ΜΕΡΟΣ 3 : ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΞΟΔΩΝ
Ενότητα Ι : Εξουσίες δικαστηρίου σε σχέση με τη διαχείριση υποθέσεων και εξόδων
3.1. Οι γενικές εξουσίες του δικαστηρίου
(1) Ο κατάλογος εξουσιών στον παρόντα κανονισμό είναι πρόσθετος οποιωνδήποτε εξουσιών παρέχονται στο δικαστήριο από οποιονδήποτε άλλο κανονισμό ή οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία ή οποιεσδήποτε εξουσίες δυνατόν αυτό να διαθέτει διαφορετικά.
(2) Εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στους παρόντες κανονισμούς, το δικαστήριο δύναται:
(α) να παρατείνει ή σμικρύνει προθεσμία συμμόρφωσης με οποιονδήποτε κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα (ακόμη και αν αίτηση για παράταση υποβάλλεται μετά τη λήξη της προθεσμίας συμμόρφωσης)·
(β) να αναβάλλει ή επισπεύδει ακρόαση·
(γ) να απαιτεί από διάδικο ή από δικηγόρο διαδίκου να παρευρεθεί ενώπιον του δικαστηρίου·
(δ) να διεξάγει ακρόαση και να λαμβάνει μαρτυρία με τη χρήση οποιασδήποτε μεθόδου άμεσης προφορικής και οπτικής επικοινωνίας υπό τον όρο ότι όλα τα πρόσωπα, τα οποία συμμετέχουν στην ακρόαση μπορούν να βλέπουν και να ακούν αλλήλους σε οποιονδήποτε δεδομένο χρόνο·
(ε) να εκδίδει οδηγίες ότι μέρος οποιασδήποτε διαδικασίας (όπως η ανταπαίτηση) θα τύχει χειρισμού ως ξεχωριστή διαδικασία·
(στ) να αναστέλλει όλη ή μέρος οποιασδήποτε διαδικασίας ή απόφασης γενικά ή μέχρι καθορισμένη ημερομηνία ή καθορισμένο συμβάν·
(ζ) να συνενώνει διαδικασίες·
(η) να εκδικάζει δύο ή περισσότερες απαιτήσεις ταυτόχρονα·
(θ) να εκδίδει οδηγίες για ξεχωριστή εκδίκαση οποιουδήποτε ζητήματος·
(ι) να αποφασίζει τη σειρά εκδίκασης ζητημάτων·
(κ) να αποκλείει ζήτημα από εξέταση·
(λ) να απορρίπτει ή να εκδίδει απόφαση επί απαιτήσεως μετά από απόφαση επί προδικαστικού ζητήματος·
(μ) να πραγματοποιεί οποιοδήποτε άλλο βήμα ή να εκδίδει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα με σκοπό τη διαχείριση της υπόθεσης και την προαγωγή του πρωταρχικού σκοπού, περιλαμβανομένης της υλοποίησης ενεργειών με στόχο την υποβοήθηση των διαδίκων στη διευθέτηση της υπόθεσης.
(3) Όταν το δικαστήριο εκδίδει διάταγμα, δύναται:
(α) να θέτει όρους, περιλαμβανομένου όρου κατάθεσης χρηματικού ποσού στο δικαστήριο· και
(β) να καθορίζει τις συνέπειες μη συμμόρφωσης με το διάταγμα ή με τον όρο.
(4) Όταν το δικαστήριο εκδίδει οδηγίες, λαμβάνει υπόψη κατά πόσο διάδικος έχει συμμορφωθεί ή όχι με οποιοδήποτε σχετικό προδικαστηριακό πρωτόκολλο.
(5) Το δικαστήριο δύναται να διατάξει διάδικο να καταθέσει χρηματικό ποσόν στο δικαστήριο αν ο διάδικος αυτός παρέλειψε να συμμορφωθεί, χωρίς εύλογη αιτία, με κανονισμό ή σχετικό προδικαστηριακό πρωτόκολλο.
(6) Κατά την άσκηση της εξουσίας του, δυνάμει της παραγράφου (5), το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη:
(α) το ποσό της διαφοράς· και
(β) τα έξοδα τα οποία έχουν επωμιστεί ή δυνατόν να επωμιστούν τα μέρη· και
(γ) κατά πόσο ο διάδικος, ο οποίος διατάχθηκε να καταθέσει χρηματικό ποσό στο δικαστήριο είναι άπορος.
(7) Όταν διάδικος καταθέτει ποσόν χρημάτων στο δικαστήριο κατόπιν διατάγματος, δυνάμει της παραγράφου (3) ή (5), το ποσό χρημάτων συνιστά εξασφάλιση οποιουδήποτε πληρωτέου ποσού από τον διάδικο αυτό έναντι οποιουδήποτε άλλου διαδίκου στη διαδικασία.
(8) Η εξουσία του δικαστηρίου, δυνάμει των παρόντων κανονισμών προς έκδοση διατάγματος περιλαμβάνει και εξουσία διαφοροποίησης, παραμερισμού ή ακύρωσης του διατάγματος.
(9) Το δικαστήριο δύναται να επικοινωνεί με τους διαδίκους από καιρού εις καιρόν, για σκοπούς ελέγχου της συμμόρφωσης με οδηγίες που έχει εκδώσει. Οι διάδικοι οφείλουν να ανταποκρίνονται άμεσα σε οποιαδήποτε τέτοια επικοινωνία του δικαστηρίου.
(10) Το δικαστήριο έχει πρόσθετες εξουσίες δυνάμει της Ενότητας ΙΙ: Προδικαστηριακά Πρωτόκολλα.
3.2. Εξουσία του δικαστηρίου προς αυτεπάγγελτη έκδοση διατάγματος
(1) Εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά σε κανονισμό ή νομοθεσία, το δικαστήριο δύναται να ασκεί τις εξουσίες του κατόπιν αίτησης ή αυτεπάγγελτα.
(2) Όταν το δικαστήριο προτίθεται να εκδώσει διάταγμα αυτεπάγγελτα:
(α) παρέχει σε οποιοδήποτε πρόσωπο δυνατόν να επηρεάζεται από το διάταγμα την ευκαιρία να προβεί σε παραστάσεις· και
(β) όταν το πράττει, καθορίζει τον χρόνο εντός του οποίου και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να γίνονται οι παραστάσεις.
(3) Όταν το δικαστήριο προτίθεται:
(α) να εκδώσει διάταγμα αυτεπάγγελτα· και
(β) να διεξαγάγει ακρόαση για να αποφασίσει κατά πόσο θα εκδώσει το διάταγμα, δίδει σε κάθε διάδικο, ο οποίος δυνατόν να επηρεάζεται από το διάταγμα, ειδοποίηση τουλάχιστον 3 ημερών για την ακρόαση.
3.3. Εξουσία διαγραφής δικογράφου
(1) Στον παρόντα κανονισμό και στον κανονισμό 3.4, αναφορά σε δικόγραφο περιλαμβάνει αναφορά και σε μέρος δικογράφου.
(2) Το δικαστήριο δύναται να διαγράψει δικόγραφο αν διαπιστώσει ότι:
(α) το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης ή υπεράσπισης·
(β) το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας ή διαφορετικά ενδέχεται να παρεμποδίσει τη δίκαιη διεκπεραίωση της διαδικασίας· ή
(γ) υπήρξε παράλειψη συμμόρφωσης με κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα.
(3) Όταν το δικαστήριο διαγράφει δικόγραφο, δύναται να εκδώσει οποιοδήποτε παρεπόμενο διάταγμα θεωρεί κατάλληλο.
