ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIIΙ – ΔΙΕΞΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ 1 – ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Έλεγχος της καταλληλότητας των υποψηφίων και επιλογή των συμμετεχόντων και ανάθεση των συμβάσεων

39.-(1) Οι συμβάσεις ανατίθενται βάσει των κριτηρίων που καθορίζονται στα άρθρα 48 και 50, λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 19, αφού οι αναθέτουσες αρχές ή οι αναθέτοντες φορείς ελέγξουν την καταλληλότητα εκείνων των οικονομικών φορέων που δεν έχουν αποκλεισθεί δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 40 ή του άρθρου 41. Ο έλεγχος της καταλληλότητας των υπό αναφορά οικονομικών φορέων ασκείται σύμφωνα με τα κριτήρια της οικονομικής και χρηματοπιστωτικής επάρκειας, των επαγγελματικών και τεχνικών γνώσεων ή ικανοτήτων που καθορίζονται στα άρθρα 42 έως 47 και, ενδεχομένως, των αμερόληπτων κανόνων και κριτηρίων που καθορίζονται στο εδάφιο (3) του παρόντος άρθρου.

(2) Οι αναθέτουσες αρχές ή οι αναθέτοντες φορείς δύνανται να απαιτούν ελάχιστα επίπεδα ικανοτήτων, τα οποία πρέπει να καλύπτουν οι υποψήφιοι, σύμφωνα με τα άρθρα 42 και 43. Η έκταση των οριζόμενων στα άρθρα 42 και 43 πληροφοριών καθώς και τα ελάχιστα επίπεδα των ικανοτήτων που απαιτούνται για μια συγκεκριμένη σύμβαση πρέπει να σχετίζονται με το αντικείμενο της σύμβασης και να είναι ανάλογα προς αυτό. Τα ελάχιστα αυτά επίπεδα αναφέρονται στην προκήρυξη της σύμβασης.

(3)(α) Στις κλειστές διαδικασίες, στις διαδικασίες διαπραγμάτευσης με δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού καθώς και στον ανταγωνιστικό διάλογο, οι αναθέτουσες αρχές ή οι αναθέτοντες φορείς δύνανται να περιορίζουν τον αριθμό των κατάλληλων υποψηφίων οι οποίοι προσκαλούνται για να υποβάλουν προσφορά ή να συμμετάσχουν σε διάλογο. Στην περίπτωση αυτή-

(i) oι αναθέτουσες αρχές ή οι αναθέτοντες φορείς προσδιορίζουν στην προκήρυξη της σύμβασης τα αντικειμενικά και αμερόληπτα κριτήρια ή κανόνες που προτίθενται να χρησιμοποιήσουν, τον ελάχιστο αριθμό υποψηφίων που προβλέπουν να καλέσουν και, ενδεχομένως, το μέγιστο αριθμό. Ο ελάχιστος αριθμός υποψηφίων που προτίθενται να καλέσουν δεν δύναται να είναι κατώτερος από τρεις·

(ii) ο αριθμός των υποψηφίων που καλούνται εν συνεχεία από τις αναθέτουσες αρχές ή τους αναθέτοντες φορείς είναι τουλάχιστον ίσος προς τον ελάχιστο αριθμό υποψηφίων που έχει καθορισθεί εκ των προτέρων, εφόσον υπάρχει επαρκής αριθμός κατάλληλων υποψηφίων.

(β) Στην περίπτωση που ο αριθμός των υποψηφίων που ικανοποιούν τα κριτήρια επιλογής και τα ελάχιστα επίπεδα ικανότητας είναι μικρότερος από το ελάχιστο όριο, η αναθέτουσα αρχή ή ο αναθέτων φορέας δύναται να συνεχίσει τη διαδικασία καλώντας τον υποψήφιο ή τους υποψήφιους που διαθέτουν τις απαιτούμενες ικανότητες.

(γ) Εάν η αναθέτουσα αρχή ή ο αναθέτων φορέας θεωρήσει ότι ο αριθμός των κατάλληλων υποψηφίων είναι πολύ μικρός για την εξασφάλιση πραγματικού ανταγωνισμού, δύναται να αναστείλει τη διαδικασία και να δημοσιεύσει εκ νέου την αρχική προκήρυξη σύμφωνα με το εδάφιο (2) του άρθρου 31 και το άρθρο 33, ορίζοντας νέα προθεσμία για την υποβολή αιτήσεων συμμετοχής. Στην περίπτωση αυτή, οι υποψήφιοι που επελέγησαν από την πρώτη δημοσίευση και οι υποψήφιοι που επιλέγονται από τη δεύτερη δημοσίευση προσκαλούνται σύμφωνα με το άρθρο 35:

Νοείται ότι, η αναθέτουσα αρχή ή ο αναθέτων φορέας διατηρεί τη δυνατότητα να ακυρώσει την υπό εξέλιξη διαδικασία και να δρομολογήσει νέα διαδικασία.

(4) Στο πλαίσιο της διαδικασίας ανάθεσης, η αναθέτουσα αρχή ή ο αναθέτων φορέας δεν δύναται να συμπεριλάβει άλλους οικονομικούς φορείς που δεν υπέβαλαν αίτηση συμμετοχής ούτε υποψηφίους που δεν διαθέτουν τις απαιτούμενες ικανότητες.

(5) Όταν οι αναθέτουσες αρχές ή οι αναθέτοντες φορείς κάνουν χρήση της προβλεπόμενης στο εδάφιο (3) του άρθρου 26 και στο εδάφιο (4) του άρθρου 28 δυνατότητας περιορισμού του αριθμού των προς συζήτηση λύσεων ή των προς διαπραγμάτευση προσφορών, επιβάλλουν τον περιορισμό αυτό εφαρμόζοντας τα κριτήρια ανάθεσης που έχουν καθορίσει στα έγγραφα της σύμβασης, περιλαμβανομένης της προκήρυξης της σύμβασης. Στην τελική φάση ο αριθμός αυτός πρέπει να επιτρέπει τη διασφάλιση συνθηκών πραγματικού ανταγωνισμού, εφόσον υπάρχει επαρκής αριθμός κατάλληλων λύσεων ή υποψηφίων.

ΤΜΗΜΑ 2 – ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΠΟΙΟΤΙΚΗΣ ΕΠΙΛΟΓΗΣ
Προσωπική κατάσταση του υποψηφίου ή του προσφέροντος

40.-(1) Αποκλείεται από τη συμμετοχή σε δημόσια σύμβαση κάθε υποψήφιος ή προσφέρων εις βάρος του οποίου υπάρχει τελεσίδικη καταδικαστική απόφαση, γνωστή στην αναθέτουσα αρχή ή στον αναθέτοντα φορέα, για έναν ή περισσότερους από τους λόγους που απαριθμούνται κατωτέρω:

(α) Συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1, της κοινής δράσης 98/773/ΔΕΥ του Συμβουλίου∙

(β) δωροδοκία, όπως αυτή ορίζεται αντίστοιχα στο άρθρο 3 της πράξης της 26ης Μαΐου 1997 και στο άρθρο 2 παράγραφος 1 της απόφασης-πλαίσιο 2003/568/ΔΕΥ∙

(γ) απάτη, κατά την έννοια του άρθρου 1 της σύμβασης σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης∙

(δ) τρομοκρατικό έγκλημα ή παράβαση συνδεόμενη με τρομοκρατικές δραστηριότητες, όπως αυτές ορίζονται αντίστοιχα στα άρθρα 1 και 3 της απόφασης-πλαίσιο 2002/475/ΔΕΥ, ή ηθική αυτουργία, συνέργεια, ή απόπειρα διάπραξης παράβασης, όπως προβλέπονται στο άρθρο 4 της εν λόγω απόφασης-πλαίσιο∙

(ε) νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 1 της οδηγίας 2005/60/ΕΚ.

