With Amendments | Print
This rule has not been amended.
ΜΕΡΟΣ 32 : ΜΑΡΤΥΡΙΑ
Ενότητα Ι : Μαρτυρία
32.1. Εξουσία του δικαστηρίου να ελέγχει τη μαρτυρία
(1) Το δικαστήριο δύναται να ελέγχει τη μαρτυρία δίδοντας οδηγίες ως προς:
(α) τα ζητήματα για τα οποία απαιτείται μαρτυρία·
(β) τη φύση της μαρτυρίας η οποία απαιτείται για να αποφασίσει αυτά τα ζητήματα· και
(γ) τον τρόπο με τον οποίο η μαρτυρία θα τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου.
(2) Το δικαστήριο δύναται να χρησιμοποιήσει την εξουσία του, δυνάμει του παρόντος κανονισμού για να αποκλείσει μαρτυρία η οποία θα ήταν διαφορετικά δεκτή τηρουμένων των προνοιών του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9.
(3) Το δικαστήριο δύναται να περιορίσει την αντεξέταση.
32.2. Μαρτυρία από μάρτυρες: γενικός κανόνας
(1) Ο γενικός κανόνας είναι ότι οποιοδήποτε γεγονός το οποίο χρήζει απόδειξης με μαρτυρία από μάρτυρες αποδεικνύεται:
(α) κατά τη δίκη, με την προφορική ή γραπτή τους μαρτυρία η οποία δίδεται σε δημόσια ακροαματική διαδικασία· και
(β) σε οποιαδήποτε άλλη ακρόαση, με τη γραπτή τους μαρτυρία.
(2) Αυτό τελεί υπό την αίρεση:
(α) οποιασδήποτε περί του αντιθέτου διάταξης η οποία περιέχεται στους παρόντες κανονισμούς ή αλλού· ή
(β) οποιασδήποτε διαταγής του δικαστηρίου.
32.3. Υποχρέωση επίδοσης δηλώσεων μάρτυρα για χρήση κατά τη δίκη
(1) Δήλωση μάρτυρα είναι γραπτή δήλωση υπογεγραμμένη από πρόσωπο, η οποία περιέχει τη μαρτυρία που θα επιτρεπόταν σε αυτό το πρόσωπο να δώσει προφορικά.
(2) Το δικαστήριο διατάζει διάδικο να επιδώσει στους άλλους διαδίκους οποιαδήποτε δήλωση μάρτυρα που περιέχει την προφορική μαρτυρία στην οποία το πρόσωπο το οποίο επιδίδει τη δήλωση προτίθεται να στηριχτεί σε σχέση με οποιαδήποτε πραγματικά ζητήματα που θα αποφασιστούν κατά τη δίκη.
(3) Το δικαστήριο δύναται να δώσει οδηγίες:
(α) ως προς τη σειρά με την οποία θα επιδοθούν οι δηλώσεις μάρτυρα· και
(β) κατά πόσον οι δηλώσεις μάρτυρα πρέπει να καταχωριστούν ή όχι.
32.4. Χρήση κατά τη δίκη δηλώσεων μάρτυρα οι οποίες έχουν επιδοθεί
(1) Αν:
(α) διάδικος έχει επιδώσει δήλωση μάρτυρα· και
(β) ο διάδικος αυτός επιθυμεί να στηριχτεί κατά τη δίκη στη μαρτυρία του μάρτυρα ο οποίος προέβη στη δήλωση,
ο διάδικος οφείλει να καλέσει τον μάρτυρα να δώσει προφορική μαρτυρία εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά ή ο διάδικος καταθέσει τη δήλωση ως εξ ακοής μαρτυρία.
(2) Όταν μάρτυρας καλείται να δώσει προφορική μαρτυρία, δυνάμει της παραγράφου (1), η δήλωση μάρτυρά του αποτελεί την κυρίως εξέταση του μάρτυρα.
(3) Μάρτυρας ο οποίος δίδει προφορική μαρτυρία κατά τη δίκη δύναται με την άδεια του δικαστηρίου:
(α) να ενισχύσει τη δική του δήλωση μάρτυρά· και
(β) να δώσει μαρτυρία σε σχέση με νέα θέματα τα οποία προέκυψαν από τον χρόνο επίδοσης τής δήλωσης μάρτυρα στους άλλους διαδίκους.
(4) Το δικαστήριο θα δώσει άδεια, δυνάμει της παραγράφου (3) μόνο αν κρίνει ότι υπάρχει καλός λόγος να μην περιοριστεί η μαρτυρία του μάρτυρα στο περιεχόμενο της δήλωσης μάρτυρά του.
(5) Αν διάδικος, ο οποίος επέδωσε δήλωση μάρτυρα:
(α) δεν καλέσει τον μάρτυρα να δώσει μαρτυρία κατά τη δίκη· ή
(β) δεν καταθέσει τη δήλωση μάρτυρα ως εξ ακοής μαρτυρία,
οποιοσδήποτε άλλος διάδικος δύναται να καταθέσει τη δήλωση μάρτυρα ως εξ ακοής μαρτυρία.
32.5. Μαρτυρία σε διαδικασία άλλη από δίκη
(1) Ο γενικός κανόνας είναι ότι η μαρτυρία σε ακροάσεις άλλες από δίκη κατατίθεται με δήλωση μάρτυρα εκτός αν το δικαστήριο ή οποιαδήποτε νομοθεσία απαιτεί διαφορετικά.
(2) Σε ακροάσεις άλλες από δίκη, διάδικος δύναται να στηριχτεί σε θέματα τα οποία παρατίθενται:
(α) σε δικόγραφο του διαδίκου· ή
(β) σε αίτηση του διαδίκου,
αν το δικόγραφο ή η αίτηση επιβεβαιώνεται με δήλωση αληθείας.
32.6. Διάταγμα αντεξέτασης
(1) Όταν σε ακρόαση άλλη από δίκη δίδεται γραπτή μαρτυρία, οποιοσδήποτε διάδικος δύναται να αιτηθεί από το δικαστήριο άδεια αντεξέτασης του προσώπου το οποίο δίδει τη μαρτυρία.
(2) Αν το δικαστήριο δώσει άδεια, δυνάμει της παραγράφου (1) αλλά το εν λόγω πρόσωπο δεν παραστεί όπως απαιτεί το διάταγμα, η μαρτυρία του δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί εκτός αν το δικαστήριο δώσει άδεια.
