20.-(1) Η αρμόδια αρχή δύναται, με αιτιολογημένη απόφασή της, όταν διαπιστώσει ότι φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο παραλείπει να συμμορφωθεί ή παραβιάζει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο, το ύψος του οποίου δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000), και σε περίπτωση διάπραξης παρόμοιας παράβασης εντός ενός (1) έτους από την πρώτη παράβαση, σε διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000).
(2) Η αρμόδια αρχή, προτού επιβάλει διοικητικό πρόστιμο σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1), ειδοποιεί το φυσικό ή νομικό πρόσωπο για την πρόθεσή της αυτή, ενημερώνοντάς το για τους λόγους για τους οποίους προτίθεται να πράξει τούτο και παρέχοντας σε αυτό δικαίωμα υποβολής παραστάσεων, μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την ημέρα της ειδοποίησης.
(3) Σε περίπτωση κατά την οποία το επηρεαζόμενο πρόσωπο παραλείψει να υποβάλει οποιεσδήποτε παραστάσεις, η αρμόδια αρχή προβαίνει στη λήψη απόφασης επιβολής διοικητικού προστίμου όσον αφορά την παράβαση, εξετάζοντας τα στοιχεία τα οποία έχει στη διάθεσή της.
(4) Η προβλεπόμενη στο εδάφιο (1) απόφαση της αρμόδιας αρχής καθίσταται εκτελεστέα με την κοινοποίησή της στο επηρεαζόμενο πρόσωπο.
(5) Η αρμόδια αρχή επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1), με γραπτή και αιτιολογημένη απόφασή της, την οποία επιδίδει στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο.
(6) Κατά της απόφασης για επιβολή διοικητικού προστίμου, επιτρέπεται η άσκηση ιεραρχικής προσφυγής ενώπιον του Υπουργού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21.
(7) Σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής του επιβαλλομένου από την αρμόδια αρχή διοικητικού προστίμου, η αρμόδια αρχή λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττει το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο προς τη Δημοκρατία.
21.-(1) Κάθε πρόσωπο, το οποίο ισχυρίζεται ότι έχει προσβληθεί έννομο συμφέρον του λόγω απόφασης, πράξης ή παράλειψης της αρμόδιας αρχής, μπορεί να υποβάλει εγγράφως ιεραρχική προσφυγή ενώπιον του Υπουργού, αιτιολογώντας τους λόγους στους οποίους βασίζεται η προσφυγή, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες, είτε από την επίδοση της απόφασης ή την πράξη της αρμόδιας αρχής είτε από την ημέρα που η απόφαση ή πράξη έχει περιέλθει σε γνώση του ενδιαφερομένου ή, σε περίπτωση παράλειψης της αρμόδιας αρχής, από την ημέρα που η παράλειψη περιήλθε σε γνώση του ενδιαφερομένου.
(2) Ο Υπουργός, αφού ακούσει τον ενδιαφερόμενο ή δώσει την ευκαιρία σε αυτόν να εκθέσει γραπτώς τις απόψεις του, αποφασίζει να-
(α) επικυρώσει ή ακυρώσει την προσβληθείσα απόφαση ή πράξη· ή
(β) εκδώσει απόφαση σε αντικατάσταση της προσβληθείσας απόφασης ή πράξης ή για θεραπεία της παράλειψης· ή
(γ) παραπέμψει την υπόθεση στην αρμόδια αρχή για επανεξέταση, υπό το φως τυχόν στοιχείων ή παρατηρήσεων που έχουν προκύψει από την ενώπιόν του διαδικασία.
(3) Το επιβληθέν διοικητικό πρόστιμο καθίσταται αμέσως πληρωτέο και η καταβολή του δεν αναστέλλεται λόγω της ενδεχόμενης άσκησης ιεραρχικής προσφυγής ενώπιον του Υπουργού, ούτε λόγω καταχώρισης προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο ή καταχώρισης έφεσης στο Εφετείο κατά της απόφασης του Υπουργού:
22. Φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο παραβιάζει οποιαδήποτε διάταξη του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1804 ή του παρόντος Νόμου, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πενήντα χιλιάδες ευρώ (€50.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.