Νοείται ότι, οι αναθέτουσες αρχές ή οι αναθέτοντες φορείς δύνανται με αιτιολογημένη απόφασή τους να παρεκκλίνουν από την υποχρέωση του παρόντος εδαφίου, για επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος:

Νοείται, περαιτέρω, ότι, για τους σκοπούς εφαρμογής του παρόντος εδαφίου, οι αναθέτουσες αρχές ή οι αναθέτοντες φορείς ζητούν, οσάκις απαιτείται, από τους υποψηφίους ή τους προσφέροντες να προσκομίζουν τα έγγραφα που αναφέρονται στο εδάφιο (3) και δύνανται, εφόσον αμφιβάλλουν ως προς την προσωπική κατάσταση των εν λόγω υποψηφίων ή προσφερόντων, να απευθύνονται στις αρμόδιες αρχές για να λάβουν τις πληροφορίες που θεωρούν απαραίτητες για την προσωπική κατάσταση των εν λόγω υποψηφίων ή προσφερόντων. Όταν οι πληροφορίες αφορούν έναν υποψήφιο ή προσφέροντα εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος εκτός εκείνου της αναθέτουσας αρχής ή του αναθέτοντος φορέα, η αναθέτουσα αρχή ή ο αναθέτων φορέας δύναται να ζητά τη συνεργασία των αρμόδιων αρχών του άλλου κράτους μέλους. Λαμβανομένης υπόψη της εθνικής νομοθεσίας του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένοι οι υποψήφιοι ή οι προσφέροντες, τα αιτήματα αυτά αφορούν τα νομικά και/ή φυσικά πρόσωπα, περιλαμβανομένων, ενδεχομένως, των διευθυντών επιχείρησης, ή οποιουδήποτε προσώπου που έχει εξουσία εκπροσώπησης, λήψης αποφάσεων ή ελέγχου του υποψηφίου ή του προσφέροντος.

(2) Κάθε οικονομικός φορέας δύναται να αποκλείεται από τη συμμετοχή στη σύμβαση, όταν-

(α) τελεί υπό πτώχευση ή υπό εκκαθάριση, παύση δραστηριοτήτων, αναγκαστική διαχείριση ή πτωχευτικό συμβιβασμό ή σε οποιαδήποτε ανάλογη κατάσταση που προκύπτει από παρόμοια διαδικασία προβλεπόμενη από τις εθνικές νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις·

(β) έχει εναντίον του κινηθεί διαδικασία κήρυξης σε πτώχευση, αναγκαστικής διαχείρισης, εκκαθάρισης, πτωχευτικού συμβιβασμού ή οποιαδήποτε άλλη παρόμοια διαδικασία προβλεπόμενη από τις εθνικές νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις·

(γ) έχει καταδικασθεί βάσει απόφασης που έχει ισχύ δεδικασμένου σύμφωνα με τις νομοθετικές διατάξεις, με την οποία απόφαση διαπιστώνεται αδίκημα σχετικό με την επαγγελματική του διαγωγή, όπως, για παράδειγμα, η παράβαση υπάρχουσας νομοθεσίας σχετικά με την εξαγωγή αμυντικού εξοπλισμού και/ή εξοπλισμού ασφάλειας·

(δ) έχει διαπράξει σοβαρό επαγγελματικό παράπτωμα, το οποίο αποδεδειγμένα διαπιστώθηκε με οποιοδήποτε μέσο ενδέχεται να διαθέτει η αναθέτουσα αρχή ή ο αναθέτων φορέας, όπως, για παράδειγμα, παραβίαση υποχρεώσεων όσον αφορά στην ασφάλεια των πληροφοριών ή του εφοδιασμού, στο πλαίσιο προηγούμενης σύμβασης·

(ε) έχει εξακριβωθεί, βάσει οποιωνδήποτε αποδεικτικών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων των προστατευμένων βάσεων δεδομένων, ότι δεν διαθέτει την αξιοπιστία που απαιτείται για τον αποκλεισμό κινδύνων κατά της ασφάλειας του κράτους μέλους·

(στ) δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του όσον αφορά στην καταβολή των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, σύμφωνα με τις νομοθετικές διατάξεις της χώρας όπου είναι εγκατεστημένος ή τις νομοθετικές διατάξεις της Δημοκρατίας·

(ζ) δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του όσον αφορά στην πληρωμή των φόρων και τελών σύμφωνα με τις νομοθετικές διατάξεις της χώρας στην οποία είναι εγκατεστημένος ή με τις νομοθετικές διατάξεις της Δημοκρατίας·

(η) είναι ένοχος σοβαρών ψευδών δηλώσεων κατά την παροχή των πληροφοριών οι οποίες απαιτούνται κατ’ εφαρμογή του παρόντος τμήματος ή δεν έχει παράσχει τις πληροφορίες αυτές.

(3) Οι αναθέτουσες αρχές ή οι αναθέτοντες φορείς δέχονται ως επαρκή απόδειξη του ότι ο οικονομικός φορέας δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1) και στις παραγράφους (α) , (β) , (γ) , (στ) και (ζ) του εδαφίου (2) -

(α) για το εδάφιο (1) και για τις παραγράφους (α) , (β) και (γ) του εδαφίου (2) , την προσκόμιση αποσπάσματος ποινικού μητρώου ή, ελλείψει αυτού, ισοδύναμου εγγράφου εκδοθέντος από την αρμόδια δικαστική ή διοικητική αρχή του κράτους καταγωγής ή προέλευσης του εν λόγω προσώπου, από το οποίο προκύπτει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές·

(β) για τις παραγράφους (στ) και (ζ) του εδαφίου (2) , πιστοποιητικό εκδιδόμενο από την αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους:

Νοείται ότι, στην περίπτωση που το οικείο κράτος δεν εκδίδει τέτοιο έγγραφο ή πιστοποιητικό ή σε περίπτωση που το έγγραφο ή το πιστοποιητικό που εκδίδεται από το οικείο κράτος δεν καλύπτει όλες τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1) και στις παραγράφους (α) , (β) ή (γ) του εδαφίου (2) , το εν λόγω έγγραφο ή πιστοποιητικό δύναται να αντικαθίσταται από ένορκη βεβαίωση του ενδιαφερομένου ή, αν στο οικείο κράτος δεν προβλέπεται η ένορκη βεβαίωση, από υπεύθυνη δήλωση του ενδιαφερομένου ενώπιον αρμόδιας δικαστικής ή διοικητικής αρχής, συμβολαιογράφου ή αρμόδιου επαγγελματικού οργανισμού του οικείου κράτους.

