This rule has not been amended. |
ΜΕΡΟΣ 39 : ΕΞΟΔΑ
39.1. Η πρωταρχική αρχή
(1) Αναφορικά με τα ακόλουθα:
(α) οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα μεταξύ διαδίκων·
(β) οποιαδήποτε έξοδα πληρωτέα από πελάτη στον δικηγόρο του πελάτη·
(γ) κατά πόσον το σύνολο των εξόδων ή μέρος αυτών θα υπολογίζεται με αναφορά στους κανονισμούς 39.12(3)-(5) του παρόντος Μέρους ή σε κάποια άλλη βάση·
(δ) από ποιον θα υπολογίζονται τα έξοδα·
(ε) το ποσόν οποιωνδήποτε εξόδων·
(στ) τη χρονική περίοδο εντός της οποίας τα έξοδα είναι πληρωτέα· και
(ζ) οποιεσδήποτε δόσεις με τις οποίες τα έξοδα θα είναι πληρωτέα,
η πρωταρχική αρχή είναι ότι, τηρουμένου του πρωταρχικού σκοπού, όλα τα πιο πάνω εμπίπτουν στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και οποιαδήποτε ειδική ή γενική διάταξη οποιουδήποτε κανονισμού υπόκειται σε αυτή την πρωταρχική αρχή.
39.2. Παράγοντες τους οποίους λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας
(1) Ο γενικός κανόνας είναι ότι ο αποτυχών διάδικος διατάσσεται να καταβάλει τα έξοδα τού επιτυχόντα διαδίκου και ότι τέτοια διαταγή ή διαταγές θα εκδίδονται ή πρέπει να εκδίδονται σε σχέση με οποιαδήποτε αίτηση υποβάλλεται κατά την πορεία της δικαστικής διαδικασίας.
(2) Όταν το δικαστήριο αποφασίζει ποια διαταγή να εκδώσει (αν θα εκδώσει) αναφορικά με έξοδα, λαμβάνει υπόψη όλες τις περιστάσεις, περιλαμβανομένων των ακόλουθων:
(α) τη συμπεριφορά όλων των διαδίκων·
(β) κατά πόσον διάδικος πέτυχε σε μέρος της υπόθεσής του, ακόμη και αν δεν ήταν πλήρως επιτυχής· και
(γ) οποιαδήποτε αποδεκτή πρόταση διακανονισμού υποβλήθηκε από διάδικο η οποία γνωστοποιείται στο δικαστήριο και δεν είναι πρόταση στην οποία εφαρμόζονται οι συνέπειες ως προς τα έξοδα, δυνάμει του Μέρους 35.
(3) Η συμπεριφορά των διαδίκων περιλαμβάνει:
(α) συμπεριφορά πριν καθώς και κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας και ειδικότερα τον βαθμό στον οποίο οι διάδικοι συμμορφώθηκαν με οποιοδήποτε σχετικό προδικαστηριακό πρωτόκολλο·
(β) κατά πόσον ήταν εύλογο για διάδικο να εγείρει, προωθήσει ή αμφισβητήσει συγκεκριμένο ισχυρισμό ή ζήτημα·
(γ) τον τρόπο με τον οποίο διάδικος έχει προωθήσει ή υπερασπιστεί την υπόθεσή του ή συγκεκριμένο ισχυρισμό ή ζήτημα· και
(δ) κατά πόσον ενάγων ο οποίος έχει πετύχει στην απαίτησή του εν όλω ή εν μέρει, υπερέβαλε ως προς την απαίτησή του.
(4) Οι διαταγές τις οποίες το δικαστήριο δύναται να εκδώσει, δυνάμει του παρόντος κανονισμού περιλαμβάνουν διαταγή:
(α) όπως διάδικος καταβάλει:
(i) αναλογία των εξόδων άλλου διαδίκου·
(ii) συγκεκριμένο ποσόν αναφορικά με τα έξοδα άλλου διαδίκου·
(iii) έξοδα μόνο από ή μέχρι συγκεκριμένη ημερομηνία·
(iv) έξοδα τα οποία δημιουργήθηκαν πριν από την έναρξη της δικαστικής διαδικασίας·
(v) έξοδα σε σχέση με συγκεκριμένα βήματα τα οποία πραγματοποιήθηκαν στη διαδικασία·
(vi) έξοδα σε σχέση με διακριτό μόνο μέρος της διαδικασίας· και
(vii) τόκο επί εξόδων σύμφωνα με τον περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960.
(β) για συμψηφισμό εξόδων μεταξύ των διαδίκων.
(5) Προτού το δικαστήριο εξετάσει κατά πόσον να εκδώσει διαταγή, δυνάμει του κανονισμού 39.2(4)(α)(vi), εξετάζει κατά πόσον είναι πρακτικά εφικτό να εκδώσει διαταγή, δυνάμει του κανονισμού 39.2(4)(α)(i) ή (iii), η οποία είναι αναλογία επί των εξόδων (π.χ. 50%) ή είναι τα έξοδα διαδίκου ως θα υπολογιστούν μετά από συγκεκριμένη ημερομηνία καθότι αυτό είναι ευκολότερο.
