ΜΕΡΟΣ V ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ, ΑΡΜΟ∆ΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΤΗΣ ΕΝΤΕΤΑΛΜΕΝΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
Καθήκοντα και αρμοδιότητες της Υπηρεσίας

21.-(1) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου και του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, για σκοπούς του παρόντος Νόμου η Υπηρεσία έχει τα ακόλουθα καθήκοντα και αρμοδιότητες:

(α) εποπτεύει τους πιστωτικούς φορείς και τους μεσίτες πιστώσεων προς διασφάλιση της εφαρμογής του παρόντος Νόμου∙

(β) διεξάγει έρευνες για σκοπούς εξέτασης οποιασδήποτε πιθανής παράβασης των απαγορευτικών, ή/και προστατευτικών των συμφερόντων των καταναλωτών διατάξεων∙

(γ) λαμβάνει όλα ή οποιαδήποτε από τα μέτρα που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου (2) του άρθρου 23, σε περίπτωση που πιστωτικός φορέας ή μεσίτης πιστώσεων παραβιάζει οποιαδήποτε απαγορευτική ή/και προστατευτική των συμφερόντων των καταναλωτών διάταξη∙

(δ) προβαίνει στις αναγκαίες ενέργειες για την έκδοση δικαστικών διαταγμάτων σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25∙ και

(ε) επιβάλλει διοικητικά πρόστιμα σε περίπτωση παράβασης οποιωνδήποτε απαγορευτικών ή/και επιτακτικών διατάξεων του παρόντος Νόμου.

(2) Η Υπηρεσία δύναται να παρέχει πληροφορίες ή συμβουλές σε καταναλωτές αναφορικά με συμβάσεις πίστωσης και ιδιαίτερα με τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται στους πιστωτές ή σ’ άλλα πρόσωπα από τον παρόντα Νόμο.

Εξουσίες της Υπηρεσίας σε σχέση με έρευνες

22.-(1) Η Υπηρεσία, μέσω εξουσιοδοτημένου λειτουργού που ενεργεί εκ μέρους της, δύναται για τους σκοπούς έρευνας που διεξάγεται με βάση τον παρόντα Νόμο να απαιτήσει από πρόσωπο το οποίο κατά τη γνώμη της κατέχει πληροφορίες ή έχει υπό τον έλεγχο ή την εξουσία του έγγραφα ή τα στοιχεία σχετικά με την έρευνα, να παράσχει αυτές τις πληροφορίες, τα έγγραφα ή στοιχεία στην Υπηρεσία και, εάν τούτο είναι αναγκαίο, δύναται να απαιτήσει από το πρόσωπο αυτό να προσέλθει στην Υπηρεσία για το σκοπό αυτό:

Νοείται ότι, για την απόκτηση πληροφοριών, εγγράφων ή στοιχείων που αφορούν παράπονα ή λογαριασμούς συγκεκριμένου πελάτη εξασφαλίζεται εκ των προτέρων η έγγραφη συγκατάθεσή του.

(2) Πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται οποιαδήποτε απαίτηση δυνάμει του εδαφίου (1) υποχρεούται να συμμορφωθεί με την απαίτηση αυτή, επιφυλασσομένων των ασυλιών και προνομίων που απολαμβάνει μάρτυρας ο οποίος καλείται να εμφανισθεί ενώπιον δικαστηρίου.

(3) Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να παρακωλύει ή να παρεμποδίζει, με πράξη ή παράλειψή του, την Υπηρεσία κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος Νόμου.

(4) Οποιοδήποτε πρόσωπο υποχρεούται να συμμορφώνεται με οποιαδήποτε απαίτηση απευθύνεται σε αυτό από την Υπηρεσία δυνάμει του παρόντος Νόμου.

Εξέταση παραβάσεων

23.-(1) Η Υπηρεσία εξετάζει, κατόπιν υποβολής παραπόνου ή και αυτεπάγγελτα, παραβάσεις οποιασδήποτε απαγορευτικής ή προστατευτικής των συμφερόντων των καταναλωτών διάταξης του παρόντος Νόμου από πιστωτικούς φορείς και μεσίτες πιστώσεων.

