ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΑΡΜΟΔΙΑ ΑΡΧΗ
Ορισμός και εξουσίες της αρμόδιας αρχής

4.-(1)(α) Η Επιτροπή ορίζεται ως η αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας για την επιτέλεση των λειτουργιών και την άσκηση των καθηκόντων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, στις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες οδηγίες και στον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033.

(β) Ο Υπουργός Οικονομικών μεριμνά για την ενημέρωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της ΕΑΤ και της ΕΑΚΑΑ σχετικά με τον προαναφερόμενο ορισμό της Επιτροπής.

(2) Με την επιφύλαξη του άρθρου 12(2) του παρόντος Νόμου, η Επιτροπή εποπτεύει τις δραστηριότητες των ΕΠΕΥ και, κατά περίπτωση, των επενδυτικών εταιρειών συμμετοχών και των μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών, προκειμένου να εκτιμά τη συμμόρφωσή τους προς τις απαιτήσεις του παρόντος Νόμου, των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών και του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

(3) Η Επιτροπή διαθέτει όλες τις απαραίτητες εξουσίες, συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας διεξαγωγής επιτόπιων ελέγχων, σύμφωνα με το άρθρο 14, προκειμένου να λαμβάνει τις πληροφορίες που χρειάζεται για την εκτίμηση της συμμόρφωσης των ΕΠΕΥ και, κατά περίπτωση, των επενδυτικών εταιρειών συμμετοχών και των μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών προς τις απαιτήσεις του παρόντος Νόμου, των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων κανονισμών και του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, καθώς και να ερευνά πιθανές παραβάσεις των εν λόγω απαιτήσεων.

(4) Η Επιτροπή διαθέτει την εμπειρογνωμοσύνη, τους πόρους, την επιχειρησιακή ικανότητα, τις εξουσίες και την ανεξαρτησία που απαιτούνται για την επιτέλεση των λειτουργιών προληπτικής εποπτείας, έρευνας και επιβολής κυρώσεων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο.

(5) Οι ΕΠΕΥ παρέχουν στην Επιτροπή όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την εκτίμηση της συμμόρφωσής τους με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών και του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

(6) Οι μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου και οι διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες των ΕΠΕΥ επιτρέπουν, ανά πάσα στιγμή, στην Επιτροπή τον έλεγχο της συμμόρφωσής τους προς τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων κανονισμών και του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

(7) Οι ΕΠΕΥ καταγράφουν όλες τις συναλλαγές τους και καταχωρίζουν τα συστήματα και τις διαδικασίες που διέπονται από τον παρόντα Νόμο, τις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες οδηγίες και τον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033, ούτως ώστε η Επιτροπή να μπορεί να ελέγξει, ανά πάσα στιγμή, τη συμμόρφωσή τους με τον παρόντα Νόμο, τις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες οδηγίες και με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033.

Υπαγωγή ορισμένων ΚΕΠΕΥ στις απαιτήσεις του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013

5.-(1) Η Επιτροπή, αφού ζητήσει και λάβει τις απόψεις της Κεντρικής Τράπεζας, δύναται να αποφασίσει να εφαρμόσει τις απαιτήσεις του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, δυνάμει του Άρθρου 1, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γ), του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, σε ΚΕΠΕΥ που ασκεί οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες που απαριθμούνται στο Πρώτο Παράρτημα, Μέρος Ι, σημεία 3) και 6), του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου, όταν η συνολική αξία των ενοποιημένων στοιχείων ενεργητικού της ΚΕΠΕΥ, υπολογιζόμενη ως μέσος όρος για την περίοδο των δώδεκα (12) προηγούμενων μηνών, είναι ίση με πέντε (5) δισεκατομμύρια ευρώ ή τα υπερβαίνει και ισχύει ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα κριτήρια:

(α) Η ΚΕΠΕΥ ασκεί τις εν λόγω δραστηριότητες σε τέτοια κλίμακα που η αφερεγγυότητα ή η δυσχέρεια της θα μπορούσε να αποτελέσει συστημικό κίνδυνο∙

(β) η ΚΕΠΕΥ είναι εκκαθαριστικό μέλος σύμφωνα με τον ορισμό του Άρθρου 4 παράγραφος 1, σημείο 3), του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033∙ και

(γ) Επιτροπή θεωρεί ότι δικαιολογείται, με βάση το μέγεθος, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της σχετικής ΚΕΠΕΥ, λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της αναλογικότητας και σε σχέση με έναν ή περισσότερους από τους εξής παράγοντες:

(i) τη σημασία της ΚΕΠΕΥ για την οικονομία της Ένωσης ή της Δημοκρατίας·

(ii) τη σημασία των διασυνοριακών δραστηριοτήτων της ΚΕΠΕΥ· και

(iii) τη διασύνδεση της ΚΕΠΕΥ με το χρηματοοικονομικό σύστημα.

(2) Οι διατάξεις του εδαφίου (1) δεν εφαρμόζονται στους διαπραγματευτές βασικών εμπορευμάτων και δικαιωμάτων εκπομπής, στους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων ή στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις.

