Τμήμα Α-Αρμοδιότητες και καθήκοντα της Επιτροπής ως κράτος μέλος καταγωγής ή ως κράτους μέλους υποδοχής
Αρμοδιότητες της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής και της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής

12.-(1) Η προληπτική εποπτεία επί των ΚΕΠΕΥ ασκείται από την Επιτροπή, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή/και της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034 που αναθέτουν αρμοδιότητα σε αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους, ως κράτος μέλος υποδοχής.

(2) Η προληπτική εποπτεία επί των ΕΠΕΥ προέλευσης άλλου κράτους μέλους ασκείται από την αρμόδια αρχή αυτού του άλλου κράτους μέλους, χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή/και της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034 που ανατέθουν αρμοδιότητα στην Επιτροπή ως αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας ως κράτους μέλους υποδοχής.

Συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των αρμοδίων αρχών άλλων κρατών μελών

13.-(1) Η Επιτροπή συνεργάζεται στενά με τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών για την εκπλήρωση των καθηκόντων της που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο και στον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033, ιδίως μέσω της ανταλλαγής πληροφοριών, χωρίς καθυστέρηση, σχετικά με τις ΕΠΕΥ, μεταξύ άλλων των ακολούθων:

(α) Πληροφοριών σχετικά με τη διοίκηση και το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ΕΠΕΥ∙

(β) πληροφοριών σχετικά με τη συμμόρφωση των ΕΠΕΥ με τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων∙

(γ) πληροφοριών σχετικά με τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις για τον κίνδυνο συγκέντρωσης και τις απαιτήσεις για τη ρευστότητα των ΕΠΕΥ∙

(δ) πληροφοριών σχετικά με τη διοικητική και λογιστική οργάνωση και τους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου της ΕΠΕΥ∙ και

(ε) οποιωνδήποτε άλλων σχετικών παραγόντων που μπορεί να επηρεάσουν τον κίνδυνο που ενέχουν οι ΕΠΕΥ.

(2) Η Επιτροπή, ως αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας ως κράτους μέλους καταγωγής, κοινοποιεί πάραυτα στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής κάθε πληροφορία ή διαπίστωση σχετικά με ενδεχόμενα προβλήματα και κινδύνους που ενέχει η ΚΕΠΕΥ για την προστασία των πελατών ή τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος του κράτους μέλους υποδοχής, που έχει εντοπίσει στο πλαίσιο της εποπτείας των δραστηριοτήτων της ΚΕΠΕΥ.

(3) Η Επιτροπή, ως αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας ως κράτους μέλους καταγωγής-

(α) ανταποκρίνεται στις πληροφορίες που κοινοποιούνται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, με τη λήψη όλων των απαραίτητων μέτρων για την αποτροπή ή την αντιμετώπιση των ενδεχόμενων προβλημάτων και κινδύνων που αναφέρονται στο εδάφιο (2)∙ και

(β) εφόσον της ζητηθεί, εξηγεί λεπτομερώς στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής με ποιον τρόπο έλαβε υπόψη τις πληροφορίες και τις διαπιστώσεις που της κοινοποιήθηκαν από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής.

(4) Όταν, μετά την κοινοποίηση των πληροφοριών και διαπιστώσεων που αναφέρονται στο εδάφιο (2), η Επιτροπή, ως αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας ως κράτους μέλους υποδοχής, θεωρεί ότι οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους καταγωγής δεν έλαβαν τα απαραίτητα μέτρα που προβλέπονται στο εδάφιο (3), δύναται, αφού πρώτα ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, την ΕΑΤ και την ΕΑΚΑΑ, να λάβει κατάλληλα μέτρα για την προστασία των πελατών στους οποίους παρέχονται υπηρεσίες ή για την προστασία της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

(5) Η Επιτροπή δύναται να παραπέμπει στην ΕΑΤ περιπτώσεις στις οποίες ένα αίτημα συνεργασίας και ιδίως ένα αίτημα για ανταλλαγή πληροφοριών προς αρμόδιες αρχές άλλου κράτους μέλους, έχει απορριφθεί ή δεν έχει διεκπεραιωθεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.

(6) Στην περίπτωση που η Επιτροπή, ως αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας ως κράτους μέλους καταγωγής, διαφωνεί με τα μέτρα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής, δύναται να παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΤ, ώστε η τελευταία να ενεργήσει σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο Άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

(7) Προκειμένου να αξιολογηθεί η προϋπόθεση του Άρθρου 23, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γ), του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, η Επιτροπή, ως αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας ως κράτους μέλους καταγωγής μιας ΚΕΠΕΥ, δύναται να ζητήσει από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ενός εκκαθαριστικού μέλους, την παροχή πληροφοριών σχετικά με το μοντέλο περιθωρίου και τις παραμέτρους που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της απαίτησης περιθωρίου ασφαλείας της σχετικής ΚΕΠΕΥ.

Επιτόπιος έλεγχος και επιθεώρηση υποκαταστημάτων εγκατεστημένων στη Δημοκρατία

14.-(1) Όταν μια ΕΠΕΥ, που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος, ασκεί τη δραστηριότητά της στη Δημοκρατία μέσω υποκαταστήματος, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής δύναται, αφού ενημερώσει προηγουμένως την Επιτροπή, να προβαίνει η ίδια ή μέσω ενδιαμέσων που διορίζει για τον σκοπό αυτό, σε επιτόπιο έλεγχο των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 13(1) του παρόντος Νόμου και να επιθεωρεί τα εν λόγω υποκαταστήματα.

(2) Η Επιτροπή, ως αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας ως κράτους μέλους υποδοχής, για σκοπούς εποπτείας και εφόσον το κρίνει σκόπιμο για λόγους σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος στη Δημοκρατία, δύναται να διεξάγει, κατά περίπτωση, επιτόπιους ελέγχους και επιθεωρήσεις των δραστηριοτήτων που αναπτύσσουν τα υποκαταστήματα ΕΠΕΥ στη Δημοκρατία, και να απαιτεί πληροφόρηση από το εκάστοτε υποκατάστημα σχετικά με τις δραστηριότητές του.

(3) Πριν από τη διεξαγωγή των ελέγχων και επιθεωρήσεων που αναφέρονται στο εδάφιο (2), η Επιτροπή πραγματοποιεί, χωρίς καθυστέρηση, διαβούλευση με την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής.

(4) Το συντομότερο δυνατό μετά την ολοκλήρωση των ελέγχων και επιθεωρήσεων που αναφέρονται στο εδάφιο (2), η Επιτροπή διαβιβάζει στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής τις πληροφορίες που συλλέχθηκαν και τις διαπιστώσεις που είναι σημαντικές για την εκτίμηση κινδύνου της σχετικής ΕΠΕΥ.