(2) Όταν η Υπηρεσία, κατά τη δυνάμει του εδαφίου (1) διερεύνηση παραπόνου ή αυτεπάγγελτη έρευνα, διαπιστώσει παράβαση οποιασδήποτε απαγορευτικής ή προστατευτικής των συμφερόντων των καταναλωτών διάταξης του παρόντος Νόμου, έχει εξουσία να προβαίνει στις πιο κάτω ενέργειες είτε διαζευκτικά είτε σωρευτικά, ανάλογα με τη φύση, τη διάρκεια και τη βαρύτητα της παράβασης:

(α) να διατάξει ή να συστήσει στον ενδιαφερόμενο παραβάτη όπως μέσα σε τακτή προθεσμία τερματίσει την παράβαση και αποφύγει επανάληψή της στο μέλλον ή, σε περίπτωση που η παράβαση τερματίσθηκε πριν από την έκδοση της απόφασης της Υπηρεσίας, να βεβαιώσει με απόφασή της την παράβαση,

(β) να διατάξει ή να συστήσει στον παραβάτη τη λήψη διορθωτικών μέτρων που κατά την κρίση της αποκαθιστούν την παράνομη κατάσταση που δημιούργησε η παράβαση,

(γ) να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο ανάλογα με τη φύση, τη βαρύτητα και τη διάρκεια της παράβασης, ύψους μέχρι και το πέντε τοις εκατόν (5%) του κύκλου εργασιών του παραβάτη, το οποίο σε καμία περίπτωση δε θα ξεπερνά τις πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (€500.000), κατά το έτος μέσα στο οποίο συντελέστηκε η παράβαση ή κατά το αμέσως προηγούμενο της παράβασης έτος,

(δ) σε περίπτωση συνέχισης της παράβασης, να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο μέχρι χίλια επτακόσια ευρώ (€1.700), για κάθε μέρα συνέχισης της παράβασης, ανάλογα με τη βαρύτητα αυτής, ή/και

(ε) να υποβάλει αίτηση προς το δικαστήριο για την έκδοση απαγορευτικού ή προστακτικού διατάγματος, περιλαμβανομένου και προσωρινού διατάγματος, εναντίον οποιουδήποτε προσώπου το οποίο, κατά την κρίση της, ενέχεται ή ευθύνεται για την παράβαση αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25.

(3) Κατά τη δυνάμει του εδαφίου (1) διερεύνηση οποιασδήποτε παράβασης, η Υπηρεσία δύναται, αν το θεωρήσει σκόπιμο, να λάβει υπόψη της οποιαδήποτε ανάληψη δέσμευσης έναντι του καταναλωτή από τον παραβάτη ή εκ μέρους του παραβάτη, αναφορικά με τη γενόμενη παράβαση και την προοπτική άρσης ή αποκατάστασης αυτής.

(4) Η Υπηρεσία αιτιολογεί δεόντως την απόφασή της σε σχέση με την άσκηση οποιασδήποτε από τις εξουσίες που προβλέπονται στο εδάφιο (2).

Επιβολή προστίμων

24.-(1) Τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (2) του άρθρου 23 διοικητικά πρόστιμα επιβάλλονται στον παραβάτη, με αιτιολογημένη απόφαση της Υπηρεσίας που βεβαιώνει την παράβαση, αφού ακούσει ή δώσει την ευκαιρία στον ενδιαφερόμενο παραβάτη ή εκπρόσωπό του να ακουστεί προφορικώς ή γραπτώς.

(2) Κατά της απόφασης για επιβολή διοικητικού προστίμου επιτρέπεται η άσκηση ιεραρχικής προσφυγής ενώπιον του Υπουργού, εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης στον παραβάτη.

(3) Το ποσό του διοικητικού προστίμου εισπράττεται από την Υπηρεσία όταν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για άσκηση προσφυγής ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δυνάμει του άρθρου 146 του συντάγματος:

Νοείται ότι, σε περίπτωση που ασκείται ιεραρχική προσφυγή ενώπιον του Υπουργού σύμφωνα με το εδάφιο (2) η εν λόγω προθεσμία αρχίζει, από την κοινοποίηση στον παραβάτη της απόφασης του Υπουργού επί της ιεραρχικής προσφυγής.