(6) Όταν το δικαστήριο διατάσσει διάδικο να καταβάλει έξοδα υπό την αίρεση λεπτομερούς υπολογισμού, διατάσσει τον διάδικο αυτόν να καταβάλει εύλογο ποσόν έναντι εξόδων εκτός αν υπάρχει καλός λόγος να μην το πράξει.
(7) Σε απαίτηση για επικύρωση διαθήκης στην οποία έχει διαταχθεί ότι οποιαδήποτε έξοδα θα πληρωθούν από την περιουσία, το δικαστήριο κατά την έκδοση τέτοιου διατάγματος δύναται να δώσει οδηγίες από ποιο μερίδιο ή μερίδια της περιουσίας θα πληρωθούν τέτοια έξοδα και τέτοια έξοδα θα πληρωθούν με αυτόν τον τρόπο.
39.3. Αυτοεκπροσωπούμενοι διάδικοι
(1) Όταν διάδικος είναι αυτοεκπροσωπούμενος τότε το δικαστήριο δύναται να επιδικάσει έξοδα υπέρ του.
(2) Ο αυτοεκπροσωπούμενος διάδικος δικαιούται να ανακτήσει όλα τα δικαστικά έξοδα τα οποία δικαιολογημένα έχει υποστεί.
(3) Ο αυτοεκπροσωπούμενος διάδικος δικαιούται να ανακτήσει όλα τα δικαιολογημένα και αναγκαία έξοδα τα οποία έχει υποστεί, όπως οδοιπορικά και άλλα πραγματικά έξοδα τα οποία αποδεικνύονται προς ικανοποίηση τού πρωτοκολλητή.
39.4. Το δικαστήριο διατάσσει (1) συνοπτικό ή (2) λεπτομερή υπολογισμό εξόδων
(1) Όταν το δικαστήριο διατάσσει διάδικο να καταβάλει έξοδα σε άλλο διάδικο, δύναται είτε:
(α) να προβεί σε συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων· είτε
(β) να διατάξει λεπτομερή υπολογισμό των εξόδων από τον πρωτοκολλητή ο οποίος είναι υπό την αίρεση της έγκρισης του δικαστηρίου.
39.5. Όταν το δικαστήριο επιφυλάσσει το ζήτημα των εξόδων και δεν προβαίνει σε άλλη διαταγή
(1) Αν το δικαστήριο επιφυλάξει το ζήτημα των εξόδων και δεν προβεί σε οποιαδήποτε άλλη διαταγή, τότε η διαταγή με την οποία το ζήτημα των εξόδων επιφυλάχθηκε θεωρείται διαταγή όπως τα έξοδα αυτά ακολουθήσουν το αποτέλεσμα.
39.6. Διαταγές για έξοδα όταν δεν υπάρχει περιγραφή των εξόδων
(1) Αν εκδοθεί διαταγή όπως διάδικος ή πρόσωπο καταβάλει έξοδα ή όπως του καταβληθούν έξοδα, χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω περιγραφή των εξόδων, τα έξοδα θεωρούνται έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
39.7. Συνοπτικός υπολογισμός
(1) Ο γενικός κανόνας είναι ότι το δικαστήριο προβαίνει σε συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων κατά την ολοκλήρωση οποιασδήποτε ακρόασης η οποία διήρκησε συνολικά όχι πέραν των 6 ωρών και σε τέτοια περίπτωση η διαταγή θα καλύπτει τα έξοδα της αίτησης ή του θέματος με τα οποία σχετιζόταν η ακρόαση.
(2) Αν με την ακρόαση διεκπεραιώνεται η απαίτηση, η διαταγή μπορεί να καλύπτει τα έξοδα του συνόλου της απαίτησης εκτός αν υπάρχει καλός λόγος γιατί αυτό να μην γίνει όπως, για παράδειγμα, όταν ο καταβάλλων τα έξοδα διάδικος προβάλλει ουσιαστικούς λόγους αμφισβήτησης του αξιούμενου ποσού εξόδων, οι οποίοι δεν μπορούν να τύχουν συνοπτικού χειρισμού.
39.8. Συναινετικά διατάγματα
(1) Όταν έχει υποβληθεί αίτηση και οι διάδικοι στην αίτηση συμφωνούν στην έκδοση συναινετικού διατάγματος χωρίς την παρουσία οποιουδήποτε διαδίκου, οι διάδικοι οφείλουν να επιδιώξουν όπως συμφωνήσουν επί ποσού εξόδων το οποίο θα περιληφθεί στο συναινετικό διάταγμα ή όπως συμφωνήσουν ότι δεν πρέπει να υπάρξει διαταγή για έξοδα.
39.9. Καθήκον διαδίκων και δικηγόρων
(1) Αποτελεί καθήκον των διαδίκων και των δικηγόρων τους να βοηθούν το δικαστήριο στην πραγματοποίηση συνοπτικού υπολογισμού εξόδων σε κάθε υπόθεση στην οποία εφαρμόζεται ο κανονισμός 39.7 υποβάλλοντας κατάλογο εξόδων των αξιούμενων ποσών δύο μέρες πριν την τελική ακρόαση.
