ΜΕΡΟΣ II ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Υποχρέωση πωλητή για παροχή πληροφοριών

3.—(1) Ο πωλητής οφείλει να παραδίδει σε κάθε πρόσωπο το οποίο ζητεί ή στο οποίο παρέχει πληροφορίες για ακίνητο ή ακίνητα, πληροφοριακό έγγραφο το οποίο περιέχει-

(α) Γενική περιγραφή του συγκεκριμένου ακινήτου ή ακινήτων,

(β) σύντομες και ακριβείς πληροφορίες αναφορικά με τα θέματα που φαίνονται στο Πρώτο Παράρτημα, και

(γ) ενδείξεις για τον τρόπο με τον οποίο είναι δυνατό να ληφθούν συμπληρωματικές πληροφορίες.

(2) Οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο πληροφοριακό έγγραφο αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης.

(3) Εκτός εάν άλλως ρητά συμφωνήσουν τα συμβαλλόμενα μέρη, μεταβολές των πληροφοριών που περιέχονται στο πληροφοριακό έγγραφο μπορούν να επέρχονται μόνο για λόγους ανεξάρτητους από τη βούληση του πωλητή.

(4) Ο πωλητής ανακοινώνει οποιεσδήποτε μεταβολές του πληροφοριακού εγγράφου στον αγοραστή πριν από τη σύναψη της σύμβασης, η οποία αναφέρει ρητώς τέτοιες μεταβολές.

Διαφήμιση δικαιωμάτων χρήσης ακινήτων

4.—(1) Κάθε διαφήμιση δικαιωμάτων χρήσης ακινήτου, αναφέρει τη δυνατότητα απόκτησης του πληροφοριακού εγγράφου και τη διεύθυνση στην οποία είναι δυνατό να απευθυνθεί ο ενδιαφερόμενος προς το σκοπό αυτό.

(2) Σε διαδικασίες εναντίον προσώπου για παράβαση του παρόντος άρθρου, αποτελεί υπεράσπιση για το πρόσωπο αυτό αν αποδείξει ότι κατά το χρόνο που διαφήμιζε τα δικαιώματα χρήσης ακινήτου-

(α) Δε γνώριζε και δεν είχε εύλογη αιτία να γνωρίζει ότι διαφήμιζε δικαιώματα χρήσης ακινήτου πάνω σε χρονομεριστική βάση, ή

(β) είχε εύλογη αιτία να πιστεύει ότι η διαφήμιση συμμορφωνόταν με τις πρόνοιες του εδαφίου (1).

Τύπος και περιεχόμενο της σύμβασης

5. Σύμβαση στην οποία εφαρμόζεται ο παρών Νόμος, θεωρείται άκυρη εκτός αν διατυπωθεί γραπτώς και-

(α) Συνοδεύεται από το έντυπο κοινοποίησης της υπαναχώρησης ή καταγγελίας της σύμβασης σύμφωνα με το Μέρος Α του Δευτέρου Παραρτήματος και το έντυπο πληροφόρησης για τα δικαιώματα του αγοραστή και τις υποχρεώσεις του πωλητή σύμφωνα με το Μέρος Β του Δευτέρου Παραρτήματος, και

(β) υπογράφεται από τον πωλητή και τον αγοραστή.

Υποχρεώσεις πωλητή

6. Ο πωλητής οφείλει να πληροφορεί γραπτώς, τον αγοραστή σχετικά με-

(α) Το δικαίωμα του αγοραστή να υπαναχωρήσει ή να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα στο χρονικό διάστημα που ορίζει το άρθρο 8 του παρόντος Νόμου·

(β) το όνομα και την πλήρη ταχυδρομική διεύθυνση του προσώπου έναντι του οποίου μπορεί να ασκηθεί το πιο πάνω δικαίωμα·

(γ) την έλλειψη υποχρέωσης του αγοραστή σύμφωνα με το άρθρο 10, να καταβάλει οποιαδήποτε έξοδα σε περίπτωση που ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης ή το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης·

(δ) την έλλειψη οποιασδήποτε υποχρέωσης του αγοραστή σύμφωνα με το εδάφιο (1) του άρθρου 12, αναφορικά με πιστωτική σύμβαση η οποία ματαιώνεται μαζί με τη ματαίωση της σύμβασης, σε περίπτωση που ο αγοραστής ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης ή το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης, και

(ε) την υποχρέωση του πωλητή να πληροφορήσει αμέσως τον πιστωτή, σε περίπτωση που ο πιστωτής είναι άλλο πρόσωπο από τον ίδιο, σχετικά με την παραλαβή της κοινοποίησης υπαναχώρησης ή καταγγελίας της σύμβασης.