(4) Όταν:
(α) το δικαστήριο έχει διαγράψει δικόγραφο του ενάγοντα·
(β) ο ενάγων έχει διαταχθεί να καταβάλει έξοδα στον εναγόμενο· και
(γ) προτού ο ενάγων καταβάλει αυτά τα έξοδα, καταχωρίζει νέα απαίτηση εναντίον του ίδιου εναγόμενου, η οποία προκύπτει από γεγονότα τα οποία είναι ταυτόσημα ή ουσιωδώς ταυτόσημα με εκείνα τα οποία σχετίζονται με την απαίτηση στην οποία διαγράφηκε το δικόγραφο, το δικαστήριο δύναται, μετά από αίτηση τού εναγόμενου, να αναστείλει τη νέα αυτή απαίτηση μέχρι να καταβληθούν τα έξοδα της πρώτης απαίτησης.
(5) Η παράγραφος (2) δεν περιορίζει οποιαδήποτε άλλη εξουσία του δικαστηρίου να διαγράφει δικόγραφο δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού.
(6) Αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης δυνάμει του Μέρους 24 μπορεί να καταχωριστεί και εκδικαστεί ταυτόχρονα με αίτηση δυνάμει του παρόντος κανονισμού.
3.4. Απόφαση χωρίς δίκη μετά από διαγραφή σε συγκεκριμένες περιπτώσεις
(1) Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται όταν:
(α) το δικαστήριο εκδίδει διάταγμα το οποίο περιλαμβάνει όρο όπως το δικόγραφο διαδίκου διαγραφεί αν ο διάδικος δεν συμμορφωθεί με το διάταγμα· και
(β) ο διάδικος εναντίον του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα δεν συμμορφώνεται με αυτό.
(2) Διάδικος δύναται να εξασφαλίσει απόφαση με έξοδα καταχωρίζοντας αίτημα για έκδοση απόφασης:
(α) αν το διάταγμα το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο (1)(α) αφορά σε ολόκληρο το δικόγραφο·
και
(β) όταν ο διάδικος, ο οποίος επιθυμεί να εξασφαλίσει απόφαση είναι ο ενάγων και η απαίτηση είναι για:
(i) καθορισμένο χρηματικό ποσόν·
(ii) χρηματικό ποσόν το οποίο θα αποφασιστεί από το δικαστήριο·
(iii) παράδοση αγαθών, όταν το έντυπο απαίτησης δίδει στον εναγόμενο την εναλλακτική επιλογή καταβολής της αξίας τους· ή
(iv) οποιονδήποτε συνδυασμό αυτών των θεραπειών.
(3) Όταν εξασφαλίζεται απόφαση, δυνάμει του παρόντος κανονισμού σε υπόθεση στην οποία εφαρμόζεται η παράγραφος 2(β)(iii), θα αποτελεί απόφαση η οποία να απαιτεί από τον εναγόμενο να παραδώσει τα αγαθά ή (αν ο εναγόμενος δεν το πράξει) να καταβάλει την αξία των αγαθών, όπως θα έχει αποφασιστεί από το δικαστήριο (μείον οποιεσδήποτε πραγματοποιηθείσες πληρωμές).
(4) Το αίτημα πρέπει να καθορίζει ότι το δικαίωμα προς έκδοση απόφασης έχει προκύψει λόγω μη συμμόρφωσης με το δικαστικό διάταγμα.
(5) Διάδικος οφείλει να καταχωρίσει αίτηση, δυνάμει του Μέρους 23 αν επιθυμεί να εξασφαλίσει απόφαση, δυνάμει του παρόντος κανονισμού σε υπόθεση στην οποία δεν εφαρμόζεται η παράγραφος (2).
3.5. Παραμερισμός απόφασης η οποία εκδόθηκε μετά από διαγραφή
(1) Διάδικος εναντίον του οποίου το δικαστήριο έχει εκδώσει απόφαση, δυνάμει του κανονισμού 3.4, δύναται να αιτηθεί από το Δικαστήριο παραμερισμό της απόφασης.
(2) Αίτηση, δυνάμει της παραγράφου (1), υποβάλλεται όχι πέραν των 14 ημερών από την επίδοση της απόφασης στον διάδικο, ο οποίος υποβάλλει την αίτηση.
(3) Αν το δικαίωμα προς έκδοση απόφασης δεν είχε προκύψει κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης, το δικαστήριο παραμερίζει την απόφαση.
(4) Αν η αίτηση για παραμερισμό γίνεται για οποιοδήποτε άλλο λόγο, εφαρμόζεται ο κανονισμός 3.6 (απαλλαγή από κυρώσεις).
3.6. Απαλλαγή από κυρώσεις
(1) Όταν διάδικος παραλείπει να συμμορφωθεί με κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα, οποιαδήποτε κύρωση για μη συμμόρφωση, η οποία επιβάλλεται από τον κανονισμό ή το δικαστικό διάταγμα, ισχύει, εκτός αν ο διάδικος, ο οποίος παρέλειψε να συμμορφωθεί αιτηθεί και εξασφαλίσει απαλλαγή από την κύρωση.
(2) Σε αίτηση για απαλλαγή από οποιαδήποτε επιβληθείσα κύρωση, λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με οποιαδήποτε κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα, το δικαστήριο θα λάβει υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης προκειμένου να χειριστεί με δίκαιο τρόπο, την αίτηση, με γνώμονα τον πρωταρχικό σκοπό, περιλαμβανομένης της ανάγκης:
(α) διεξαγωγής της δικαστικής διαδικασίας αποτελεσματικά και με αναλογικό κόστος· και
(β) επιβολής συμμόρφωσης με κανονισμούς και δικαστικά διατάγματα.
(3) Αίτηση για απαλλαγή υποστηρίζεται από μαρτυρία.
3.7. Συνένωση διαδικασιών πριν από την ακροαματική διαδικασία
(1) Αν εκκρεμεί αριθμός διαδικασιών στο δικαστήριο και οι διαδικασίες:
(α) αφορούν σε κοινό νομικό ή πραγματικό ζήτημα· ή
(β) αποτελούν αντικείμενο απαιτήσεων, οι οποίες προκύπτουν από την ίδια συναλλαγή ή σειρά συναλλαγών· ή
(γ) όπου για οποιοδήποτε άλλο λόγο είναι επιθυμητό, διάδικος σε οποιαδήποτε από τις διαδικασίες δύναται να αιτηθεί και το δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα όπως οι διαδικασίες:
(i) συνενωθούν· ή
(ii) συνεκδικαστούν· ή
(iii) εκδικαστούν αμέσως η μία μετά την άλλη· ή
(iv) ανασταλούν μέχρι την ολοκλήρωση οποιασδήποτε από τις άλλες διαδικασίες.
3.8. Γενική εξουσία του δικαστηρίου για διόρθωση θεμάτων όταν υπήρξε διαδικαστικό σφάλμα
(1) Όταν υπήρξε διαδικαστικό σφάλμα, όπως παράλειψη συμμόρφωσης με κανονισμό:
(α) το σφάλμα δεν ακυρώνει οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία εκτός αν κάτι τέτοιο διαταχθεί από το δικαστήριο· και
(β) το δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα διόρθωσης του σφάλματος.
(2) Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα ακύρωσης οποιουδήποτε βήματος εκτός αν ικανοποιηθεί ότι:
(α) το διαδικαστικό σφάλμα ήταν σοβαρό· και
(β) τέτοιο διάταγμα είναι αναγκαίο προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, λαμβάνοντας υπόψη τον πρωταρχικό σκοπό.
Ενότητα ΙΙ : Προδικαστηριακά πρωτόκολλα – Προδικαστηριακή συμπεριφορά
3.9. Γενικά
(1) Εγκεκριμένα προδικαστηριακά πρωτόκολλα σε συγκεκριμένους τομείς είναι εκείνα τα πρωτόκολλα τα οποία παρατίθενται στο Παράρτημα Ι καθώς και οποιαδήποτε άλλα προδικαστηριακά πρωτόκολλα τα οποία ενδεχομένως να εκδοθούν μεταγενέστερα.