(2) Παράλειψη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες της παραγράφου (1), χωρίς εύλογη αιτία, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο όταν αυτό αποφασίζει σχετικά με το συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων σύμφωνα με τον κανονισμό 39.7.
39.10. Αχρηστευθέντα έξοδα
(1) Όταν κατά την εκδίκαση οποιασδήποτε αιτίας ή θέματος, διαφαίνεται ότι αυτά δεν μπορούν να προχωρήσουν κανονικά λόγω αμέλειας του δικηγόρου οποιουδήποτε των διαδίκων να παραστεί προσωπικά ή μέσω άλλου προσώπου εκ μέρους του, ή λόγω παράλειψής του να επιδώσει ειδοποίηση ή να παραδώσει οποιαδήποτε έγγραφα ή να προβεί σε οποιαδήποτε αναγκαία πράξη, ο δικηγόρος θα καταβάλει προσωπικά σε όλους ή οποιουσδήποτε από τους διαδίκους τέτοια έξοδα ως το δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να επιδικάσει.
(2) Όταν σε οποιαδήποτε διαδικασία δημιουργούνται έξοδα αχρείαστα ή χωρίς εύλογη αιτία ή αχρηστεύονται λόγω αδικαιολόγητης καθυστέρησης ή άλλης ανάρμοστης συμπεριφοράς ή παράλειψης, το δικαστήριο δύναται να εκδώσει εναντίον δικηγόρου τον οποίο θεωρεί υπεύθυνο, διαταγή με την οποία:
(α) να απορρίπτει τα έξοδα μεταξύ δικηγόρου και πελάτη του· και
(β) να διατάζει τον δικηγόρο να καταβάλει στον πελάτη έξοδα τα οποία ο πελάτης διατάχθηκε να καταβάλει σε άλλους διαδίκους στη διαδικασία· ή
(γ) να διατάζει τον δικηγόρο προσωπικά να αποζημιώσει τέτοιους άλλους διαδίκους έναντι εξόδων καταβλητέων προς αυτούς.
(3) Διαταγή σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό δεν θα εκδίδεται εναντίον δικηγόρου εκτός αν του έχει δοθεί εύλογη ευκαιρία να εμφανιστεί ενώπιον του δικαστηρίου και να εξηγήσει γιατί δεν πρέπει να εκδοθεί η διαταγή.
39.11. Υπολογισμός εξόδων σε διαιτητική απόφαση
(1) Έξοδα μπορούν (όταν είναι αναγκαίο) να υπολογιστούν σε διαιτητική απόφαση.
39.12. Υπολογισμός εξόδων
(1) Σε κάθε κατάλογο εξόδων, οι επαγγελματικές χρεώσεις καταχωρίζονται ξεχωριστά από τις δαπάνες και οι δύο ομάδες αξιούμενων ποσών αθροίζονται ξεχωριστά στον κατάλογο.
(2) Σε κάθε περίπτωση στην οποία το δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να επιδικάσει έξοδα υπέρ οποιουδήποτε διαδίκου, το δικαστήριο δύναται να δώσει οδηγίες για υπολογισμό των εξόδων του διαδίκου αυτού και καταβολή αναλογίας αυτών ή να δώσει οδηγίες για καταβολή ποσού αντί υπολογισθέντων εξόδων και να δώσει οδηγίες από και σε ποιον καταβάλλεται η αναλογία ή το ποσόν.
(3) Εκτός αν προνοείται διαφορετικά, σε αιτίες ή θέματα τα οποία εγείρονται μετά την έναρξη ισχύος των παρόντων κανονισμών, και σχετικά με διαδικασίες οι οποίες εγείρονται στο εξής σε αιτίες ή θέματα τα οποία έχουν ήδη καταχωριστεί, oι διάδικοι μεταξύ τους και oi δικηγόροι μεταξύ αυτών και των πελατών τους, δικαιούνται, τηρουμένων των προνοιών των παρόντων κανονισμών και οποιασδήποτε ειδικής διαταγής του δικαστηρίου, να χρεώνουν και θα τους επιτρέπονται τέτοιες αμοιβές ως καθορίζονται στο Παράρτημα Β στο τέλος των Κανονισμών και οι οποίες είναι κατάλληλες για την υπόθεση· και όταν η απαίτηση σε οποιαδήποτε αιτία ή θέμα δεν είναι για χρηματικό ποσόν, η αξία της απαίτησης πρέπει να διαπιστώνεται από τη μαρτυρία στην υπόθεση ή, αν δεν είναι δυνατόν, τότε από οποιαδήποτε παραδοχή στον πρωτοκολλητή ή από μαρτυρία την οποία αυτός λαμβάνει.
(4) Για σκοπούς υπολογισμού ή για οποιοδήποτε άλλο θέμα για το οποίο είναι εξουσιοδοτημένος να ακούσει, ο πρωτοκολλητής δύναται να επάγει όρκους.