(3) Όταν η Επιτροπή αποφασίζει να εφαρμόσει τις απαιτήσεις του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σε ΚΕΠΕΥ σύμφωνα με το εδάφιο (1), εποπτεύει την εν λόγω ΚΕΠΕΥ όσον αφορά τη συμμόρφωσή της με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας βάσει του Μέρους IV και V του περί Κεφαλαιακής Επάρκειας ΕΠΕΥ Νόμου.

(4) Η Επιτροπή, αφού ζητήσει και λάβει τις απόψεις της Κεντρικής Τράπεζας, δύναται να ανακαλέσει απόφαση που έχει λάβει σύμφωνα με το εδάφιο (1) και ενημερώνει σχετικά χωρίς καθυστέρηση την ΚΕΠΕΥ.

(5) Η Επιτροπή παύει να εφαρμόζει απόφαση την οποία λαμβάνει δυνάμει του εδαφίου (1), στην περίπτωση που η ενδιαφερόμενη ΚΕΠΕΥ δεν πληροί πλέον το κριτήριο του ορίου που αναφέρεται στο εν λόγω εδάφιο, το οποίο υπολογίζεται σε περίοδο δώδεκα (12) συναπτών μηνών.

(6) Η Επιτροπή ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση την ΕΑΤ για κάθε απόφαση που λαμβάνει δυνάμει των διατάξεων των εδαφίων (1), (3) (4) και (5).

Συνεργασία εντός της Δημοκρατίας

6.-(1) Η Επιτροπή συνεργάζεται στενά με την Κεντρική Τράπεζα, η οποία είναι αρμόδια αρχή για τα πιστωτικά ιδρύματα και χρηματοδοτικά ιδρύματα.

(2)(α) Η Επιτροπή και η Κεντρική Τράπεζα ανταλλάσσουν, χωρίς καθυστέρηση, κάθε πληροφορία ιδιαίτερης σημασίας ή σχετική με την επιτέλεση των λειτουργιών και την άσκηση των καθηκόντων τους.

(β) Η Επιτροπή καθιερώνει μηχανισμό για τη μεταξύ αυτής και της Κεντρικής Τράπεζας συνεργασία και ανταλλαγή όλων των πληροφοριών που είναι σχετικές με την επιτέλεση των αντίστοιχων λειτουργιών και καθηκόντων τους.

Συνεργασία στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοοικονομικής Εποπτείας

7.-(1) Κατά την άσκηση των καθηκόντων της, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τη σύγκλιση των εποπτικών εργαλείων και των εποπτικών πρακτικών, κατά την εφαρμογή του παρόντος Νόμου, των δυνάμει αυτού εκδιδομένων οδηγιών και των νομικών διατάξεων που θεσπίζονται σύμφωνα με την Οδηγία (ΕΕ) 2019/2034 ή/και με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033.

(2)(α) Η Επιτροπή, ως μέρος του Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοοικονομικής Εποπτείας, συνεργάζεται με εμπιστοσύνη και απόλυτο αμοιβαίο σεβασμό, ιδίως προκειμένου να διασφαλίζει την ανταλλαγή κατάλληλων, αξιόπιστων και διεξοδικών πληροφοριών μεταξύ αυτής και άλλων μερών του Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοοικονομικής Εποπτείας.

(β) Η Επιτροπή συμμετέχει, στις δραστηριότητες της ΕΑΤ και, κατά περίπτωση, στα σώματα εποπτών που αναφέρονται στο άρθρο 41 του παρόντος Νόμου και στο άρθρο 76 του περί Κεφαλαιακής Επάρκειας ΕΠΕΥ Νόμου.

(γ) Η Επιτροπή καταβάλλει κάθε προσπάθεια, ώστε να διασφαλίσει τη συμμόρφωση με τις κατευθυντήριες γραμμές και τις συστάσεις που εκδίδονται από την ΕΑΤ, σύμφωνα με το Άρθρο 16 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, και να ανταποκρίνονται στις προειδοποιήσεις και τις συστάσεις που εκδίδονται από το ΕΣΣΚ, σύμφωνα με το Άρθρο 16 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010.

(δ) Η Επιτροπή συνεργάζεται στενά με το ΕΣΣΚ.

(ε) Οι αρμοδιότητες και οι εξουσίες που ανατίθενται στην Επιτροπή δεν την εμποδίζουν να εκτελεί τα καθήκοντά της, ως μέλος της ΕΑΤ ή του ΕΣΣΚ, ή βάσει του παρόντος Νόμου, των εκδιδομένων δυνάμει αυτού οδηγιών και του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

Ενωσιακή διάσταση της εποπτείας

8. Κατά την άσκηση των γενικών καθηκόντων της, η Επιτροπή εκτιμά δεόντως το ενδεχόμενο αντίκτυπο των αποφάσεών της στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος άλλων εμπλεκομένων κρατών μελών, καθώς και στην Ευρωπαϊκή Ένωση συνολικά, ιδίως σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, βάσει των πληροφοριών που είναι διαθέσιμες τη δεδομένη στιγμή.