(2) Τα προδικαστηριακά πρωτόκολλα αποτελούν τη συνήθη και εύλογη προσέγγιση σε σχέση με προδικαστηριακή συμπεριφορά και αναμένεται ότι θα ακολουθούνται.
(3) Ο σκοπός των προδικαστηριακών πρωτοκόλλων είναι:
(α) να προάγουν περισσότερες προδικαστηριακές επαφές μεταξύ των μερών·
(β) να ενθαρρύνουν την ανταλλαγή μεταξύ των μερών έγκαιρης και πλήρους πληροφόρησης σχετικά με την ενδεχόμενη δικαστική απαίτηση·
(γ) να διευκολύνουν καλύτερη προδικαστηριακή έρευνα και από τις δύο πλευρές·
(δ) να αποφευχθεί η προσφυγή των μερών στο δικαστήριο με διακανονισμό της απαίτησης πριν την έναρξη δικαστικής διαδικασίας·
(ε) να υποστηρίζουν την αποτελεσματική διαχείριση της διαδικασίας δυνάμει των κανονισμών, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα του δικαστηρίου, όταν η δικαστική διαδικασία δεν μπορεί να αποφευχθεί.
3.10. Συμμόρφωση με πρωτόκολλα
(1) Τα μέρη οφείλουν να συμμορφώνονται ουσιωδώς με τους όρους εγκεκριμένου πρωτοκόλλου σύμφωνα με τους σκοπούς, οι οποίοι παρατίθενται στον κανονισμό 3.9 (3) του παρόντος Μέρους.
(2) Όταν ένα μέρος παραλείπει να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες της παρούσας Ενότητας ή συγκεκριμένου προδικαστηριακού πρωτοκόλλου και εγείρεται δικαστική διαδικασία, το δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη του τέτοια παράλειψη κατά την άσκηση των εξουσιών του, δυνάμει του Μέρους 28 ή του Μέρους 39 ή όταν αποφασίζει κατά πόσον πρέπει να επιβληθούν κυρώσεις.
(3) Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο εξετάζει την επιβολή κυρώσεων όπως προνοείται στην παράγραφο (2) οι συνέπειες που είχε η μη συμμόρφωση στο άλλο μέρος συνιστούν σχετικό παράγοντα.
(4) Όταν κατά την κρίση του δικαστηρίου, η μη συμμόρφωση με την παρούσα Ενότητα ή πρωτόκολλο έχει οδηγήσει σε έναρξη δικαστικής διαδικασίας, η οποία διαφορετικά δεν θα χρειαζόταν να είχε ξεκινήσει, ή έχει οδηγήσει στη δημιουργία εξόδων, τα οποία διαφορετικά δεν θα είχαν δημιουργηθεί, το δικαστήριο δύναται να εκδώσει τέτοιο διάταγμα όπως αυτό κρίνει δίκαιο ώστε να μην τεθεί το ανυπαίτιο μέρος σε δυσμενέστερη θέση από εκείνη στην οποία θα βρισκόταν αν υπήρχε συμμόρφωση, περιλαμβανομένου διατάγματος που διατάζει το μέρος, το οποίο βρίσκεται σε παράβαση, να καταβάλει το σύνολο ή μέρος των εξόδων της διαδικασίας ή του άλλου μέρους ή μερών.
(5) Μη συμμόρφωση με πρωτόκολλο περιλαμβάνει:
(α) στην περίπτωση απαιτητή,
(i) την παράλειψη να παράσχει επαρκείς πληροφορίες,
(ii) την παράλειψη να ακολουθήσει τη διαδικασία η οποία απαιτείται από το πρωτόκολλο,
(iii) οποιαδήποτε άλλη μη συμμόρφωση, η οποία, κατά την κρίση του δικαστηρίου, συνιστά παράλειψη.
(β) στην περίπτωση εναγόμενου,
(i) την παράλειψη να προβεί σε προκαταρκτική απάντηση στην επιστολή απαίτησης εντός του χρόνου, ο οποίος καθορίζεται για τον σκοπό αυτό στο σχετικό πρωτόκολλο·
(ii) την παράλειψη να προβεί σε πλήρη απάντηση εντός του χρόνου, ο οποίος καθορίζεται για τον σκοπό αυτό στο σχετικό πρωτόκολλο·
(iii) την παράλειψη να προβεί σε αποκάλυψη εγγράφων, των οποίων η αποκάλυψη απαιτείται από το σχετικό πρωτόκολλο·
(iv) οποιαδήποτε άλλη μη συμμόρφωση, η οποία, κατά την κρίση του δικαστηρίου, συνιστά παράλειψη.
(6) Tο θέμα της συμμόρφωσης ή μη με σχετικό πρωτόκολλο εξετάζεται από το δικαστήριο μόνο όταν η απαίτηση ηγέρθη μετά την έναρξη ισχύος του εν λόγω πρωτοκόλλου.
(7) Τα μέρη σε απαίτηση η οποία ηγέρθη μετά την έναρξη ισχύος σχετικού πρωτοκόλλου και τα οποία έχουν με ενέργειές τους πριν από την ημερομηνία αυτή, επιτύχει τους σκοπούς, στους οποίους στοχεύουν οι πρόνοιες του πρωτοκόλλου αυτού, δεν χρειάζεται να πραγματοποιήσουν περαιτέρω βήματα προς συμμόρφωση.
3.11. Περιπτώσεις στις οποίες συμμόρφωση δεν είναι αναγκαία
(1) Τα μέρη δεν απαιτείται να συμμορφώνονται με τις πρόνοιες της Ενότητας ΙΙ ή των Τύπων Ι, ΙΙ ή ΙΙΙ του Παραρτήματος Ι στις ακόλουθες περιπτώσεις:
(α) σε επείγουσες απαιτήσεις· ή
(β) όταν περίοδος παραγραφής πρόκειται να εκπνεύσει και η περίοδος μεταξύ της εκπνοής της περιόδου παραγραφής και της ημερομηνίας κατά την οποία ο απαιτητής αναθέτει σε δικηγόρο να ενεργήσει εκ μέρους του είναι πολύ βραχεία, ώστε να επιτρέπεται συμμόρφωση με την Ενότητα αυτή· ή
(γ) όταν υφίστανται εύλογοι και επαρκείς λόγοι για μη συμμόρφωση και αυτοί εκτίθενται πλήρως στο έντυπο απαίτησης ή στο δικόγραφο.
(2) Στις περιπτώσεις οι οποίες εμπίπτουν στην παράγραφο (1)(β) του παρόντος κανονισμού:
[Δ.Κ. 29.9.2023] (α) ο δικηγόρος του απαιτητή οφείλει να δώσει επαρκή ειδοποίηση τής πρόθεσής του απαιτητή να εγείρει δικαστική διαδικασία και κατόπιν αίτησης από οποιοδήποτε από τα μέρη μετά την έγερση δικαστικής διαδικασίας, το δικαστήριο δύναται να παρατείνει τον προβλεπόμενο χρόνο επίδοσης των υποστηρικτικών εγγράφων του απαιτητή ή της υπεράσπισης ή να αναστείλει τη διαδικασία ενόσω ακολουθείται η «προδικαστηριακή» διαδικασία, δυνάμει της Ενότητας ΙΙ ή των Τύπων Ι, ΙΙ ή ΙΙΙ του Παραρτήματος Ι.
3.12. Υπόσταση επιστολών απαίτησης και απάντησης
(1) Επιστολές απαίτησης και απάντησης δεν έχουν την υπόσταση δικογράφων σε δικαστική διαδικασία.
