό ορίζεται στα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (α1).

(α1) Οι σύμβουλοι εταιρείας μικρού μεγέθους μεριμνούν, ώστε να καταρτίζεται για κάθε εταιρεία μικρού μεγέθους ένα πλήρες σύνολο οικονομικών καταστάσεων, ως το σύνολο αυτό ορίζεται είτε στα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης είτε στον Τύπο Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης για εταιρείες μικρού μεγέθους και, σε τέτοια περίπτωση, η εταιρεία μικρού μεγέθους οφείλει να προβεί σε ρητή και ανεπιφύλακτη δήλωση αυτής της συμμόρφωσης στις σημειώσεις των οικονομικών καταστάσεων:

Νοείται ότι, εξαιρούνται από τις διατάξεις της παρούσας παραγράφου οι εταιρείες οι οποίες είναι οντότητες δημοσίου συμφέροντος, εταιρείες οι τίτλοι των οποίων είναι εισηγμένοι σε αγορά οποιασδήποτε χώρας εκτός κράτους μέλους, εταιρείες οι οποίες υπόκεινται σε ρύθμιση και εποπτεία από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, σε ρύθμιση και εποπτεία από τον Έφορο Ασφαλίσεων, εκτός των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών, και σε ρύθμιση και εποπτεία από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, οι ημικρατικοί οργανισμοί, καθώς και οι εταιρείες οι οποίες αποκτούν ή κατέχουν ειδική συμμετοχή στις υπό αναφορά εποπτευόμενες εταιρείες.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου “ειδική συμμετοχή” έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις οικείες νομοθεσίες που διέπουν τη λειτουργία των εταιρειών οι οποίες υπόκεινται σε ρύθμιση και εποπτεία από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, από τον Έφορο Ασφαλίσεων και από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου.

(β) Κάθε εταιρεία, η οποία έχει θυγατρικές, ενοποιεί τις οικονομικές καταστάσεις της με τις καταστάσεις των θυγατρικών της ως ορίζεται στα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης, οι δε κατά τον τρόπο αυτό ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις παρουσιάζονται ενώπιον της μητρικής εταιρείας σε γενική συνέλευση:

Νοείται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία μητρική εταιρεία, η οποία αποτελεί μέρος συγκροτήματος μικρού μεγέθους και δεν υποχρεούται με βάση τις διατάξεις της παραγράφου (δ) να καταρτίσει ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις, δύναται να ενοποιήσει τις οικονομικές καταστάσεις της με τις καταστάσεις των θυγατρικών της, ως ορίζεται στον Τύπο Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης για εταιρείες μικρού μεγέθους, οι κατά τον τρόπο αυτό ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις παρουσιάζονται ενώπιον της μητρικής εταιρείας σε γενική συνέλευση.

(γ) Πέραν των επιβαλλομένων από τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης ή από τον Τύπο Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης για εταιρείες μικρού μεγέθους, ανάλογα με την περίπτωση, πληροφοριών, στις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις και τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις, και κατά προτίμηση στις σημειώσεις, παρουσιάζεται και πληροφόρηση  σχετικά με:

(i) τα απαιτούμενα από τα άρθρα 183 έως 189 στοιχεία,

(ii) το μέσο όρο απασχοληθέντος προσωπικού κατά τη διάρκεια της χρήσης, ενώ δημοσιοποιείται χωριστά ο μέσος όρος των απασχοληθέντων στις αναλογικά ενοποιημένες εταιρείες.

(γA) Πέραν των προβλεπομένων στην παράγραφο (γ) πιο πάνω, για εταιρείες μεσαίου και μεγάλου μεγέθους, όπως αυτές ορίζονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 141Α, και για οντότητες δημόσιου συμφέροντος, στις οικονομικές καταστάσεις, και, ανάλογα με την περίπτωση, στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις, γνωστοποιείται επίσης πληροφόρηση σε σχέση με τα ακόλουθα θέματα:

(i) Αν δεν αναγράφονται χωριστά στα αποτελέσματα χρήσης, τις δαπάνες προσωπικού κατά τη χρήση, αναλυτικά κατά τις εξής κατηγορίες: μισθοί, ημερομίσθια, κοινωνικές επιβαρύνσεις και συντάξεις,

(ii) την επωνυμία και την έδρα της εταιρείας, η οποία καταρτίζει τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις του μέγιστου συνόλου εταιρειών του οποίου η εταιρεία αποτελεί μέρος ως θυγατρική εταιρεία, και τον τόπο όπου μπορεί κανείς να προμηθευτεί εκείνες τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις υπό την προϋπόθεση ότι αυτές είναι διαθέσιμες,