(4) Η Αρμόδια Αρχή Δημόσιων Συμβάσεων μεριμνά για την πληροφόρηση της Επιτροπής σχετικά με το ποιες αρχές και οργανισμοί έχουν αρμοδιότητα στη Δημοκρατία για την έκδοση των εγγράφων, πιστοποιητικών ή δηλώσεων που αναφέρονται στο εδάφιο (3) . Η ανακοίνωση αυτή δεν επηρεάζει το ισχύον δίκαιο σε ζητήματα προστασίας των δεδομένων. Η ίδια αρχή πληροφορεί και τις αναθέτουσες αρχές ή τους αναθέτοντες φορείς της Δημοκρατίας για το ποιες αρχές και οργανισμοί των κρατών μελών έχουν αντίστοιχα αρμοδιότητα έκδοσης των εν λόγω εγγράφων, άλλων πιστοποιητικών ή δηλώσεων.

Καταλληλότητα για την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας

41.-(1) Όταν ο υποψήφιος απαιτείται να είναι εγγεγραμμένος σε επαγγελματικό ή εμπορικό μητρώο του κράτους μέλους καταγωγής ή εγκατάστασής του για να ασκήσει την επαγγελματική του δραστηριότητα, δύναται να κληθεί να αποδείξει την εγγραφή του στο εν λόγω μητρώο ή να προσκομίσει ένορκη βεβαίωση ή πιστοποιητικό, όπως ορίζονται στο μέρος Α του Παραρτήματος VΙΙ για τις συμβάσεις έργων, στο μέρος Β του Παραρτήματος VΙΙ για τις συμβάσεις προμηθειών και στο μέρος Γ του Παραρτήματος VΙΙ για τις συμβάσεις υπηρεσιών. Οι κατάλογοι που αναφέρονται στο Παράρτημα VΙΙ είναι ενδεικτικοί. Η Αρμόδια Αρχή Δημόσιων Συμβάσεων, γνωστοποιεί στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη οποιαδήποτε αλλαγή των σχετικών μητρώων που τηρούνται στη Δημοκρατία και των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στους καταλόγους αυτούς.

(2) Στις διαδικασίες σύναψης των συμβάσεων υπηρεσιών, εφόσον οι υποψήφιοι πρέπει να διαθέτουν ειδική άδεια ή να είναι μέλη συγκεκριμένου οργανισμού για να είναι σε θέση να παράσχουν τη σχετική υπηρεσία στη χώρα καταγωγής τους, η αναθέτουσα αρχή ή ο αναθέτων φορέας δύναται να τους ζητήσει να αποδείξουν ότι διαθέτουν την άδεια αυτή ή ότι είναι μέλη του εν λόγω οργανισμού.

(3) Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με την ελευθερία εγκατάστασης και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.

Οικονομική και χρηματοπιστωτική επάρκεια

42.-(1) Η οικονομική και χρηματοπιστωτική επάρκεια του οικονομικού φορέα δύναται, κατά κανόνα, να αποδεικνύεται με ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα δικαιολογητικά:

(α) Κατάλληλες τραπεζικές βεβαιώσεις ή, ενδεχομένως, πιστοποιητικό ασφαλιστικής κάλυψης επαγγελματικών κινδύνων∙

(β) ισολογισμούς ή αποσπάσματα ισολογισμών, στην περίπτωση που η δημοσίευση των ισολογισμών απαιτείται από τη νομοθεσία της χώρας όπου είναι εγκατεστημένος ο οικονομικός φορέας∙

(γ) δήλωση περί του ολικού ύψους του κύκλου εργασιών και, ενδεχομένως, περί του κύκλου εργασιών του τομέα δραστηριοτήτων που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης για τα τρία το πολύ τελευταία διαθέσιμα οικονομικά έτη, ανάλογα με την ημερομηνία ίδρυσης ή έναρξης των δραστηριοτήτων του οικονομικού φορέα, στο μέτρο που οι πληροφορίες σχετικά με τους εν λόγω κύκλους εργασιών είναι διαθέσιμες.

(2) Ένας οικονομικός φορέας δύναται, εφόσον παρίσταται ανάγκη και για συγκεκριμένη σύμβαση, να επικαλεσθεί τις δυνατότητες άλλων φορέων, ανεξαρτήτως της νομικής φύσης των υφιστάμενων σχέσεων μεταξύ αυτού και των εν λόγω φορέων. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να αποδεικνύει στην αναθέτουσα αρχή ή στον αναθέτοντα φορέα ότι θα έχει στη διάθεσή του τα αναγκαία μέσα, προσκομίζοντας για παράδειγμα τη σχετική δέσμευση των εν λόγω φορέων.

(3) Υπό τους ίδιους όρους με εκείνους που αναφέρονται στο εδάφιο (2) , μια κοινοπραξία οικονομικών φορέων που αναφέρεται στο άρθρο 6 δύναται να επικαλεσθεί τις δυνατότητες των συμμετεχόντων στην κοινοπραξία ή άλλων φορέων.

(4) Οι αναθέτουσες αρχές ή οι αναθέτοντες φορείς ορίζουν στην προκήρυξη της σύμβασης ποιο ή ποια από τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (1) δικαιολογητικά επέλεξαν καθώς και ποια άλλα δικαιολογητικά πρέπει να προσκομισθούν.

(5) Αν ο οικονομικός φορέας, για βάσιμο λόγο, δεν είναι σε θέση να προσκομίσει τα δικαιολογητικά που ζητεί η αναθέτουσα αρχή ή ο αναθέτων φορέας, δύναται να αποδείξει την οικονομική και χρηματοπιστωτική επάρκειά του με οποιοδήποτε άλλο έγγραφο το οποίο η αναθέτουσα αρχή ή ο αναθέτων φορέας κρίνει κατάλληλο.

Τεχνικές ή/και επαγγελματικές ικανότητες

43.-(1) Οι τεχνικές ικανότητες των οικονομικών φορέων δύνανται, κατά γενικό κανόνα, να αποδεικνύονται με έναν ή περισσότερους από τους ακόλουθους τρόπους, ανάλογα με τη φύση, την ποσότητα ή τη σπουδαιότητα και τη χρήση των έργων, των προμηθειών ή των υπηρεσιών:

(α) (i) Υποβολή του καταλόγου εργασιών που έχουν εκτελεσθεί κατά τα τελευταία πέντε έτη, συνοδευόμενου από πιστοποιητικά ορθής εκτέλεσης των σημαντικότερων εργασιών. Τα εν λόγω πιστοποιητικά αναφέρουν την αξία, το χρόνο και τον τόπο εκτέλεσης των έργων και προσδιορίζουν αν τα έργα εκτελέστηκαν σύμφωνα με τους κανόνες του επαγγέλματος και αν περατώθηκαν κανονικά. Εφόσον παρίσταται ανάγκη, τα εν λόγω πιστοποιητικά διαβιβάζονται απευθείας από την αρμόδια για την έκδοσή τους αρχή στην αναθέτουσα αρχή ή στον αναθέτοντα φορέα·