3.13. Προδικαστηριακή συμπεριφορά σε περιπτώσεις οι οποίες δεν καλύπτονται από πρωτόκολλο
(1) Σε περιπτώσεις οι οποίες δεν καλύπτονται από εγκεκριμένο πρωτόκολλο, τα μέρη οφείλουν να ενεργήσουν εύλογα σε σχέση με την ανταλλαγή πληροφόρησης και εγγράφων σχετικών με την απαίτηση και γενικά, ώστε να αποφευχθεί η δικαστική διαδικασία, σύμφωνα με τον πρωταρχικό σκοπό.
(2) Τα μέρη σε ενδεχόμενη διαφορά, η οποία δεν καλύπτεται από προδικαστηριακό πρωτόκολλο οφείλουν να ακολουθούν μια εύλογη διαδικασία, σκοπός της οποίας είναι η αποφυγή της δικαστικής διαδικασίας όπως παρατίθεται στον Τύπο ΙΙΙ του Παραρτήματος Ι.
(3) Όταν τα μέρη αποφασίσουν ότι είναι αναγκαία η γνώμη πραγματογνώμονα για τη διευθέτηση απαίτησης, οφείλουν όταν είναι εφικτό να συμφωνήσουν τον διορισμό ενός και μόνου πραγματογνώμονα. Αν η διαφορά αχθεί σε δικαστική διαδικασία, το δικαστήριο δύναται, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να μην επιτρέψει τη χρήση της έκθεσης πραγματογνώμονα και το κόστος της έκθεσης πραγματογνώμονα ενδέχεται να μην είναι ανακτήσιμο.
3.14. Έναρξη
(1) Το δικαστήριο εξετάζει το ζήτημα της μη συμμόρφωσης όταν η απαίτηση ηγέρθη μετά την έναρξη ισχύος εγκεκριμένου, εφαρμόσιμου προδικαστηριακού πρωτοκόλλου.
3.15. Επίδοση επικοινωνίας
(1) Όταν πρωτόκολλο προνοεί τη γραπτή κοινοποίηση οποιουδήποτε εγγράφου, το έγγραφο αυτό μπορεί, παρά την οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των μερών για κάποιο άλλο μέσο διαβίβασης, να παραδοθεί προσωπικά στον προοριζόμενο παραλήπτη ή να αποσταλεί ταχυδρομικώς ή να αποσταλεί με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο.
(2) Όταν οποιοδήποτε τέτοιο έγγραφο αποστέλλεται ταχυδρομικώς, θεωρείται ότι έχει παραληφθεί από τον προοριζόμενο παραλήπτη τη 10η ημέρα από την ταχυδρόμησή του.
3.16. Υποχρέωση εμπλοκής σε διαπραγματεύσεις
(1) Αν μετά που έχει ακολουθηθεί η διαδικασία της Ενότητας ΙΙ ή των Τύπων Ι, ΙΙ ή ΙΙΙ του Παραρτήματος Ι η απαίτηση παραμένει υπό αμφισβήτηση, τα μέρη οφείλουν να εμπλακούν χωρίς καθυστέρηση σε κατάλληλες διαπραγματεύσεις με σκοπό τον διακανονισμό της διαφοράς και την αποφυγή της δικαστικής διαδικασίας.
3.17. Αποκαλυφθέντα έγγραφα
(1) Έγγραφα τα οποία αποκαλύπτονται από ένα μέρος σύμφωνα με την Ενότητα ΙΙ ή τους Τύπους Ι, ΙΙ ή ΙΙΙ του Παραρτήματος Ι δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για οποιονδήποτε σκοπό πλην της επίλυσης της διαφοράς εκτός αν συμφωνήσει το αποκαλύπτον μέρος.
Παράρτημα Ι : Τύποι Προδικαστικών Πρωτοκόλλων και Προδικαστηριακή Συμπεριφορά σε περιπτώσεις οι οποίες δεν καλύπτονται από πρωτόκολλοΤύπος Ι : Πρωτόκολλο I – Απαίτηση για συγκεκριμένο χρηματικό ποσό1. Εισαγωγή
(1) Το παρόν πρωτόκολλο εφαρμόζεται όταν η μόνη απαίτηση (χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο τόκος και τα έξοδα) είναι για συγκεκριμένο χρηματικό ποσό. Δεν εφαρμόζεται σε απαιτήσεις αποζημιώσεων για αμέλεια οι οποίες προκύπτουν από ατύχημα.
2. Επιστολή απαίτησης
(1) Ο απαιτητής υποχρεούται να αποστείλει στον προτεινόμενο εναγόμενο επιστολή απαίτησης. Η εν λόγω επιστολή απαίτησης πρέπει να είναι όσο το δυνατό σύμφωνα με τον Έντυπο Α του Τύπου Ι και μπορεί, όταν είναι αναγκαίο, να τροποποιηθεί ώστε να αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση.
(2) Η επιστολή πρέπει να περιλαμβάνει:
(α) σαφή σύνοψη των γεγονότων στα οποία βασίζεται η απαίτηση·
(β) οποιαδήποτε σχετική κατάσταση λογαριασμού·
(γ) όλα τα απαραίτητα έγγραφα στα οποία βασίζεται ο απαιτητής προς υποστήριξη της απαίτησης·
(δ) το ποσό το οποίο είναι οφειλόμενο και πληρωτέο στον απαιτητή·
(ε) το ποσό τόκου, αν υπάρχει, το οποίο αξιώνεται·
(στ) το ποσόν των εξόδων τα οποία ο απαιτητής αξιώνει.
(3) Στην περίπτωση κατά την οποία ο απαιτητής αξιώνει τόκο, η επιστολή απαίτησης πρέπει επιπρόσθετα να αναφέρει:
(α) από πού απορρέει το δικαίωμά του σε τόκο και κατά πόσο έχει έρεισμα σε συμφωνία ή διαφορετικά·
(β) το ποσόν του οφειλόμενου τόκου κατά την ημερομηνία της επιστολής·
(γ) το επιτόκιο βάσει του οποίου υπολογίζεται ο τόκος· και
(δ) το επιτόκιο βάσει του οποίου καταβάλλεται τόκος και το υπολογιζόμενο ημερήσιο ποσόν τόκου μετά την ημερομηνία της επιστολής.
3. Απαντητική επιστολή
(1) Ο προτεινόμενος εναγόμενος οφείλει να απαντήσει εντός 14 ημερολογιακών ημερών από τη λήψη της επιστολής ενημερώνοντας κατά πόσον παραδέχεται την απαίτηση. Η απαντητική επιστολή πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πλησιέστερη στο Έντυπο Β του Τύπου Ι και μπορεί, όταν είναι αναγκαίο, να τροποποιηθεί, ώστε να αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση και
(α) όταν δεν είναι παραδεκτή η απαίτηση, η απαντητική επιστολή πρέπει:
(i) να περιέχει λεπτομερείς λόγους γιατί η απαίτηση δεν είναι παραδεκτή· και
(ii) να επισυνάπτονται σε αυτήν αντίγραφα όλων των απαραίτητων εγγράφων, τα οποία βρίσκονται στην κατοχή του προτεινόμενου εναγόμενου και στα οποία βασίζεται. Αν τα έγγραφα στα οποία βασίζεται ο προτεινόμενος εναγόμενος δεν βρίσκονται στην κατοχή του, ο προτεινόμενος εναγόμενος οφείλει να προσδιορίσει τα έγγραφα αυτά·
(β) όταν η απαίτηση είναι παραδεκτή, η απαντητική επιστολή πρέπει να περιέχει:
(i) προτάσεις για την αποπληρωμή του χρέους·
(ii) πλήρεις λεπτομέρειες του εισοδήματος και των περιουσιακών στοιχείων του προτεινόμενου εναγόμενου με επισύναψη εγγράφων τα οποία τεκμηριώνουν αυτές τις λεπτομέρειες προκειμένου να μπορέσει ο απαιτητής να αξιολογήσει ορθά την πρόταση.
(2) Αν ο προτεινόμενος εναγόμενος δεν απαντήσει εντός του χρόνου ο οποίος καθορίζεται στην παράγραφο (1) ο απαιτητής δικαιούται να εγείρει δικαστική διαδικασία.