32.7. Τύπος δήλωσης μάρτυρα
(1) Δήλωση μάρτυρα πρέπει να είναι σύμφωνη με τις απαιτήσεις οι οποίες παρατίθενται στον παρόντα κανονισμό (ως το παράδειγμα στο Έντυπο αρ.52):
(2) Η δήλωση μάρτυρα πρέπει να φέρει επικεφαλίδα με τον τίτλο της δικαστικής διαδικασίας ή αναμενόμενης δικαστικής διαδικασίας. Όταν η διαδικασία είναι μεταξύ πολλών διαδίκων με την ίδια υπόσταση, είναι αρκετό να προσδιορίζονται οι διάδικοι ως ακολούθως:
ΑΒ (και άλλοι)
Ενάγοντες/Αιτητές
ΓΔ (και άλλοι)
Εναγόμενοι/Καθ’ ων η αίτηση (κατά περίπτωση).
(3) Στην πάνω δεξιά γωνία της πρώτης σελίδας, πρέπει να αναγράφεται με σαφήνεια:
(α) ο διάδικος εκ μέρους του οποίου γίνεται η δήλωση μάρτυρα,
(β) τα αρχικά και το επίθετο τού μάρτυρα,
(γ) ο αριθμός της δήλωσης σε σχέση με τον μάρτυρα αυτό,
(δ) τα αναγνωριστικά αρχικά και ο αριθμός κάθε τεκμηρίου στο οποίο γίνεται αναφορά, και
(ε) η ημερομηνία κατά την οποία έγινε η δήλωση.
(4) Η δήλωση μάρτυρα πρέπει, αν είναι εφικτό, να γίνεται με τα λόγια του ιδίου του προοριζόμενου μάρτυρα, σε πρώτο πρόσωπο και να αναφέρει:
(α) το πλήρες όνομα του μάρτυρα,
(β) τον τόπο διαμονής του ή, αν προβαίνει στη δήλωση υπό την επαγγελματική, επιχειρηματική ή άλλη εργασιακή ιδιότητά του, τη διεύθυνση στην οποία εργάζεται, τη θέση την οποία κατέχει και την επωνυμία της επιχείρησης ή το όνομα του εργοδότη του,
(γ) το επάγγελμά του, ή αν δεν έχει, την περιγραφή του, και
(δ) το γεγονός ότι είναι διάδικος στη διαδικασία ή είναι στην υπηρεσία τέτοιου διαδίκου, αν αυτό ισχύει.
(5) Η δήλωση μάρτυρα πρέπει να υποδεικνύει:
(α) ποιες από τις δηλώσεις οι οποίες περιέχονται σε αυτή γίνονται βάσει ιδίας γνώσης του μάρτυρα και ποιες αποτελούν πηγή πληροφόρησης και πεποίθησης, και
(β) την πηγή οποιασδήποτε πληροφόρησης ή πεποίθησης.
(6) Τεκμήριο το οποίο χρησιμοποιείται σε συνάρτηση με δήλωση μάρτυρα πρέπει να επιβεβαιώνεται και προσδιορίζεται από τον μάρτυρα και να είναι ξεχωριστό από τη δήλωση μάρτυρα.
(7) Όταν μάρτυρας αναφέρεται σε τεκμήριο ή τεκμήρια, δηλώνει «Αναφέρομαι στο (περιγραφή τεκμηρίου) σημειούμενο ως….».
(8) Οι πρόνοιες που αφορούν τεκμήρια εφαρμόζονται στις δηλώσεις μάρτυρα κατά ανάλογο τρόπο όπως εφαρμόζονται στις ένορκες δηλώσεις.
(9) Όταν μάρτυρας προβαίνει σε πέραν της μίας δήλωσης μάρτυρα στις οποίες υπάρχουν τεκμήρια στην ίδια διαδικασία, η αρίθμηση των τεκμηρίων αυτών πρέπει να είναι διαδοχική για το σύνολο των τεκμηρίων και να μην αρχίζει από την αρχή για κάθε δήλωση μάρτυρα.
(10) Η δήλωση μάρτυρα πρέπει:
(α) να γίνεται σε χαρτί Α4 ανθεκτικής ποιότητας με περιθώριο 3,5 εκ,
(β) να είναι ευανάγνωστη στην ολότητά της και να εκτυπώνεται μόνο στη μία πλευρά του χαρτιού,
(γ) όταν είναι δυνατόν, να στερεώνεται με ασφάλεια κατά τρόπο ο οποίος να μην εμποδίζει την αρχειοθέτηση ή, διαφορετικά, κάθε σελίδα της πρέπει να αναγράφει τον αριθμό της υπόθεσης και να φέρει τα αρχικά του μάρτυρα,
(δ) να έχει διαδοχικά αριθμημένες σελίδες ,
(ε) να διαιρείται σε αριθμημένες παραγράφους,
(στ) να έχει όλους τους αριθμούς, περιλαμβανομένων των ημερομηνιών, εκφρασμένους σε ψηφία, και
(ζ) να αναφέρει τα στοιχεία αναφοράς οποιουδήποτε εγγράφου ή εγγράφων τα οποία αναφέρονται, είτε στο περιθώριο είτε με έντονους χαρακτήρες στο κυρίως μέρος του κειμένου της δήλωσης.
(11) Δήλωση μάρτυρα ακολουθεί κατά το δυνατό τη χρονολογική σειρά των γεγονότων ή θεμάτων· κάθε παράγραφος δήλωσης μάρτυρα πρέπει, όσο είναι δυνατόν, να περιορίζεται σε διακριτό μέρος του θέματος.
(12) Η δήλωση μάρτυρα είναι ισοδύναμη της προφορικής μαρτυρίας την οποία ο μάρτυρας, αν καλούνταν, θα έδινε ως μαρτυρία· πρέπει να περιλαμβάνει δήλωση από τον προοριζόμενο μάρτυρα ότι πιστεύει πως τα γεγονότα τα οποία περιέχονται σε αυτή είναι αληθή.
(13) Προς επιβεβαίωση της δήλωσης μάρτυρα, η δήλωση αληθείας είναι η εξής:
«Πιστεύω ότι τα γεγονότα τα οποία δηλώνονται στην παρούσα δήλωση μάρτυρα είναι αληθή. Αντιλαμβάνομαι ότι διαδικασία για καταφρόνηση δικαστηρίου μπορεί να εγερθεί εναντίον οποιουδήποτε ο οποίος προβαίνει σε ή προκαλεί ψευδή δήλωση σε έγγραφο επιβεβαιωμένο με δήλωση αληθείας χωρίς ειλικρινή πίστη στο αληθές της».