(5) Το δικαστήριο δύναται να επιτρέψει, ή να διατάξει όπως υπολογιστούν αμοιβές σε πιο υψηλή κλίμακα από εκείνες οι οποίες καθορίζονται στο Παράρτημα Β, για ειδικούς λόγους οι οποίοι προκύπτουν από τη φύση και σπουδαιότητα ή τη δυσκολία ή την επείγουσα φύση της υπόθεσης, και δύναται επιπρόσθετα να επιτρέψει, γενικά ή για συγκεκριμένα αξιούμενα ποσά, αμοιβή για δεύτερο δικηγόρο, σε τέτοια κλίμακα ως κρίνει ορθό, αλλά η οποία δεν θα υπερβαίνει τα δύο τρίτα της αμοιβής η οποία επιτράπηκε στον πρώτο δικηγόρο.
39.13. Απόρριψη και προσαρμογή εξόδων
(1) Το δικαστήριο, κατά την ακρόαση οποιασδήποτε αιτίας ή θέματος, ή σε οποιαδήποτε αίτηση ή διαδικασία σε οποιαδήποτε αιτία ή θέμα, εντός δικαστηρίου ή σε γραφείο δικαστή, και είτε υπάρχει ένσταση σε αυτό είτε όχι, δύναται:
(α) να μην επιτρέψει έξοδα οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας ή μέρους αυτής, λαμβάνοντας υπόψη τους παράγοντες που προβλέπονται στον κανονισμό 39.2 ή
(β) να δώσει οδηγίες στον Πρωτοκολλητή να εξετάσει τα πιο πάνω και να μην επιτρέψει έξοδα σε σχέση με αυτά ή οποιοδήποτε μέρος από αυτά στη βάση των παραγόντων του κανονισμού 39.2·
και σε τέτοια περίπτωση, ο διάδικος του οποίου τα έξοδα απορρίπτονται ως πιο πάνω καταβάλλει τα έξοδα, τα οποία προκλήθηκαν με τον τρόπο αυτό στους άλλους διαδίκους·
(2) Σε κάθε περίπτωση, όταν τέτοιο θέμα δεν ηγέρθη προηγουμένως ενώπιον του δικαστηρίου και δεν έτυχε χειρισμού από αυτό, αποτελεί καθήκον του Πρωτοκολλητή να εξετάσει τα πιο πάνω (και αναφορικά με τη μαρτυρία παρότι αυτή μπορεί να έχει καταχωριστεί ως αναγνωσθείσα σε οποιαδήποτε απόφαση ή διάταγμα) για τον πιο πάνω σκοπό και κατόπιν τούτου οι ίδιες συνέπειες θα ισχύουν ωσάν αυτός να είχε ειδικά διαταχθεί να το πράξει.
(3) Σε κάθε περίπτωση στην οποία διάδικος δικαιούται να λάβει έξοδα και, σύμφωνα με οποιοδήποτε κανονισμό ή διαταγή ή οδηγία του δικαστηρίου ή διαφορετικά, είναι υπόχρεος να καταβάλει έξοδα σε οποιοδήποτε άλλο διάδικο, ο Πρωτοκολλητής δύναται:
(α) να υπολογίσει τα έξοδα τα οποία ο διάδικος αυτός είναι υπόχρεος να καταβάλει κατά τον τρόπο αυτό και δύναται να τα κατανείμει υπό τη μορφή αφαιρέσεως ή συμψηφισμού, ή
(β) αν το κρίνει σκόπιμο, να καθυστερήσει να επιτρέψει τα έξοδα τα οποία ο εν λόγω διάδικος δικαιούται να λάβει μέχρις ότου ο διάδικος καταβάλει ή προσφέρει τα έξοδα τα οποία είναι υπόχρεος να καταβάλει· ή
(γ) να επιτρέψει ή να πιστοποιήσει τα πληρωτέα έξοδα και αυτά μπορούν να ανακτηθούν από τον διάδικο που τα δικαιούται κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο μπορούν να ανακτηθούν έξοδα των οποίων η πληρωμή έχει διαταχθεί.
(4) Σε κάθε υπολογισμό εξόδων, ο Πρωτοκολλητής:
(α) επιτρέπει όλα εκείνα τα έξοδα, χρεώσεις και δαπάνες τα οποία κρίνει ότι ήταν αναγκαία ή ορθά για την απονομή δικαιοσύνης ή για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων οποιουδήποτε διαδίκου·
(β) δεν επιτρέπει έξοδα τα οποία κρίνει ότι έγιναν ή αυξήθηκαν λόγω υπέρμετρης προφύλαξης, αμέλειας ή λάθους, ή με την πληρωμή ειδικών αμοιβών σε δικηγόρο ή ειδικών χρεώσεων ή δαπανών σε μάρτυρες ή άλλα πρόσωπα ή άλλων ασυνήθιστων εξόδων. Κατ’ εξαίρεση θα επιτρέπονται εναντίον του διαδίκου ο οποίος τα προκάλεσε.
(5) (α) Οι διακριτικής φύσης αμοιβές ή επιδόματα, εκτός αν προνοείται διαφορετικά, επαφίενται στη διακριτική ευχέρεια του Πρωτοκολλητή.