(3) Ο απαιτητής δεν είναι υπόχρεος να αποδεχτεί οποιαδήποτε πρόταση γίνει από τον προτεινόμενο εναγόμενο. Αν ο απαιτητής απορρίψει την πρόταση, οφείλει να ειδοποιήσει τον προτεινόμενο εναγόμενο για την απόρριψη και τους λόγους, καθώς και για την πρόθεσή του να εγείρει δικαστική διαδικασία.
(4) Οποιαδήποτε παραδοχή της απαίτησης με ή χωρίς συμφωνία επί των όρων πληρωμής δεν εμποδίζει τον απαιτητή να εγείρει απαίτηση και να εξασφαλίσει απόφαση.
Έντυπο Α του Τύπου Ι : Επιστολή απαίτησηςΠρος
Προτεινόμενο εναγόμενο
Αγαπητέ
Θέμα: Ονοματεπώνυμο και Πλήρης Διεύθυνση του απαιτητή
Έχουμε λάβει οδηγίες από το πιο πάνω κατονομαζόμενο πρόσωπο να απαιτήσουμε από εσάς τα ακόλουθα χρηματικά ποσά (παραθέστε λεπτομέρειες)
Σύμφωνα με τις οδηγίες μας οφείλετε στον πελάτη μας τα εν λόγω χρηματικά ποσά ως αποτέλεσμα των πιο κάτω:
(παραθέστε σύνοψη των γεγονότων στα οποία βασίζεται η απαίτηση και επισυνάψετε αντίγραφα σχετικών εγγράφων)
Απαιτείται όπως απαντήσετε εντός 14 ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία λήψης της επιστολής αυτής συμπληρώνοντας το έντυπο το οποίο επισυνάπτεται και επιστρέφοντάς το (καθορίστε). Παράλειψή σας να το πράξετε, θα έχει ως αποτέλεσμα την έγερση δικαστικής διαδικασίας εναντίον σας χωρίς περαιτέρω ειδοποίηση και δυνατόν να υποστείτε δυσμενείς επιπτώσεις υπό μορφή εξόδων και/ή από τυχόν οδηγία ή διάταγμα που το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να εκδώσει εναντίον σας.
Μετά τιμής,
Έντυπο Β του Τύπου Ι : Απαντητική Επιστολή Παραδέχεστε ότι οφείλετε το αξιούμενο ποσό: Ναι/Όχι
Αν «Όχι», παραθέστε τους λόγους προς τούτο και επισυνάψετε τα ουσιώδη έγγραφα τα οποία υποστηρίζουν τους λόγους αυτούς:
Αν «Ναι», παραθέστε τις προτάσεις σας για την αποπληρωμή του χρέους δίνοντας πλήρεις λεπτομέρειες των εισοδημάτων και των περιουσιακών σας στοιχείων και επισυνάψετε τυχόν σχετικά έγγραφα.
Αν είστε πρόθυμος να παραστείτε σε συνάντηση προς συζήτηση των προτάσεων αυτών, παρακαλώ επικοινωνήστε με .......................................................................................... για διευθέτηση συνάντησης σε κατάλληλη ημερομηνία και ώρα.
Τύπος ΙΙ : Πρωτόκολλο 2 – Τροχαία Ατυχήματα και Απαιτήσεις για Σωματικές Βλάβες1. Εισαγωγή
(1) Το παρόν πρωτόκολλο εφαρμόζεται κυρίως σε απαιτήσεις σε σχέση με τροχαία ατυχήματα, οι οποίες περιλαμβάνουν υλικές ζημιές και σωματικές βλάβες. Η ουσία του πρωτοκόλλου πρέπει να ακολουθείται σε όλες τις περιπτώσεις σωματικών βλαβών και, όπου είναι δυνατόν, σε όλες τις απαιτήσεις οι οποίες προκύπτουν από τροχαία ατυχήματα όταν δεν υπάρχουν σωματικές βλάβες.
(2) Το χρονοδιάγραμμα και οι διευθετήσεις για την αποκάλυψη εγγράφων και την εξασφάλιση μαρτυρίας πραγματογνώμονα μπορούν να διαφοροποιηθούν μετά από συμφωνία μεταξύ των μερών. Το δικαστήριο δύναται να ζητήσει εξηγήσεις ως προς την ανάγκη διαφοροποίησης του πρωτοκόλλου σε περίπτωση που στη συνέχεια εγερθεί δικαστική διαδικασία.
(3) Όταν δεν ακολουθείται το πρωτόκολλο λόγω του ότι το ένα μέρος ή και τα δύο μέρη θεωρούν ότι οι λεπτομέρειες του πρωτοκόλλου δεν είναι κατάλληλες για τη συγκεκριμένη περίπτωση, πρέπει να δίδονται εξηγήσεις στο δικαστήριο ως προς τους λόγους για τους οποίους δεν έχει ακολουθηθεί το πρωτόκολλο.
2. Η επιστολή πριν από την απαίτηση
(1) Όταν έχει αποσταλεί επιστολή δυνάμει των προνοιών της παραγράφου 4 στον προτεινόμενο εναγόμενο και αυτός είναι ασφαλισμένος, ο προτεινόμενος εναγόμενος υποχρεούται να διαβιβάσει την επιστολή στον ασφαλιστή. Όταν υπάρχει καθυστέρηση στη λήψη της επιστολής από τον ασφαλιστή, ο ασφαλιστής δύναται να ζητήσει από τον απαιτητή παράταση χρόνου για να απαντήσει.
(2) Πρέπει να δίδεται στον προτεινόμενο εναγόμενο περίοδος 28 ημερών προκειμένου να διερευνήσει και να απαντήσει σε απαίτηση πριν από την έγερση δικαστικής διαδικασίας.
(3) Όταν έχει εγερθεί δικαστική διαδικασία, τα μέρη δύνανται να αιτηθούν από το δικαστήριο παράταση του χρόνου επίδοσης των εγγράφων του απαιτητή ή οποιασδήποτε υπεράσπισης ή αναστολή της δικαστικής διαδικασίας, ενόσω ακολουθούνται τα συνιστώμενα βήματα.
3. Πραγματογνώμονες
(1) Η από κοινού επιλογή και πρόσβαση σε πραγματογνώμονες πρέπει να αποτελεί τον κανόνα για ιατρικά ή άλλα θέματα. Απαιτητής ο οποίος έχει εξασφαλίσει ιατρική έκθεση ή έκθεση άλλου πραγματογνώμονα οφείλει να την αποκαλύψει στον εναγόμενο, ο οποίος στη συνέχεια δύναται να υποβάλει ερωτήσεις ή/και να συμφωνήσει με αυτή.
4. Επιστολή απαίτησης
(1) Ο απαιτητής υποχρεούται να αποστείλει στον προτεινόμενο εναγόμενο δύο αντίγραφα της επιστολής απαίτησης μόλις υπάρχουν διαθέσιμες επαρκείς πληροφορίες οι οποίες να τεκμηριώνουν ρεαλιστική απαίτηση, ανεξαρτήτως αν ο απαιτητής είναι σε θέση να τοποθετηθεί λεπτομερώς σε ζητήματα που αφορούν στο ύψος της αποζημίωσης. Ένα αντίγραφο της επιστολής πρέπει να το κρατήσει ο προτεινόμενος εναγόμενος, ο οποίος υποχρεούται να διαβιβάσει το δεύτερο αντίγραφο στους ασφαλιστές του.