(ii) υποβολή καταλόγου των κυριοτέρων παραδόσεων που πραγματοποιήθηκαν ή των κυριοτέρων υπηρεσιών που παρασχέθηκαν, κατά γενικό κανόνα, κατά τα πέντε τελευταία έτη, με αναφορά στα διαλαμβανόμενα ποσά, στις ημερομηνίες και στους αποδέκτες, ανεξάρτητα αν αυτοί είναι δημόσιοι ή ιδιώτες. Οι παραδόσεις και οι παρασχεθείσες υπηρεσίες αποδεικνύονται-

(Α) εάν ο αποδέκτης είναι αναθέτουσα αρχή ή αναθέτων φορέας, με πιστοποιητικά που έχουν εκδοθεί ή θεωρηθεί από την αρμόδια αρχή·

(Β) εάν ο αποδέκτης είναι ιδιώτης αγοραστής, με βεβαίωση του αγοραστή ή, εάν τούτο δεν είναι δυνατόν, με απλή δήλωση του οικονομικού φορέα·

(β) με υπόδειξη του τεχνικού προσωπικού ή των τεχνικών υπηρεσιών, είτε ανήκουν άμεσα στην επιχείρηση του οικονομικού φορέα είτε όχι, ιδίως δε των υπευθύνων για τον έλεγχο της ποιότητας και, εφόσον πρόκειται για συμβάσεις έργων, με υπόδειξη των προσώπων ή υπηρεσιών που ο εργολήπτης θα έχει στη διάθεσή του για την εκτέλεση του έργου·

(γ) με περιγραφή του τεχνικού εξοπλισμού και των μέτρων που λαμβάνει ο οικονομικός φορέας για την εξασφάλιση της ποιότητας και των μέσων μελέτης και έρευνας, καθώς και των εσωτερικών κανόνων όσον αφορά την πνευματική ιδιοκτησία·

(δ) με έλεγχο διενεργούμενο από την αναθέτουσα αρχή ή τον αναθέτοντα φορέα ή, εξ ονόματός της/του, από αρμόδιο επίσημο οργανισμό της χώρας όπου είναι εγκατεστημένος ο οικονομικός φορέας, με την επιφύλαξη της συναίνεσης του οργανισμού αυτού, σχετικά με το παραγωγικό δυναμικό του προμηθευτή ή τις τεχνικές ικανότητες του οικονομικού φορέα και, εφόσον κρίνεται αναγκαίο, τα μέσα μελέτης και έρευνας που αυτός διαθέτει καθώς και τα μέτρα που λαμβάνει για τον έλεγχο της ποιότητας·

(ε) για τις συμβάσεις έργων, υπηρεσιών ή προμηθειών που συμπεριλαμβάνουν εργασίες ή υπηρεσίες χωροθέτησης και εγκατάστασης, με αναφορά των τίτλων σπουδών και επαγγελματικών προσόντων του οικονομικού φορέα και/ή των διευθυντικών στελεχών της επιχείρησης, ιδίως δε του ή των υπευθύνων για την παροχή των υπηρεσιών ή τη διεξαγωγή των εργασιών·

(στ) για τις συμβάσεις έργων και υπηρεσιών και μόνο στις ενδεδειγμένες περιπτώσεις, με αναφορά των μέτρων περιβαλλοντικής διαχείρισης που δύναται να εφαρμόζει ο οικονομικός φορέας κατά την εκτέλεση της σύμβασης·

(ζ) με δήλωση στην οποία αναφέρονται το μέσο ετήσιο εργατοϋπαλληλικό δυναμικό του παρόχου υπηρεσιών ή του εργολήπτη και ο αριθμός των στελεχών της επιχείρησής του κατά τα τελευταία τρία χρόνια·

(η) με περιγραφή των μηχανημάτων, των υλικών και του τεχνικού εξοπλισμού καθώς και του αριθμού του προσωπικού και της τεχνογνωσίας και/ή των πηγών εφοδιασμού - περιγραφή της γεωγραφικής θέσης όταν βρίσκεται εκτός της επικράτειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης - που θα έχει στη διάθεσή του ο οικονομικός φορέας για την εκτέλεση της σύμβασης, για την αντιμετώπιση ενδεχομένως αυξημένων αναγκών της αναθέτουσας αρχής ή του αναθέτοντος φορέα συνεπεία καταστάσεως κρίσης ή για τη διασφάλιση της συντήρησης, του εκσυγχρονισμού ή των προσαρμογών των προμηθειών που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης·

(θ) όσον αφορά τα προς παράδοση προϊόντα, με προσκόμιση των ακόλουθων στοιχείων:

(i) δείγματα, περιγραφή και/ή φωτογραφίες, η αυθεντικότητα των οποίων πρέπει να βεβαιώνεται εάν το ζητήσει η αναθέτουσα αρχή ή ο αναθέτων φορέας·

(ii) πιστοποιητικά εκδιδόμενα από επίσημα ινστιτούτα ή οργανισμούς ελέγχου της ποιότητας με αναγνωρισμένες αρμοδιότητες, με τα οποία βεβαιώνεται η συμμόρφωση των προϊόντων, που επαληθεύεται με παραπομπή σε ορισμένες προδιαγραφές ή πρότυπα·

(ι) εφόσον πρόκειται για συμβάσεις που αφορούν, απαιτούν και/ή περιλαμβάνουν διαβαθμισμένες πληροφορίες, απόδειξη της ικανότητας επεξεργασίας, αποθήκευσης και διαβίβασης αυτών των πληροφοριών στο απαιτούμενο από την αναθέτουσα αρχή ή τον αναθέτοντα φορέα επίπεδο προστασίας:

Νοείται ότι, όσο δεν υπάρχει σε κοινοτικό επίπεδο εναρμόνιση των εθνικών συστημάτων διαπίστευσης ασφάλειας, τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία πρέπει να συμμορφώνονται προς τις σχετικές διατάξεις της αντίστοιχης νομοθεσίας που ισχύει στη Δημοκρατία για τη διαπίστευση ασφάλειας. Η αρμόδια προς τούτο αρχή στη Δημοκρατία αναγνωρίζει τις διαπιστεύσεις ασφάλειας τις οποίες θεωρεί ισοδύναμες εκείνων που εκδίδονται σύμφωνα με τη νομοθεσία στη Δημοκρατία, διατηρώντας τη δυνατότητα να διεξάγει και να λαμβάνει υπόψη δικές της περαιτέρω έρευνες εφόσον κρίνεται απαραίτητο:

Νοείται, περαιτέρω, ότι, η αναθέτουσα αρχή ή ο αναθέτων φορέας δύναται-

(i) κατά περίπτωση, να χορηγεί στους υποψηφίους που δεν διαθέτουν ακόμη διαπίστευση ασφάλειας πρόσθετο χρόνο για να αποκτήσουν την εν λόγω διαπίστευση. Στην περίπτωση αυτή, αναφέρει τη δυνατότητα αυτή και την προθεσμία στην προκήρυξη της σύμβασης·

(ii) να ζητήσει από την εθνική αρχή ασφάλειας του κράτους του υποψηφίου ή από την αρχή ασφάλειας που έχει ορισθεί από το εν λόγω κράτος να ελέγξει την καταλληλότητα των χώρων και εγκαταστάσεων που ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν, τις βιομηχανικές και διοικητικές διαδικασίες που θα εφαρμοσθούν, τους τρόπους διαχείρισης των πληροφοριών και/ή την κατάσταση του προσωπικού που ενδέχεται να απασχοληθεί για την εκτέλεση της σύμβασης.