(β) Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, ο Πρωτοκολλητής λαμβάνει υπόψη:
(i) τις άλλες αμοιβές και επιδόματα του δικηγόρου (αν υπάρχουν) σχετικά με την εργασία για την οποία εφαρμόζεται τέτοια αμοιβή ή επίδομα,
(ii) τη φύση και σπουδαιότητα της αιτίας ή θέματος,
(iii) το υπό αναφορά ποσόν,
(iv) το συμφέρον των διαδίκων,
(v) το ποσόν το οποίο χρεώνεται ή τα πρόσωπα τα οποία επωμίζονται, τα έξοδα,
(vi) τη γενική πορεία και τα έξοδα της διαδικασίας και
(vii) όλες τις άλλες περιστάσεις.
39.14. Αναθεώρηση του υπολογισμού εξόδων
(1) Διάδικος ο οποίος δεν είναι ικανοποιημένος με το πιστοποιητικό του Πρωτοκολλητή σε σχέση με οποιοδήποτε αξιούμενο ποσόν για το οποίο έχει εγείρει ένσταση, δύναται, εντός επτά ημερών από την ημερομηνία του πιστοποιητικού, να αιτηθεί αναθεώρηση του υπολογισμού ως προς τέτοιο αξιούμενο ποσόν ή μέρος του αξιούμενου ποσού, και
(2) το δικαστήριο, κατόπιν τούτου, δύναται να εκδώσει τέτοιο διάταγμα ως ήθελε κρίνει δίκαιο· αλλά το πιστοποιητικό του Πρωτοκολλητή είναι οριστικό και τελεσίδικο ως προς όλα τα θέματα για τα οποία δεν ηγέρθηκε ένσταση.
39.15. Συμφωνίες μεταξύ δικηγόρου και πελάτη
(1) Αν δικηγόρος συνάψει συμφωνία με τον πελάτη του ως προς την αμοιβή την οποία θα καταβάλει σε αυτόν ο πελάτης του:
(α) η συμφωνία δεν επηρεάζει το ποσόν ή οποιαδήποτε δικαιώματα ή θεραπείες για την ανάκτηση οποιωνδήποτε εξόδων τα οποία είναι ανακτήσιμα από τον πελάτη από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή τα οποία είναι πληρωτέα στον πελάτη από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο· και
(β) το άλλο πρόσωπο δύναται να ζητήσει όπως οποιαδήποτε έξοδα πληρωτέα στον ή ανακτήσιμα από τον πελάτη, υπολογισθούν σύμφωνα με τους παρόντες κανονισμούς εκτός αν το πρόσωπο αυτό έχει συμφωνήσει διαφορετικά.
Νοείται πάντοτε ότι ο πελάτης ο οποίος συνήψε συμφωνία με τον δικηγόρο του δεν δικαιούται να ανακτήσει από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, δυνάμει οποιουδήποτε διατάγματος για την πληρωμή εξόδων τα οποία είναι το αντικείμενο τέτοιας συμφωνίας, ποσόν μεγαλύτερο από αυτό το οποίο είναι πληρωτέο από τον πελάτη στον δικηγόρο του βάσει της συμφωνίας.
(2) Όταν σε υπολογισμό εξόδων μεταξύ δικηγόρου και πελάτη ο δικηγόρος βασίζεται σε οποιαδήποτε συμφωνία και ο πελάτης έχει ένσταση ισχυριζόμενος ότι αυτή είναι άδικη και αδικαιολόγητη:
(α) ο Πρωτοκολλητής δύναται να εξετάσει τα γεγονότα και να τα πιστοποιήσει στο δικαστήριο· και
(β) αν φανεί στο δικαστήριο, κατόπιν τέτοιας πιστοποίησης, ότι υπάρχει λόγος είτε για ακύρωση της συμφωνίας είτε για μείωση του ποσού το οποίο είναι πληρωτέο βάσει αυτής, το δικαστήριο έχει εξουσία να διατάξει αναλόγως και να δώσει όλες τις αναγκαίες ή κατάλληλες οδηγίες για τον σκοπό εφαρμογής της διαταγής αυτής ή άλλες παρεπόμενες οδηγίες, όπως το δικαστήριο κρίνει σκόπιμο.
39.16. Ανάκτηση εξόδων εκτέλεσης
(1) Τηρουμένων των διατάξεων οι οποίες περιέχονται στους παρόντες κανονισμούς, ο διάδικος ο οποίος εκτελεί απόφαση ή διάταγμα δικαιούται να ανακτήσει τα έξοδα εκτέλεσης εκτός αν το δικαστήριο δώσει άλλες οδηγίες.
Νοείται ότι όταν η απόφαση ή το διάταγμα του οποίου ζητείται η εκτέλεση αφορά σε πληρωμή χρηματικού ποσού και εξόδων, ο διάδικος ο οποίος εκτελεί την απόφαση ή το διάταγμα δεν δικαιούται ως έξοδα εκτέλεσης χρηματικό ποσόν μεγαλύτερο από αυτό που διατάχτηκε να πληρωθεί από την απόφαση ή το διάταγμα αυτό (εξαιρουμένων των εξόδων)
Νοείται περαιτέρω ότι όταν η απόφαση ή το διάταγμα δεν αφορά σε πληρωμή χρηματικού ποσού και διατάζει την πληρωμή εξόδων, ο διάδικος ο οποίος προχωρεί σε εκτέλεση αναφορικά με τα έξοδα δεν δικαιούται ως έξοδα εκτέλεσης χρηματικό ποσόν μεγαλύτερο από αυτό που διατάχτηκε όπως πληρωθεί από την απόφαση ή το διάταγμα.