(2) Όταν ο απαιτητής έχει πληροφόρηση ως προς την ταυτότητα των ασφαλιστών του προτεινόμενου εναγόμενου, δύναται επίσης να αποστείλει αντίγραφο της επιστολής απαίτησης απευθείας στους ασφαλιστές. Τέτοια επιστολή απαίτησης πρέπει να συνοδεύεται από επιστολή με την οποία να ζητείται η θέση των ασφαλιστών αναφορικά με την αναμενόμενη απαίτηση. Όταν ο απαιτητής προτίθεται να εγείρει δικαστική διαδικασία εναντίον των ασφαλιστών, υποχρεούται στην επιστολή του να δώσει ειδοποίηση για την πρόθεσή του [Text deleted by: Δ.Κ. 26.07.2024:] όπως απαιτείται από τη νομοθεσία.
(3) Όταν ο απαιτητής προτίθεται να εγείρει δικαστική διαδικασία εναντίον των ασφαλιστών δυνάμει της ισχύουσας νομοθεσίας, ο απαιτητής υποχρεούται να δώσει γραπτή ειδοποίηση στους ασφαλιστές εντός της προθεσμίας, η οποία καθορίζεται στην ισχύουσα νομοθεσία.
(4) Η επιστολή απαίτησης πρέπει να περιέχει:
(α) σαφή σύνοψη των γεγονότων στα οποία βασίζεται η απαίτηση·
(β) ένδειξη της φύσης των βλαβών που υπέστη ο απαιτητής·
(γ) πληροφορίες για τον χώρο της παροχής θεραπευτικής αγωγής και τον θεράποντα ιατρό·
(δ) την ημερομηνία/τις ημερομηνίες παροχής της θεραπευτικής αγωγής·
(ε) την έκταση των σωματικών βλαβών όπως είναι γνωστή κατά την ημερομηνία της επιστολής·
(στ) λεπτομέρειες των υλικών ζημιών·
(ζ) ένδειξη του ύψους του συνόλου τής απαίτησης με σχετικές λεπτομέρειες και υποστηρικτικά έγγραφα, αν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες για το ύψος της αποζημίωσης· και
(η) οποιεσδήποτε άλλες σχετικές πληροφορίες που αφορούν ειδικά στην περίπτωση.
(5) Η επιστολή απαίτησης πρέπει να είναι σύμφωνη με το Έντυπο Α του Τύπου ΙΙ. Το Έντυπο μπορεί να τροποποιηθεί, ώστε να αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση.
(6) Πρέπει να δίδονται επαρκείς πληροφορίες προκειμένου να δύναται ο ασφαλιστής/δικηγόρος του προτεινόμενου εναγόμενου να ξεκινήσει έρευνα και να προβεί σε αδρή εκτίμηση της απαίτησης.
(7) Όταν ο απαιτητής ζητεί από τον προτεινόμενο εναγόμενο να αποκαλύψει έγγραφα οφείλει, όπου είναι δυνατόν, να προσδιορίσει τα συγκεκριμένα έγγραφα ή κατηγορίες εγγράφων τα οποία θεωρεί σχετικά με τα ζητήματα μεταξύ των μερών και τα οποία το δικαστήριο ενδεχομένως να διέτασσε όπως αποκαλυφθούν είτε κατόπιν αίτησης για προδικαστηριακή αποκάλυψη είτε στο πλαίσιο αποκάλυψης κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας.
5. Απαντητική επιστολή
(1) Ο προτεινόμενος εναγόμενος ή οι ασφαλιστές του οφείλουν να διερευνήσουν την απαίτηση και να απαντήσουν εντός 28 ημερών από την ημερομηνία λήψης της επιστολής απαίτησης (ή εντός μεγαλύτερης περιόδου ως δύναται να συμφωνηθεί μεταξύ των μερών).
(2) Η απαντητική επιστολή πρέπει να είναι σύμφωνη με το Έντυπο Β του Τύπου ΙΙ και να περιέχει:
(α) αν γίνεται παραδοχή της ευθύνης, δήλωση ως προς τούτο·
(β) αν δεν γίνεται παραδοχή της ευθύνης:
(i) δήλωση ως προς τούτο·
(ii) τους λόγους της άρνησης ευθύνης· και
(iii) οποιαδήποτε εναλλακτική εκδοχή των γεγονότων·
Ο προτεινόμενος εναγόμενος πρέπει να επισυνάπτει οποιαδήποτε έγγραφα βρίσκονται στην κατοχή του, τα οποία είναι ουσιώδη για τα ζητήματα μεταξύ των μερών και τα οποία το δικαστήριο ενδεχομένως να διέτασσε όπως αποκαλυφθούν είτε κατόπιν αίτησης για αποκάλυψη πριν την αγωγή είτε στο πλαίσιο αποκάλυψης κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας.
(γ) Αν ο προτεινόμενος εναγόμενος παραδέχεται κάποια ευθύνη, αλλά ισχυρίζεται την ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας από μέρους του απαιτητή οφείλει:
(i) να προβάλει λόγους οι οποίοι να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς για συντρέχουσα αμέλεια·
και
(ii) να επισυνάψει οποιαδήποτε έγγραφα τα οποία είναι σχετικά με τα υπό αμφισβήτηση ζητήματα.
(δ) Ο απαιτητής οφείλει να απαντήσει στους ισχυρισμούς για συντρέχουσα αμέλεια πριν από την έγερση δικαστικής διαδικασίας.
(3) Αν ο προτεινόμενος εναγόμενος ή ο ασφαλιστής του δεν απαντήσουν εντός του χρόνου ο οποίος καθορίζεται στην παράγραφο (1) πιο πάνω, ο απαιτητής δικαιούται να εγείρει δικαστική διαδικασία.
(4) Όταν ο προτεινόμενος εναγόμενος ή οι ασφαλιστές του ζητήσουν περισσότερο χρόνο για να διερευνήσουν την απαίτηση και να απαντήσουν, τα μέρη δύνανται να συμφωνήσουν παράταση του χρόνου ο οποίος καθορίζεται στην παράγραφο (1) πιο πάνω.
(5) Όταν γίνεται παραδοχή της ευθύνης, κατά τεκμήριο θεωρείται ότι ο προτεινόμενος εναγόμενος θα δεσμεύεται από αυτή την παραδοχή.
6. Ειδικές αποζημιώσεις
(1) Όταν ο απαιτητής δεν έχει θίξει το θέμα του ύψους της αποζημίωσης στην επιστολή απαίτησης, αυτός οφείλει να αποστείλει στον εναγόμενο, μόλις έχει επαρκείς πληροφορίες για τον σκοπό υπολογισμού του ύψους της αποζημίωσης, πίνακα αποζημιώσεων με υποστηρικτικά έγγραφα.
Έντυπο Α του Τύπου ΙΙ : - Επιστολή απαίτησηςΠρος
Προτεινόμενο εναγόμενο
Αγαπητέ
Θέμα: Ονοματεπώνυμο και πλήρης διεύθυνση απαιτητή
Ηλικία απαιτητή
Έχουμε λάβει οδηγίες από το πιο πάνω κατονομαζόμενο πρόσωπο να απαιτήσουμε αποζημιώσεις σε σχέση με ατύχημα το οποίο συνέβη σε (τόπος ατυχήματος) την ............................................................................ ημέρα του............
Παρακαλούμε επιβεβαιώστε την ταυτότητα των ασφαλιστών σας. Παρακαλούμε σημειώστε ότι αυτή η επιστολή πρέπει να τεθεί υπόψη των ασφαλιστών το συντομότερο δυνατόν και σε περίπτωση που δεν τους κοινοποιήσετε την επιστολή αυτή, ενδέχεται να επηρεαστεί η ασφαλιστική σας κάλυψη ή/και η διεξαγωγή οποιοσδήποτε επακόλουθης δικαστικής διαδικασίας.