(14) Τροποποίηση σε δήλωση μάρτυρα πρέπει να μονογραφείται από το πρόσωπο το οποίο προβαίνει στη δήλωση ή, κατά περίπτωση, από το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο.
(15) Δήλωση μάρτυρα η οποία περιέχει τροποποίηση η οποία δεν έχει μονογραφηθεί, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μαρτυρία μόνο με την άδεια του δικαστηρίου.
(16) Αν το δικαστήριο δώσει οδηγίες όπως δήλωση μάρτυρα καταχωριστεί, αυτή πρέπει να καταχωριστεί στο δικαστήριο στο οποίο η αγωγή στην οποία χρησιμοποιήθηκε ή θα χρησιμοποιηθεί, έχει καταχωριστεί ή θα καταχωριστεί.
(17) Όταν το δικαστήριο δώσει οδηγίες δήλωση μάρτυρα να μην είναι διαθέσιμη για επιθεώρηση από το κοινό ή λέξεις ή αποσπάσματα αυτής να μην είναι διαθέσιμα για επιθεώρηση, δικαστικός λειτουργός πιστοποιεί τα πιο πάνω και προβαίνει σε οποιεσδήποτε διαγραφές, βάσει των οδηγιών του δικαστηρίου, δυνάμει του κανονισμού 32.12(4).
32.8. Σύνοψη μαρτυρίας
(1) Διάδικος, από τον οποίο:
(α) απαιτείται να επιδώσει δήλωση μάρτυρα για χρήση κατά τη δίκη· αλλά
(β) δεν είναι σε θέση να την εξασφαλίσει,
δύναται να αιτηθεί, χωρίς ειδοποίηση, άδεια να επιδώσει αντί αυτής, σύνοψη μαρτυρίας μόλις αντιληφθεί την αναγκαιότητα να πράξει τούτο.
(2) Σύνοψη μαρτυρίας είναι σύνοψη:
(α) της μαρτυρίας, αν είναι γνωστή, η οποία, διαφορετικά, θα περιλαμβανόταν σε δήλωση μάρτυρα· ή
(β) αν η μαρτυρία δεν είναι γνωστή, των θεμάτων για τα οποία ο διάδικος ο οποίος επιδίδει τη σύνοψη μαρτυρίας προτίθεται να ερωτήσει τον μάρτυρα.
(3) Εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, σύνοψη μαρτυρίας πρέπει να περιλαμβάνει το όνομα και τη διεύθυνση του προοριζόμενου μάρτυρα.
(4) Εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, σύνοψη μαρτυρίας επιδίδεται εντός της περιόδου στην οποία θα έπρεπε να είχε επιδοθεί η δήλωση μάρτυρα.
(5) Όταν διάδικος επιδίδει σύνοψη μαρτυρίας, οι κανονισμοί 32.3 (υποχρέωση επίδοσης δηλώσεων μάρτυρα για χρήση κατά τη δίκη) και 32.7 (τύπος δήλωσης μάρτυρα) εφαρμόζονται στη σύνοψη στον βαθμό που αυτό είναι πρακτικά εφικτό.
32.9. Συνέπειες παράλειψης επίδοσης δήλωσης μάρτυρα ή σύνοψης μαρτυρίας
(1) Αν δήλωση μάρτυρα ή σύνοψη μαρτυρίας προοριζόμενου μάρτυρα για την οποία υπάρχει πρόθεση να χρησιμοποιηθεί κατά τη δίκη δεν επιδοθεί εντός του χρόνου ο οποίος καθορίζεται από το δικαστήριο, τότε ο μάρτυρας δεν μπορεί να κληθεί να δώσει προφορική μαρτυρία εκτός αν το δικαστήριο το επιτρέψει.
(2) Όταν διάδικος παραλείπει να επιδώσει δηλώσεις μάρτυρα εμπρόθεσμα: η αίτηση για παράταση χρόνου είναι αίτηση απαλλαγής από κυρώσεις και εφαρμόζεται το Μέρος 3.6.
32.10. Αντεξέταση επί δήλωσης μάρτυρα
(1) Όταν μάρτυρας καλείται να δώσει μαρτυρία κατά τη δίκη, μπορεί να αντεξεταστεί επί της δήλωσης μάρτυρά του, είτε έχει γίνει αναφορά στη δήλωση ή σε οποιοδήποτε μέρος αυτής κατά την κυρίως εξέταση του μάρτυρα είτε όχι.
32.11. Χρήση δηλώσεων μάρτυρα για άλλους σκοπούς
(1) Εκτός όπως προνοείται στον παρόντα κανονισμό, δήλωση μάρτυρα μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για τον σκοπό της διαδικασίας σε σχέση με την οποία επιδίδεται.
(2) Η παράγραφος (1) δεν εφαρμόζεται εφόσον και στον βαθμό που:
(α) ο μάρτυρας δίδει γραπτή συγκατάθεση για κάποια άλλη χρήση της·
(β) το δικαστήριο δίδει άδεια για κάποια άλλη χρήση· ή
(γ) η δήλωση μάρτυρα έχει κατατεθεί ως μαρτυρία σε δημόσια ακρόαση,
τηρουμένων οποιωνδήποτε νόμων ή κανονισμών αναφορικά με την προστασία προσωπικών δεδομένων.
32.12. Δηλώσεις μάρτυρα διαθέσιμες για επιθεώρηση
(1) Δήλωση μάρτυρα η οποία αποτελεί κυρίως εξέταση είναι διαθέσιμη για επιθεώρηση κατά τη διάρκεια της δίκης εκτός αν το δικαστήριο δώσει διαφορετικές οδηγίες.
(2) Οποιοδήποτε πρόσωπο δύναται να ζητήσει την έκδοση οδηγίας όπως η δήλωση μάρτυρα μη καταστεί διαθέσιμη για επιθεώρηση.