(2) Στην περίπτωση εκτέλεσης με την πώληση ακίνητης περιουσίας, όλα τα τέλη και χρεώσεις (περιλαμβανομένων όλων των τελών και χρεώσεων τα οποία καταβάλλονται στο Κτηματολόγιο σχετικά με αυτήν) θεωρούνται έξοδα εκτέλεσης.
(3) Όταν με απόφαση ή διάταγμα ζητείται η εκτέλεση με την πώληση ακίνητης περιουσίας, δεν επιτρέπονται έξοδα για δεύτερη ή επακόλουθη αίτηση για τέτοια πώληση εκτός αν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι τέτοια περαιτέρω αίτηση ήταν πραγματικά αναγκαία.
(4) Στην περίπτωση εκτέλεσης με πώληση ακίνητης περιουσίας δεν ανακτώνται έξοδα εκτέλεσης τα οποία υπερβαίνουν το ποσόν το οποίο εισπράττεται από την πώληση εκτός αν, αφού επιδειχθεί καλός λόγος, το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.
39.17. Ποικίλες διατάξεις
(1) Τα έξοδα οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας τα οποία απαιτείται να υπολογιστούν, υπολογίζονται από τον Πρωτοκολλητή του δικαστηρίου στο οποίο διεξάγεται η δικαστική διαδικασία, εκτός αν το δικαστήριο το οποίο περάτωσε τη διαδικασία τα έχει ήδη υπολογίσει σύμφωνα με τον κανονισμό 39.4 (1)(α).
(2) Κατά τον υπολογισμό οποιουδήποτε καταλόγου εξόδων, ο Πρωτοκολλητής καλεί τον διάδικο ο οποίος διεκδικεί έξοδα, να παράσχει μαρτυρία ότι έχει πράγματι πληρωθεί οποιοδήποτε ποσόν που διεκδικείται για υπηρεσίες, ή για τα οδοιπορικά και έξοδα συντήρησης μάρτυρα ή για την ετοιμασία σχεδίου ή μοντέλου, ή για τη μετάφραση ή αναπαραγωγή οποιουδήποτε εγγράφου ή διαφορετικά.
(3) Ο Πρωτοκολλητής:
(α) δεν υποχρεούται να απαιτήσει περαιτέρω απόδειξη πληρωμής ποσών σχετικά με εργασία και υπηρεσίες τα οποία φαίνεται στον φάκελο του δικαστηρίου ότι έχουν γίνει και παρασχεθεί·
(β) για θέματα τα οποία δεν φαίνονται στον φάκελο του δικαστηρίου, απαιτεί απόδειξη ότι η εργασία ή οι υπηρεσίες αναφορικά με τα οποία εγείρεται η απαίτηση έχουν γίνει ή παρασχεθεί·
(γ) για δαπάνες άλλες από εκείνες οι οποίες αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό ή άλλη υποχρέωση, απαιτεί απόδειξη ότι η πληρωμή έχει γίνει.
(4) Αν φανεί στο δικαστήριο ή τον Πρωτοκολλητή ότι:
(α) έχουν προκληθεί έξοδα αχρείαστα ή παράλογα ή
(β) οποιαδήποτε έξοδα τα οποία προκλήθηκαν δικαιολογημένα, έχουν αποδειχθεί μη παραγωγικά λόγω λάθους του δικηγόρου,
το δικαστήριο ή ο Πρωτοκολλητής δύναται να απορρίψουν τέτοια έξοδα.
(5) Αν κατά τον υπολογισμό εξόδων διαφανεί ότι τα έξοδα έχουν αυξηθεί:
(α) λόγω αδικαιολόγητης καθυστέρησης ή κατόπιν αντικανονικής, ενοχλητικής ή παρατεταμένης δικαστικής διαδικασίας ή κατόπιν οποιασδήποτε άλλης ανάρμοστης συμπεριφοράς ή αμέλειας ή
(β) για οποιονδήποτε άλλο λόγο το ποσόν των εξόδων είναι υπερβολικό σε σχέση με τη φύση των εργασιών οι οποίες διεξήχθησαν ή των εμπλεκομένων συμφερόντων ή του χρηματικού ποσού ή της αξίας της περιουσίας η οποία σχετίζεται με τα έξοδα ή
(γ) λόγω άλλων περιστάσεων της υπόθεσης,
ο Πρωτοκολλητής επιτρέπει μόνο τέτοιο ποσόν εξόδων ως μπορεί να είναι εύλογο και κατάλληλο και (αν είναι αναγκαίο) κατανέμει το ποσόν μεταξύ των διαδίκων αν αυτοί είναι περισσότεροι του ενός.