Γλώσσα του εγγράφου της σύμβασης

7.—(1) Η σύμβαση και το πληροφοριακό έγγραφο συντάσσονται-

(α) Στη γλώσσα ή σε μία από τις γλώσσες της χώρας όπου κατοικεί ο αγοραστής, ή

(β) στη γλώσσα ή σε μία από τις γλώσσες της χώρας της οποίας είναι υπήκοος ο αγοραστής,

κατ' επιλογήν του αγοραστή, νοουμένου ότι πρόκειται για επίσημη γλώσσα της Δημοκρατίας ή κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(2) Όταν ο αγοραστής κατοικεί στη Δημοκρατία, η σύμβαση και το σχετικό έγγραφο συντάσσονται τουλάχιστο και σε μία από τις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας, νοουμένου ότι πρόκειται για επίσημη γλώσσα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(3) Ο πωλητής παραδίδει στον αγοραστή πιστή μετάφραση της σύμβασης στη γλώσσα ή σε μία από τις γλώσσες της χώρας όπου βρίσκεται το ακίνητο, νοουμένου ότι πρόκειται για επίσημη γλώσσα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Υπαναχώρηση

8. Χωρίς επηρεασμό των περί ακυρότητας διατάξεων του περί Συμβάσεων Νόμου και των περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμων του 1996 και 1999, ο αγοραστής δικαιούται-

(α) Να υπαναχωρήσει, χωρίς μνεία οποιουδήποτε λόγου, εντός προθεσμίας δεκαπέντε ημερολογιακών ημερών από την υπογραφή της σύμβασης ή από την υπογραφή δεσμευτικού προσυμφώνου από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη και σε περίπτωση που η δέκατη πέμπτη ημέρα είναι αργία, η προθεσμία παρατείνεται μέχρι την επόμενη πρώτη εργάσιμη ημέρα·

(β) να καταγγείλει τη σύμβαση εντός προθεσμίας τριών μηνών από την υπογραφή της σύμβασης από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη ή της υπογραφής δεσμευτικού προσυμφώνου από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη, εάν η σύμβαση δεν περιέχει τις πληροφορίες που αναφέρονται στα στοιχεία (α), (β), (γ), (δ)(i) και (ii), (η), (θ), (ια), (ιβ) και (ιγ) του Πρώτου Παραρτήματος:

Νοείται ότι σε περίπτωση που μέσα στην προθεσμία των τριών μηνών, παρασχεθούν οι εν λόγω πληροφορίες, ο αγοραστής διαθέτει από τη στιγμή της παραχώρησής τους, την προθεσμία υπαναχώρησης που αναφέρεται στην παράγραφο (α)·

(γ) να κάνει χρήση της προθεσμίας υπαναχώρησης που προβλέπεται στην παράγραφο (α) από την επόμενη ημέρα της λήξης της τρίμηνης προθεσμίας που προβλέπεται στην παράγραφο (β), εάν κατά τη λήξη αυτής δεν έχει ασκηθεί το δικαίωμα καταγγελίας και εάν η σύμβαση δεν περιέχει τις πληροφορίες που αναφέρονται στα στοιχεία (α), (β), (γ), (δ)(i) και (ii), (η), (θ), (ια), (ιβ) και (ιγ) του Πρώτου Παραρτήματος.

Κοινοποίηση υπαναχώρησης ή καταγγελίας της σύμβασης

9.—(1) Αγοραστής, ο οποίος ασκεί ή προτίθεται να ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης ή το δικαίωμα καταγγελίας που προβλέπεται στο άρθρο 8, συμπληρώνει και αποστέλλει την κοινοποίηση υπαναχώρησης ή καταγγελίας η οποία συνοδεύει τη σύμβαση, σύμφωνα με τον τύπο που αναφέρεται στο Μέρος Α του Δευτέρου Παραρτήματος, πριν από τη λήξη της προθεσμίας και κατά τρόπο που να αποδεικνύεται η αποστολή της, στο πρόσωπο του οποίου το όνομα και η διεύθυνση αναγράφονται στη σύμβαση για το σκοπό αυτό, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στη σύμβαση, κατ' εφαρμογή του στοιχείου (ιβ)(i) του Πρώτου Παραρτήματος.