(3) Το δικαστήριο δεν εκδίδει οδηγία, δυνάμει της παραγράφου (2) εκτός αν ικανοποιηθεί ότι η δήλωση μάρτυρα δεν πρέπει να είναι διαθέσιμη για επιθεώρηση λόγω:
(α) συμφέροντος της δικαιοσύνης·
(β) δημοσίου συμφέροντος·
(γ) της φύσης οποιασδήποτε ιατρικής μαρτυρίας πραγματογνώμονα στη δήλωση·
(δ) της φύσης οποιωνδήποτε εμπιστευτικών πληροφοριών ή προσωπικών δεδομένων στη δήλωση (περιλαμβανομένων πληροφοριών οι οποίες σχετίζονται με προσωπικά οικονομικά θέματα)· ή
(ε) της ανάγκης προστασίας των συμφερόντων οποιουδήποτε παιδιού ή ανικάνου προσώπου.
(4) Το δικαστήριο δύναται να εξαιρεί από επιθεώρηση λέξεις ή αποσπάσματα της δήλωσης.
32.13. Ψευδείς δηλώσεις
(1) Δικαστική διαδικασία για καταφρόνηση δικαστηρίου μπορεί να εγερθεί εναντίον προσώπου αν το πρόσωπο αυτό προβαίνει σε ή προκαλεί ψευδή δήλωση σε έγγραφο το οποίο επιβεβαιώνεται με δήλωση αληθείας χωρίς να πιστεύει ειλικρινά ότι είναι αληθής, σύμφωνα με το Άρθρο 44 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960.
32.14. Μαρτυρία με ένορκη δήλωση
(1) Μαρτυρία πρέπει να δίδεται με ένορκη δήλωση αντί ή επιπρόσθετα της δήλωσης μάρτυρα αν αυτό απαιτείται από το δικαστήριο, από οποιοδήποτε άλλο κανονισμό ή από οποιοδήποτε νόμο.
(2) Τίποτα στους παρόντες κανονισμούς δεν εμποδίζει μάρτυρα να δώσει μαρτυρία με ένορκη δήλωση σε ακρόαση άλλη από τη δίκη αν επιλέξει να το πράξει, σε περίπτωση στην οποία δεν εφαρμόζεται η παράγραφος (1).
32.15. Τύπος ενόρκων δηλώσεων
(1) Ένορκη δήλωση πρέπει να είναι σύμφωνη με τις απαιτήσεις, οι οποίες παρατίθενται στον παρόντα κανονισμό (ως το παράδειγμα στο Έντυπο αρ.53).
(2) Ενόρκως δηλών είναι πρόσωπο το οποίο δίδει μαρτυρία με ένορκη δήλωση ή διαβεβαίωση.
(3) Κάθε ένορκη δήλωση τιτλοφορείται με την αιτία ή το θέμα για το οποίο γίνεται· αλλά σε κάθε περίπτωση στην οποία υπάρχουν περισσότεροι του ενός ενάγοντα ή εναγόμενου , είναι αρκετό να αναφέρει το πλήρες όνομα του πρώτου ενάγοντα ή εναγόμενου και ότι υπάρχουν άλλοι ενάγοντες ή εναγόμενοι, κατά περίπτωση.
(4) Στην πάνω δεξιά γωνία της πρώτης σελίδας (και στο οπισθόφυλλο), πρέπει να αναγράφεται με σαφήνεια:
(α) ο διάδικος εκ μέρους του οποίου γίνεται η ένορκη δήλωση·
(β) τα αρχικά και το επίθετο του ενόρκως δηλούντα,
(γ) ο αριθμός της ένορκης δήλωσης σε σχέση με τον συγκεκριμένο ενόρκως δηλούντα,
(δ) τα αναγνωριστικά αρχικά και ο αριθμός κάθε τεκμηρίου στο οποίο γίνεται αναφορά, και
(ε) η ημερομηνία ορκοδοσίας.
(5) Η ένορκη δήλωση πρέπει, αν είναι πρακτικά εφικτό, να γίνεται με τα λόγια του ιδίου του ενόρκως δηλούντα σε πρώτο πρόσωπο και ο ενόρκως δηλών πρέπει:
(α) να αρχίσει δηλώνοντας « Εγώ (πλήρες όνομα) εκ (διεύθυνση) ορκίζομαι»
(β) αν δίδει μαρτυρία υπό την επαγγελματική, επιχειρηματική ή άλλη εργασιακή του ιδιότητα, να δώσει τη διεύθυνση εργασίας του στο (1) πιο πάνω, τη θέση, την οποία κατέχει και την επωνυμία της επιχείρησης ή το όνομα του εργοδότη του,
(γ) να αναφέρει το επάγγελμά του ή, αν δεν έχει, την περιγραφή του, και
(δ) να δηλώσει αν είναι διάδικος στη διαδικασία ή αν εργοδοτείται από διάδικο στη διαδικασία, αν αυτή είναι η περίπτωση.
(6) Κάθε ένορκη δήλωση χωρίζεται σε παραγράφους και κάθε παράγραφος αριθμείται διαδοχικά και πρέπει, όσο είναι δυνατόν, να περιορίζεται σε διακριτό μέρος του θέματος.
(7) Οι ένορκες δηλώσεις περιορίζονται σε τέτοια γεγονότα ως ο μάρτυρας είναι σε θέση με βάση την προσωπική του γνώση να αποδείξει, αλλά σε ενδιάμεσες αιτήσεις, η ένορκη δήλωση μπορεί να περιέχει δηλώσεις πληροφόρησης και πεποίθησης, μαζί με τις σχετικές πηγές και τους λόγους. Τα έξοδα κάθε ένορκης δήλωσης η οποία περιέχει αχρείαστα στοιχεία εξ ακοής μαρτυρίας ή επιχειρηματολογία ή αντίγραφα ή αποσπάσματα από έγγραφα, θα καταβάλλονται από τον διάδικο ο οποίος την καταχωρίζει.
(8) Όταν ενόρκως δηλών:
(α) αναφέρεται σε τεκμήριο ή τεκμήρια, πρέπει να δηλώνει «στο σημείο αυτό μου παρουσιάζεται σημειούμενο ως …το (περιγραφή τεκμηρίου)», και
(β) προβαίνει σε πέραν της μιας ένορκης δήλωσης (στις οποίες υπάρχουν τεκμήρια) στην ίδια διαδικασία, η αρίθμηση των τεκμηρίων πρέπει να είναι διαδοχική για το σύνολο και να μην ξεκινά από την αρχή σε κάθε ένορκη δήλωση.