Οι συνθήκες του ατυχήματος έχουν ως εξής:
(Σύντομη περιγραφή)
Ο λόγος που ισχυριζόμαστε αδικοπραξία από μέρους σας είναι:
(Παραθέστε περιεκτική δήλωση η οποία να περιγράφει πώς συνέβη κατά τους ισχυρισμούς σας το ατύχημα)
Πιο κάτω, παρατίθεται περιγραφή των σωματικών βλαβών τις οποίες υπέστη ο πελάτης μας:
(Σύντομη περιγραφή)
Ο πελάτης μας έλαβε θεραπευτική αγωγή για τις σωματικές βλάβες σε (όνομα και διεύθυνση του νοσοκομείου ή κλινικής ή ιατρείου, κ.λπ. και όνομα του θεράποντος ιατρού, εάν είναι γνωστό)
Ο πελάτης μας εξακολουθεί να υποφέρει από τις επιπτώσεις των σωματικών βλαβών.
Ο πελάτης μας εργάζεται ως (επάγγελμα) και υποχρεώθηκε να απουσιάζει από την εργασία του (ημερομηνίες απουσίας).
Το εισόδημά του είναι (συμπληρώστε, εάν είναι γνωστό).
[Ή αν είστε οι εργοδότες του πελάτη μας, παρακαλώ δώστε λεπτομέρειες των συνήθων αποδοχών οι οποίες θα μας επιτρέψουν να υπολογίσουμε την οικονομική του ζημιά]
[Είμαστε στο στάδιο εξασφάλισης αστυνομικής έκθεσης και θα σας παράσχουμε αντίγραφο αυτής εφόσον αναλάβετε να καταβάλετε το ήμισυ του κόστους εξασφάλισης της έκθεσης].
[Όταν η απώλεια του απαιτητή μπορεί να υπολογιστεί: Ο απαιτητής απαιτεί €… υπό μορφή αποζημιώσεων (δώστε λεπτομέρειες προσδιορίζουσες τις απαιτήσεις υλικών ζημιών, εάν υπάρχουν, τις απαιτήσεις άλλων ειδικών ζημιών με
σχετικές λεπτομέρειες και την απαίτηση για γενικές αποζημιώσεις με κατάλληλες λεπτομέρειες].
Έχουμε επίσης αποστείλει επιστολή απαίτησης σε (όνομα και διεύθυνση) αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται.
Αντιλαμβανόμαστε ότι οι ασφαλιστές τους είναι (όνομα, διεύθυνση ασφαλιστή, εάν είναι γνωστό).
Στο παρόν στάδιο της διερεύνησής μας, αναμένουμε τα έγγραφα τα οποία περιέχονται στα μέρη (περιλάβετε τα κατάλληλα μέρη του πρότυπου καταλόγου αποκάλυψης) τα οποία είναι σχετικά με την απαίτηση αυτή.
Αντίγραφο της επιστολής αυτής επισυνάπτεται προκειμένου να την αποστείλετε στους ασφαλιστές σας.
Τέλος, σύμφωνα με το σχετικό προδικαστηριακό πρωτόκολλο, αναμένουμε απάντηση στην επιστολή αυτή από εσάς ή τους ασφαλιστές σας εντός 28 ημερολογιακών ημερών από τη λήψη της επιστολής αυτής. Σε περίπτωση που εσείς ή οι ασφαλιστές σας παραλείψετε να απαντήσετε, θα εγερθεί δικαστική διαδικασία εναντίον σας χωρίς περαιτέρω ειδοποίηση και δυνατόν να υποστείτε δυσμενείς επιπτώσεις υπό μορφή εξόδων και/ή από τυχόν οδηγία ή διάταγμα που το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να εκδώσει εναντίον σας.
Έντυπο Β του Τύπου ΙΙ : - Απαντητική Επιστολή*(Α) Παραδέχομαι ευθύνη για το ατύχημα.
Ή
*(Β) Παραδέχομαι μέρος της ευθύνης αλλά ισχυρίζομαι την ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας από μέρους του απαιτητή για τους ακόλουθους λόγους**:
Τα ουσιώδη έγγραφα τα οποία υποστηρίζουν τους λόγους αυτούς είναι τα ακόλουθα:
(επισυνάψετε οποιαδήποτε έγγραφα τα οποία είναι σχετικά με τα υπό αμφισβήτηση ζητήματα)
Ή
*(Γ) Δεν παραδέχομαι ευθύνη για το ατύχημα για τους ακόλουθους λόγους:
Η δική μου εκδοχή των γεγονότων έχει ως εξής:
Τα έγγραφα που είναι στην κατοχή μου και τα οποία είναι ουσιώδη για τα ζητήματα μεταξύ των μερών είναι τα ακόλουθα: (επισυνάψετε οποιαδήποτε έγγραφα βρίσκονται στην κατοχή σας τα οποία είναι ουσιώδη για τα ζητήματα μεταξύ των μερών και τα οποία το δικαστήριο ενδεχομένως να διέτασσε όπως αποκαλυφθούν είτε κατόπιν αίτησης για αποκάλυψη πριν την αγωγή είτε στα πλαίσια αποκάλυψης κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας)
*(να διαγραφεί ότι δεν ισχύει)
Αν είστε πρόθυμος να παραστείτε σε συνάντηση προς συζήτηση αναφορικά με τα πιο πάνω, παρακαλώ επικοινωνήστε με ................................................................................................................... για διευθέτηση συνάντησης σε κατάλληλη ημερομηνία και ώρα.
**ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΠΡΟΣ ΑΠΑΙΤΗΤΗ: Οφείλετε να απαντήσετε στους ισχυρισμούς για συντρέχουσα αμέλεια πριν από την έγερση δικαστικής διαδικασίας.
Τύπος ΙΙΙ : Προδικαστηριακή συμπεριφορά σε περιπτώσεις, οι οποίες δεν καλύπτονται από πρωτόκολλο1. Εισαγωγή
(1) Ο παρών Τύπος περιγράφει τη διαδικασία την οποία οφείλουν να ακολουθήσουν τα μέρη πριν από την έγερση δικαστικής διαδικασίας σε περιπτώσεις οι οποίες δεν καλύπτονται από προδικαστηριακό πρωτόκολλο.
(2) Σε τέτοιες περιπτώσεις, κατά κανόνα:
(α) ο απαιτητής αποστέλλει επιστολή στον προτεινόμενο εναγόμενο στην οποία δίδονται λεπτομέρειες της απαίτησης·
(β) ο προτεινόμενος εναγόμενος αναγνωρίζει χωρίς καθυστέρηση λήψη της επιστολής απαίτησης·
(γ) ο προτεινόμενος εναγόμενος δίδει λεπτομερή γραπτή απάντηση εντός εύλογου χρόνου· και
(δ) τα μέρη προβαίνουν σε γνήσιες και εύλογες διαπραγματεύσεις προκειμένου να διευθετηθεί η απαίτηση με ελάχιστο κόστος χωρίς να εγερθεί δικαστική διαδικασία.
2. Επιστολή απαίτησης
(1) Με την επιστολή του ο απαιτητής οφείλει:
(α) να παράσχει επαρκείς, αλλά περιεκτικές λεπτομέρειες οι οποίες να επιτρέπουν στον παραλήπτη να κατανοήσει και να διερευνήσει την απαίτηση χωρίς την ανάγκη λεπτομερούς πρόσθετης πληροφόρησης·
(β) να περιλάβει αντίγραφα των απαραίτητων εγγράφων στα οποία βασίζεται ο απαιτητής·
(γ) να ζητήσει σύντομη αναγνώριση λήψης της επιστολής, ακολουθούμενη από πλήρη γραπτή απάντηση εντός καθορισμένης εύλογης περιόδου·
(δ) να δηλώσει κατά πόσον θα εγερθεί δικαστική διαδικασία αν δεν ληφθεί πλήρης απάντηση εντός της καθορισμένης προθεσμίας·
(ε) να προσδιορίσει και να ζητήσει αντίγραφα οποιωνδήποτε απαραίτητων εγγράφων τα οποία δεν βρίσκονται στην κατοχή του απαιτητή και τα οποία ο απαιτητής επιθυμεί να δει·
(στ) να δηλώσει (αν αυτό ισχύει) ότι επιθυμεί να συμμετάσχει σε διαμεσολάβηση ή άλλη εναλλακτική μέθοδο επίλυσης διαφορών· και
(ζ) να επισύρει την προσοχή στις εξουσίες του δικαστηρίου προς επιβολή κυρώσεων για μη συμμόρφωση με την παρούσα Ενότητα και, αν ο παραλήπτης ενδέχεται να μην εκπροσωπείται, να περιλάβει αντίγραφο της παρούσας Ενότητας.