(4) Σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής των κατά τον παρόντα Νόμο επιβαλλόμενων από την Υπηρεσία διοικητικών προστίμων, η Υπηρεσία λαμβάνει δικαστικά μέτρα και το οφειλόμενο ποσό εισπράττεται ως αστικό χρέος οφειλόμενο προς τη Δημοκρατία.

Έκδοση διαταγμάτων

25.-(1) Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκδικάζεται οποιαδήποτε αίτηση δυνάμει της παραγράφου (ε) του εδαφίου (2) του άρθρου 23 έχει εξουσία να εκδώσει απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, περιλαμβανομένου και προσωρινού διατάγματος, με το οποίο να διατάσσει-

(α) την άμεση παύση και/ή μη επανάληψη της γενόμενης παράβασης·

(β) την εντός ορισμένης προθεσμίας λήψη τέτοιων διορθωτικών κατά την κρίση του δικαστηρίου μέτρων προς άρση της παράνομης κατάστασης που δημιούργησε η σχετική παράβαση·

(γ) τη δημοσίευση του συνόλου ή μέρους της σχετικής απόφασης του δικαστηρίου ή τη δημοσίευση επανορθωτικής ανακοίνωσης με σκοπό την απάλειψη των τυχόν συνεχιζόμενων επιπτώσεων της παράβασης· και/ή

(δ) οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ή μέτρο ήθελε κριθεί αναγκαίο ή εύλογο υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης.

(2) Το διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του εδαφίου (1) δύναται να αφορά όχι μόνο τις συγκεκριμένες πράξεις, παραλείψεις ή τη συμπεριφορά του πιστωτικού φορέα έναντι του συγκεκριμένου καταναλωτή, αλλά και παρόμοιες μελλοντικές πράξεις ή παραλείψεις ή συμπεριφορά αυτού έναντι των καταναλωτών γενικά.

Οδηγίες της Υπηρεσίας αναφορικά με ανακοινώσεις και αγγελίες

26.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, η Υπηρεσία δύναται, με τρόπο που αυτή θεωρεί κατάλληλο, να εκδίδει οδηγίες ως προς τη μορφή, το περιεχόμενο, τη θέση και το μέγεθος οποιασδήποτε ανακοίνωσης ή αγγελίας που απαιτείται να δημοσιεύεται δυνάμει του παρόντος Νόμου.

(2) Πρόσωπο, στο οποίο απευθύνεται ή αφορά οδηγία, η οποία εκδίδεται δυνάμει του εδαφίου (1), υποχρεούται να συμμορφώνεται με την οδηγία αυτή.

Δημοσιοποίηση αποφάσεων και πληροφοριών

27. Η Υπηρεσία-

(α) δημοσιοποιεί αποφάσεις για επιβολή διοικητικών προστίμων και δικαστικά διατάγματα που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, και

(β) μεριμνά για τη δημοσιοποίηση τέτοιων πληροφοριών, συμβουλών και αποφάσεων της αναφορικά με την εφαρμογή του παρόντος Νόμου, τις οποίες θεωρεί χρήσιμες για την εξυπηρέτηση του κοινού καθώς και όλων των προσώπων που ενδεχομένως επηρεάζονται από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

Ευθύνη αξιω΅ατούχων νο΅ικών προσώπων

28. Όταν παράβαση δυνάμει του παρόντος Νόμου διαπράττεται από νομικό πρόσωπο ή από πρόσωπο που ενεργεί εκ μέρους νομικού προσώπου και αποδεικνύεται ότι έχει διαπραχθεί με τη συγκατάθεση, συνενοχή ή έγκριση ή έχει διευκολυνθεί από την επιδειχθείσα αμέλεια συμβούλου, διευθυντή, γραμματέα ή οποιουδήποτε άλλου αξιωματούχου του νομικού προσώπου ή οποιουδήποτε άλλου φυσικού προσώπου που φαίνεται ότι ενεργεί υπό τέτοια ιδιότητα, το φυσικό αυτό πρόσωπο είναι επίσης ένοχο της προαναφερθείσας παράβασης.