(9) Η βεβαίωση (jurat) ένορκης δήλωσης είναι δήλωση η οποία παρατίθεται στο τέλος του εγγράφου η οποία επιβεβαιώνει τη γνησιότητα της ένορκης δήλωσης. Πρέπει:
(α) να υπογράφεται από όλους τους ενόρκως δηλούντες,
(β) να συμπληρώνεται και υπογράφεται από το πρόσωπο ενώπιον του οποίου γίνεται η ένορκη δήλωση, το όνομα και η ιδιότητα του οποίου πρέπει να αναγράφονται κάτω από την υπογραφή του,
(γ) να περιέχει την πλήρη διεύθυνση του προσώπου ενώπιον του οποίου γίνεται η ένορκη δήλωση,
(δ) να αναφέρεται η ημερομηνία, η ώρα και ο τόπος που γίνεται η βεβαίωση ένορκης δήλωσης
(ε) να ακολουθεί αμέσως μετά από το κείμενο και να μην τίθεται σε ξεχωριστή σελίδα.
(10) Η ένορκη δήλωση πρέπει:
(α) να γίνεται σε χαρτί Α4 ανθεκτικής ποιότητας με περιθώριο 3,5 εκ,
(β) να είναι ευανάγνωστη στην ολότητά της και να εκτυπώνεται μόνο στη μία πλευρά του χαρτιού,
(γ) όταν είναι δυνατόν, να στερεώνεται με ασφάλεια κατά τρόπο ο οποίος να μην εμποδίζει την αρχειοθέτηση ή, διαφορετικά, κάθε σελίδα της πρέπει να αναγράφει τον αριθμό της υπόθεσης και να φέρει τα αρχικά του ενόρκως δηλούντα και του προσώπου ενώπιον του οποίου έγινε,
(δ) να έχει διαδοχικά αριθμημένες σελίδες ως ξεχωριστό έγγραφο (ή ως ένα από πολλά έγγραφα τα οποία περιέχονται σε φάκελο),
(ε) να διαιρείται σε αριθμημένες παραγράφους,
(στ) να έχει όλους τους αριθμούς, περιλαμβανομένων των ημερομηνιών, εκφρασμένους σε ψηφία, και
(ζ) να παρέχει τα στοιχεία αναφοράς οποιουδήποτε εγγράφου ή εγγράφων τα οποία αναφέρονται, είτε στο περιθώριο είτε με έντονους χαρακτήρες στο κυρίως μέρος του κειμένου της ένορκης δήλωσης.
(11) Όταν μια ένορκη δήλωση γίνεται από πρόσωπο το οποίο δεν είναι σε θέση να την αναγνώσει ή να την υπογράψει, το πρόσωπο ενώπιον του οποίου γίνεται η ένορκη δήλωση πρέπει να πιστοποιεί στη βεβαίωση (jurat) ότι:
(α) έχει αναγνώσει την ένορκη δήλωση στον ενόρκως δηλούντα,
(β) ο ενόρκως δηλών φάνηκε να την κατανοεί, και
(γ) ο ενόρκως δηλών υπέγραψε ή άφησε το σημείο του στην παρουσία του.
(12) Αν η πιστοποίηση αυτή δεν περιλαμβάνεται στη βεβαίωση (jurat), η ένορκη δήλωση δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μαρτυρία εκτός αν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι αναγνώστηκε στον ενόρκως δηλούντα και ότι αυτός φάνηκε να την κατανοεί.
(13) Τροποποίηση σε ένορκη δήλωση πρέπει να μονογραφείται τόσο από τον ενόρκως δηλούντα όσο και από το πρόσωπο ενώπιον του οποίου γίνεται η ένορκη δήλωση.
(14) Καμία ένορκη δήλωση η οποία έχει στη βεβαίωση (jurat) ή στο κυρίως μέρος του κειμένου της οποιαδήποτε προσθήκη, αλλοίωση ή διαγραφή δεν αναγιγνώσκεται ή χρησιμοποιείται χωρίς την άδεια του δικαστηρίου σε οποιοδήποτε θέμα το οποίο εκκρεμεί στο δικαστήριο, εκτός αν η γνησιότητα τής προσθήκης ή αλλοίωσης (που δεν έγινε με διαγραφή) επιβεβαιώνεται με την υπογραφή ή τα αρχικά του προσώπου το οποίο βεβαιώνει την ένορκη δήλωση. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση διαγραφής, εκτός αν οι λέξεις ή οι αριθμοί οι οποίοι εμφανίζονταν κατά τον χρόνο λήψης της ένορκης δήλωσης ότι ήταν γραμμένοι επί της διαγραφής, ξαναγραφούν και υπογραφούν ή μονογραφηθούν στο περιθώριο της ένορκης δήλωσης από το πρόσωπο το οποίο τη βεβαιώνει.
(15) Το δικαστήριο δύναται να δεχθεί οποιαδήποτε ένορκη δήλωση η οποία γίνεται προκειμένου να χρησιμοποιηθεί σε οποιαδήποτε αιτία ή θέμα, παρά την ύπαρξη οποιουδήποτε ελαττώματος λόγω εσφαλμένης περιγραφής των διαδίκων ή διαφορετικά στον τίτλο ή τη βεβαίωση (jurat), ή οποιασδήποτε άλλης παρατυπίας στον τύπο αυτής, και δύναται να δώσει οδηγίες για τη σύνταξη μνημονίου επί του εγγράφου ότι αυτό έχει γίνει δεκτό κατά τον τρόπο αυτό.
(16) Ελαττωματική ή εσφαλμένη ένορκη δήλωση μπορεί να τροποποιηθεί με άδεια του δικαστηρίου η οποία μπορεί να εξασφαλιστεί μονομερώς.
(17) Μόνο τα ακόλουθα πρόσωπα δύνανται να επάγουν όρκους και να λαμβάνουν ένορκες δηλώσεις:
Πρωτοκολλητής ή πρόσωπο το οποίο εξουσιοδοτείται ειδικά προς τούτο από το Ανώτατο Δικαστήριο.
(18) Ένορκη δήλωση πρέπει να γίνεται ενώπιον προσώπου ανεξάρτητου από τους διαδίκους ή τους αντιπροσώπους τους.