3. Αναγνώριση λήψης επιστολής απαιτητή και απαντητική επιστολή
(1) Ο προτεινόμενος εναγόμενος οφείλει να αναγνωρίσει γραπτώς λήψη της επιστολής του απαιτητή εντός 14 ημερολογιακών ημερών από τη λήψη της.
(2) Η αναγνώριση λήψης πρέπει να αναφέρει πότε ο προτεινόμενος εναγόμενος θα δώσει πλήρη απάντηση και, αν ο χρόνος αυτός εκτείνεται πέραν του χρόνου ο οποίος καθορίζεται στην επιστολή του απαιτητή, οφείλει να αναφέρει τους λόγους γι’ αυτό.
(3) Με την πλήρη γραπτή απάντησή του ο προτεινόμενος εναγόμενος οφείλει, κατά περίπτωση:
(i) να αποδεχτεί το σύνολο ή μέρος της απαίτησης και να υποβάλει προτάσεις για διευθέτηση· ή
(ii) να δηλώσει ότι η απαίτηση δεν γίνεται αποδεκτή
(4) Αν ο προτεινόμενος εναγόμενος δεν αποδεχτεί την απαίτηση ή μέρος αυτής, με την απάντησή του οφείλει:
(i) να δώσει λεπτομερείς λόγους γιατί δεν αποδέχεται την απαίτηση προσδιορίζοντας εκείνους τους ισχυρισμούς του απαιτητή, αν υπάρχουν, τους οποίους αποδέχεται και εκείνους τους οποίους αμφισβητεί·
(ii) να περιλάβει αντίγραφα των απαραίτητων εγγράφων στα οποία βασίζεται·
(iii) να περιλάβει αντίγραφα των εγγράφων τα οποία ζητήθηκαν από τον απαιτητή ή να δώσει τους λόγους γιατί δεν περιλαμβάνονται·
(iv) να προσδιορίσει και να ζητήσει αντίγραφα οποιωνδήποτε περαιτέρω απαραίτητων εγγράφων τα οποία δεν βρίσκονται στην κατοχή του προτεινόμενου εναγόμενου και τα οποία ο προτεινόμενος εναγόμενος επιθυμεί να δει και, σε τέτοια περίπτωση, ο απαιτητής οφείλει να τα παράσχει εντός εύλογου χρόνου ή να εξηγήσει γραπτώς γιατί δεν το πράττει·
(v) να δηλώσει κατά πόσο είναι έτοιμος να συμμετάσχει σε διαμεσολάβηση ή άλλη εναλλακτική μέθοδο επίλυσης διαφορών.
Ενότητα IIΙ : Προδικαστική Παραπομπή στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
3.18. Ερμηνεία
(1) Στον παρόντα κανονισμό, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια –
(α) «διαταγή» σημαίνει την πράξη με την οποία παραπέμπεται στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ερώτημα με σκοπό την έκδοση προδικαστικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
(β) «δικαστήριο» σημαίνει το δικαστήριο που εκδίδει τη διαταγή και περιλαμβάνει το Εφετείο.
3.19. Έκδοση διαταγής
(1) Το δικαστήριο δύναται να εκδώσει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας διαταγή –
(α) κατόπιν αίτησης διάδικου . ή
(β) αυτεπάγγελτα, αφού ακούσει και τις απόψεις των μερών.
(2) Η διαταγή εκθέτει σε παράρτημα την παράκληση προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για έκδοση προδικαστικής απόφασης. Η παράκληση εξειδικεύει το ερώτημα και περιλαμβάνει –
(α) το πλήρες όνομα του αναφέροντος δικαστηρίου,
(β) τα στοιχεία των διαδίκων,
(γ) σύνοψη της φύσεως και του ιστορικού της διαδικασίας, περιλαμβανομένων των σημαντικών γεγονότων και κατά πόσο αυτά είναι αποδεδειγμένα ή παραδεκτά ή υποτιθέμενα,
(δ) τους σχετικούς κανόνες του εθνικού δικαίου,
(ε) σύνοψη των σχετικών θέσεων των διαδίκων,
(ζ) τις διατάξεις του Ευρωπαϊκού δικαίου των οποίων ζητείται η ερμηνεία,
(η) επεξήγηση του λόγου για τον οποίο ζητείται προδικαστική απόφαση από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3.20. Αίτημα για εφαρμογή της ταχείας ή της επείγουσας προδικαστικής διαδικασίας
(1) Αίτημα από το δικαστήριο για εφαρμογή της ταχείας ή της επείγουσας προδικαστικής διαδικασίας από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποβάλλεται σε ξεχωριστό από τη διαταγή έγγραφο ή με καλυπτική επιστολή.
3.21. Αιτήματα από το δικαστήριο προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
(1) Το δικαστήριο δύναται να υποβάλει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ξεχωριστό έγγραφο ή με καλυπτική επιστολή συνοδεύουσα την προδικαστική παραπομπή αίτημα σχετικά με –
(α) την ανωνυμοποίηση ενός ή περισσοτέρων προσώπων ή οντοτήτων·
(β) την εκδίκαση της προδικαστικής παραπομπής σύμφωνα με την ταχεία προδικαστική διαδικασία·
(γ) την εκδίκαση της προδικαστικής παραπομπής σύμφωνα με την επείγουσα προδικαστική διαδικασία· ή
(δ) την παραχώρηση προτεραιότητας στην προδικαστική παραπομπή.
(2) Αίτημα δυνάμει του παρόντος κανονισμού, αναφέρει ρητά τις διατάξεις των Διαδικαστικών Κανονισμών του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις οποίες στηρίζεται καθώς και τα πραγματικά περιστατικά και το νομοθετικό πλαίσιο στα οποία βασίζεται. Σε περίπτωση αιτήματος για εκδίκαση της προδικαστικής παραπομπής σύμφωνα με την επείγουσα προδικαστική διαδικασία, υποδεικνύονται επίσης από το δικαστήριο οι προτεινόμενες απαντήσεις στο προδικαστικό ερώτημα.
3.22. Διαβίβαση της διαταγής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
(1) Η διαβίβαση της διαταγής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης γίνεται από τον Αρχιπρωτοκολλητή προς τον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
(2) Διαταγές που εκδίδονται από δικαστήρια άλλα από το Ανώτατο Δικαστήριο παραπέμπονται μέσω του οικείου Πρωτοκολλητή στον Αρχιπρωτοκολλητή προς διαβίβαση στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
(3) Ο Αρχιπρωτοκολλητής δε διαβιβάζει τη διαταγή εκτός αν –
(α) ο χρόνος υποβολής έφεσης εναντίον της διαταγής έχει εκπνεύσει. ή
(β) η έφεση που ασκήθηκε εναντίον της διαταγής έχει απορριφθεί.
3.23. Αναστολή διαδικασίας
(1) Στην περίπτωση όπου εκδίδεται διαταγή, εκτός αν το δικαστήριο ήθελε διατάξει διαφορετικά, η διαδικασία ή το μέρος αυτής στο οποίο αφορά η προδικαστική παραπομπή1, αναστέλλεται μέχρις ότου το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκδώσει προκαταρκτική απόφαση επί του ερωτήματος το οποίο έχει παραπεμφθεί ενώπιόν του.