39.18. Επίδοση καταλόγου εξόδων
(1) Διάδικος ο οποίος ζητεί την ανάκτηση εξόδων δύναται (αλλά δεν είναι υπόχρεος) να επιδώσει στον διάδικο από τον οποίο ζητεί πληρωμή, αντίγραφο του καταλόγου εξόδων με απαίτηση για πληρωμή του ποσού που αναγράφεται σε αυτόν· και αν δεν γίνει πληρωμή εντός επτά ημερών από την επίδοση του αντιγράφου του καταλόγου εξόδων, τα έξοδα επίδοσης θεωρούνται ως μέρος των εξόδων υπολογισμού.
39.19. Έξοδα υπολογισμού
(1) Τα έξοδα κάθε υπολογισμού πληρώνονται από τους διαδίκους ή οποιουσδήποτε από αυτούς ως οι οδηγίες του πρωτοκολλητή κατά τον υπολογισμό, με τέτοια αναλογία και με τέτοιο τρόπο ως κρίνει ορθό· και δεν επιτρέπονται έξοδα για τον υπολογισμό εκτός αν απαιτηθούν κατά τον χρόνο του υπολογισμού.
39.20. Διαδικασίες για τον υπολογισμό καταλόγου εξόδων
(1) Όταν υποβάλλεται αίτηση για υπολογισμό καταλόγου εξόδων:
(α) ο Πρωτοκολλητής ορίζει τέτοιο χρόνο για τον υπολογισμό, ως κατά τη γνώμη του θα είναι επαρκής για να μπορούν όλοι οι ενδιαφερόμενοι διάδικοι ή πρόσωπα να εμφανιστούν ενώπιόν του·
(β) ειδοποίηση για τον χρόνο ο οποίος ορίζεται από τον Πρωτοκολλητή πιο πάνω επιδίδεται σε όλους τους ενδιαφερόμενους διαδίκους ή πρόσωπα με ενέργειες του διάδικου ή προσώπου ο οποίος αιτείται τον υπολογισμό.
(2) Προς τον σκοπό οποιουδήποτε υπολογισμού εξόδων από τον Αρχιπρωτοκολλητή, η διεύθυνση επίδοσης ενός διάδικου περιλαμβάνει τη διεύθυνση επίδοσης οποιουδήποτε δικηγόρου ο οποίος έχει εμφανιστεί για τον διάδικο αυτό κατά την ακρόαση ενώπιον του δικαστηρίου.
(3) Όταν σε υπολογισμό εξόδων μεταξύ διαδίκων, απαιτείται η αμοιβή δικηγόρου:
(α) ο κατάλογος εξόδων όταν δεν έχει καταχωριστεί έντυπο διορισμού δικηγόρου συνοδεύεται από κοινή ένορκη δήλωση ή ξεχωριστές ένορκες δηλώσεις από τον διάδικο ο οποίος αιτείται υπολογισμό και τον δικηγόρο του (ή δικηγόρους του, όταν τα έξοδα για πέραν του ενός δικηγόρου έχουν πιστοποιηθεί από το δικαστήριο)·
(β) η ένορκη δήλωση ή οι ένορκες δηλώσεις αναφέρουν κατά πόσον έχει γίνει ρητή συμφωνία σχετικά με την αμοιβή του δικηγόρου και κατά πόσον τέτοια συμφωνία ήταν προφορική (και σε τέτοια περίπτωση οι όροι της συμφωνίας αναφέρονται στην ένορκη δήλωση) ή γραπτή (και σε τέτοια περίπτωση η γραπτή συμφωνία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση ως τεκμήριο).
(4) Όταν δικηγόρος ζητεί να υπολογιστούν έξοδα εναντίον του πελάτη του, καταχωρίζει με τον κατάλογό του, όταν δεν έχει καταχωριστεί έντυπο διορισμού δικηγόρου, ένορκη δήλωση στην οποία:
(α) αναφέρεται ότι διορίστηκε από τον πελάτη προφορικά ή γραπτώς (και στην τελευταία περίπτωση επισυνάπτει το έντυπο διορισμού στην ένορκη δήλωση ως τεκμήριο, αν δεν είναι ήδη καταχωρισμένο στο δικαστήριο) και κατά πόσον έκανε οποιαδήποτε ρητή συμφωνία για την αμοιβή του· και
(β) παρατίθενται οι όροι οποιασδήποτε προφορικής συμφωνίας για την αμοιβή του ή, αν έγινε γραπτή συμφωνία, την επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση ως τεκμήριο.
(5) Η διαδικασία κατά τον υπολογισμό καταλόγου εξόδων είναι κατά το πλησιέστερο δυνατόν η ίδια όπως κατά την ακρόαση απαίτησης.
(6) (α) Όταν ο Πρωτοκολλητής επιτρέπει σε διάδικο ο οποίος ζητεί ανάκτηση εξόδων, τα έξοδα υπολογισμού ή μέρος αυτών, προσθέτει τα έξοδα υπολογισμού τα οποία επιτράπηκαν στο ποσόν των υπολογισθέντων εξόδων.
(β) Όταν ο Πρωτοκολλητής επιτρέπει τα έξοδα υπολογισμού ή οποιοδήποτε μέρος αυτών σε διάδικο από τον οποίο ζητείται η ανάκτηση εξόδων, συμψηφίζει τα έξοδα υπολογισμού τα οποία επιτράπηκαν με το ποσόν των υπολογισθέντων εξόδων και το πρόσωπο το οποίο ζητεί την ανάκτηση εξόδων δικαιούται να ανακτήσει μόνο τη διαφορά.