(2) Ένας οικονομικός φορέας δύναται, όπου παρίσταται ανάγκη και για συγκεκριμένη σύμβαση, να επικαλεσθεί τις ικανότητες άλλων φορέων, ανεξαρτήτως της νομικής φύσης των υφιστάμενων σχέσεων μεταξύ αυτού και των εν λόγω φορέων. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να αποδεικνύει στην αναθέτουσα αρχή ή στον αναθέτοντα φορέα ότι, για την εκτέλεση της σύμβασης, θα έχει στη διάθεσή του τα απαραίτητα μέσα, παραδείγματος χάρη με την προσκόμιση της δέσμευσης των φορέων αυτών να θέσουν στη διάθεση του οικονομικού φορέα τα αναγκαία μέσα.

(3) Υπό τους ίδιους όρους με εκείνους που αναφέρονται στο εδάφιο (2) , μια κοινοπραξία οικονομικών φορέων που αναφέρεται στο άρθρο 6 δύναται να επικαλεσθεί τις ικανότητες των συμμετεχόντων στην κοινοπραξία ή άλλων φορέων.

(4) Στο πλαίσιο των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων που έχουν ως αντικείμενο προμήθειες για τις οποίες απαιτούνται εργασίες τοποθέτησης ή εγκατάστασης, την παροχή υπηρεσιών και/ή την εκτέλεση έργων, η ικανότητα των οικονομικών φορέων να παράσχουν τις εν λόγω υπηρεσίες ή να κατασκευάσουν την εγκατάσταση ή τα έργα δύναται να αξιολογείται ιδίως βάσει της τεχνογνωσίας τους, της αποτελεσματικότητας, της πείρας και της αξιοπιστίας τους.

(5) Η αναθέτουσα αρχή ή ο αναθέτων φορέας ορίζει στην προκήρυξη της σύμβασης ποια από τα δικαιολογητικά που αναφέρονται στο εδάφιο (1) έχει επιλέξει και ποια άλλα δικαιολογητικά πρέπει να προσκομισθούν.

(6) Αν ο οικονομικός φορέας, για βάσιμο λόγο, δεν είναι σε θέση να προσκομίσει τα δικαιολογητικά που ζητεί η αναθέτουσα αρχή ή ο αναθέτων φορέας, δύναται να αποδείξει την τεχνική και/ή επαγγελματική ικανότητά του με οποιοδήποτε άλλο έγγραφο το οποίο η αναθέτουσα αρχή ή ο αναθέτων φορέας κρίνει κατάλληλο.

Πρότυπα που εφαρμόζονται από τα συστήματα διαχείρισης ποιότητας

44. Όταν οι αναθέτουσες αρχές ή οι αναθέτοντες φορείς απαιτούν την προσκόμιση πιστοποιητικών τα οποία έχουν εκδοθεί από ανεξάρτητους εγκεκριμένους οργανισμούς που βεβαιώνουν την τήρηση εκ μέρους του οικονομικού φορέα ορισμένων προτύπων που εφαρμόζονται από τα συστήματα διαχείρισης ποιότητας, οι αναθέτουσες αρχές ή οι αναθέτοντες φορείς παραπέμπουν σε συστήματα διαχείρισης ποιότητας βασιζόμενα στα σχετικά ευρωπαϊκά πρότυπα και πιστοποιούμενα από ανεξάρτητους εγκεκριμένους οργανισμούς, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα για τη διαπίστευση και πιστοποίηση. Οι αναθέτουσες αρχές ή οι αναθέτοντες φορείς αναγνωρίζουν ισοδύναμα πιστοποιητικά από ανεξάρτητους εγκεκριμένους οργανισμούς εδρεύοντες σε άλλα κράτη μέλη και αποδέχονται και άλλα αποδεικτικά στοιχεία για ισοδύναμα συστήματα διαχείρισης ποιότητας τα οποία προσκομίζονται από τους οικονομικούς φορείς.

Πρότυπα περιβαλλοντικής διαχείρισης

45. Εάν οι αναθέτουσες αρχές ή οι αναθέτοντες φορείς, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο (στ) του εδαφίου (1) του άρθρου 43, απαιτούν την υποβολή πιστοποιητικών που εκδίδονται από ανεξάρτητους οργανισμούς και βεβαιώνουν ότι ο οικονομικός φορέας τηρεί ορισμένα πρότυπα όσον αφορά στην περιβαλλοντική διαχείριση, παραπέμπουν στο κοινοτικό σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης και ελέγχου (ΕΜΑS) ή σε πρότυπα περιβαλλοντικής διαχείρισης που βασίζονται σε αντίστοιχα ευρωπαϊκά ή διεθνή πρότυπα, πιστοποιούμενα από οργανισμούς που λειτουργούν βάσει του κοινοτικού δικαίου, ή τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές ή διεθνείς προδιαγραφές όσον αφορά στην πιστοποίηση. Οι αναθέτουσες αρχές ή οι αναθέτοντες φορείς αναγνωρίζουν ισοδύναμα πιστοποιητικά από οργανισμούς εδρεύοντες σε άλλα κράτη μέλη και αποδέχονται και άλλα ισοδύναμα αποδεικτικά στοιχεία για μέτρα περιβαλλοντικής διαχείρισης, τα οποία προσκομίζονται από τους οικονομικούς φορείς.

Συμπληρωματική τεκμηρίωση και πληροφορίες

46. Η αναθέτουσα αρχή ή ο αναθέτων φορέας δύναται να καλέσει τους οικονομικούς φορείς να συμπληρώσουν ή να διευκρινίσουν τα πιστοποιητικά και έγγραφα που υπέβαλαν κατ’ εφαρμογή των άρθρων 40 έως 45.

Επίσημοι κατάλογοι εγκεκριμένων οικονομικών φορέων και πιστοποίηση από δημόσιους ή ιδιωτικούς οργανισμούς πιστοποίησης

47.-(1) (α) Για τους σκοπούς εφαρμογής του παρόντος Μέρους, η Αρμόδια Αρχή Δημόσιων Συμβάσεων δύναται είτε να μεριμνήσει για την κατάρτιση επίσημων καταλόγων εγκεκριμένων εργοληπτών, προμηθευτών ή παρόχων υπηρεσιών είτε να οργανώσει σύστημα πιστοποίησης από δημόσιους ή ιδιωτικούς οργανισμούς πιστοποίησης.

(β) Σε περίπτωση κατάρτισης επίσημου καταλόγου, η Αρμόδια Αρχή Δημόσιων Συμβάσεων προσαρμόζει τις προϋποθέσεις εγγραφής στους καταλόγους αυτούς, καθώς και τις προϋποθέσεις που αφορούν στην έκδοση πιστοποιητικών από τους οργανισμούς πιστοποίησης στις διατάξεις του εδαφίου (1) και των παραγράφων (α) έως (δ) και (η) του εδαφίου (2) του άρθρου 40, του άρθρου 41, των εδαφίων (1) , (4) και (5) του άρθρου 42, των παραγράφων (α) έως (θ) του εδαφίου (1) και των εδαφίων (2) και (4) του άρθρου 43, του άρθρου 44, και, ενδεχομένως, του άρθρου 45.