(19) Όταν προτεινόμενη ένορκη δήλωση δεν μπορεί να αναγνωσθεί ή είναι δυσανάγνωστη ή κατά την κρίση του προσώπου ενώπιον του οποίου θα επαγόταν ο όρκος, αυτή είναι γραμμένη κατά τρόπο που να επιτρέπει δόλιες αλλοιώσεις, το πρόσωπο αυτό δύναται να αρνηθεί να επάγει τον όρκο και να απαιτήσει όπως η ένορκη δήλωση συνταχθεί εκ νέου.
(20) Το δικαστήριο ή ο δικαστής δύναται να διατάξει τη διαγραφή από οποιαδήποτε ένορκη δήλωση οποιουδήποτε θέματος το οποίο είναι σκανδαλώδες ή άσχετο.
(21) Σε κάθε ένορκη δήλωση πρέπει να προστίθεται σημείωση, η οποία να δεικνύει εκ μέρους ποιου καταχωρίζεται και καμία ένορκη δήλωση δεν καταχωρίζεται ή χρησιμοποιείται χωρίς τέτοια σημείωση εκτός αν το δικαστήριο δώσει διαφορετικές οδηγίες. Προτού ένορκη δήλωση χρησιμοποιηθεί στο δικαστήριο για οποιοδήποτε σκοπό, το πρωτότυπο πρέπει να καταχωρίζεται στο δικαστήριο.
(22) Όταν ένορκη δήλωση είναι σε ξένη γλώσσα, διάδικος που επιθυμεί να στηριχθεί σε αυτή, πρέπει:
(α) να την μεταφράσει, και
(β) να καταχωρίσει στο δικαστήριο την ξενόγλωσση ένορκη δήλωση και
(γ) ο μεταφραστής να προβεί σε ένορκη δήλωση και να την καταχωρίσει στο δικαστήριο επιβεβαιώνοντας τη μετάφραση και επισυνάπτοντας ως τεκμήρια τόσο τη μετάφραση όσο και αντίγραφο της ξενόγλωσσης ένορκης δήλωσης.
(23) Έγγραφο το οποίο χρησιμοποιείται σε συνάρτηση με ένορκη δήλωση πρέπει:
(α) να επιδεικνύεται στον ενόρκως δηλούντα και να επιβεβαιώνεται από αυτόν, και
(β) να αναγνωρίζεται με δήλωση του προσώπου ενώπιον του οποίου γίνεται η ένορκη δήλωση.
(24) Η δήλωση στην παράγραφο (23)(β) φέρει ως επικεφαλίδα τον τίτλο της δικαστικής διαδικασίας κατά τον ίδιο τρόπο ως η ένορκη δήλωση.
(25) Η πρώτη σελίδα του κάθε τεκμηρίου πρέπει να σημειώνεται:
(α) ως η παράγραφος (3) πιο πάνω, και
(β) με την ένδειξη του τεκμηρίου η οποία αναφέρεται στην ένορκη δήλωση.
(26) Αντίγραφα ξεχωριστών επιστολών πρέπει να συγκεντρώνονται και να εκτίθενται ως τεκμήρια σε δέσμη ή δέσμες. Πρέπει να ταξινομούνται σε χρονολογική σειρά με το πιο πρόσφατο στο πάνω μέρος και να είναι καλά στερεωμένα.
(27) Όταν δέσμη αλληλογραφίας εκτίθεται ως τεκμήριο, το τεκμήριο πρέπει να φέρει επισυνημμένη μπροστινή σελίδα στην οποία να αναφέρεται ότι η δέσμη αποτελείται από πρωτότυπα επιστολών και αντίγραφα. Πρέπει να ταξινομούνται και να στερεώνονται ως ανωτέρω και να αριθμούνται διαδοχικά.
(28) Φωτοαντίγραφα αντί πρωτοτύπων εγγράφων μπορούν να εκτίθενται ως τεκμήρια εφόσον τα πρωτότυπα έγγραφα διατίθενται προς επιθεώρηση από τους άλλους διαδίκους πριν από την ακρόαση και από τον δικαστή κατά την ακρόαση.
(29) Έγγραφα δικαστικής διαδικασίας δεν γίνονται τεκμήρια (επίσημα αντίγραφα τέτοιων εγγράφων είναι αυταπόδεικτα).
(30) Όταν τεκμήριο περιέχει πέραν του ενός εγγράφου, πρέπει να επισυνάπτεται μπροστινή σελίδα με κατάλογο των εγγράφων τα οποία περιέχονται στο τεκμήριο· ο κατάλογος πρέπει να περιέχει τις ημερομηνίες των εγγράφων.
(31) Αντικείμενα, άλλα που δεν είναι έγγραφα, πρέπει να σημειώνονται ευκρινώς με αριθμό ή γράμμα τεκμηρίου κατά τρόπο που η σημείωση να μην μπορεί να αποκολληθεί από το τεκμήριο.
(32) Μικρά αντικείμενα μπορούν να τοποθετούνται σε κιβώτιο και το κιβώτιο να σημειώνεται κατάλληλα.
(33) Όταν τεκμήριο περιέχει πέραν του ενός εγγράφου:
(α) η δέσμη δεν πρέπει να συρράπτεται με συνδετήρα, αλλά να στερεώνεται με ασφάλεια κατά τρόπο που να μην εμποδίζεται η ανάγνωση των εγγράφων, και
(β) οι σελίδες πρέπει να αριθμούνται διαδοχικά στο κέντρο του κάτω μέρους της σελίδας.
(34) Κάθε σελίδα τεκμηρίου πρέπει να είναι ευανάγνωστη· πρέπει να περιλαμβάνονται δαχτυλογραφημένα αντίγραφα δυσανάγνωστων εγγράφων σημειωμένα κατά αλφαβητική σειρά .
(35) Όταν ο αριθμός των ενόρκων δηλώσεων και των τεκμηρίων είναι μεγάλος, πρέπει να τοποθετούνται σε χωριστές δέσμες και οι σελίδες να αριθμούνται διαδοχικά στο σύνολο τους.
(36) Όταν λόγω του όγκου τους, η επίδοση τεκμηρίων ή αντιγράφων τεκμηρίων στους άλλους διαδίκους είναι δύσκολη ή μη πρακτική, πρέπει να ζητούνται οδηγίες από το δικαστήριο ως προς τις διευθετήσεις που πρέπει να γίνουν προκειμένου να τεθούν τα τεκμήρια υπόψη των άλλων διαδίκων και ως προς τη φύλαξή τους, εκκρεμούσης της δίκης.