(iii) την επωνυμία και την έδρα της εταιρείας η οποία καταρτίζει τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις του μικρότερου συνόλου εταιρειών, μέρος του οποίου αποτελεί η εταιρεία ως θυγατρική εταιρεία, και η οποία περιλαμβάνεται επίσης στο σύνολο των εταιρειών της υποπαραγράφου (ii) πιο πάνω·

(iv) την έκθεση βιωσιμότητας ή την ενοποιημένη έκθεση βιωσιμότητας δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 151Α ή 151Β, αντίστοιχα.

(γΒ) Εκτός από τις πληροφορίες που προβλέπονται στις παραγράφους (γ) και (γΑ) πιο πάνω, για εταιρείες μεγάλου μεγέθους, όπως αυτές ορίζονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 141Α, και για οντότητες δημόσιου συμφέροντος, στις σημειώσεις στις οικονομικές καταστάσεις, και, ανάλογα με την περίπτωση, στις σημειώσεις στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις, γνωστοποιείται πληροφόρηση σε σχέση με τις συνολικές αμοιβές που χρεώθηκαν κατά το οικονομικό έτος από κάθε νόμιμο ελεγκτή ή ελεγκτικό γραφείο για τον υποχρεωτικό έλεγχο των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων, και τις συνολικές αμοιβές που χρεώθηκαν από κάθε νόμιμο ελεγκτή ή ελεγκτικό γραφείο για άλλες υπηρεσίες εξακρίβωσης, για υπηρεσίες φορολογικών συμβουλών και για λοιπές μη ελεγκτικές υπηρεσίες.

(γΓ) Πέραν των προβλεπόμενων στην παράγραφο (γ) για εταιρείες μικρού μεγέθους, όπως αυτές ορίζονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 141Α, η εταιρεία μικρού μεγέθους γνωστοποιεί στις σημειώσεις των οικονομικών καταστάσεων και, ανάλογα με την περίπτωση, των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων το όνομα της μητρικής της εταιρείας και, εάν διαφέρει, της τελικής ιθύνουσας, ενώ, σε περίπτωση κατά την οποία ούτε η μητρική εταιρεία ούτε η τελική ιθύνουσα της εταιρείας μικρού μεγέθους δημοσιεύουν οικονομικές καταστάσεις, γνωστοποιεί επίσης το όνομα της αμέσως ανώτερης μητρικής εταιρείας που δημοσιεύει οικονομικές καταστάσεις.

(δ) Τα συγκροτήματα μικρού μεγέθους και τα συγκροτήματα μεσαίου μεγέθους εξαιρούνται από την υποχρέωση ετοιμασίας ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων, η οποία αναφέρεται στην παράγραφο (β) του παρόντος εδαφίου, εκτός αν κάποια συνδεδεμένη εταιρεία είναι οντότητα δημοσίου συμφέροντος ή η ετοιμασία των ενοποιημένων οικονομικών τους καταστάσεων διέπεται από άλλη νομοθεσία.

(ε) [Διαγράφηκε].

(στ) Συγκροτήματα εταιρειών των οποίων οι τελικές ιθύνουσες ή μητρικές εταιρείες δημοσιεύουν ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις με βάση Γενικά Παραδεκτές Λογιστικές Αρχές εξαιρούνται από την υποχρέωση ετοιμασίας ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων.

(2)(α) Οι οικονομικές καταστάσεις καταχωρούνται στο Μητρώο και δημοσιεύονται το αργότερο δεκαοκτώ (18) μήνες μετά τη σύσταση της εταιρείας και στη συνέχεια τουλάχιστον μία φορά ανά ημερολογιακό έτος και παραδίδονται για καταχώριση στον έφορο εταιρειών το αργότερο δώδεκα (12) μήνες από την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού της και συνοδεύονται από την έκθεση διαχείρισης, καθώς και τις γνώμες και τη δήλωση που υποβάλλει ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο σύμφωνα με το άρθρο 152Α.

(β) Σε περίπτωση που δεν συμπίπτουν οι ημερομηνίες καταρτίσεως των οικονομικών καταστάσεων της μητρικής και της θυγατρικής ή των θυγατρικών, πρέπει να γίνονται οι προσαρμογές που ορίζονται από τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης ή, ανάλογα με την περίπτωση, από το Πρότυπο Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης για οντότητες μικρού μεγέθους.