(7) Όταν οποιοσδήποτε διάδικος διατάσσεται να καταβάλει τα έξοδα οποιασδήποτε απαίτησης ή οποιασδήποτε διαδικασίας σε απαίτηση, τα έξοδα αυτά δεν περιλαμβάνουν τα έξοδα απόδειξης οποιουδήποτε εγγράφου εκτός αν έχει αποδειχθεί κατά τη διάρκεια της διαδικασίας (ή κατά τον χρόνο του υπολογισμού) ότι ειδοποίηση αποδοχής του εγγράφου επιδόθηκε σε αυτόν δεόντως.
(8) Όταν το δικαστήριο με την απόφασή του διατάζει όπως τα έξοδα τα οποία προκλήθηκαν από συγκεκριμένο μέρος οποιασδήποτε απαίτησης ή υπεράσπισης πληρωθούν από τον διάδικο ο οποίος ήγειρε την απαίτηση ή υπεράσπιση, ο Πρωτοκολλητής κατά την εξακρίβωση των λεπτομερειών οποιωνδήποτε εξόδων τα οποία αξιώνονται σύμφωνα με τη διαταγή αυτή, δύναται να αποταθεί στο δικαστήριο για οδηγίες κατά πόσον όλα ή κάποια από τα έξοδα τα οποία αξιώνονται με τον τρόπο αυτό, θα θεωρούνται ως έξοδα των οποίων η πληρωμή έχει διαταχθεί ως πιο πάνω.
(9) Όταν οποιοσδήποτε διάδικος διατάσσεται να πληρώσει τα έξοδα οποιασδήποτε έφεσης:
(α) εκτός αν το δικαστήριο το οποίο άκουσε την έφεση ή δικαστής αυτού διατάξει διαφορετικά, τα έξοδα αυτά δεν περιλαμβάνουν οποιαδήποτε έξοδα τα οποία προκλήθηκαν από την αμέλεια του εφεσείοντα να καθορίσει στην ειδοποίηση έφεσης το συγκεκριμένο μέρος της απόφασης ή του διατάγματος το οποίο εφεσιβάλλεται·
(β) ο Πρωτοκολλητής κατά τον υπολογισμό οποιουδήποτε καταλόγου εξόδων δύναται, όταν θα έχει εξακριβώσει τις λεπτομέρειές του, να αποταθεί στο δικαστήριο για οδηγίες κατά πόσον οποιαδήποτε από τα έξοδα τα οποία απαιτούνται, θεωρούνται έξοδα τα οποία προκλήθηκαν με τον τρόπο που αναφέρεται στην παράγραφο (α).
(10) Πρόσωπο το οποίο δικαιούται να ανακτήσει έξοδα, κατόπιν αίτησης εφοδιάζεται από τον Πρωτοκολλητή με πιστοποιητικό του ποσού το οποίο επιτράπηκε με τον υπολογισμό, χρονολογημένο με την ημερομηνία του υπολογισμού.
(11) Πιστοποιητικά υπολογισμού εξόδων μπορούν, αφού καταχωριστούν, να εκτελεστούν ωσάν να ήταν διατάγματα δικαστηρίου, αλλά η εκτέλεσή τους μπορεί να ανασταλεί με διάταγμα του δικαστηρίου με τους ίδιους όρους υπό τους οποίους μπορεί να ανασταλεί η εκτέλεση διατάγματος δικαστηρίου.
39.21. Έξοδα – Ειδικές Περιπτώσεις – Προεναρκτήρια αποκάλυψη και διατάγματα αποκάλυψης εναντίον προσώπου το οποίο δεν είναι διάδικος
(1) Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται όταν πρόσωπο αιτείται την έκδοση διατάγματος δυνάμει των Κανονισμών 25.5, 31.6. 31.7 και 31.9 (οι οποίοι αφορούν εξουσίες οι οποίες ασκούνται πριν από την έναρξη δικαστικών διαδικασιών ή για την έκδοση διατάγματος εναντίον μη διαδίκου για αποκάλυψη εγγράφων, επιθεώρησης περιουσίας, κ.λπ.).
(2) Ο γενικός κανόνας είναι ότι το δικαστήριο επιδικάζει υπέρ του προσώπου εναντίον του οποίου ζητείται η έκδοση διατάγματος, τα έξοδα του προσώπου αυτού αναφορικά με:
(α) την αίτηση· και
(β) τη συμμόρφωσή του με οποιοδήποτε διάταγμα το οποίο εκδίδεται ως αποτέλεσμα της αίτησης.
(3) Το δικαστήριο δύναται ωστόσο να εκδώσει διαφορετικό διάταγμα λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις, περιλαμβανομένων:
(α) του βαθμού στον οποίο ήταν εύλογο για το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται η έκδοση διατάγματος, να υποβάλει ένσταση στην αίτηση· και
(β) κατά πόσον οι διάδικοι στην αίτηση έχουν συμμορφωθεί με οποιοδήποτε σχετικό προδικαστηριακό πρωτόκολλο.