(γ) Η Αρμόδια Αρχή Δημόσιων Συμβάσεων προσαρμόζει, επίσης, τις προϋποθέσεις εγγραφής στους καταλόγους στο εδάφιο (2) του άρθρου 42 και στο εδάφιο (2) του άρθρου 43, για τις αιτήσεις εγγραφής που υποβάλλουν οικονομικοί φορείς που ανήκουν σε όμιλο και που επικαλούνται πόρους διατιθέμενους σε αυτούς από άλλες επιχειρήσεις του ομίλου. Αυτοί οι φορείς πρέπει, σε αυτή την περίπτωση, να αποδεικνύουν στην Αρμόδια Αρχή Δημόσιων Συμβάσεων ή στον οργανισμό πιστοποίησης ότι διαθέτουν αυτούς τους πόρους καθ' όλη τη διάρκεια της ισχύος του πιστοποιητικού που πιστοποιεί την εγγραφή τους στον επίσημο κατάλογο και ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις συνεχίζουν να πληρούν κατά το ίδιο διάστημα τις απαιτήσεις ποιοτικής επιλογής που προβλέπονται στα άρθρα που αναφέρονται στην παράγραφο (β) πιο πάνω και τις οποίες επικαλούνται οι φορείς αυτοί για την εγγραφή τους.

(2) Οι οικονομικοί φορείς που είναι εγγεγραμμένοι σε επίσημους καταλόγους ή που διαθέτουν πιστοποιητικό από οργανισμό πιστοποίησης δύνανται, για την εκάστοτε σύμβαση, να προσκομίζουν στις αναθέτουσες αρχές ή στους αναθέτοντες φορείς πιστοποιητικό εγγραφής εκδιδόμενο από την Αρμόδια Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων ή πιστοποιητικό που εκδίδεται από τον αρμόδιο οργανισμό πιστοποίησης. Στα πιστοποιητικά αυτά μνημονεύονται τα δικαιολογητικά βάσει των οποίων έγινε η εγγραφή στον επίσημο κατάλογο ή η πιστοποίηση και η κατάταξη στον εν λόγω κατάλογο.

(3) Η εγγραφή ενός οικονομικού φορέα στους επίσημους καταλόγους κράτους μέλους άλλου από τη Δημοκρατία, πιστοποιούμενη από την αρμόδια αρχή του εν λόγω άλλου κράτους μέλους που τηρεί τον επίσημο κατάλογο ή το πιστοποιητικό που εκδίδεται προς έναν οικονομικό φορέα από τον οργανισμό πιστοποίησης κράτους μέλους άλλου από τη Δημοκρατία, δεν συνιστά, για τις αναθέτουσες αρχές ή τους αναθέτοντες φορείς της Δημοκρατίας, τεκμήριο καταλληλότητας του εν λόγω οικονομικού φορέα παρά μόνο σε σχέση με τα διαλαμβανόμενα στο εδάφιο (1) και στις παραγράφους (α) έως (δ) και (ζ) του εδαφίου (2) του άρθρου 40, στο άρθρο 41, στις παραγράφους (β) και (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 42, στις παραγράφους (α) (i) και (β) έως (ζ) του εδαφίου (1) του άρθρου 43 για τους εργολήπτες, στις παραγράφους (α) (ii) , (β) έως (ε) και (θ) του εδαφίου (1) του άρθρου 43 για τους προμηθευτές και στις παραγράφους (α) (ii) , (β) έως (ε) και (ζ) του εδαφίου (1) του άρθρου 43 για τους παρόχους υπηρεσιών.

(4) Οι πληροφορίες που δύνανται να συναχθούν από την εγγραφή στους επίσημους καταλόγους ή από την πιστοποίηση δεν τίθενται υπό αμφισβήτηση, εκτός εάν τούτο αιτιολογείται γραπτώς. Όσον αφορά στην καταβολή των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης και των φόρων και τελών, είναι δυνατόν να ζητείται, για την εκάστοτε σύμβαση, πρόσθετο πιστοποιητικό από κάθε οικονομικό φορέα.

(5) Οι αναθέτουσες αρχές και οι αναθέτοντες φορείς της Δημοκρατίας εφαρμόζουν τα εδάφια (3) και (4) αναφορικά με οικονομικούς φορείς που είναι εγγεγραμμένοι σε επίσημους καταλόγους άλλου κράτους μέλους μόνο εφόσον οι εν λόγω φορείς είναι εγκατεστημένοι στο κράτος μέλος το οποίο τηρεί τον επίσημο κατάλογο.

(6)(α) Για την εγγραφή των οικονομικών φορέων άλλων κρατών μελών σε επίσημο κατάλογο που τηρείται στη Δημοκρατία ή για την πιστοποίησή τους από τους οργανισμούς που αναφέρονται στο εδάφιο (1) , δεν είναι δυνατόν να ζητούνται άλλες αποδείξεις και δηλώσεις εκτός από εκείνες που ζητούνται από τους οικονομικούς φορείς της Δημοκρατίας και, εν πάση περιπτώσει, όχι άλλες από τις προβλεπόμενες στα άρθρα 40 έως 44 και, ενδεχομένως, στο άρθρο 45:

Νοείται ότι, οι οικονομικοί φορείς των άλλων κρατών μελών δεν δύναται να υποχρεωθούν σε εγγραφή ή πιστοποίηση για να έχουν δικαίωμα συμμετοχής σε σύμβαση.

(β) Οι αναθέτουσες αρχές ή οι αναθέτοντες φορείς αναγνωρίζουν ισοδύναμα πιστοποιητικά από οργανισμούς εδρεύοντες σε άλλα κράτη μέλη και αποδέχονται επίσης και άλλα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα.

(7) Οι οικονομικοί φορείς δύνανται να ζητούν, ανά πάσα στιγμή, την εγγραφή τους σε επίσημο κατάλογο ή την έκδοση πιστοποιητικού. Η αρχή που συντάσσει τον εν λόγω κατάλογο ή ο αρμόδιος οργανισμός πιστοποίησης ενημερώνει τον οικονομικό φορέα για την απόφασή της/του αναφορικά με το αίτημα του οικονομικού φορέα σε εύλογο χρονικό διάστημα.

(8) Οι οργανισμοί πιστοποίησης που αναφέρονται στο εδάφιο (1) είναι οργανισμοί που ανταποκρίνονται στα ευρωπαϊκά πρότυπα για την πιστοποίηση.

(9) Σε περίπτωση κατάρτισης επίσημου καταλόγου ή οργάνωσης συστήματος πιστοποίησης, όπως αναφέρεται στο εδάφιο (1) , η Αρμόδια Αρχή Δημόσιων Συμβάσεων ανακοινώνει στα λοιπά κράτη μέλη και στην Επιτροπή τη διεύθυνση του οργανισμού στον οποίο υποβάλλονται οι αιτήσεις.