(37) Όλες οι πρόνοιες του παρόντος κανονισμού οι οποίες σχετίζονται με ένορκες δηλώσεις, εφαρμόζονται σε βεβαιώσεις με τις ακόλουθες εξαιρέσεις:
(α) ο βεβαιών πρέπει να ξεκινά με τη φράση «Εγώ ο υποφαινόμενος (όνομα) εκ (διεύθυνση) βεβαιώνω επίσημα και ειλικρινά …………………..» και
(β) στη βεβαίωση (jurat), η λέξη «ορκίστηκε» αντικαθίσταται από τη λέξη «βεβαίωσε».
32.16. Ένορκη δήλωση εκτός δικαιοδοσίας
(1) Πρόσωπο δύναται να προβεί σε ένορκη δήλωση εκτός δικαιοδοσίας σύμφωνα με:
(α) το παρόν Μέρος· ή
(β) τον νόμο του τόπου όπου προβαίνει στην ένορκη δήλωση.
(2) Ένορκη δήλωση, δήλωση ή βεβαίωση μπορεί να γίνει ή να ληφθεί στη Μεγάλη Βρετανία, Ιρλανδία ή τα νησιά της Μάγχης ή σε οποιαδήποτε βρετανική αποικία, κατοχή, προτεκτοράτο ή έδαφος υπό καθεστώς εντολών, ή άλλο μέρος, το οποίο βρίσκεται υπό βρετανική κυριαρχία ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου, δικαστή, συμβολαιογράφου ή προσώπου νομίμως εξουσιοδοτημένου να επάγει όρκους σε οποιαδήποτε τέτοια αποικία, κατοχή, προτεκτοράτο ή έδαφος υπό καθεστώς εντολών ή άλλος μέρος, το οποίο βρίσκεται υπό βρετανική κυριαρχία, ή μπορεί να γίνει ή να ληφθεί από οποιοδήποτε από τους Βρετανούς πρόξενους ή υποπρόξενους σε οποιαδήποτε μέρος υπό βρετανική κυριαρχία, και οι δικαστές και άλλοι υπάλληλοι των δικαστηρίων της Δημοκρατίας θα λαμβάνουν δικαστική γνώση της σφραγίδας ή υπογραφής, κατά περίπτωση, οποιουδήποτε τέτοιου δικαστηρίου, δικαστή, συμβολαιογράφου, προσώπου, πρόξενου ή υποπρόξενου, η οποία προστίθεται ως παράρτημα ή εναποτίθεται σε οποιαδήποτε τέτοια ένορκη δήλωση, δήλωση ή βεβαίωση ή σε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο, και θα επιτρέπουν τα πιο πάνω σε ό,τι αφορά τον τύπο τους, να χρησιμοποιούνται στα δικαστήρια της Δημοκρατίας χωρίς περαιτέρω απόδειξη αλλά τηρουμένων πάντα, ως προς το αποδεκτό του περιεχομένου των δηλώσεων, των κανόνων απόδειξης.
32.17. Ελαττώματα σε ένορκες δηλώσεις, δηλώσεις μαρτύρων και τεκμήρια
(1) Όταν:
(α) ένορκη δήλωση,
(β) δήλωση μάρτυρα, ή
(γ) τεκμήριο είτε σε ένορκη δήλωση είτε σε δήλωση μάρτυρα,
δεν συνάδει με το Μέρος 32 σε σχέση με τον τύπο του/της, το δικαστήριο δύναται να αρνηθεί να το/την αποδεχτεί ως μαρτυρία και δύναται να αρνηθεί να επιδικάσει τα έξοδα τα οποία προκύπτουν από την ετοιμασία του/της.
(2) Αίτηση για άδεια καταχώρισης ελλαττωματικής ένορκης δήλωσης ή δήλωσης μάρτυρα ή για χρήση ελαττωματικού τεκμηρίου υποβάλλεται στον δικαστή του δικαστηρίου στο οποίο εκδικάζεται η υπόθεση.
32.18. Ειδοποίηση παραδοχής ή προσαγωγής εγγράφων
(1) Διάδικος θεωρείται ότι παραδέχεται τη γνησιότητα εγγράφου το οποίο έχει αποκαλυφθεί στον διάδικο δυνάμει του Μέρους 31 (αποκάλυψη και επιθεώρηση εγγράφων) εκτός αν επιδώσει ειδοποίηση ότι επιθυμεί όπως το έγγραφο αποδειχθεί κατά τη δίκη.
(2) Ειδοποίηση για απόδειξη εγγράφου πρέπει να επιδίδεται:
(α) μέχρι την τελευταία ημερομηνία για επίδοση δηλώσεων μάρτυρα· ή
(β) εντός 7 ημερών από την αποκάλυψη του εγγράφου,
όποιο από τα δύο συμβεί τελευταίο.
32.19. Πράξεις ή έγγραφα πιστοποιούντων υπαλλήλων και καταρτισθέντα έγγραφα
(1) Πράξη ή έγγραφο Πιστοποιούντος Υπαλλήλου γίνεται δεκτό ως μαρτυρία, χωρίς περαιτέρω απόδειξη, ως δεόντως επικυρωμένο, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του νόμου εκτός αν αποδειχτεί το αντίθετο.
(2) Έγγραφο το οποίο καταρτίζεται σε οποιοδήποτε μέρος εκτός της Δημοκρατίας, γίνεται αποδεκτό ως μαρτυρία σε οποιοδήποτε δικαστήριο ή διαδικασία χωρίς απόδειξη της σφραγίδας ή υπογραφής οποιουδήποτε προσώπου το οποίο φέρεται να υπογράφει τέτοιο έγγραφο ή της επίσημης ιδιότητάς του, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 17 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9.
(3) Έγγραφο το οποίο αποτελεί μέρος των αρχείων δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής ή επιχείρησης γίνεται δεκτό ως μαρτυρία σε οποιοδήποτε δικαστήριο ή διαδικασία χωρίς περαιτέρω απόδειξη, με την παρουσίαση στο δικαστήριο, πιστοποιητικού το οποίο καταρτίστηκε από δεόντως εξουσιοδοτημένο αξιωματούχο της δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής ή της επιχείρησης, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 35 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 και τηρουμένης της εξουσίας του δικαστηρίου να αρνηθεί την αποδοχή τέτοιας μαρτυρίας δυνάμει του άρθρου 36 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9.