(2) Η κοινοποίηση που αποστέλλεται από τον αγοραστή στον πωλητή για σκοπούς υπαναχώρησης ή καταγγελίας της σύμβασης δυνάμει του παρόντος Νόμου, αναφέρει-

(α) Ότι ο αγοραστής έχει αποφασίσει να υπαναχωρήσει ή να καταγγείλει τη σύμβαση,

(β) την ημερομηνία που δίδεται η κοινοποίηση, και

(γ) το όνομα και τη διεύθυνση του προσώπου προς το οποίο δίνεται η κοινοποίηση σύμφωνα με αυτά που αναφέρονται στη σύμβαση.

(3) Η αναφερόμενη στο εδάφιο (1) κοινοποίηση δύναται να δοθεί είτε κατά τον τύπο υπαναχώρησης ή καταγγελίας που συνοδεύει τη σύμβαση σύμφωνα με το Μέρος Α του Δευτέρου Παραρτήματος, είτε σε οποιοδήποτε άλλο γραπτό τύπο που ικανοποιεί τις απαιτήσεις των εδαφίων (1) και (2).

(4) Όταν η αναφερόμενη στο εδάφιο (1) κοινοποίηση αποστέλλεται ταχυδρομικώς, θεωρείται εμπρόθεσμη αν η αποστολή της πραγματοποιηθεί πριν από τη λήξη της προθεσμίας.

(5) Με την άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας ή υπαναχώρησης, η σύμβαση ματαιώνεται και ο αγοραστής δεν έχει οποιαδήποτε δικαιώματα ή υποχρεώσεις δυνάμει της σύμβασης.

(6) Οποιαδήποτε εξασφάλιση παραχωρείται σε σχέση με ματαιωθείσα ή καταγγελθείσα σύμβαση, θεωρείται, στην έκταση που παραχωρήθηκε, ότι ουδέποτε παραχωρήθηκε και οποιαδήποτε περιουσία μεταβιβάστηκε στον πωλητή αποκλειστικά για τους σκοπούς της πιο πάνω εξασφάλισης, επιστρέφεται αμέσως στον αγοραστή.

Μη υποχρέωση του αγοραστή για καταβολή οποιωνδήποτε εξόδων

10. Ο αγοραστής δεν καταβάλλει οποιαδήποτε έξοδα σε περίπτωση που ασκεί το δικαίωμα υπαναχώρησης ή καταγγελίας της σύμβασης που προβλέπεται στο άρθρο 8.

Απαγόρευση προκαταβολής πριν από τη λήξη της προθεσμίας υπαναχώρησης

11. Πωλητής ο οποίος συνάπτει ή προτείνει τη σύναψη σύμβασης, δε δικαιούται να ζητήσει ή να αποδεχθεί από τον αγοραστή ή μελλοντικό αγοραστή οποιαδήποτε προπληρωμή πριν από τη λήξη της προθεσμίας εντός της οποίας ο αγοραστής δύναται να ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης σύμφωνα με το άρθρο 8.

Ακύρωση πιστωτικής σύμβασης

12.—(1) Όταν αγοραστής ασκεί το δικαίωμα καταγγελίας ή υπαναχώρησης από τη σύμβαση σύμφωνα με το άρθρο 8, και το τίμημα καλύπτεται είτε εν όλω είτε εν μέρει από πιστωτική σύμβαση, τότε η πιστωτική σύμβαση θεωρείται άκυρη από τη στιγμή της καταγγελίας ή της υπαναχώρησης από τη σύμβαση και ο αγοραστής δεν υπέχει οποιαδήποτε υποχρέωση αναφορικά με την πιστωτική σύμβαση.

(2) Ο πωλητής οφείλει, σε περίπτωση κατά την οποία ο πιστωτής είναι άλλο πρόσωπο από τον ίδιο, κατά την παραλαβή της κοινοποίησης υπαναχώρησης ή καταγγελίας της σύμβασης να πληροφορήσει αμέσως τον πιστωτή σχετικά.

Αναγκαστικός χαρακτήρας των διατάξεων

13. Ρήτρα με την οποία ο αγοραστής παραιτείται από την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχει ο παρών Νόμος ή με την οποία ο πωλητής απαλλάσσεται των ευθυνών που απορρέουν από τον παρόντα Νόμο, δεν δεσμεύει με οποιοδήποτε τρόπο τον αγοραστή.

Εφαρμοστέο δίκαιο

14. Ανεξάρτητα από την επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου άλλου από του Κυπριακού, ο αγοραστής δε στερείται της παρεχόμενης από τον παρόντα Νόμο προστασίας, εφόσον το ακίνητο βρίσκεται στο έδαφος της Δημοκρατίας ή σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.