(γ) Επιτρέπεται η κατάρτιση και παρουσίαση περιοδικών καταστάσεων, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται όλες οι σχετικές προβλέψεις των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης ή, ανάλογα με την περίπτωση, του Προτύπου Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης για οντότητες μικρού μεγέθους.

(3) Κατά τον καταρτισμό των οικονομικών καταστάσεων─

(α) Στο «αποθεματικό» δεν περιλαμβάνονται τα ποσά που αποσβέστηκαν ή κατακρατήθηκαν για απόσβεση ή για τη δημιουργία προβλέψεων.

Νοείται, σε περίπτωση που όταν οποιοδήποτε ποσό κατακρατηθεί ως απόσβεση ή πρόβλεψη και αποδειχθεί εκ των υστέρων (κατά τη γνώμη των συμβούλων) ότι είναι μεγαλύτερο εκείνου που είναι εύλογα αναγκαίο για τον σκοπό αυτό, η υπέρβαση αυτή θεωρείται αποθεματικό.

(β) στο «κεφαλαιουχικό αποθεματικό» δεν περιλαμβάνεται οποιοδήποτε ποσό θεωρήθηκε ως ελεύθερο για διανομή.

(βΑ) Όπου εμφανίζονται έξοδα ανάπτυξης ή έξοδα ίδρυσης στο "Ενεργητικό" στον ισολογισμό, και τα έξοδα αυτά δεν έχουν αποσβεσθεί εντελώς, δεν μπορεί να γίνει καμία διανομή κερδών, εκτός εάν το ύψος των αποθεματικών που επιτρέπεται να διανεμηθούν και τα μεταφερόμενα αποτελέσματα "εις νέον" είναι τουλάχιστον ίσα με το υπόλοιπο των εξόδων ανάπτυξης και των εξόδων ίδρυσης.

(γ) κάθε αποθεματικό εκτός του κεφαλαιουχικού αποθεματικού θεωρείται «εισοδηματικό αποθεματικό»·

(δ) αναφορά σε «πρόβλεψη» γίνεται αποδίδοντας στον όρο αυτό την έννοια που του αποδίδεται στα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης ή, ανάλογα με την περίπτωση, στο Πρότυπο Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης για οντότητες μικρού μεγέθους.

(ε) κανένα ποσό από το αποθεματικό αναπροσαρμογής δεν διανέμεται, άμεσα ή έμμεσα, εκτός εάν αντιστοιχεί σε πραγματοποιηθέντα κέρδη.

(4)(α) Οι σύμβουλοι κάθε εταιρείας έχουν συλλογικά το καθήκον έναντί της να μεριμνούν ότι οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις και, ανάλογα με την περίπτωση, οι ετήσιες ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις συντάσσονται και δημοσιεύονται σύμφωνα με τις απαιτήσεις του παρόντος Νόμου και σύμφωνα με τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης ή, ανάλογα με την περίπτωση, στο Πρότυπο Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης για οντότητες μικρού μεγέθους:

Νοείται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία μητρική εταιρεία υποχρεούται με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου να καταρτίσει ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις, οφείλει να συντάσσει και να δημοσιεύει τις ετήσιες και ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις σύμφωνα με τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης ανεξάρτητα από το μέγεθός της.

(β)  Άνευ επηρεασμού της συλλογικής αστικής ευθύνης των συμβούλων έναντι της εταιρείας η οποία υπάρχει σε περίπτωση παραβίασης του καθήκοντος που αναφέρεται στην παράγραφο (α), αν σύμβουλος εταιρείας παραλείπει να λάβει όλα τα εύλογα μέτρα για συμμόρφωση με το καθήκον που αναφέρεται στην παράγραφο (α), διαπράττει αδίκημα και υπόκειται, σε περίπτωση καταδίκης, σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα χίλια επτακόσια ευρώ ή και στις δύο αυτές ποινές:

Νοείται ότι, τηρουμένων των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου ειδικού νόμου, σε οποιαδήποτε διαδικασία εναντίον προσώπου σχετικά με το προβλεπόμενο στην παρούσα παράγραφο αδίκημα, αποτελεί υπεράσπιση η απόδειξη ότι το πρόσωπο αυτό είχε εύλογη αιτία να πιστεύει και πίστευε ότι ικανό και υπεύθυνο πρόσωπο, που ήταν επιφορτισμένο με το καθήκον να μεριμνά για τη συμμόρφωση με τις διατάξεις της παραγράφου (α), ήταν σε θέση να εκτελεί το καθήκον εκείνο.