Ενότητα ΙΙ : Κλήσεις μάρτυρα
32.20. Πεδίο εφαρμογής της παρούσας Ενότητας
(1) H παρούσα Ενότητα του παρόντος Μέρους προνοεί:
(α) για τις περιστάσεις υπό τις οποίες μπορεί να απαιτηθεί από πρόσωπο να παραστεί στο δικαστήριο και να δώσει μαρτυρία ή να προσαγάγει έγγραφο· και
(β) για την εξασφάλιση από διάδικο μαρτυρίας πριν από ακρόαση, ώστε να χρησιμοποιηθεί κατά την ακρόαση.
(2) Στην παρούσα Ενότητα, αναφορά σε ακρόαση περιλαμβάνει και αναφορά στη δίκη.
32.21. Κλήσεις μάρτυρα
(1) Κλήση μάρτυρα είναι έγγραφο το οποίο εκδίδεται από το δικαστήριο και απαιτεί από μάρτυρα:
(α) να παραστεί στο δικαστήριο για να δώσει μαρτυρία· ή
(β) να προσαγάγει έγγραφο στο δικαστήριο.
(2) Κλήση μάρτυρα πρέπει να είναι σύμφωνη με το Έντυπο αρ.54.
(3) Πρέπει να εκδίδεται ξεχωριστή κλήση μάρτυρα για κάθε μάρτυρα.
(4) Κλήση μάρτυρα μπορεί να απαιτεί από μάρτυρα να προσαγάγει έγγραφα στο δικαστήριο είτε:
(α) κατά την ημερομηνία η οποία ορίστηκε για ακρόαση· είτε
(β) σε τέτοια ημερομηνία, σύμφωνα με οδηγίες του δικαστηρίου.
(5) Τα μόνα έγγραφα τα οποία κλήση μάρτυρα ,μπορεί, δυνάμει του παρόντος κανονισμού, να απαιτήσει από πρόσωπο να προσαγάγει πριν από ακρόαση, είναι έγγραφα τα οποία θα μπορούσε να απαιτήσει από το πρόσωπο αυτό να προσαγάγει κατά την ακρόαση.
32.22. Έκδοση κλήσης μάρτυρα
(1) Κλήση μάρτυρα εκδίδεται κατά την ημερομηνία η οποία αναγράφεται στην κλήση από το δικαστήριο.
(2) Διάδικος οφείλει να εξασφαλίζει άδεια από το δικαστήριο όταν επιδιώκει:
(α) την έκδοση κλήσης λιγότερο από 7 ημέρες πριν από την ημερομηνία της δίκης·
(β) την έκδοση κλήσης για να παραστεί μάρτυρας στο δικαστήριο να δώσει μαρτυρία ή να προσαγάγει έγγραφα, σε οποιαδήποτε ημερομηνία εκτός από την ημερομηνία κατά την οποία ορίστηκε η δίκη· ή
(γ) την έκδοση κλήσης για να παραστεί μάρτυρας στο δικαστήριο να δώσει μαρτυρία ή να προσαγάγει έγγραφα σε οποιαδήποτε ακρόαση εκτός από τη δίκη.
(3) Κλήση μάρτυρα εκδίδεται από το δικαστήριο στο οποίο εκδικάζεται η υπόθεση με την καταβολή στο δικαστήριο από το πρόσωπο το οποίο αιτείται την έκδοση της:
(α) τέτοιου ελάχιστου ποσού το οποίο κατά τη γνώμη του πρωτοκολλητή είναι αρκετό για να ικανοποιήσει οποιαδήποτε έξοδα τα οποία ο μάρτυρας δυνατό ευλόγως να υποστεί για να συμμορφωθεί με την κλήση. Το ελάχιστον αυτό ποσό θα μπορεί να αναθεωρηθεί από το δικαστήριο κατά το πέρας της κατάθεσης του μάρτυρα στη δίκη.
(β) Χωρίς επηρεασμό των πιο πάνω, στην περίπτωση κλήσης:
(i) δημοτικού υπαλλήλου, τέτοιο ποσό ανάλογο με την απώλεια χρόνου του μάρτυρα, αφού πρώτα παρουσιάσει στον πρωτοκολλητή τις αναγκαίες λεπτομέρειες των επίσημων απολαβών του·
(ii) δημόσιου υπαλλήλου, θα καταθέτει στο δικαστήριο το ποσό των €86 για την απώλεια χρόνου του μάρτυρα το οποίο θα επιστρέφεται σε περίπτωση μη εμφανίσεως του μάρτυρα στο δικαστήριο.
(4) Το δικαστήριο δύναται να παραμερίζει ή να διαφοροποιεί κλήση μάρτυρα η οποία εκδόθηκε, δυνάμει του παρόντος κανονισμού.
32.23. Χρόνος για επίδοση κλήσης μάρτυρα
(1) Ο γενικός κανόνας είναι ότι κλήση μάρτυρα είναι δεσμευτική αν επιδοθεί τουλάχιστον 7 ημέρες πριν από την ημερομηνία κατά την οποία ο μάρτυρας απαιτείται να παρουσιαστεί ενώπιον του δικαστηρίου.
(2) Το δικαστήριο δύναται να δώσει οδηγίες ότι κλήση μάρτυρα θα είναι δεσμευτική παρότι θα επιδοθεί σε χρόνο μικρότερο από 7 ημέρες πριν από την ημερομηνία κατά την οποία ο μάρτυρας απαιτείται να παρουσιαστεί ενώπιον του δικαστηρίου.
(3) Κλήση μάρτυρα η οποία:
(α) επιδίδεται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό· και
(β) απαιτεί από τον μάρτυρα να παραστεί στο δικαστήριο και να δώσει μαρτυρία,
είναι δεσμευτική μέχρι την ολοκλήρωση της ακρόασης στην οποία ο μάρτυρας απαιτείται να παραστεί.
32.24. Ποιος επιδίδει κλήση μάρτυρα
(1) Κλήση μάρτυρα επιδίδεται από ιδιώτη επιδότη εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.
(2) Όταν κλήση πρόκειται να επιδοθεί από το δικαστήριο, ο πρωτοκολλητής ικανοποιείται ότι έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις του κανονισμού 32.22(3).
(3) Επίδοση διαδικασίας ή άλλη επίδοση πραγματοποιείται από ιδιώτη επιδότη.

www.cylaw.org