ΜΕΡΟΣ Ι ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
Συνοπτικός τίτλος

1. Οι περί Πώλησης Αγαθών Νόμοι του 1994 έως 1999 θα αναφέρονται μαζί ως οι περί Πώλησης Αγαθών Νόμοι του 1994 έως 1999.

Ερμηνεία

2.-(1) Στον παρόντα Νόμο εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετικά-

“αγαθά” σημαίνει κάθε είδος κινητής περιουσίας εκτός από αγώγιμες απαιτήσεις και χρήματα, και περιλαμβάνει χρεώγραφα και μετοχές, ασυγκόμιστη σοδειά, χλόη και πράγματα που συδέονται ή που αποτελούν μέρος του εδάφους, τα οποία συμφωνήθηκε να αποχωριστούν από το έδαφος πριν από την πώληση ή δυνάμει της σύμβασης πώλησης˙

“αγοραστής” σημαίνει το πρόσωπο που αγοράζει ή συμφωνεί να αγοράζει αγαθά˙

“έγγραφο τίτλου επί αγαθών“ περιλαμβάνει φορτωτική, λιμενικό ένταλμα, πιστοποιητικό από αποθηκάριο, πιστοποιητικό υπεύθυνου αποβάθρας, απόδειξη φόρτωσης σε σιδηρόδρομο, ένταλμα ή διάταγμα για παράδοση αγαθών και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο χρησιμοποιείται στη συνηθισμένη διεξαγωγή των εργασιών ώς απόδειξη κατοχής ή ελέγχου αγαθών ή το οποίο, είτε με την οπισθογράφηση είτε με την παράδοση του, παρέχει ή φέρεται να παρέχει στο κάτοχο του εγγράφου, εξουσία να μεταβιβάζει ή να παραλαμβάνει τα αγαθά που εκτίθενται σε αυτό˙

“εμπορικός αντιπρόσωπος” σημαίνει εμπορικό αντιπρόσωπο ο οποίος κατά τη συνηθισμένη διεξαγωγή των εργασιών του ως τέτοιος αντιπρόσωπος, έχει την εξουσία είτε να πωλεί αγαθά είτε να αποστέλλει αγαθά για σκοπούς πώλησης, είτε να αγοράζει αγαθά είτε να βρίσκει χρήματα με το να παρέχει αγαθά ως ασφάλεια˙

“κυριότητα” σημαίνει την καθολική κυριότητα σε αγαθά και όχι απλώς την ειδική κυριότητα˙

“μέλλοντα αγαθά” σημαίνει αγαθά που πρόκειται να κατασκευασθούν ή να παραχθούν ή να αποκτηθούν από τον πωλητή μετά τη σύναψη της σύμβασης πώλησης˙

“παράδοση” σημαίνει εκούσια μεταβίβαση κατοχής από ένα πρόσωπο σε άλλο˙

“παραδόσιμη κατάσταση” σημαίνει τέτοια κατάσταση των αγαθών, ώστε ο αγοραστής θα ήταν υπόχρεος να τα παραλάβει δυνάμει της σύμβασης˙

“ποιότητα αγαθών” περιλαμβάνει την κατάσταση τους˙

“πτωχεύσας” σημαίνει το πρόσωπο που έχει παύσει να πληρώνει τα χρέη του κατά τη συνηθισμένη διεξαγωγή των εργασιών του ή, που αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη του όταν αυτά καταστούν απαιτητά, είτε αυτός έχει τελέσει πράξη πτώχευσης είτε όχι˙

“πωλητής” σημαίνει πρόσωπο που πωλεί ή συμφωνεί να πωλήσει αγαθά˙

“συγκεκριμένα αγαθά” σημαίνει αγαθά που προσδιορίστηκαν και συμφωνήθηκαν κατά τη σύναψη της σύμβασης πώλησης˙

“σφάλμα” σημαίνει άδικη πράξη ή παράλειψη˙

“τίμημα” σημαίνει τη χρηματική αντιπαροχή για πώληση αγαθών.

(2) Εκφράσεις οι οποίες χρησιμοποιούνται αλλά δεν ορίζονται στον παρόντα Νόμο και οι οποίες ορίζονται στον περί Συμβάσεων Νόμο έχουν τις έννοιες που αποδίδονται σε αυτές στο Νόμο εκείνο.

Εφαρμογή του περί Συμβάσεων Νόμου

3. Οι διατάξεις του περί Συμβάσεων Νόμου που δεν καταργήθηκαν θα εξακολουθήσουν να εφαρμόζονται στις συμβάσεις της πώλησης αγαθών, εκτός κατά την έκταση που αυτές είναι ασυμβίβαστες με τις ρητές διατάξεις του παρόντος Νομου.