ΤΜΗΜΑ 3 – ΑΝΑΘΕΣΗ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ
Κριτήρια ανάθεσης των συμβάσεων

48.-(1) Με την επιφύλαξη των νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων που ισχύουν στη Δημοκρατία σχετικά με την αμοιβή ορισμένων υπηρεσιών, τα κριτήρια βάσει των οποίων οι αναθέτουσες αρχές ή οι αναθέτοντες φορείς αναθέτουν τις συμβάσεις είναι-

(α) εφόσον η σύμβαση ανατίθεται στην πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά κατά την κρίση της αναθέτουσας αρχής ή του αναθέτοντος φορέα, διάφορα κριτήρια που συνδέονται με το αντικείμενο της συγκεκριμένης σύμβασης, όπως η ποιότητα, η τιμή, η τεχνική αξία, ο λειτουργικός χαρακτήρας, τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά, το κόστος λειτουργίας, το κόστος καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής, η αποδοτικότητα, η εξυπηρέτηση μετά την πώληση και η τεχνική συνδρομή, η ημερομηνία παράδοσης και η προθεσμία παράδοσης ή εκτέλεσης, η ασφάλεια του εφοδιασμού, η διαλειτουργικότητα και τα επιχειρησιακά χαρακτηριστικά· ή

(β) αποκλειστικά η χαμηλότερη τιμή.

(2) Με την επιφύλαξη του εδαφίου (3) , στην προβλεπόμενη στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) περίπτωση, η αναθέτουσα αρχή ή ο αναθέτων φορέας διευκρινίζει στα έγγραφα της σύμβασης, περιλαμβανομένων της προκήρυξης της σύμβασης, των εγγράφων του διαγωνισμού και οποιωνδήποτε άλλων περιγραφικών ή συμπληρωματικών έγγραφων, τη σχετική στάθμιση που προσδίδει σε καθένα από τα επιλεγέντα κριτήρια για τον προσδιορισμό της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς. Η στάθμιση αυτή δύναται να εκφράζεται με την πρόβλεψη μιας κλίμακας με το κατάλληλο εύρος.

(3) Όταν, κατά τη γνώμη της αναθέτουσας αρχής ή του αναθέτοντος φορέα, δεν είναι δυνατή η στάθμιση για λόγους που δύνανται να αποδειχθούν, η αναθέτουσα αρχή ή ο αναθέτων φορέας επισημαίνει, στα έγγραφα της σύμβασης, περιλαμβανομένων της προκήρυξης της σύμβασης, των εγγράφων του διαγωνισμού και οποιωνδήποτε άλλων περιγραφικών ή συμπληρωματικών έγγραφων, τη φθίνουσα σειρά σπουδαιότητας των κριτηρίων.

Χρησιμοποίηση ηλεκτρονικών πλειστηριασμών

49.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, οι αναθέτουσες αρχές ή οι αναθέτοντες φορείς δύνανται να προσφεύγουν στη σύναψη συμβάσεων με ηλεκτρονικό πλειστηριασμό με βάση Κανονισμούς που εκδίδονται από το Υπουργικό Συμβούλιο.

(2) Στις κλειστές διαδικασίες ή διαδικασίες με διαπραγμάτευση κατά τις οποίες δημοσιεύεται προκήρυξη σύμβασης, οι αναθέτουσες αρχές ή οι αναθέτοντες φορείς δύνανται να αποφασίζουν ότι, πριν από την ανάθεση μιας δημόσιας σύμβασης, διεξάγεται ηλεκτρονικός πλειστηριασμός, νοουμένου ότι οι προδιαγραφές της σύμβασης δύνανται να καθορισθούν με ακρίβεια. Υπό τους ίδιους όρους, ο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός δύναται να χρησιμοποιείται κατά τον νέο διαγωνισμό μεταξύ των μερών μιας συμφωνίας-πλαίσιο, όπως προβλέπεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (4) του άρθρου 29.

(3) Ο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός βασίζεται-

(α) είτε μόνον στις τιμές, εφόσον η σύμβαση ανατίθεται με κριτήριο την χαμηλώτερη τιμή·

(β) είτε στις τιμές και/ή στις νέες αξίες των στοιχείων των προσφορών που επισημαίνονται στα έγγραφα της σύμβασης, εφόσον η σύμβαση ανατίθεται με κριτήριο ανάθεσης την πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά.

(4) Οι αναθέτουσες αρχές ή οι αναθέτοντες φορείς που αποφασίζουν να προσφύγουν σε ηλεκτρονικό πλειστηριασμό αναφέρουν τούτο στην προκήρυξη της σύμβασης. Τα έγγραφα της σύμβασης περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τις εξής πληροφορίες:

(α) Tα στοιχεία, των οποίων οι αξίες αποτελούν αντικείμενο του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, εφόσον τα εν λόγω στοιχεία είναι προσδιορίσιμα ποσοτικώς κατά τρόπον ώστε να εκφράζονται σε αριθμούς ή ποσοστά·

(β) τα ενδεχόμενα όρια των τιμών που δύνανται να προσφερθούν, όπως τα όρια αυτά προκύπτουν από τις προδιαγραφές του αντικειμένου της σύμβασης·

(γ) τις πληροφορίες που τίθενται στη διάθεση των προσφερόντων κατά τη διάρκεια του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού και τη χρονική στιγμή που, ενδεχομένως, τίθενται στη διάθεσή τους·

(δ) τις κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με τη διεξαγωγή του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού·

(ε) τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι προσφέροντες δύνανται να προσφοροδοτήσουν, και ιδίως τις κατ’ ελάχιστον αποκλίσεις που, εφόσον συντρέχει περίπτωση, απαιτούνται προς τούτο·

(στ) τις κατάλληλες πληροφορίες για το χρησιμοποιούμενο ηλεκτρονικό σύστημα και για τον τρόπο και τις τεχνικές προδιαγραφές της σύνδεσης.

(5) Προτού προβούν στον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό, οι αναθέτουσες αρχές ή οι αναθέτοντες φορείς διενεργούν μια πρώτη πλήρη αξιολόγηση των προσφορών σύμφωνα με το επιλεγμένο κριτήριο/ τα επιλεγμένα κριτήρια ανάθεσης και με τη στάθμισή τους, όπως έχει καθορισθεί. Όλοι οι προσφέροντες που έχουν υποβάλει παραδεκτές προσφορές καλούνται ταυτόχρονα με τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων να υποβάλουν νέες τιμές και/ή νέες αξίες. Η πρόσκληση αυτή, περιέχει όλες τις κατάλληλες πληροφορίες για τη σύνδεσή τους σε ατομική βάση με το χρησιμοποιούμενο ηλεκτρονικό σύστημα και προσδιορίζει την ημερομηνία και την ώρα έναρξης του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού. Ο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός δύναται να διεξάγεται σε διάφορες διαδοχικές φάσεις. Ο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός δεν είναι δυνατόν να αρχίζει προτού παρέλθουν δύο εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία αποστολής των προσκλήσεων.

(6) Όταν γίνεται η ανάθεση με κριτήριο ανάθεσης την πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά, η αναφερόμενη στο εδάφιο (5) πρόσκληση συνοδεύεται από το αποτέλεσμα της πλήρους αξιολόγησης της προσφοράς του οικείου προσφέροντος, η οποία γίνεται σύμφωνα με τη στάθμιση που προβλέπεται στο εδάφιο (2) του άρθρου 48 και σε αυτήν αναφέρεται και ο μαθηματικός τύπος που θα χρησιμοποιηθεί κατά τον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό για την αυτόματη ανακατάταξη των προσφορών σε συνάρτηση με τις νέες τιμές ή/και τις νέες αξίες που θα υποβληθούν. Ο μαθηματικός αυτός τύπος περιλαμβάνει τους συντελεστές στάθμισης όλων των κριτηρίων που έχουν καθοριστεί για τον προσδιορισμό της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς, σύμφωνα με τα έγγραφα της σύμβασης. Προς τούτο, οι ενδεχόμενες κλίμακες τιμών ανάγονται προηγουμένως σε μια συγκεκριμένη τιμή:

Νοείται ότι, στην περίπτωση που επιτρέπονται εναλλακτικές προσφορές, προβλέπεται χωριστός μαθηματικός τύπος για κάθε τύπο εναλλακτικής προσφοράς.

(7) Κατά τη διάρκεια κάθε φάσης του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, οι αναθέτουσες αρχές ή οι αναθέτοντες φορείς γνωστοποιούν αμέσως σε όλους τους προσφέροντες τουλάχιστον τα πληροφοριακά στοιχεία που τους επιτρέπουν να γνωρίζουν ανά πάσα στιγμή την κατάταξή τους, και δύνανται να τους γνωστοποιούν και άλλα πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με άλλες προσφερόμενες τιμές ή ποσά, υπό τον όρο ότι τούτο προβλέπεται στα έγγραφα της σύμβασης. Οι αναθέτουσες αρχές ή οι αναθέτοντες φορείς δύνανται επίσης, ανά πάσα στιγμή, να ανακοινώνουν τον αριθμό των συμμετεχόντων σε κάθε φάση του πλειστηριασμού, αλλά δεν δύνανται, σε καμία περίπτωση, να γνωστοποιούν την ταυτότητα των προσφερόντων κατά τη διεξαγωγή των διαφόρων φάσεων του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού.

(8) Οι αναθέτουσες αρχές ή οι αναθέτοντες φορείς ολοκληρώνουν τον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό σύμφωνα με έναν ή περισσότερους από τους ακόλουθους τρόπους:

(α) Kατά την καθορισμένη ημερομηνία και ώρα, όπως καθορίζεται εκ των προτέρων στην πρόσκληση συμμετοχής στον πλειστηριασμό·

(β) όταν δεν λαμβάνουν πλέον νέες τιμές ή νέες αξίες που να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις σχετικά με τις ελάχιστες διαφοροποιήσεις. Για την περίπτωση αυτή, οι αναθέτουσες αρχές ή οι αναθέτοντες φορείς επισημαίνουν στην πρόσκληση συμμετοχής στον πλειστηριασμό την προθεσμία που θα τηρήσουν μετά τη λήψη της τελευταίας προσφοράς πριν κλείσουν τον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό·

(γ) όταν έχουν ολοκληρωθεί όλες οι φάσεις του πλειστηριασμού, όπως καθορίζονται στην πρόσκληση συμμετοχής στον πλειστηριασμό:

Νοείται ότι, αν οι αναθέτουσες αρχές ή οι αναθέτοντες φορείς έχουν αποφασίσει να ολοκληρώσουν τον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό σύμφωνα με την παράγραφο (γ) , ενδεχομένως σε συνδυασμό με τον τρόπο που προβλέπεται στην παράγραφο (β) , η πρόσκληση συμμετοχής στον πλειστηριασμό αναφέρει το χρονοδιάγραμμα κάθε φάσης του πλειστηριασμού.

(9) Αφού περατώσουν τον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό, οι αναθέτουσες αρχές ή οι αναθέτοντες φορείς αναθέτουν τη σύμβαση σύμφωνα με το άρθρο 48 και με βάση τα αποτελέσματα του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού.

(10) Οι αναθέτουσες αρχές ή οι αναθέτοντες φορείς δεν δύνανται να χρησιμοποιούν τον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό καταχρηστικά ή κατά τρόπο που να εμποδίζει, να περιορίζει ή να στρεβλώνει τον ανταγωνισμό ή να τροποποιεί το αντικείμενο της σύμβασης, όπως αυτό έχει καθορισθεί στη δημοσίευση της προκήρυξης της σύμβασης και έχει προσδιορισθεί στα έγγραφα της σύμβασης.

Ασυνήθιστα χαμηλές προσφορές

50.-(1) Εάν, για μια δεδομένη σύμβαση, οποιαδήποτε προσφορά εμφανίζεται ως ασυνήθιστα χαμηλή σε σχέση με το αντικείμενο της σύμβασης, η αναθέτουσα αρχή ή ο αναθέτων φορέας, πριν απορρίψει την εν λόγω προσφορά, ζητά γραπτώς τις διευκρινίσεις που θεωρεί χρήσιμες σε σχέση με τη σύνθεση της προσφοράς. Οι διευκρινίσεις αυτές δύνανται να αφορούν, ιδίως-

(α) τον οικονομικό χαρακτήρα της μεθόδου δομικής κατασκευής, της μεθόδου κατασκευής των προϊόντων ή της παροχής των υπηρεσιών·

(β) τις επιλεγείσες τεχνικές λύσεις και/ή τις εξαιρετικά ευνοϊκές συνθήκες που διαθέτει ο προσφέρων για την εκτέλεση του έργου ή για την προμήθεια των προϊόντων ή την παροχή των υπηρεσιών·

(γ) την πρωτοτυπία του έργου, των προμηθειών ή των υπηρεσιών που προτείνονται από τον προσφέροντα·

(δ) την τήρηση των διατάξεων περί των συνθηκών και όρων απασχόλησης και των συνθηκών ασφάλειας και υγείας στην εργασία που ισχύουν στον τόπο εκτέλεσης του έργου, της υπηρεσίας ή της προμήθειας·

(ε) την ενδεχόμενη χορήγηση κρατικής ενίσχυσης στον προσφέροντα.

(2) H αναθέτουσα αρχή ή ο αναθέτων φορέας ελέγχει, σε συνεννόηση με τον προσφέροντα, τη σύνθεση της προσφοράς βάσει των παρασχεθέντων δικαιολογητικών.

(3) Η αναθέτουσα αρχή ή ο αναθέτων φορέας, όταν διαπιστώνει ότι μια προσφορά είναι ασυνήθιστα χαμηλή λόγω της χορήγησης κρατικής ενίσχυσης στον προσφέροντα, δύναται να απορρίψει την εν λόγω προσφορά αποκλειστικά με την αιτιολογία αυτή, μόνον εφόσον διαβουλευθεί με τον προσφέροντα και εφόσον ο τελευταίος δεν είναι σε θέση να αποδείξει, εντός επαρκούς προθεσμίας την οποία ορίζει η αναθέτουσα αρχή ή ο αναθέτων φορέας, ότι η εν λόγω ενίσχυση έχει χορηγηθεί νομίμως. Όταν η αναθέτουσα αρχή ή ο αναθέτων φορέας απορρίπτει μια προσφορά υπό τις συνθήκες αυτές, ενημερώνει, μέσω της Αρμόδιας Αρχής Δημόσιων Συμβάσεων, σχετικά την Επιτροπή.